Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016



Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ.

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΕΝ ΑΡΧΕΙΟ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Υπό Θεοδώρου Δημοσθ. Λυμπεράκη.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ


Στο παρόν κεφάλαιο παρουσιάζουμε ορισμένες γνωστές, αλλά και κάποιες άγνωστες πτυχές της ζωής του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως, Γερμανού Σακελλαρίδη, παρμένες μέσα από τις σελίδες μιας σειράς αδημοσίευτων εγγράφων και φωτογραφιών και κύρια μέσα από το κείμενο μιας διάλεξης που συνέταξαν την 14η-10-1945, (ημέρα της αναστήλωσης της προτομής του εθνομάρτυρα στο Ηρώο της πόλης μας), οι κ.κ. Ι. Τεπέρογλου και Γ. Ψωμάς. Της διάλεξης, ιδιαίτερα, αυτής, το παρόν κεφάλαιο αποτελεί ελεύθερη απόδοση, από την καθαρεύουσα στη δημοτική γλώσσα, εμπλουτιζόμενο μ’ έγγραφα στοιχεία που περιήλθαν εν τω μεταξύ στα χέρια του γράφοντος και τα οποία δεν είχαν υπόψη τους οι συντάκτες της. Για περισσότερες όμως πληροφορίες, σχετικά με τη ζωή και τη δράση του εθνομάρτυρα, απόλυτα απαραίτητο και πάντοτε επίκαιρο παραμένει και το άρθρο του συμπολίτη μας, κ. Χαραλάμπου Πρ. Τουφεξή, στην εφημερίδα Ελληνικός Βορράς, της 20ής Ιουνίου 1997, στο οποίο και παραπέμπουμε, καθώς και τα κείμενα και οι εργασίες εγκρίτων επιστημόνων, τα οποία μνημονεύουμε στις οικείες θέσεις.

- - - - - - - - -

Ο εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως, Γερμανός Σακελλαρίδης, μια εξέχουσα μορφή των υπέρ της Πατρίδος αγώνων, στον οποίο η Ελληνική Ιστορία παραχώρησε ήδη εξέχουσα θέση, καταγόταν από το Αρβανιτοχώρι της Προποντίδος. Τις βασικές σπουδές του ολοκλήρωσε στην Κωνσταντινούπολη και τις θεολογικές του σπουδές στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Διετέλεσε Αρχιμανδρίτης στην Μητρόπολη Νικομήδειας και στη συνέχεια χειροτονήθηκε επίσκοπος και τοποθετήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην τότε Τουρκοκρατούμενη Δυτική Μακεδονία, στη Μητρόπολη Πρεσπών και Αχρίδος, η οποία, από το έτος 1879 είχε την έδρα της στο Κρούσοβο (σήμερα ευρισκόμενο στη Δημοκρατία των Σκοπίων), του οποίου παλαιές φωτογραφίες παραθέτουμε σε διπλανή στήλη. Εκεί άρχισε τη δράση του, στον διεξαγόμενο τότε Μακεδονικό αγώνα, στα πλαίσια του οποίου πρόσφερε ύψιστες υπηρεσίες στα τότε εθνικά ελληνικά Μακεδονικά ανταρτικά σώματα. Εκεί επεξέτεινε και την φιλανθρωπική δράση του, συντηρώντας ορφανά και προστατεύοντας οικογένειες, των οποίων οι γονείς και οι προστάτες σφαγιάσθηκαν από τους Βουλγάρους κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα και ήταν ο στοργικός πατέρας όλων όσοι υπέφεραν δεινά από την εξαπλούμενη βουλγαρική θηριωδία. Συνδεόταν, συνάμα, διαρκώς, με την ευρισκόμενη στην Αθήνα ηγεσία του Μακεδονικού αγώνα. Προ του έτους 1908 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως. Κατά τον Βαλκανικό πόλεμο του 1912, όταν οι τουρκικές δυνάμεις που δρούσαν στην περιφέρεια της Μητροπόλεώς του βρέθηκαν σε δυσχερή, από στρατιωτική άποψη θέση, με δικές του ενέργειες και δική του πρόσκληση, έσπευσε ο έλληνας υπολοχαγός, Δούκας Γ. Δούκας ή Γαϊτατζής, (ο οποίος υπέγραφε ως καπετάν Δούκας Ζέρβας), μετέπειτα βουλευτής Σερρών και την Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου του 1912 κατέλαβε το Πράβι, χωρίς να συναντήσει καμιά αντίσταση, διότι ο Γερμανός είχε, εν τω μεταξύ, πείσει τις τουρκικές δυνάμεις, ότι μάταια θ’ αντιστέκονταν. Στις προσπάθειές του αυτές είχε ως συνεργάτη και σύνδεσμο τον μεγάλο έλληνα πατριώτη, συμπολίτη μας ιερέα Νικόλαο Οικονόμο ή Βλάχο.

Στο σημείο αυτό σας παραθέτω το κείμενο της επιστολής του «καπετάν Δούκα» προς τον ατρόμητο Παπα – Νικόλα Οικονόμο:

«Αιδεσιμώτατε,

Μόλις λαβών επιστολήν σας απαντώ εις ταύτην.

Αφ’ ου ούτω σας είπον οι δύο αρχιερείς αύριον θα βαδίσω δια Πράβιον, αν όμως δεν προφθάσω θα σταθμεύσω εις Νικήσιαν

Διαμένω μεθ’ υπολήψεως

Ο αρχηγός

Δούκας Ζέρβας».

Η κατάληψη αυτή του Πραβίου είχε σημασία, διότι, μετά την έλευση του καπετάν Δούκα, ήλθε στην Ελευθερούπολη και την κατέλαβε κι ένας λόχος βουλγαρικού στρατού, (οι Βούλγαροι ήταν τότε «σύμμαχοί» μας, στον πρώτο εκείνο Βαλκανικό πόλεμο) και γι’ αυτό το λόγο ο καπετάν Δούκας, μη διαθέτοντας επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις, υποχώρησε, για να μη λάβει χώρα σύγκρουση με τους μέχρι τότε «συμμάχους».

Μετά την κατάληψη του Πραβίου από τους Βουλγάρους, οι τελευταίοι άρχισαν τη γνωστή τακτική του αφελληνισμού, τον οποίο επιδίωκαν να επιτύχουν μέσα σε λίγα χρόνια, (κάθε φορά που έρχονταν ως κατακτητές), κάτι που απέφυγαν οι Οθωμανοί κατακτητές να πράξουν επί πέντε αιώνες! Έτσι, άρχισαν αμέσως τις βιαιοπραγίες, ληστείες, λεηλασίες και την καταπόνηση και κατατρομοκράτηση του ελληνικού πληθυσμού, όπως ο ίδιος ο Γερμανός ανέφερε σε τρεις (3) επιστολές του, καθώς και οι πρόκριτοι του Πραβίου σε μια δική τους, συνταγμένες όλες το 1912, ευρεθείσες πρόσφατα, (πρωτότυπες), στο αρχείο του Παπα Νικόλα Οικονόμου, από τους εγγονούς του, γιους του παπα Δημήτρη Οικονόμου και δημοσιευμένες ενωρίτερα από τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ. Αθανάσιο Αγγελόπουλο, σχολιασμένες δε, στην ωραία ανακοίνωση του Θεολόγου καθηγητή και ιστορικού ερευνητή κ. Νικολάου Μιχαλόπουλου, (συζύγου της Πραβινής καθηγήτριας και επίσης ιστορικής μελετήτριας της ιστορίας του τόπου μας, κ. Αγγελικής Κιουρτσή), η οποία δόθηκε στα πλαίσια του Β’ τοπικού συμποσίου «Η Καβάλα και η περιοχή της» και δημοσιεύθηκε στον Α’ τόμο των πρακτικών του συμποσίου εκείνου, το έτος 1987, στην οποία και παραπέμπω για περισσότερες πληροφορίες, όπως σε γειτονικό άρθρο της κ. Κιουρτσή, ευρισκόμενο στον ίδιο τόμο πρακτικών, παραπέμπω, προκειμένου για στοιχεία της ζωής και του μαρτυρικού θανάτου του σεπτού Ιεράρχη.

Ο Γερμανός, επειδή γνώριζε τους Βουλγάρους κι επειδή δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί τις πιέσεις και καταδυναστεύσεις τους σε βάρος της επαρχίας του, μετέβη στην Θεσσαλονίκη, για να προβεί στις δέουσες διαμαρτυρίες. Παρουσιάσθηκε, έτσι, στον τότε στρατιωτικό Διοικητή της Θεσσαλονίκης, τον πρίγκιπα Νικόλαο και του ανέφερε τις καταδυναστεύσεις των «συμμάχων» βουλγάρων. Ο πρίγκιπας τον παρότρυνε ν’ αναφέρει όλα αυτά στον Βασιλέα Γεώργιο, ευρισκόμενο τότε στη Θεσσαλονίκη, μαζί με την Βασίλισσα Όλγα και του διέθεσε, μάλιστα και το αυτοκίνητό του, προς τον σκοπό αυτόν. Πράγματι, ο Γερμανός μετέβη, έγινε αμέσως δεκτός από τον Βασιλέα και του ανέφερε τ’ ανωτέρω. Μετά την συνομιλία τους εκείνη ο Γερμανός μετέβη, με το θάρρος που του ενέπνεε ο ακατάβλητος πατριωτισμός του και διαμαρτυρήθηκε, για τις αυθαιρεσίες και τις καταπιέσεις των Βουλγάρων στην επαρχία του, στον ευρισκόμενο τότε στη Θεσσαλονίκη Βούλγαρο στρατηγό «Χεσαπτσίεφ», του οποίου η παρουσία στην πόλη οφειλόταν στα γνωστά ιστορικά γεγονότα της παραμονής του «συμμαχικού» τότε βουλγαρικού στρατού σ’ αυτήν υπό μορφή φιλοξενίας.

Η θαρραλέα διαμαρτυρία του προς τον Βούλγαρο στρατηγό, η καταγγελία των πιέσεων, λεηλασιών και βιαιοπραγιών των Βουλγάρων στους Έλληνες της επαρχίας της Μητροπόλεώς του, την οποία καταγγελία δημοσίευσε στη συνέχεια και στον τύπο της εποχής, σε συνέντευξη που έδωσε στον ανταποκριτή της εφημερίδας «Νέα Ημέρα» της Τεργέστης, ο οποίος κι αυτός βρισκόταν τότε στην Θεσσαλονίκη, ήταν η κύρια αιτία του μεταγενέστερου άγριου απαγχονισμού του, κατά το έτος 1917, διότι οι βούλγαροι δεν λησμόνησαν ότι ο Δεσπότης αυτός τους είχε αποκαλύψει, σε στιγμές που κατάστρωναν ύπουλα σχέδια και καταχθόνιες ενέργειες αφελληνισμού της Ανατολικής Μακεδονίας και είχε αντιδράσει κατά της εκ μέρους τους καταδυνάστευσης των ελληνικών πληθυσμών.

Μετά την προαναφερθείσα παρουσία του Γερμανού ενώπιον του Βασιλέως και εξ αιτίας των ενεργειών του διατάχθηκε μια ίλη του ελληνικού ιππικού, υπό τον τότε ανθυπολοχαγό και μετέπειτα στρατηγό Κωνσταντίνο Νταή, ο οποίος κατά τον Μακεδονικό αγώνα είχε δράσει ως οπλαρχηγός στο Παγγαίο, με το ψευδώνυμο «καπετάν Τσάρας» και κέντρο δράσης την Ελευθερούπολη, η οποία ήλθε και κατέλαβε τις Ελευθερές. Ταυτόχρονα, άλλα τμήματα του ελληνικού στρατού κατέλαβαν το «Σύμβολον όρος», υπό τον τότε λοχαγό και μετέπειτα στρατηγό κ. Μάρκου, ο οποίος είχε στις διαταγές του και τον έφεδρο ανθυπολοχαγό (δικηγόρο στο επάγγελμα) Άγγελο Τσίγγανο, ο οποίος κατέλαβε το χωριό Εξοχή (τότε Ντόβλιανη), που απέχει ελάχιστα από την Ελευθερούπολη, την οποία, όπως ήδη αναφέραμε, την κατείχαν πλέον οι Βούλγαροι. Έτσι, μέγα μέρος της περιφέρειας της Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως κατελήφθη από τον ελληνικό στρατό, μ’ ενέργειες του Γερμανού. Με τους προαναφερθέντες Έλληνες αξιωματικούς ο Γερμανός επικοινωνούσε τακτικά, παρά την κατοχή της Ελευθερουπόλεως, (τότε ακόμη Πραβίου) από τους Βουλγάρους, έχοντας συνεργάτες τον ανωτέρω Παπα – Νικόλα Βλάχο και άλλους πολίτες και πατριώτες από την Ελευθερούπολη.

Αυτή την εθνική δράση του Γερμανού παρακολουθούσαν επί μακρόν οι Βούλγαροι και γι’ αυτό αποφάσισαν να τον συλλάβουν, όμως ο Γερμανός πληροφορήθηκε τις προθέσεις τους και κατόρθωσε, με φροντίδα του Έλληνα προξένου στην Καβάλα, Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, με το πρόσχημα ότι μεταβαίνει ως συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, να επιβιβαστεί στο Αυστριακό ατμόπλοιο της γραμμής, μόλις όμως αυτό το τελευταίο ετοιμάστηκε ν’ αποπλεύσει, ήλθε διαταγή του βουλγαρικού στρατηγείου Σερρών, γι’ άμεση σύλληψη του Γερμανού, με την οποία στα χέρια οι τότε βουλγαρικές αρχές κατοχής της Καβάλας μετέβησαν στο ατμόπλοιο, με στρατιωτική δύναμη και ζήτησαν να τους παραδοθεί ο Γερμανός, όμως ο Αυστριακός πλοίαρχος εμπόδισε την σύλληψή του, διότι είπε στους Βουλγάρους ότι, σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες, το πλοίο του ήταν πλοίο ξένης χώρας και ο Γερμανός βρισκόταν στο έδαφος αυτής. Έτσι ο Γερμανός κατόρθωσε να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου διέμεινε, λόγω του ορατού κινδύνου που διέτρεχε πλέον, να συλληφθεί και να εξοντωθεί από τους Βουλγάρους, μέχρι την, εν έτει 1913, πλήρη απελευθέρωση της επαρχίας του από τους Βουλγάρους. Μετά την απελευθέρωση επανήλθε στη μητροπολιτική έδρα του, εν μέσω μεγίστων τιμών. Τότε η Πατρίδα του απένειμε τα παράσημα των πολέμων 1912 και 1913.

Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν και πάλι οι Βούλγαροι κατέλαβαν την περιοχή του Παγγαίου, κατά το έτος 1916 ο Γερμανός άρχισε και πάλι, απτόητος, την εθνική δράση του, για την αποτίναξη του φοβερού βουλγαρικού ζυγού. Οι Βούλγαροι όμως δεν είχαν λησμονήσει την προηγούμενη δράση του, στην οποία είχε ήδη προστεθεί και νεώτερη. Έτσι, στις 12 Φεβρουαρίου του έτους 1917, με το πρόσχημα ότι ο Γερμανός είχε επαφές μ’ Έλληνες οι οποίοι ανήκαν στη συμμαχική αγγλική κατασκοπεία, τον συνέλαβαν, μαζί με τον ανεψιό του, δικηγόρο Βασίλειο Διαμάντογλου και τον έκλεισαν στην υπόγεια φυλακή του Διοικητηρίου Πραβίου, υποβάλλοντάς τον σε παντός είδους εξευτελισμούς, ταπεινώσεις και κακώσεις, μέχρι που τη ζοφερή νύχτα της 5ης προς 6η Ιουλίου του 1917, υπό καταρρακτώδη βροχή, μια συνοδεία Βουλγάρων στρατιωτών τον παρέλαβαν, προκειμένου να τον οδηγήσουν, πεζό, στο Μπατέμ Τσιφλίκ (σημερινό Αμυγδαλεώνα), στην έδρα της 7ης βουλγαρικής Μεραρχίας ΜΠΕΛΟ ΜΟΡΕ, υπό τον στρατηγό Βουρκώφ, δήθεν για να δικαστεί από το Στρατοδικείο της τελευταίας, πλην όμως τον μετέφεραν σε μια τοποθεσία κοντά στο χωριό «Δάττο», πρώην «Μπερεκετλή», όπου, αφού τον βασάνισαν, τον προπηλάκισαν, τον ξεγύμνωσαν και του ξερίζωσαν τις τρίχες της σεβάσμιας γενειάδος του, έδεσαν ένα σχοινί σε παρακείμενο δένδρο και απ’ αυτό απαγχόνισαν τον ένδοξο Ιεράρχη.

Όταν απελευθερώθηκε το Παγγαίο, το έτος 1918, μετά από έρευνα, την οποία συντόνιζε ο ανεψιός του εθνομάρτυρα, δικηγόρος Βασίλειος Διαμάντογλου, βρέθηκε, με υπόδειξη Οθωμανού βοσκού που είχε δει κρυφά τον απαγχονισμό του Ιεράρχη, ο ανώνυμος τάφος, στον οποίο οι βάρβαροι κατακτητές είχαν θάψει τον ήρωα, μετά τον απαγχονισμό του και με μια συγκινητική τελετή, γεμάτη δάκρυα και συντριβή, ο λαός της Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως, το ποίμνιό του, μετέφερε τα σεπτά του λείψανα, με μεγάλες τιμές στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Ελευθερουπόλεως, όπου τελέσθηκε νεκρώσιμη ακολουθία και τα λείψανα ενταφιάστηκαν στον περίβολο του Ναού αυτού. Την τελετή παρακολούθησε ο τότε Γενικός Διοικητής Ανατολικής Μακεδονίας και αντιπρόσωπος της ελληνικής Κυβέρνησης, οι στρατιωτικές και πολιτικές Αρχές Δράμας και Καβάλας, ενώ επικεφαλής της στρατιωτικής παρατάξεως, που απέδιδε τιμές, βρισκόταν ο Στρατηγός Μαυρομιχάλης, διοικητής της στρατιωτικής δυνάμεως Ελευθερουπόλεως.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΟΥ ΙΕΡΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΡΩΟΥ ΤΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ»

Μετά την επιστροφή τους από την ομηρία, ο Σύλλογος των πολυπαθών ομήρων, οι οποίοι είχαν απαχθεί, κατά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ως όμηροι από τους Βουλγάρους, στο εσωτερικό της Βουλγαρίας και κατάγονταν από την επαρχία Παγγαίου, με δαπάνες τους ανήγειραν στη μνήμη του σεπτού Ιεράρχη την προτομή του και πάνω στην στήλη, στην οποία τοποθετήθηκε αυτή η προτομή, ανέγραψαν τα ονοματεπώνυμα όλων των εθνομαρτύρων συμπατριωτών μας, που πέθαναν στη διάρκεια της τρομερής εκείνης βουλγαρικής κατοχής, στη Βουλγαρία, στην Ελευθερούπολη και στην επαρχία Παγγαίου, εν γένει.

Στις 2 Μαρτίου του έτους 1924, με μεγάλη επιβλητικότητα τελέσθηκε στην Ελευθερούπολη μνημόσυνο, «υπέρ των μαρτυρησάντων καρτερικώς κατά την επάρατον βουλγαρικήν κατοχήν», όπως μια εφημερίδα της εποχής, την οποία ευγενικά μου απέστειλε, μετά τη δημοσίευση του Πρώτου Μέρους του παρόντος πονήματος, η Πραβινή που έχει αδιάκοπα στην καρδιά της την πατρίδα της, κ. Αγνή Νικολάου – Χαϊκάλη και την ίδια μέρα τελέστηκαν και τ’ αποκαλυπτήρια της προτομής του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη και της αναμνηστικής στήλης (ηρώου) που έφερε στις τέσσερις πλευρές της τα ονοματεπώνυμα των θανόντων ηρώων.

Η πλατεία Νικοτσάρα, στην οποία τοποθετήθηκε η προτομή με την αναμνηστική στήλη, ήταν κατάμεστη από πλήθος κόσμου. Η εκκλησιαστική πομπή έφθασε ακριβώς την 10.00 π.μ. στην πλατεία, όπου ένας λόχος του Δ’ Συντάγματος μηχανικών απέδιδε τιμές. Όλες οι Αρχές του τόπου, όλα τα προεδρεία των Σωματείων, οι τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου Πραβίου, οι σχολές, πλήθος κόσμου, ανάμεσα στο οποίο ευδιάκριτες ήταν οι αναρίθμητες μαυροφορεμένες χήρες και τα ορφανά της «εθνοκάθαρσης» που είχαν επιχειρήσει οι Βούλγαροι λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα. Το θέαμα δεν ήταν αυτό μιας απλής γιορτής, ήταν μια αρχαία τραγωδία, που διαδραματιζόταν στην πραγματικότητα στο κέντρο της πόλης μας και ήταν συγκινητικότατο.

Μετά το τέλος του μνημοσύνου, ο Σεβασματιώτατος Μητροπολίτης Σερρών, κ. Κωνσταντίνος, με ιδιαίτερη ευφράδεια εξήρε το έργο της ανεγέρσεως της αναμνηστικής στήλης των θανόντων συμπατριωτών μας και στη συνέχεια τέλεσε τα’ αποκαλυπτήρια της προτομής του Εθνομάρτυρα, ανάμεσα στους θρήνους και το κλάμα των εκατοντάδων παρισταμένων, συγγενών και φίλων των πεσόντων κι αφού καταράστηκε τους προδότες, οι οποίοι παρέδωσαν τη χώρα μας στους άσπονδους εχθρούς του Γένους και της Φυλής.

Στη συνέχεια, ο τότε Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πραβίου, κ. Νικόλαος Νικολάου, (πατέρας της κ. Αγνής Νικολάου – Χαϊκάλη και διατελέσας Πρόεδρος της κοινότητος Ελευθερουπόλεως (Πραβίου), εκφώνησε έναν θαυμάσιο επιμνημόσυνο λόγο, τον οποίο διέκοπτε η συγκίνηση του ρήτορα και ο θρήνος και το κλάμα των παρισταμένων και οι κατάρες τους για τους εχθρούς του Γένους, οι οποίοι τόσες οικογένειες είχαν στερήσει από τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα.

Μετά την εκφώνηση του λόγου του Νικολάου Νικολάου, τα παιδιά του Ορφανοτροφείου και των δημοτικών σχολών έψαλαν το «Αιωνία η μνήμη» και η λαμπρή τελετή έληξε στην Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Πραβίου, όπου μετέβησαν οι Αρχές, προσκεκλημένοι της Επιτροπής των ομήρων που ανήγειρε το μνημείο. 

Δεν μπορώ όμως να μην επιστρέψω και πάλι στο θαυμάσιο λόγο του Ν. Νικολάου, από τον οποίο θα παραθέσω δύο χαρακτηριστικά τμήματα: Ως προοίμιο του λόγου του ο ομιλητής έθεσε το ευαγγελικό ρητό: «Ούτω λαμψάτω το Φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά υμών έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις Ουρανοίς» και μετά από μια σύντομη αναφορά στην υπέρτατη θυσία του εθνομάρτυρα Μητροπολίτη και όλων των συμπατριωτών μας υπέρ της πίστεως και της πατρίδος απήγγειλε το ακόλουθο ποίημα, που ήταν ένα θαυμάσιο μνημόσυνο για όλους τους αδικοχαμένους, που τα ονόματά τους στόλιζαν για πάντα το αποκαλυφθέν μνημείο και που οι οικείοι τους, με μάτια βουρκωμένα, βρίσκονταν γύρω από τον ομιλητή:

«Σεβασμία και Ιερά σκιά του Ποιμενάρχου μας

Στην γη που την επότισε το τίμιόν σου αίμα

Μαζέψαμε άνθη νωπά δροσάτα μυρωμένα

Που συμβολίζη το καθέν αισθήματα αγνά

Και ραίνω το μνημείον σας με μάτια δακρυσμένα

Και στας ψυχάς σας μάρτυρες θα πω τα λίγα αυτά.

Με στίχους όχι τεχνικούς τον πόνον θε να ψάλλω

Τον πόνο πώχουμε για σας αγαπηταί σκιαί

Μα απ’ τα βάθη της καρδιάς τα λόγια μου θα βγάλω

Για σας αγαπημέναι μου αόρατοι ψυχαί.

Πώς μας θωρείς ακίνητος, πού πάει ο λογισμός σου

Πατέρα μας ευλόγα μας, ιδού ημείς εμπρός Σου

Στεκόμεθα περίλυποι με μάτια δακρυσμένα

Ευλόγα μας πατέρα μας τα απορφανισμένα.

Δεσπότη μας οι Βούλγαροι σε σκότωσαν αγρίως

Σαν το Χριστό σε παίδεψαν τα άγρια σκυλιά

Σε χάσαμε παντοτινά, μα δεν σε λησμονούμε

Δε λησμονούνε εύκολα πατέρα, τα παιδιά.

Με πόνο εθρηνήσαμε τον άδικο χαμό Σου

Τα νειάτα σου, την λεβεντιά εκλαύσαμε πικρά

Αλλά οι θρήνοι μας αυτοί ανώφελοι για Σένα

Μας άφησες πατέρα μας μονάχα κι ορφανά.

Μα κι αν το σώμα Σου στη γη τη μαύρη τώρα λιώνει

Κι η δεξιά Σου χάθηκε και δεν μας ευλογεί

Γι’ αυτό κι εμείς στο μάρμαρο σε στήσαμε εδώ πέρα

Να σε θωρούμε πάντοτε με σέβας, με στοργή.

Το μαρμαρένιο σώμα Σου ποτέ δεν θα μιλήση

Θα στέκεται παντοτινά πέτρα ψυχρή, σκληρά

Αλλ’ η μορφή Σου μάρτυρα θα μας υπενθυμίζη

Εσένα που μας πόιμανες χρόνια σωστά εννιά.

Η δε ψυχή σου η άγια, η μάρτυρα ψυχή σου

Που τώρα στέκει και θωρεί ψηλά π’ τγον ουρανό

Ας ευλογεί αιώνια τα ορφανά παιδιά Σου

Ας ευλογεί αιώνια το Έθνος, τον Στρατό.

Ας ευλογεί από ψηλά την φίλη μας πατρίδα

Γι’ αυτήν που εθυσίασες τα νιάτα της ζωής Σου

Μαζί μ’ αυτούς τους μάρτυρας που έμειναν για πάντα

Συντρόφοι σου αχώριστοι απ’ την ώρα την στερνή Σου.

Κι απ’ την στιγμή που άφηνε η άγια ψυχή Σου

Με πόνους απ’ τα βάσανα κι απ’ τους δαρμούς το σώμα

Στην αγκαλιά σε δέχθηκαν ο Γερμανός, ο Διάκος

Και όλοι οι εθνομάρτυρες εις τα ουρανού το δώμα.

Και τώρα που του μάρτυρος εφόρεσες στεφάνι

Μίτραν αθάνατη ‘πο λάμψη και δόξα ζηλευτή

Ευγώμονες ‘πο μάρμαρο σε στήνομε ‘δω πέρα

Να σε θωρούμε πάντοτε με σέβας με στοργήν

-          αιωνία η μνήμη του εθνομάρτυρος ποιμενάρχου μας.

Και σεις λεβέντικα παιδιά αδικοσκοτωμένα

Μαζί με τον δεσπότη μας σφικτά αγκαλιασμένα

Που αι αθώαι σας ψυχαί σιμά μας πτεριγίζουν,

Αόρατες, χαρούμενες σε τούτο το χωρίον

Εδώ με γράμματα χρυσά θάσθε πάντα γραμμένα

Καθώς και εις την μνήμην μας πάντα ζωγραφισμένα.

Το έθνος εξεδίκησε τον άδικο χαμό σας,

Χαθήκανε οι Βούλγαροι για πάντα απ’ εδώ.

Την λευθεργιά δεχθήκαμε με χάρι, με λαχτάρα,

Μα την καρδιά μας μαύρισε μ’ αφάνταστο καϋμό,

Το θλιβερό δυστύχημα που δεν το λησμονούμε

Γιατί χηρέψαν σύζυγοι, ορφάνεψαν παιδιά

Και μαύρα εφορέσανε πολλοί μας συμπολίται

Κι ακόμη μαύρα έχουνε και ρούχα και καρδιά.

Χαθήκαν οι φονιάδες Σας οι Κρούμοι οι Κακούργοι

Που σας πεθάναν άδικα με ξύλο, με αγχόνη

Με βάσανα πρωτάκουστα σβύσανε την πνοή Σας

Για να σας κλαίει αιώνια η δύστυχη πατρίς Σας.

Ημείς οι επιζήσαντες και οι διασωθέντες

Ημείς που σας αφήσαμε εκεί στην ξένη γη

Ημείς που σας εθάψαμε χωρίς τους ιδικούς Σας

Χωρίς φιλιά αδελφικά, χωρίς παπά ευχή.

Το φοβερό μαρτύριο την υστερνή Σας ώρα

Όταν με μάτια ανοικτά, ‘πο δάκρυ στερεμένα

Αιχμάλωτοι, ανδράποδα με δούλου καταφρόνιας

Ξυπόλυτοι, ρακένδυτοι, κορμιά κοκκαλιοασμένα

Το πνεύμα παραδώσατε.

Να λησμονήσουμε ημείς την ένδοξη θανή σας

Τα τόσα Σας τα βάσανα, τα τρομερά Σας πάθη,

Αυτό ήτο αδύνατον, γι’ αυτό μ’ ευγνωμοσύνη

Για Σας θερμά τα δάκρυα απ’ της καρδιάς τα βάθη

Πάντα για Σας θα χύνουμε.

Και φόρον αποδίδοντες γι’ αυτά ευγνωμοσύνης

Την στήλην ταύτην στήνουμε εις μνήμην Σας; σεπτήν

Με γράμματα Σας γράφουμε χρυσά σ’ αυτήν επάνω

Εις μνήμην αιωνίαν Σας κι ατέλειωτη ευχήν».

Τα χρόνια πέρασαν και το μνημείο του Εθνομάρτυρα και των ηρώων του τόπου μας ίστατο περήφανο στο κέντρο της Πλατείας Νικοτσάρα, η πόλη μας, ευγνωμονώντας δεν λησμονούσε την υπέρτατη θυσία των ηρώων της και κάθε χρόνο τελούσε γι’ αυτούς μνημόσυνο. Έτσι, λ.χ., στις 4 Ιουλίου του 1929 στην επιμνημόσυνη δέηση προς τιμήν των πεσόντων, μπροστά στο ίδιο σεπτό μνημείο εκφώνησε και πάλι εμπνευσμένη ομιλία ο κ. Νικόλαος Νικολάου, που ήταν, πλέον, κοινοτάρχης (πρόεδρος της κοινότητας) Ελευθερουπόλεως (Πραβίου – μόλις είχε μετονομασθεί τότε το Πράβι σ’ Ελευθερούπολη), η οποία, αποτυπωθείσα περιληπτικά στο φύλλο της 5ης-7-1929 της εφημερίδας «Σημαία», έκλεινε ως εξής: «Η Κοινότης Ελευθερουπόλεως (Πραβίου) ετίμησεν εαυτήν, αποδίδουσα εις τας μετέπειτα γενεάς μαρμάριονον μνημείον, την προτομήν τοιούτου μαρτυρικού Ιεράρχου της, προ της σκιάς του οποίου ας κλίνωμεν σήμερον όλοι το γόνυ, αποτίοντες ελάχιστον φόρον τιμής εις την μνήμην Εκείνου, του οποίου ο μαρτυρικός θάνατος τον κατέταξεν εις την φωτεινήν πλειάδα των μαρτύρων της πίστεως και του Έθνους».

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΡΩΟΥ ΤΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ

Οι Βούλγαροι όμως δεν λησμόνησαν ποτέ τον μεγάλο εχθρό τους, τον σεπτό εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Γερμανό, ούτε μετριάστηκε καθόλου το άσβεστο μίσος τους γι’ αυτόν, παρόλο που πέρασαν δύο και πλέον δεκαετίες. Έτσι, όταν επανήλθαν στην Ανατολική Μακεδονία το 1941, ακολουθώντας τους Γερμανούς συμμάχους τους για να βυθίσουν και πάλι στο σκοτάδι τον τόπο μας, ήθελαν εξ αρχής να εξαφανίσουν ό,τιδήποτε θα τους θύμιζε τον νεκρό Ιεράρχη. Κι εκείνο, ασφαλώς, που θα τον θύμιζε ήταν η προτομή του, που βρισκόταν στο κέντρο της Ελευθερούπολης.

Προτού όμως προλάβουν οι Βούλγαροι κατακτητές να δολοφονήσουν ακόμη μια φορά, έστω και συμβολικά, τον μεγάλο Ιεράρχη, καταστρέφοντας την προτομή του, ο τότε κοινοτάρχης Ελευθερουπόλεως, κ. Παύλος Νικολάου, συγγενής του Νικολάου Νικολάου, στον οποίο πιο μπροστά αναφερθήκαμε, σκεπτόμενος ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι», όπως αργότερα σε άρθρο του, στην εφημερίδα «Φως της Θεσσαλονίκης» και στο φύλλο της 3ης-4-1945 ο ίδιος ανέφερε, έδωσε εντολή στον Πραβινό Μ. Κοτσιαμπασιάκο, ο οποίος εκτελούσε αστυνομικά χρέη και ο τελευταίος, με την βοήθεια ελαχίστων συμπολιτών μας, τη νύχτα της 2ας Μαΐου του 1941 μετέφερε κι έκρυψε στο νεκροταφείο, σε τάφο γνωστό μόνο στον νεκροθάφτη της πόλης, την ολομάρμαρο στήλη των σφαγιασθέντων από τους Βουλγάρους και την προτομή του αειμνήστου Μητροπολίτη Γερμανού. Τα ιερά αυτά κειμήλια διαφυλάχθηκαν μ’ επιμέλεια, δεν αποκαλύφθηκαν για όλο το διάστημα της νέας Βουλγαρικής κατοχής κι έτσι οι Βούλγαροι δεν τα βρήκαν, για να τα καταστρέψουν, όπως έκαναν με όλα τα εθνική μνημεία που βρήκαν στην Καβάλα, τη Δράμα και οπουδήποτε αλλού πάτησε το πόδι τους.

Μόλις οι Βούλγαροι αποχώρησαν από την Ανατολική Μακεδονία και συγκεκριμένα την 20ή Οκτωβρίου του 1944, ο Παύλος Νικολάου και οι συμπολίτες μας, που είχαν μεταφέρει την προτομή και το ηρώο, (τεμαχισμένα σε τέσσερα τεμάχια) στο νεκροταφείο της πόλης μας, τα ανέσυραν από τον υγρό τάφο τους, στον οποίο αυτά βρίσκονταν για τρισήμισι χρόνια και με κάρο τα μετέφεραν στο κέντρο της πόλεως, (σε διπλανή στήλη βλέπετε την μοναδική φωτογραφία αυτής της μεταφοράς, την οποία η οικογένεια του Φώτη Παπαδόπουλου ευγενώς διέθεσε στον Πολιτιστικό Σύλλογο Ελευθερούπολης,  ο οποίος την δημοσίευσε στο λεύκωμά του με τίτλο «Περιδιαβαίνοντας τα μονοπάτια της μνήμης»).

Ακολούθησε μια σειρά ενεργειών, για την αναστήλωση της προτομής του εθνομάρτυρα Γερμανού και του ηρώου των σφαγιασθέντων ηρώων του τόπου μας. Σ’ αυτές τις ενέργειες εντάσσεται μια δημοσίευση που, όπως αναφέραμε, έκανε στις 3 Απριλίου 1945, στην εφημερίδα «Φως της Θεσσαλονίκης». Στο άρθρο του εκείνο ο άλλοτε κοινοτάρχης (και μετέπειτα Δήμαρχος) Ελευθερουπόλεως Παύλος Νικολάου ανέφερε επί λέξει, μεταξύ άλλων, ότι «ήλθεν η ώρα και εξετάφησαν για να ξαναστηθώσι μεγαλοπρεπώς όπως αρμόζει εις εκείνους που πέθαναν υπέρ πίστεως και Πατρίδος. Θα διαβάσουν (οι Ελευθερουπολίται) τα χαραγμένα ονόματα των 99 συμπολιτών μας, θα βλέρπουν την ολομάρμαρον προτομήν του αειμνήστου Μητροπολίτου μας, του κατακρεουργηθέντος υπό των βουλγάρων Γερμανού και θα πείθωνται ότι οι βούλγαροι οτιδήποτε χρώματος σκούφον και αν φορέσουν είναι λασπονδοι εχθροί του Γένους και της φυλής μας…. Οι Ελληνόπαιδες και οι Ελληνοπούλες θα ίστανται ευλαβώς και άφωνοι προ του ιερού αυτού μνημείου καθ’ έκαστον τελούμενον μνημόσυνον και θα αναφωνώσι τα μεν «άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες» και αι μέλλουσαι ελληνίδες μητέρες θα τους λέγουν «ή τάν ή επί τάς». Ακολούθησε η από τον ίδιο, πάντοτε, Παύλο Νικολάου, υποβολή αιτήσεως προς τον τότε Νομάρχη Καβάλας, με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1945,.

Στην ίδια σειρά ενεργειών εντάσσεται και μια επιστολή, με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1945, που ο Παύλος Νικολάου απηύθυνε προς τον κ. Νομάρχη Καβάλας, με την οποία, αφού τον ενημέρωνε για  όλα όσα στις προηγούμενες παραγράφους εκθέσαμε, παίρνοντας τις σχετικές πληροφορίες από αυτή την επιστολή, ζητούσε από το Νομάρχη να του δώσει το δικαίωμα, την ημέρα της πανηγυρικής και επίσημης αναστήλωσης,  ν’ αποκαλύψει ο ίδιος την προτομή και το ηρώον, αφαιρώντας από πάνω τους την Ελληνική σημαία, με την οποία αυτά θα ήταν καλυμμένα. Την επιστολή συνόδευαν, αντίγραφο του δημοσιεύματος της εφημερίδας «Φως της Θεσσαλονίκης», για το οποίο κάναμε λόγο, τμήμα του ποιήματος που είχε απαγγείλει ο Νικόλαος Νικολάου, κατά την αρχική αποκάλυψη του μνημείου, στις 2-3-1924 και ένας κατάλογος των ονοματεπωνύμων των ηρώων που ήταν γραμμένα στις τέσσερις πλευρές του ηρώου που υποβάσταζε την προτομή του αειμνήστου Γερμανού, (Τον κατάλογο αυτόν, που φέρει την υπογραφή του Παύλου Νικολάου και την αναφερθείσα ημερομηνία), παραθέτουμε, αυτούσιο, σε διπλανή στήλη, γιατί είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την τοπική ιστορική μνήμη, να μνημονευθούν γι’ άλλη μια φορά στην πόλη μας τα ονόματα όλων των παιδιών της, που πέθαναν για την Πατρίδα).

Τέλος, την 26η Οκτωβρίου του 1945, σε μια μεγαλοπρεπή πανηγυρική τελετή, παρουσία όλων των Αρχών, του στρατού, των προσκόπων, των μαθητών και χιλιάδων λαού, έγιναν για δεύτερη φορά, στο πάρκο της πόλης μας, τ’ αποκαλυπτήρια της αναστηλεθείσας προτομής του εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως, Γερμανού Σακελλαρίδη και του επίσης αναστηλωθέντος ηρώου των πεσόντων πατριωτών, που είχαν πεθάνει κατά την βουλγαρική κατοχή στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα’ αποκαλυπτήρια έγιναν από τον Γενικό Διοικητή Ανατολικής Μακεδονίας και τον πανηγυρικό λόγο της ημέρας εκφώνησε ο κοινοτικός σύμβουλος κ. Γ. Ψωμάς, (ο ίδιος που στις 14-10-1945, μαζί με τον κ. Ιωάννη Τεπέρογλου είχαν συντάξει την αναφερθείσα στο Πρώτο Μέρος του παρόντος πονήματος επιστολή τους – στο σημείο αυτό διορθώνουμε το αναφερθέν στο Πρώτο Μέρος, από παράβλεψη, ότι η αναστήλωση έλαβε χώρα στις 14-10-1945). Μετά τον πανηγυρικό λόγο κατατέθηκαν, για πρώτη φορά μετά την απελευθέρωση, στεφάνια στο αναστηλωθέν μνημείο, η μαθήτρια Μαρίκα Νικολάου απήγγειλε ποίημα, ο λαός έψαλε πένθιμα εμβατήρια και ακολούθησε παρέλαση. Την ίδια μέρα, σύσσωμες οι Αρχές με το λαό επισκέφθηκαν το Μνημείο των εκτελεσθέντων υπό των Βουλγάρων, που βρίσκεται κάτω από το σημερινό Τ.Ε.Λ. Ελευθερουπόλεως.

Για τη συγγραφή της παρούσης, ελάχιστης εργασίας, αφορμή πήραμε από την απόλυτη και αφόρητη τυποποίηση, την οποία έχει προσλάβει, ιδιαίτερα για τη νεολαία μας, η κατάθεση στεφάνων που λαμβάνει χώρα σε κάθε εθνική επέτειο, μπροστά στην προτομή του σεπτού Ιεράρχη και το ηρώον των Πραβινών ηρώων που την υποβαστάζει. Θέλουμε, μ’ αυτή την προσπάθειά μας, να υπενθυμίσουμε στους νέους μας, το χρέος όλων μας απέναντι σ’ αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους για την Πατρίδα και την Πίστη μας, γιατί μόνο η συνεχής ανάμνηση και μίμησή τους μπορούν να εγγυηθούν ότι δεν θα ξανάρθουν στην Πατρίδα μας τέτοιες μαύρες ημέρες, σαν αυτές που περιέγραψα.

Ευχαριστώ, για την συνδρομή τους στην ολοκλήρωση της εργασίας μου αυτής, την κ. Αγνή Νικολάου – Χαϊκάλη, για την ανεκτίμητη και ουσιαστική βοήθειά της, την οικογένεια του παπα Δημήτρη Οικονόμου, για την παροχή του εγγράφου που δημοσιεύσαμε στο Πρώτο Μέρος και της φωτογραφίας από την υποδοχή του Μητροπολίτη Γερμανού, κάπου γύρω στο 1908, στο Πράβι, που δημοσιεύσαμε στο Δεύτερο Μέρος, την οικογένεια Φώτη Παπαδόπουλου για την φωτογραφία της μεταφοράς, με κάρο, της προτομής του εθνομάρτυρα και του ηρώου των πεσόντων, από το νεκροταφείο της πόλης μας στο κέντρο αυτής και τον κ. Θεοδωρίδη, κάτοικο Καβάλας, ο οποίος μου διέθεσε σειρά εγγράφων σχετικών με τον εθνομάρτυρα, καθώς και τις φωτογραφίες του Κρουσόβου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου