Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

 ΜΙΚΡΑ, ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ

Η Αμφίπολη, αυτή η ξακουστή πολιτεία της Ανατολικής Μακεδονίας, η μοναδική αποικία των Αθηναίων, βγήκε, επί τέλους, από τη λήθη στην οποία την έριξαν επί αιώνες, όχι μόνο οι βαρβαρικές επιδρομές, αλλά και η άγνοια κι η αδιαφορία των νεοελλήνων απέναντι στην λαμπρή ιστορία τους. Το περίλαμπρο μνημείο, που σιγά – σιγά αποκαλύπτει η αρχαιολογική σκαπάνη στο λόφο της περιοχής «Καστά» της Αμφίπολης, λίγο έξω από τη σημερινή (Νέα) Μεσολακιά του Δήμου Αμφίπολης, κίνησε το ενδιαφέρον εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και, ανάμεσα σ’ αυτούς και το ενδιαφέρον των περισσοτέρων Ελλήνων.
Πολλά γράφονται όλες αυτές τις μέρες, που προχωρούν οι ανασκαφές στον περίλαμπρο τύμβο της Αμφίπολης, και η επανάληψή τους δεν θα προσθέσει τίποτε στην ιστορική γνώση. Γι’ αυτό επέλεξα να φέρω στο φως ορισμένα μικρά, αλλ’ άγνωστα σπαράγματα από την μακραίωνη ιστορία της περίλαμπρης, μακεδονικής πολιτείας, ελπίζοντας πως θα συμβάλω  μ’ αυτό τον τρόπο, έστω κι ελάχιστα, στην σφαιρική ενημέρωση εκείνων των Ελλήνων, που με ιδιαίτερο ενδιαφέρον κι αγωνία παρακολουθούν, μέρα με τη μέρα, την εξέλιξη των ανασκαφών, περιμένοντας το «θαύμα», που θα τους ξαναδώσει πίσω την εθνική τους αξιοπρέπεια, την οποία τους στερούν καθημερινά, η οικονομική κρίση και οι απαιτήσεις των δανειστών της πατρίδας μας.
Το πρώτο, μικρό σπάραγμα της ιστορίας της Αμφίπολης το πήρα από την μεταπτυχιακή εργασία του πρόωρα χαμένου, λαμπρού φιλολόγου και αρχαιολόγου, Μόσχου Οτατζή, που είχε τίτλο «Εγνατία οδός: Από την Αμφίπολη στους Φιλίππους», (έκδοση Δήμου Καβάλας). Στην εργασία αυτή ο συγγραφέας, εξετάζοντας ορισμένα μιλιάρια (οδοδείκτες) της περίφημης, ρωμαϊκής Εγνατίας οδού, η οποία κατασκευάστηκε από τους Ρωμαίους αμέσως μετά την κατάκτηση της Ελλάδας και η οποία, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήταν «εκ της Απολλωνίας εις Μακεδονίαν … βεβηματισμένη κατά μίλιον και κατεστηλωμένη μέχρι Κυψέλων και Έβρου ποταμού», που βρέθηκαν στο μικρό Σούλι, στο Οφρύνιο, τα Νέα Κερδύλλια και αλλού, «βλέπει» τη μεγάλη αυτή οδό να περνάει ανάμεσα στο λόφο «Καστά», όπου ήδη ανασκάπτεται ο περίλαμπρος τύμβος και στο λόφο 133, όπου από δεκαετίες ανασκάπτονται ερείπια και τάφοι που ξεκινούν από τη νεολιθική περίοδο και φθάνουν μέχρι την εποχή του σιδήρου. Ο Μόσχος Οτατζής αναφέρει, συγκεκριμένα, ότι η Εγνατία οδός «είναι πιο πιθανό ν’ απέφευγε το ύψωμα στο οποίο ήταν χτισμένη η Αμφί­πολη, αλλά μετά το Στρυμόνα να κατευθυνόταν βόρεια, να περνούσε έξω από την Αμφίπολη 162 και συγκεκριμένα να περιέτρεχε το ανατολικό τείχος της πόλης και να συνέχιζε αμέσως μετά με κατεύθυνση βορειοανατολική προς τους πρόποδες του Παγγαίου και το λόφο που σήμερα είναι γνωστός με τον αριθμό 133. Στην περιοχή αυτή βρέθηκε ένα μιλιάριο της εποχής του αυτοκράτορα Καρακάλλα, το οποίο αναγράφει την απόσταση του ενός μιλίου. Πιθανόν ο αριθμός δεν είναι συμπληρωμένος, διότι στο σημείο αυτό του μιλιαρίου υπάρχει φθορά- αν όμως ο αριθμός του ενός μιλίου είναι σωστός, τότε το μιλιάριο δεν πρέπει να βρέθηκε μακριά από τη θέση που ήταν τοποθετημένο επάνω στην Εγνατία οδό. Ο δρόμος συνέχιζε με κατεύθυνση βορειοανατολική και περνούσε ανάμεσα από το λόφο 133 και το λόφο του «Καστά», για να συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση, παράλληλα σχεδόν με τους βόρειους πρόποδες του Παγγαίου. Υπάρχει και σήμερα ακόμη μονοπάτι που από την Αμφίπολη οδηγεί στο πέρασμα αυτό, ανάμεσα από τους δύο λόφους. Η αυτοψία και η έρευνα δεν έδωσε ίχνη αρχαίου δρόμου, είναι όμως πολύ πιθανό να καταστράφηκαν από την καλλιέργεια των χωραφιών. Στο χωριό Οφρύνιο και στο τείχος της βυζαντινής Χρυσούπολης βρέθηκε εντοιχισμένο μιλιάριο της Εγνατίας οδού, το οποίο χρονολογείται επίσης στα χρόνια του Καρακάλλα. Είναι άγνωστο από πού μεταφέρθηκε στο μεσαιωνικό περίβολο, όμως η απόσταση των 4 μιλίων που αναγράφει, θεωρώντας ως αφετηρία την Αμφίπολη, δείχνει ότι αυτό ήταν τοποθετημένο στην Εγνατία οδό αμέσως μετά τον λόφο 133 και από το σημείο αυτό η απόσταση δεν είναι πολύ μεγάλη για να μεταφερθεί αργότερα στο τείχος της βυζαντινής Χρυσούπολης. Μπορεί λοιπόν (αυτό) ν’ αποτελέσει μια ένδειξη, ότι η Εγνατία οδός περνούσε ανάμεσα από τους δύο λόφους, για να προχωρήσει μετά παράλληλα με τους βόρειους πρόποδες του Παγγαίου».
Ένα άγνωστο, λοιπόν, όμως ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσθέτει ο Μόσχος Οτατζής σε όσα μαθαίνουμε καθημερινά για τον μακεδονικό τύμβο που ανασκάπτεται στο λόφο «Καστά» της Αμφίπολης. Ότι αυτός ο τύμβος βρέθηκε πάνω στη μεγαλύτερη οδό των αρχαίων χρόνων, τη ρωμαϊκή Εγνατία οδό, η οποία διήλθε από τη νότια πλευρά του, με ότι αυτή η θέση του μπορεί να σημαίνει, είτε όσον αφορά την τυχόν σύλησή του, είτε, αντίθετα, όσον αφορά την τυχόν προστασία του από τους Ρωμαίους!
Μια δεύτερη, σχεδόν άγνωστη μέχρι σήμερα πτυχή της ιστορίας της Αμφίπολης είναι αυτή της ανεύρεσης των θραυσμάτων του μεγάλου γλυπτού του λιονταριού της Αμφίπολης και της συγκόλλησής τους, τα οποία δεν παύουν να είναι επίκαιρα τώρα, που οι ανασκαφικές έρευνες στο λόφο «Καστά» τοποθετούν το λιοντάρι αυτό, ως επιτύμβιο μνημείο, πάνω στον μακεδονικό τύμβο και βάζουν τέλος (ή ξεκινούν από την αρχή;) τις συζητήσεις, που για πολλές δεκαετίες έδιναν κι έπαιρναν, σχετικά με το πού, τελικά, ήταν τοποθετημένο αυτό το υπέροχο έργο τέχνης! Εδώ θα συμβουλευτώ, από τη μια το άγνωστο στην χώρα μας έργο του κ. Oscar Broneer, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, το οποίο, με τίτλο «The lion monument at Amphipolis», εκδόθηκε το 1941 και δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά, ούτε εκδόθηκε ποτέ από ελληνικό, εκδοτικό οίκο κι από την άλλη το άρθρο του καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Γεωργίου Μπακαλάκη, το οποίο, με τίτλο «Ο Λέων της Αμφιπόλεως», δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουλίου του 1960 του περιοδικού «ΠΕΡΙΗΓΗΤΙΚΗ», (σελ. 15-17), για να σας κάνω κοινωνούς των πιο κάτω, ενδιαφερόντων, ελπίζω, λεπτομερειών της «σύγχρονης» ιστορίας του λιονταριού της Αμφίπολης:
Για πρώτη φορά στους βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913 Έλληνες στρατιώτες βρήκαν κομμάτια από τη βάση του μεγάλου μνημείου κι ενημέρωσαν αμέσως την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία έστειλε επί τόπου τους αρχαιολόγους Γ. Οικονόμου και Α. Ορλάνδο, τους οποίους, όμως, πρόλαβε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, προτού προχωρήσουν στην έρευνα κι αποκάλυψη του μνημείου. Το θέρος του 1916 αξιωματικοί βρετανικού, εκστρατευτικού σώματος, σ’ ένα διάλειμμα των μαχών που διεξάγονταν στην περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα, ανάμεσα στους συμμάχους και στα βουλγαρικά στρατεύματα, βρήκαν και θραύσματα του ίδιου του λιονταριού και θέλησαν να τα μεταφέρουν στην ακτή, (προφανώς για να τα μεταφέρουν στην πατρίδα τους), αλλά, λόγω του όγκου και του βάρους τους, κύρια όμως λόγω του ότι εμποδίστηκαν από το βουλγαρικό πυροβολικό, που «σφυροκοπούσε» την ακτή, όπου βρίσκονταν αγγλικά πλοία, δεν τα κατάφεραν και τα θραύσματα του μνημείου παρέμειναν εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες μέχρις ότου, το έτος 1930, τα μέλη της γαλλικής, αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, P. Collart  και P. Devampez, προσκληθέντα από τον κ. Τσάτσο, υπάλληλο της αμερικανικής εταιρίας Monks Ulen, η οποία είχε ήδη αναλάβει την εκτέλεση αποστραγγιστικών έργων στην περιοχή του Στρυμόνα, προσήλθαν στον τόπο όπου βρίσκονταν τα θραύσματα και τα μελέτησαν για πρώτη φορά, χρονολόγησαν αυτά στην εποχή του πελοποννησιακού πολέμου, τα δε αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσίευσαν στο αρχαιολογικό περιοδικό Bulletin de Correspondance Hellenique.
Το σχέδιο της επανένωσης των θραυσμάτων και της ανακατασκευής του λιονταριού σε καινούργια βάση συνέλαβαν και υλοποίησαν οι μηχανικοί της εταιρίας Monks-Ulen, R. W. Gausman and W. J. Judge, οι οποίοι προκάλεσαν το ενδιαφέρον του τότε πρεσβευτή των Η.Π.Α. στην Ελλάδα, κ. Lincoln Mac Veagh, ο οποίος ζήτησε συνάντηση με αρχαιολόγους της γαλλικής, αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και συγκεκριμένα με τον μετέπειτα διευθυντή της, Pierre Roussel και με τους Michel Feyel, Paul Lemerle, Henri Ducoux, οι οποίοι επισκέφθηκαν και πάλι το μνημείο, εξέτασαν όλα τα υφιστάμενα θραύσματα, έκαναν λεπτομερή σχέδια αυτών και πρότειναν σχεδιαστικά την ανακατασκευή του λιονταριού, με τρόπο που δεν απείχε καθόλου από την τελική, μεταγενέστερη ανακατασκευή του! Όσον αφορά, όμως τη βάση του μνημείου, η πρόταση αναστήλωσής της αποδεικνύεται ολότελα εσφαλμένη.
Μέχρι το 1936, αποκλειστικά τα μέλη της γαλλικής αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών ασχολούνταν με το μνημείο, από το 1936 όμως και μετά, με τη μεσολάβηση του κ. Lincoln Mac Veagh, συνεργάστηκε η πιο πάνω Σχολή με την αμερικανική Σχολή αρχαιολογικών μελετών Αθηνών και ανέθεσαν τις περαιτέρω ενέργειες, από μεν την Γαλλική σχολή στον κ. Jaques Roger, από δε την Αμερικανική Σχολή στον κ. Oscar Broneer, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, οι οποίοι και μοιράστηκαν, τελικά, τα δικαιώματα της μελέτης και δημοσίευσης των ευρημάτων.
Από τις 8 μέχρι τις 17 Ιουνίου του 1936, 20 εργάτες εργάστηκαν στην ανασκαφή του χώρου όπου είχαν βρεθεί τα υπόλοιπα κομμάτια του λιονταριού και της βάσης του, ήλθαν στο φως κι άλλα κομμάτια και η ίδια η βάση του μνημείου (sic) και όλα ήταν έτοιμα για την συναρμολόγησή του, την οποία ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο εξαίρετος γλύπτης κ. Ανδρέας Παναγιωτάκης, καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών και γλύπτης του εθνικού, αρχαιολογικού μουσείου. Αυτός, από το φθινόπωρο του 1937 και μετά, αφού κατασκεύασε γύψινο αντίγραφο του αγάλματος, σε μέγεθος ίδιο με το αρχαίο, προχώρησε στην ανακατασκευή του μνημείου, έχοντας, δυστυχώς, στη διάθεσή του, μόνο ένδεκα κομμάτια από το αρχαίο γλυπτό, από τα οποία μόνο τα εννέα (9) ήταν συνεχόμενα, ενώ όσα κομμάτια έλειπαν, (όπως ήταν το κομμάτι του κεφαλιού, αμέσως πάνω από τα μάτια), συμπληρώθηκαν με άσπρο τσιμέντο. Το ίδιο το γλυπτό του ανακατασκευασμένου λιονταριού έφθασε σε ύψος τα 5,37 μέτρα, αλλά από τους αναστηλωτές ξέφυγαν κάποιες λεπτομέρειες, που ήταν, όμως, σημαντικές! Έτσι, δεν είδαν ότι έλειπε μια στενή λωρίδα του λαιμού, με την πλούσια χαίτη του αγριμιού και γι’ αυτό, το κεφάλι με τον λαιμό απέκτησαν κοντόχοντρη δομή. Αγνόησαν, επίσης, το γεγονός ότι τα μάτια του λιονταριού ήταν ένθετα (πρόσθετα), πιθανόν κατασκευασμένα από πέτρα διαφορετικού χρώματος ή από μέταλλο και στη θέση των βολβών τοποθέτησαν άσπρο τσιμέντο.
Εκείνο, όμως, που είναι σημαντικό κι ενδιαφέρει ιδιαίτερα όσους παρακολουθούν τις συζητήσεις που γίνονται αυτό τον καιρό, σχετικά με το αν το λιοντάρι της Αμφίπολης αποτελούσε το επιτύμβιο σήμα του τύμβου που ανασκάπτεται στο λόφο  «Καστά» της Μεσολακιάς, είναι το γεγονός ότι όλοι ανεξαίρετα οι εξαίρετοι επιστήμονες, (αρχαιολόγοι, μηχανικοί κλπ.), που ασχολήθηκαν με την ανεύρεση των θραυσμάτων του μνημείου και την αναστήλωσή τους, συμφωνούν στο ότι το βάθρο, πάνω στο οποίο είχε τοποθετηθεί κατά την αρχαιότητα το λιοντάρι, είναι το ίδιο με αυτό που βρέθηκε στις ανασκαφές, σύρριζα με την επιφάνεια του εδάφους, στη θέση όπου είναι και σήμερα τοποθετημένο το γλυπτό και το οποίο βάθρο αποτελείται από δύο διαφορετικά τμήματα, 1) ένα πώρινο τετράπλευρο, μπροστινό μέρος, που αποτελείται από περίπου πενήντα δόμους και 2) ένα άλλο τμήμα, που μοιάζει με αναλημματικό τοίχο σε σχήμα Π, ανάμεσα στα οποία (δύο τμήματα) υπάρχει κενό, το οποίο ερμηνεύθηκε από το γεγονός ότι το έδαφος, στο συγκεκριμένο σημείο, ανηφορίζει απότομα προς νότο, με συνέπεια, τα δύο τμήματα να μη χρειάζονταν ενιαίο και συμπαγές θεμέλιο. Αν, λοιπόν, το λιοντάρι αποτελούσε το σήμα του τύμβου του λόφου «Καστά, πώς εξηγείται το ότι βρέθηκε εκεί όπου βρισκόταν και το αρχαίο βάθρο του και στο ίδιο ακριβώς σημείο αναστηλώθηκε και στέκεται μέχρι σήμερα;
Το σύγχρονο βάθρο, όμως, πάνω στο οποίο στήθηκε το ανακατασκευασμένο λιοντάρι, κατασκευάστηκε όχι από υλικό του αρχαίου βάθρου, (αφού τέτοιο δεν βρέθηκε στις ανασκαφές του 1931-1934), αλλά από άλλο αρχαίο υλικό και συγκεκριμένα από δόμους, γείσα κα άλλα αρχιτεκτονικά μέλη που προήλθαν από οικοδομήματα της Αμφίπολης, του 2ου π.Χ. αιώνα και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή ενός μεσαιωνικού φράγματος, το οποίο βρισκόταν στον Στρυμόνα, λίγο πιο κάτω από εκεί που βρέθηκαν τα θραύσματα του λιονταριού και το οποίο αναγκάστηκαν να χαλάσουν οι μηχανικοί της εταιρίας Monks-Ulen, στη διάρκεια των αποστραγγιστικών έργων που εκτέλεσαν. 
Όλοι, επίσης, οι επιστήμονες που ασχολήθηκαν με την αναστήλωση του λιονταριού, αλλά και πολλοί άλλοι, δέχθηκαν ότι ολόκληρο το μνημείο ήταν ένα επιτύμβιο μνημείο, μέρος του οποίου μόνο ήταν το συγκεκριμένο γλυπτό. Οι περισσότεροι, τέλος, απ’ αυτούς χρονολόγησαν το μνημείο μέσα στον 4ο π.Χ. αιώνα, με τον καθηγητή κ. Oscar Broneer να το χρονολογεί λίγο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον δε καθηγητή κ. Γεώργιο Μπακαλάκη να το τοποθετεί λίγο πριν από τη μάχη της Χαιρώνειας, (338 π.Χ.)
Το τρίτο σπάραγμα της άγνωστης ιστορίας της Αμφίπολης έχει κι αυτό άμεση σχέση με το μνημείο του λιονταριού και είναι η απάντηση στο ερώτημα, σε τίνος σημαντικού προσώπου το ταφικό μνημείο τοποθετήθηκε το λιοντάρι αυτό, ως επιτύμβιο σήμα. Η απάντηση των αρχαιολόγων που το μελέτησαν για χρόνια, μέχρι την ανασκαφή του λόφου «Καστά» έκλεινε κύρια προς τον Λαομέδοντα, τον ένα από τους τρεις αρχιναυάρχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εταίρο και προσωπικό φίλο και σύντροφο του μεγάλου κοσμοκατακτητή στις μακρές εκστρατείες του και δευτερευόντως προς τον έτερο αρχιναύαρχο, το Νέαρχο. Τόσο ο αείμνηστος αρχαιολόγος Δ. Λαζαρίδης, όσο, κυρίως, ο καθηγητής Oscar Broneer, στο πόνημά του με τίτλο «The lion monument at Amphipolis», συμφωνούν για το πρόσωπο του μεγάλου εκείνου στρατηγού, ο τελευταίος, όμως, τεκμηριώνει τις απόψεις του με τόσο γοητευτικό, (αν και όχι απόλυτα επιστημονικό) τρόπο, που θα επιχειρήσω να σας τον παραθέσω, χωρίς σχόλια, αφήνοντας στους αρχαιολόγους ν’ αποφανθούν τελειωτικά, για το αν το υπέροχο αυτό μνημείο του λιονταριού βρισκόταν, πράγματι, πάνω στον τύμβο του λόφου «Καστά» και για το ποιον φιλοξενεί στο εσωτερικό του αυτός ο τελευταίος, αφού, όμως προηγούμενα, επισημάνω αυτό που αείμνηστος Γεώργιος Μπακαλάκης είχε ήδη από το 1960 επισημάνει στο άρθρο που προανέφερα: Ότι η απόδοση του λιονταριού της Αμφίπολης στον Λαομέδοντα στηρίζεται σ’ ένα υποθετικό βάθρο, του οποίου δεν βρέθηκε κανένα ίχνος και το οποίο σχεδιάστηκε από τον Oscar Broneer (και το βλέπετε μέχρι σήμερα, είτε στο BCH 63, 1939, σ. 35, εικ. 19, αλλά και στους δύο πίνακες πληροφοριών που έχει τοποθετήσει η Αρχαιολογική Υπηρεσία στον περίβολο του μνημείου), με βάση επιτύμβια μνημεία της Μικράς Ασίας, (όπως ήταν το μαυσωλείο της Αλικαρνασσού), ενώ πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη αυτό που είχε ήδη από το 1960 επισημάνει ο καθηγητής κ. Μπακαλάκης, ότι «η μεγαλύτερη αμφιβολία για το υποθετικό σχέδιο του βάθρου έγκειται στο ότι δεν έχουμε κανένα στοιχείο για την υπόθεση, μήπως είχε το μνημείο και κάποιο νεκρικό θάλαμο, ενσωματωμένο μέσα στο πελώριο, για την περίπτωση αυτή, βάθρο του. Αν είχε κάτι τέτοιο, και αυτό έπρεπε απαραίτητα να μοιάζει κάπως με τους λεγόμενους «μακεδονικούς» τάφους, μ’ όλο που θα είχαμε κάποιο ίχνος στο σωζόμενο βάθρο του»:
Στηριγμένος, λοιπόν, ο Oscar Broneer, στην υπόθεσή του, ότι το βάθρο του λιονταριού είχε τυπολογική μορφή προερχόμενη από τη Μικρά Ασία, έκανε τις ακόλουθες σκέψεις: «Με τη σκέψη μας στη φύση του μνημείου, ως του τάφου ενός επιφανούς ατόμου και ως πολεμικού μνημείου, καθώς και στη χρονολόγησή του, στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., είναι φυσικό να υποθέσουμε ότι ένας από τους επιφανείς στρατηγούς στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου τιμήθηκε μ’ αυτό το πολυτελές μνημείο. Ένας απ’ αυτούς τους άνδρες, ο Λαομέδων, γιος του Λαρίχου, είχε μεταναστεύσει με την οικογένειά του από τη Μυτιλήνη στην Αμφίπολη και συχνά του έδιναν το όνομα του τόπου καταγωγής του, «Μυτιληνιός», παρόλο που είναι πιθανό να πέρασε τη νεότητά του και ίσως και τα παιδικά του χρόνια στην Αμφίπολη. Το μνημείο του μπορεί ν’ ανεγέρθηκε από την οικογένειά του ή, έστω, εν γνώσει και με τη συμμετοχή της οικογένειάς του κι αυτό θα μπορούσε να δώσει μια φυσική εξήγηση στην εισαγωγή μιας αρχιτεκτονικής φόρμας συνηθισμένης στην Ανατολή, αλλ’ άγνωστης στη Μακεδονία, (ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ το υποθετικό βάθρο του μνημείου). Ο Λαομέδων, όπως κι ο αδελφός του ο Εριγύιος, ήταν στενός φίλος κι έμπιστος υποστηρικτής του Αλεξάνδρου. Είχε εξοριστεί από τον Φίλιππο, μαζί με άλλους φίλους του Αλεξάνδρου, αλά μετά το θάνατο του Φιλίππου ανακλήθηκε κι έγινε ένας από τους περίφημους «εταίρους» του Αλεξάνδρου. Εξ αιτίας του ότι γνώριζε την περσική γλώσσα, ήταν υπεύθυνος για τους βάρβαρους αιχμαλώτους πολέμου και διορίστηκε τριήραρχος στη ναυμαχία στον ποταμό Υδάσπη, το 326 π.Χ. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, ο Λαομέδων έγινε σατράπης της Συρίας, την οποία κράτησε μέχρι το 319, οπότε την Συρία κατέκτησε ο Πτολεμαίος και ο Λαομέδων συνελήφθη, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει και να καταφύγει στην Καρία, δωροδοκώντας τους φρουρούς του. Μετά, όμως κι απ’ αυτό το περιστατικό, ο Λαομέδων εξαφανίζεται από την ιστορία και το ευλογοφανές συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως συνάντησε τη μοίρα του στη διαμάχη ανάμεσα στο Αντίγονο και στους συνασπισμένους συμμάχους Πτολεμαίο, Λυσίμαχο και Κάσσανδρο».
Από τα παραπάνω άγνωστα στοιχεία για τη ζωή του Λαομέδοντα, όμως, που τόσο παραστατικά μας περιγράφει ο Oscar Broneer, λείπει ολότελα η Αμφίπολη, στην οποία δεν φαίνεται να υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να επέστρεψε ο Λαομέδων, αφότου ακολούθησε τον Αλέξανδρο στη μεγάλη του πορεία προς την Ασία. Πώς, λοιπόν, μπορεί να συνδεθεί η ταφή του Λαομέδοντα με το λιοντάρι της Αμφίπολης, όταν αυτός, όπως φαίνεται, δεν επέστρεψε ποτέ στην Αμφίπολη από την Ασία; Η απάντηση στηρίζεται και πάλι σε υποθέσεις και συγκεκριμένα στις παρατηρήσεις που  δημοσίευσε το 1895 ο W. Judeich, ότι ο κάτοχος, δηλαδή αυτός που ήταν θαμμένος μέσα στην καταπληκτική σαρκοφάγο που βρέθηκε στη Σιδώνα της Φοινίκης (και αναφέρεται, προσθέτει ο γράφων, ως «σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλέξανδρου», όχι γιατί σ’ αυτήν είχε ταφεί ο τελευταίος, αλλά γιατί στις σκηνές που απεικονίζονται στις πλευρές της εικονίζεται ο Αλέξανδρος, βρίσκεται δε σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης), ήταν ο Λαομέδων ο Αμφιπολίτης, γιος του Λαρίχου. Για να οδηγηθεί, όμως, στο συμπέρασμα αυτό ο W. Judeich, ερμήνευσε τις ανάγλυφες παραστάσεις που απεικονίζονται στις τέσσερις πλευρές της, θεωρώντας ότι το πρόσωπο που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο, τόσο σ’ εκείνες τις παραστάσεις, που παριστάνουν σκηνές από τις μάχες του μεγάλου κοσμοκατακτητή, αλλά και τον θάνατο του Μελέαγρου, όσο και σε κάποιες άλλες, που δεν σχετίζονται με κάποιο ιστορικό συμβάν, είναι, στην πραγματικότητα, ο «κάτοχος της σαρκοφάγου» Λαομέδων, πράγμα, όμως, που δεν προκύπτει, φυσικά, παρά μόνο με υποθετικές ερμηνείες των ίδιων των αναγλύφων, στα οποία δεν γράφονται τα ονόματα των προσώπων που απεικονίζονται σ’ αυτά! Κι ενώ ο Oscar Broneer αναγνωρίζει ότι πρόκειται απλώς για «ένα ευλογοφανές συμπέρασμα», αυτό στο οποίο καταλήγει ο W. Judeich, όσον την απεικόνιση του Λαομέδοντα πάνω στις ανάγλυφες παραστάσεις της «σαρκοφάγου του Μεγάλου Αλεξάνδρου», προχωρεί τη σκέψη του W. Judeich λίγο παραπέρα, όπως ο ίδιος εξηγεί, λέγοντας τα εξής: «Στην  περίπτωση που ο Judeich ερμήνευσε σωστά τις σκηνές της σαρκοφάγου, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Λαομέδων πέθανε – με οποιοδήποτε τρόπο – κάπου στην Ανατολή κι ότι τάφηκε στην υπέροχη σαρκοφάγο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του, όταν διοικούσε την επαρχία της Συρίας. Μέλη της οικογένειάς του, που ακόμη ζούσαν στην Αμφίπολη, ίσως εξακολουθούσαν να διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στα πράγματα της πόλης και δεν θα ήταν παράξενο αν οι συμπολίτες του στην πατρίδα αποφάσιζαν να τιμήσουν τη μνήμη του φημισμένου ηγέτη και πολεμιστή. Αυτή η επιθυμία τους μπορεί να εκφράστηκε με την κατασκευή ενός κενοταφίου, στο οποίο να χάραξαν το όνομά του και να έκαναν μια αναφορά στις αξίες του. Το λιοντάρι θα ήταν ένα έμβλημα που θα ταίριαζε στο κουράγιο του, αλλά, επίσης, σε όσους ήταν γνώστες των κατορθωμάτων του, θα θύμιζε την κυνηγετική εξόρμησή του στην εξοχή, μαζί με τον Μέγα Αλέξανδρο, την οποία ο ίδιος ο Λαομέδων θεωρούσε τόσο σημαντική, ώστε να την καταστήσει ένα από τα κύρια θέματα της σαρκοφάγου του. Θα ήταν άσκοπο να επιμείνουμε πιο πολύ σ’ αυτή την υποθετική σύνδεση του μνημείου του λιονταριού (της Αμφίπολης) με το όνομα του Λαομέδοντα. Δεν γνωρίζουμε αρκετά την ιστορία της Αμφίπολης στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., ώστε να υποστηρίξουμε με απτές αποδείξεις την υπόθεσή μας. Υπήρχαν κι άλλοι Αμφιπολίτες αξιωματούχοι στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου, και γι’ αυτό εμφατικά προτάθηκε από τον J. Roger ότι το μνημείο είχε στηθεί ως μαυσωλείο του Νεάρχου, του πιο διακεκριμένου ανάμεσα σ’ αυτούς. Αλλά η θεωρία ότι ο Λαομέδων ήταν αυτός στον οποίο ανήκε η «σαρκοφάγος του Αλεξάνδρου» και η αρχιτεκτονική φόρμα του μνημείου (του λιονταριού), που «δείχνει» προς την Ιωνία, όσον αφορά την προέλευση του τύπου της, ευνοούν την άποψη ότι αυτός (ο Λαομέδων), περισσότερο από κάθε άλλον από τους εταίρους του Αλεξάνδρου, ήταν ο άνδρας που τιμήθηκε με το μνημείο του λιονταριού της Αμφίπολης».
Πολύς λόγος έγινε και γίνεται στις μέρες μας, για το αν ο τύμβος του λόφου «Καστά» της Μεσολακιάς, (εφόσον αποδειχθεί, βέβαια, στο τέλος, με τρόπο επιστημονικά αδιαμφισβήτητο, ότι πάνω του ήταν στημένο το λιοντάρι της Αμφίπολης, ως επιτύμβιο σήμα), έκρυβε στα σπλάχνα του το νεκρό του Νέαρχου ή του Λαομέδοντα. Απ’ όσα αναφέραμε προκύπτει με σαφήνεια ότι η συζήτηση αυτή άρχισε πολύ προτού αρχίσει όλη η Ελλάδα να ενδιαφέρεται για τον τύμβο του λόφου «Καστά» και συγκεκριμένα αφότου οι Oscar Broneer και J.Roger, ως επικεφαλής, αντίστοιχα, της Αμερικανικής Σχολής κλασικών σπουδών Αθηνών και της Γαλλικής, αρχαιολογικής σχολής Αθηνών, έχοντας λάβει από την ελληνική, αρχαιολογική Υπηρεσία, τα αποκλειστικά δικαιώματα δημοσίευσης των σχετικών με την ανεύρεση των θραυσμάτων και την αναστήλωση του λιονταριού της Αμφίπολης θεμάτων, με υποθέσεις και χωρίς καθόλου αποδείξεις, προσπάθησαν ν’ αποδώσουν το μνημείο, ο πρώτος στο ναύαρχο Λαομέδοντα κι ο δεύτερος στο ναύαρχο Νέαρχο. Το να συνεχίζεται, λοιπόν, σήμερα, αυτή η συζήτηση και μάλιστα άκριτα, (χωρίς νέα στοιχεία), δεν κάνει τίποτε άλλο από το ν’ αποπροσανατολίζει τον λαό μας, που εύλογα, γεμάτος αγωνία περιμένει καθημερινά τα νέα απ την ανασκαφή στο λόφο «Καστά», για να πληροφορηθεί, επί τέλους, ποιος ήταν ο επιφανής νεκρός που είχε ως επιτάφιο σήμα στον τάφο του το μεγαλύτερο μνημείο αυτού του είδους, που έχει βρεθεί ποτέ στα Βαλκάνια και ίσως και σ’ ολόκληρη την Ευρώπη!



1 σχόλιο: