Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΡΉΣΟΥ, ΗΜΙΘΕΟΥ ΗΡΩΑ ΤΩΝ ΘΡΑΚΩΝ: Ο ΠΟΤΑΜΙΟΣ ΘΕΟΣ ΣΤΡΥΜΟΝΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΟΥΣΑ (ΚΛΕΙΩ Ή ΕΥΤΕΡΠΗ)
Ο ΘΑΜΥΡΙΣ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΚΤΗΣ (ΣΗΜ. ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ)
Η ΦΥΛΛΙΣ (CIASA, ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΩΝ ΗΔΩΝΩΝ ΘΡΑΚΩΝ CIASUS), ΕΠΩΝΥΜΗ ΗΡΩΙΔΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΦΥΛΛΙΔΟΣ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ
(Το κείμενο που αναρτώ στηρίζεται στην υποβληθείσα το έτος 1927, από τον διακεκριμένο, Γερμανό φιλόλογο και Ελληνιστή JOHANNES REMPE (1903-1977), στο Wilhelmine - Westphalian Univerrsity (Πανεπιστήμιο) του Münster της Γερμανίας, διδακτορική διατριβή, που είχε τίτλο «DE RHESO THRACUM HEROE», δηλ. «περί του Ρήσου, ως Ήρωα λατρευόμενου από τους Θράκες» και, λόγω του μεγέθους του, το χώρισα σε πρώτο και δεύτερο μέρος, τα οποία θ’ αναρτήσω, με διαφορά 2-3 ημερών μεταξύ τους).
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΡΉΣΟΥ: ΗΙΟΝΕΥΣ – ΣΤΡΥΜΩΝ –ΑΡΗΣ
Κάνοντας μια ανασκόπηση των χωρίων, στα οποία αναφέρεται ο ήρωας Ρήσος, πρέπει, φυσικά, να ξεκινήσουμε από τον Όμηρο, ο οποίος αναφέρει ότι ο Ρήσος, βασιλιάς των Θρακών, ήταν γιος του Ηιονέως. Ιλιάδ. 10. 433-441 (μιλάει ο Δόλων): ….ἀλλὰ τί ἢ ἐμὲ ταῦτα διεξερέεσθε ἕκαστα; εἰ γὰρ δὴ μέματον Τρώων καταδῦναι ὅμιλον Θρήϊκες οἷδ᾽ ἀπάνευθε νεήλυδες ἔσχατοι ἄλλων: ἐν δέ σφιν Ῥῆσος βασιλεὺς πάϊς Ἠϊονῆος. τοῦ δὴ καλλίστους ἵππους ἴδον ἠδὲ μεγίστους: λευκότεροι χιόνος, θείειν δ᾽ ἀνέμοισιν ὁμοῖοι: ἅρμα δέ οἱ χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ εὖ ἤσκηται: τεύχεα δὲ χρύσεια πελώρια θαῦμα ἰδέσθαι ἤλυθ᾽ ἔχων: τὰ μὲν οὔ τι καταθνητοῖσιν ἔοικεν ἄνδρεσσιν φορέειν, ἀλλ᾽ ἀθανάτοισι θεοῖσιν. («Αλλά γιατί να σας τα πω όλα αυτά, ολοκληρωμένα και με λεπτομέρειες; Γιατί αν εσείς οι δύο είστε πρόθυμοι να πάτε στο στρατόπεδο των Τρώων... οι Θράκες, οι νεοφερμένοι, στρατοπεδεύουν μακριά από τους άλλους, και ανάμεσά τους ο Ρήσος, ο βασιλιάς τους, ο γιος του Ηιονέα, και είδα τα άλογά του, τα πιο όμορφα και μεγάλα, λευκότερα από το χιόνι και σαν τον άνεμο, όταν τρέχουν, και το άρμα του όμορφα δουλεμένο με χρυσό και ασήμι, και τη μεγάλη, χρυσή πανοπλία του, ένα θαύμα να την βλέπεις, που έφερε μαζί του (και) που μοιάζει υπερβολική για να τη φορέσει ένας θνητός άνθρωπος, αλλά ταιριάζει στους αθάνατους θεούς»).
Τι εννοούσε, κατ’ αρχάς, ο Όμηρος, λέγοντας «Θράκη»; Ο Rempe θεωρεί ότι η απάντηση βρίσκεται στην Ιλιάδα (14. 225-7), όπου η Ήρα, φεύγοντας από τον Όλυμπο, διέσχισε την Πιερία και την Ημαθία και στη συνέχεια πέρασε πάνω από «τα χιονισμένα βουνά των Θρακών» προς τον Άθωνα και μετά (πέρασε) πάνω από την θάλασσα, προτού φτάσει στη Λήμνο. Δεν μπορεί, λοιπόν, ν’ αμφισβητηθεί ότι ο Όμηρος, (λέγοντας) «τα χιονισμένα βουνά των Θρακών», εννοούσε την περιοχή γύρω από τη χερσόνησο της Χαλκιδικής, (διότι, από τους αρχαίους Έλληνες, ολόκληρη η περιοχή, στις βόρειες ακτές του Αιγαίου, ονομαζόταν «Θράκη» και θεωρούνταν ότι κατοικούνταν από διάφορους θρακικούς λαούς, ήδη από τα πιο αρχαία χρόνια. Βλέπε Στράβων, 7. 329, 11- 330, 24- 331,36- 10. 471, 17 κλπ.)
Και συνεχίζει ο Rempe: Η πόλη Ηιών βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα, εκεί όπου αυτός συναντά το Αιγαίο Πέλαγος, κοντά στο σημείο όπου ιδρύθηκε η πολύ μεταγενέστερη πόλη της Αμφίπολης, (από τους Αθηναίους, το 437/6 π.Χ.). Αυτή η πόλη των Ηιονέων ιδρύθηκε από τους Πέρσες, επί Δαρείου Α΄ (522-486 π.Χ.), λέει ο Oberhummer, ακολουθώντας τον Eduard Mayer, ο οποίος υποστήριξε ότι οι Πέρσες ίδρυσαν πολλές οχυρωμένες πόλεις (πόλεις –φρούρια), στη βόρεια ακτή του Αιγαίου, κατονομάζοντας, μεταξύ αυτών, τον Δορίσκο κοντά στις εκβολές του Έβρου και την Ηιόνα, στις εκβολές του Στρυμόνα. Αλλά αν και μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τον Ηρόδοτο ότι ο Δορίσκος ιδρύθηκε, πράγματι, από τους Πέρσες, δεν μπορεί, παρά να σκεφτεί κανείς ότι, ήδη, ακόμη και πριν από την εποχή του Δαρείου, υπήρχε μια ελληνική αποικία, εκεί όπου αργότερα βρισκόταν η πόλη Ηιών (Ηρόδοτος 5. 2, 10 - 7.25, 107, 113- 8. 118, 120). Πράγματι, εγώ νομίζω ότι είναι πιθανό, όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Kiepert, Ίωνες άποικοι να είχαν αρχικά ονομάσει την περιοχή στις εκβολές του Στρυμόνα «ηιών», δηλαδή, παραλία και ότι, στη συνέχεια, το όνομα αυτό δόθηκε σε μια πόλη που αυτοί (οι Ίωνες) ίδρυσαν αργότερα.
Ο πατέρας του Ρήσου, ο «Ηιονεύς» ήταν, επομένως, ένας επώνυμος ήρωας - ιδρυτής αυτής της πόλης, όπως πρώτος υπέθεσε ο Wilamowitz. Πολλοί μελετητές έκτοτε συμφώνησαν: Θα μπορούσα να αναφέρω τους Hiller v. Gaertringen, Robert, Perdrizet και Sittig, αλλά, ίσως, θα μπορούσε κανείς να υποψιαστεί ότι οι Έλληνες ονόμασαν πρώτα τον ίδιο τον ποταμό, «ποταμό στην παραλία», «Ηιονεύς», (με συνέπεια, ο πατέρας του Ρήσου να είναι ένας ποτάμιος θεός, ο Στρυμόνας), πριν υιοθετήσουν το φρυγικό όνομα «Στρυμών»- ειδικά αφότου ο Κόνων (στο σύγγραμμά του NARRATIONES) υιοθέτησε την παράδοση ότι ο ποταμός Στρυμόνας ονομαζόταν κάποτε «Ηιονεύς». Αυτό όμως σημαίνει ότι είναι ανάγκη να εξετάσουμε, αν η παράδοση του Κόνωνα ήταν αληθινή ή ψευδής και ν’ αναζητήσουμε ποια πηγή έλαβε υπόψη του ο Κόνων, στο 4ο από τα μυθολογικά διηγήματά του, ένα βιβλίο που αφιέρωσε στον Αρχέλαο Φιλοπάτορα (ή Φιλόπατρι), βασιλιά της Καππαδοκίας 36 π.Χ.-10 μ.Χ., συγγραφέα επιστημονικών, γεωγραφικών έργων. Έχουμε αυτές τις αφηγήσεις μόνο περικομμένες από τον βυζαντινό πατριάρχη του 9ου αιώνα, Φώτιο, ο οποίος διάβασε και συνόψισε, στην «Βιβλιοθήκη» του, προς όφελος του κύκλου του, μια σειρά από ειδωλολάτρες πεζογράφους, πολλοί από τους οποίους είναι σήμερα χαμένοι.
Υποστηρίχθηκε, από σύγχρονους ιστορικούς, στα έργα των οποίων παραπέμπει ο Rempe, ότι το έργο του Κόνωνα βασιζόταν κυρίως σε τρεις αυθεντίες, τον Έφορο, τον Ηγήσιππο από την Μηκύβερνα (της Θράκης) κι έναν τρίτο, άγνωστο συγγραφέα, που είχε γράψει μια σύνοψη διαφόρων έργων για τη μυθολογία και απέδωσε τις διηγήσεις του Κόνωνα, οι οποίες έχουν σχέση με τη θρακική ιστορία και μυθολογία, στον Ηγήσιππο, του οποίου η ανθολογία ήταν πιθανόν του 3ου αιώνα π.Χ. ή εκεί γύρω. Ο Rempe συμφωνεί με την άποψη αυτή, με το σκεπτικό ότι ο Ηγήσιππος, που είτε καταγόταν από την Μηκύβερνα της Θράκης, είτε είχε ζήσει εκεί, επιτρέπεται να θεωρείται πολύτιμη αυθεντία, σε ότι αφορούσε τη Χαλκιδική, την γύρω περιοχή και τη Θράκη γενικότερα.
Στο συνέχεια, ο Rempe αναφέρει ότι, πράγματι, ολόκληρη η ιστορία του Κόνωνα, κατά το μέρος που αυτή αναφέρεται στην Χαλκιδική, (η οποία αποτελούσε τμήμα της αρχαίας Θράκης), έχει τη σφραγίδα και το χρώμα που της επιτρέπει να την θεωρήσουμε ότι αποτελούσε την πραγματική παράδοση των τόπων, στους οποίους αναφέρεται και γι' αυτό, φαίνεται να έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι, και στην ιστορία του Κόνωνα, ο Ρήσος περιγράφεται ως συγγενής του Στρυμόνα, ο οποίος, κι αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αποκαλείται «βασιλιάς των Θρακών», εφόσον γνωρίζουμε ότι η λατρεία του Στρυμόνα ήταν δημοφιλής στην Αμφίπολη, από ένα σωζόμενο διάταγμα του 357/6 π.Χ., με το οποίο, όταν δύο άνδρες, ο Φίλων και ο Στρατοκλής, εξορίζονται, το ένα δέκατο της κατασχεμένης περιουσίας τους δωρίζεται (στα ιερά του) Απόλλωνα και του Στρυμόνα.
Κατά συνέπεια, κατά τη γνώμη μου, λέει ο Rempe, η αφήγηση του Κόνωνα πρέπει να προέρχεται από τα Παλληνιακά του Ηγησίππου, συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού ότι ο Στρυμόνας ήταν «ο επώνυμος ήρωας εκείνου, που κάποτε ονομαζόταν ποταμός Ηιονεύς», εφόσον, δε, αυτή η παράδοση υπήρχε και στο έργο του) Ηγήσιππου, ενός πολύ μορφωμένου μελετητή των θεμάτων που αφορούσαν τις περιοχές που βρίσκονταν γύρω από τη Χαλκιδική, υπάρχουν σπουδαίοι λόγοι, αυτή να γίνει πιστευτή.
Και συνεχίζει ο Rempe: Τώρα, εφόσον, στην Ομηρική «Δολώνεια» (10η ραψωδία της Ιλιάδας), ο Ρήσος αποκαλείται «γιος του Ηιονέως», αυτό δείχνει ότι η περιοχή στις εκβολές του Στρυμόνα ήταν οικεία στον συγγραφέα της. Διότι, στην πραγματικότητα, η Δολώνεια (10η ραψωδία της Ιλιάδας), γίνεται γενικά αποδεκτό ότι γράφτηκε σε μια εποχή μεταγενέστερη από εκείνη του Ομήρου, ο δε Wilamowitz θεωρεί ότι αυτή βρίσκεται πιο κοντά στην εποχή του Αρχίλοχου (περίπου 650 π.Χ.), παρά σ’ εκείνη των προγενέστερων, επικών ποιητών. Οι Έλληνες, όταν τον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ. άρχισαν να δημιουργούν αποικίες, σε όλες σχεδόν τις ακτές της Μεσογείου, είχαν, ήδη, πιθανότατα, συναλλακτικές σχέσεις με τους κατοίκους των περιοχών εκείνων, πριν στείλουν τους αποίκους τους. Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας της «Δολωνείας», (αν υποθέσουμε ότι αυτός ήταν κατά έναν περίπου αιώνα μεταγενέστερος του Ομήρου), θα μπορούσε να γνωρίζει για την περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα. Συνεπώς, θα έλεγα ότι, όταν αυτός ο ποιητής έκανε τον Ρήσο γιο του Ηιονέως, είχε στο νου του ακριβώς εκείνη την περιοχή, πίστευε ότι ο Ρήσος ήταν είτε γιος του επώνυμου ήρωα της πόλης της Ηιόνος, είτε του ήρωα του ποταμού, ο οποίος ονομαζόταν «Ηιών», προτού λάβει το όνομα «Στρυμών». Και μολονότι δεν θεωρώ ότι αυτό τεκμηριώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας, με τα επιχειρήματα που εξέθεσα, το θεωρώ πολύ πιο πιθανό από το συμπέρασμα άλλων μελετητών ότι το όνομα του Ηιονέως, ο οποίος αναφέρεται (ως πατέρας του Ρήσου) στη Δολώνεια δεν έχει, κατά κάποιον τρόπο, καμία σχέση με τον Στρυμόνα ή την περιοχή γύρω από τον ποταμό αυτόν - ιδίως όταν γνωρίζουμε, από άλλες πηγές, ότι το όνομα του Ρήσου ήταν πολύ γνωστό στους κατοίκους της περιοχής αυτής.
Και πράγματι, ο Στράβων, στο χωρίο, στο οποίο περιγράφει την περιοχή πάνω από τον Στρυμόνα, δηλαδή, στην αριστερή όχθη του ποταμού, πάνω στη θάλασσα και κοντά στο Δάτον, ως τη γη των Οδομάντων,, των Ηδωνών και των Βισαλτών, αναφέρει κι αυτός ότι ο Ρήσος είχε γίνει βασιλιάς τους, (7. 331.36. ««Οἱ Οδόμαντες καὶ Ηδωνοί καὶ Βισάλται... ἀνάμεσά τους ο Ρήσος ἐβασίλευσε, (έγινε βασιλιάς»). Το ότι εδώ η πηγή του Στράβωνα είναι ο Όμηρος, μου φαίνεται αδύνατο – θεωρώ, μάλλον, πολύ πιο πιθανό, αυτός ν’ ακολουθεί κάποια άλλη πηγή και δεν χρειάζεται να πιστέψουμε ότι είχε στην διάθεσή του την τραγωδία «Ρήσος», (ως πρωτογενή πηγή), δεδομένου ότι ούτε οι Οδόμαντες, ούτε οι Ηδωνοί, ούτε οι Βισάλτες δεν αναφέρονται σ' αυτήν.
Ερχόμαστε, επίσης και στην τραγωδία «Ρήσος», σε τρεις, διαφορετικούς στίχους της οποίας (279- 304- 652), ο Ρήσος αποκαλείται γιος του Στρυμόνα. Αυτό ταιριάζει με την παράδοση που είδαμε στον Όμηρο, στον Μαρσύα τον νεότερο, στον Κόνωνα και στον Στράβωνα. Πράγματι, όλοι αυτοί οι συγγραφείς μας δίνουν να καταλάβουμε ότι η παράδοση για τον Ρήσο προέρχεται από τις όχθες του ποταμού Στρυμόνα. Επομένως, όταν ο ποιητής του Ρήσου τον αποκαλεί γιο του Στρυμόνα, δεν εφευρίσκει τη σχέση, απλώς, ακολουθεί την παράδοση, που υπήρχε ήδη στην κοιλάδα του Στρυμόνα.
Η ΜΟΥΣΑ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΡΉΣΟΥ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΜΥΡΙ
Στο σημείο αυτό, όσα πληροφορούμαστε από την τελευταία σκηνή της τραγωδίας «Ρήσος», πρέπει να τα εκθέσουμε προσεκτικά και με λεπτομέρειες. Διότι, ενώ η υπόλοιπη τραγωδία έχει να πει ελάχιστα πράγματα, που δεν υπήρχαν ήδη στη Δολώνεια (10η ραψωδία της Ιλιάδας), η τελική σκηνή διαφέρει εντελώς, σε σχέση με όσα αναφέρει ο Όμηρος. Εδώ, η Μούσα, η μητέρα του Ρήσου, εμφανίζεται με το σώμα του στην αγκαλιά της (890 κ.ε.), τον θρηνεί και προφητεύει τη μοίρα που τον περιμένει, απαγορεύει, όμως, στον Έκτορα, ο οποίος επιθυμεί να θάψει τον Ρήσο με όλες τις τιμές (959 κ.ε.), να το κάνει, λέγοντας (962-6):
Δεν θα μπει στο σκοτεινό χώμα της γης,
αυτό θα ζητήσω από τη νύφη των κάτω βασιλείων, την κόρη της Δήμητρας, της θεάς της γονιμότητας,
ν’ απελευθερώσει το πνεύμα του - γιατί αυτή μου χρωστάει (χάρη)
και πρέπει να δείξει ότι τιμά το γένος του Ορφέα.
Τώρα, όσον αφορά τη «Μούσα», που (χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό) αποκαλείται μητέρα του Ρήσου, στην τραγωδία «Ρήσος», (349 κ.ε., 387, 393, 651 κ.ε., 890 κ.ε., 919 κ.ε.), οι πηγές είναι παλιές, πολλές και εύκολα διαθέσιμες. Και αν αναρωτηθούμε αν οι Θράκες ή οι Έλληνες ονόμασαν έτσι τη μητέρα του ήρωα που συζητάμε, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε, αν οι Έλληνες ή οι Θράκες συνέλαβαν πρώτοι και διέδωσαν την ιδέα για τον ίδιο τον χορό (την ομάδα) των Μουσών.
Γνωρίζουμε, έτσι, ότι αυτές λατρεύονταν, από τα παλαιότερα χρόνια, στην περιοχή γύρω από το όρος Όλυμπος και ιδιαίτερα στα Λίβηθρα και στην Πίμπλεια (της Πιερίας του Ολύμπου), ενώ αργότερα η λατρεία τους μεταφέρθηκε και στον Ελικώνα της Βοιωτίας (Ιλιάδα 2.491, 598, 8. 468, Ησιοδ. Θεογονία 25, 53, 76, 915), ως τέκνων, πλέον, του Δία και της Μνημοσύνης και μ’ αυτή τη μορφή ταξίδεψαν κι αναγνωρίστηκαν σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Και μολονότι ο Ησίοδος, πρώτος, (Θεογ. 1, οπ. 658), τις τοποθέτησε στον Ελικώνα, δεν είχε, εν τούτοις, σκοπό να καταλύσει τη σχέση τους με τον Όλυμπο. Αντίθετα, σε πολλούς στίχους τις αποκαλεί Ολυμπιάδες (Θ. 25,36, 51, 75, 114- Op. 2), ή με παρόμοια ονόματα, και πάλι, δε, είναι αυτός που πρώτος μαρτυρεί ότι γεννήθηκαν στην Πιερία (Θ. 53) και δίνει, πρώτος, τον αριθμό εννέα (Θ. 76, πρβλ. Οδύσσεια 24.60).
Στα έπη του Ομήρου οι Μούσες αποτελούσαν ένα χορό αβέβαιου αριθμού, συχνά συνδεόμενες με τον Απόλλωνα κι ήταν θεές άριστες στο τραγούδι, που αγαπούσαν με θέρμη την τέχνη τους (Ιλ. 1.604, 2. 598- Ησ. Θ. 37, Οπ. 2, Οδύσσεια 24.60). Αλλού, πάλι, βρίσκουμε μόνο μία Μούσα, που βοηθά γενναιόδωρα τους ποιητές ή τους βοηθά να τραγουδήσουν (Ιλ. 1.1, 2. 484, 492, 761; 11.218;14. 508; 16. 112- Oδ. 1.1, 8.73, 480, 24.62- Θεογ. 114, Op. 662).
Ο Στράβων (10.471) και ο Παυσανίας (9.29. 3) είναι οι πηγές μας, σχετικά με το ότι η λατρεία τους μεταφέρθηκε από τους Θράκες στον Ελικώνα, αλλά, το αν οι Θράκες έζησαν, ποτέ, στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπως βεβαιώνουν ο Ελλάνικος, ο Θουκυδίδης (2.29) και ο Έφορος, έχει αμφισβητηθεί, στα τελευταία χρόνια, από πολλούς μελετητές.
Λαμβάνοντας, εγώ υπόψη, (συνεχίζει ο Rempe), όλες αυτές τις διαφωνίες και τις αντιφάσεις, δεν τολμώ ο ίδιος να προσφέρω κάποια οριστική λύση, στο ζήτημα των Θρακών της ηπειρωτικής Ελλάδας ή της καταγωγής των Μουσών, αλλά, γι’ άλλη μια φορά, μπορώ να πω την άποψή μου, για την καταγωγή τους: Παρόλο που φαίνεται πιθανό ότι οι Έλληνες, κατά τη διαμόρφωση της εικόνας των Μουσών στο νου τους, πήραν ορισμένα στοιχεία από την παράδοση των Θρακών, λόγω του είδους της αλληλεπίδρασης μεταξύ των θρακικών λαών και της λατρείας των Μουσών, που υπεισήλθε και στην ελληνική, λογοτεχνική παράδοση, εγώ θεωρώ ότι οι Έλληνες, κατά την εξέλιξη της εικόνας τους για τις Μούσες, βασίστηκαν, κυρίως, στις δικές τους πολιτιστικές αξίες. Διότι τόσο η ίδια η λέξη «Μούσα», όσο και τα ονόματα καθεμιάς από τις εννέα, είναι ελληνικά - και οι ιδιότητες που αποδίδονται σ’ αυτές, ατομικά (στην καθεμιά), ως υποστηρίκτριες και παρέχουσες την εύνοιά τους προς τις τέχνες και τα γράμματα και ως εξαιρετικά λαμπρές τραγουδίστριες και ερμηνεύτριες, είναι τόσο σύμφωνες με την εφευρετική ιδιοφυΐα των Ελλήνων, ώστε φαίνεται παράλογο να σκεφτεί κανείς ότι οι τελευταίοι «δανείστηκαν» αυτές τις θεές από κάποιον άλλο λαό. Επειδή όμως δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε, αν οι Μούσες επινοήθηκαν πρώτα από τους Έλληνες ή από τους Θράκες, ας εξετάσουμε σε ποιον τόπο λέγεται ότι ο Θάμυρις πραγματοποίησε, για πρώτη φορά, τον διαγωνισμό του με τις Μούσες:
Ο ΘΑΜΥΡΙΣ
Στην τραγωδία «Ρήσος» (915 ff.), η Μούσα, αφού καταριέται τον Διομήδη, τον Οδυσσέα και την Ελένη, για τον θάνατο του γιου της, τοποθετεί τον διαγωνισμό με τον Θάμυρι στο όρος Παγγαίο, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, γιατί αυτό της δίνει μια καλή αφορμή να εξηγήσει, πώς συνέλαβε τον γιο της, τον Ρήσο: Ήταν, όταν αυτή διέσχισε τον Στρυμόνα και παρασύρθηκε από τον ποτάμιο θεό του, αφού αυτή και οι άλλες Μούσες είχαν νικήσει ήδη τον Θάμυρι στο Παγγαίο και τον είχαν τυφλώσει. Έτσι, αν μπορέσουμε ν’ αποδείξουμε ότι, πριν από τη συγγραφή του «Ρήσου», υπήρχε κάποιος άλλος τόπος, όπου υποτίθεται ότι συνέβη η ιστορία της αναμέτρησης του Θάμυρι με τις Μούσες, πρέπει να θεωρηθεί απίθανο, ο συγγραφέας της τραγωδίας να χρησιμοποίησε παλαιότερες παραδόσεις. Θα κρίνουμε, αντίθετα, ότι είναι πολύ πιο πιθανό, ο ποιητής του «Ρήσου» να το επινόησε ο ίδιος ή ν’ αντέγραψε κάποιον άλλο Έλληνα ποιητή, παλαιότερο από τον ίδιο.
Ως εκ τούτου, το πρώτο μας στοιχείο θα πρέπει να είναι ότι, στον Κατάλογο των πλοίων (Ιλιάδα 2. 594 κ.ε., ο οποίος παρατίθεται στον Παυσανία 4. 33.7, που περιγράφει το Δώριο, στη Μεσσήνη), ο Θάμυρις λέγεται ότι, επιστρέφοντας από την Οιχαλία και τον βασιλιά της Εύρυτο, τυφλώθηκε και έμεινε άφωνος στο Δώριο, από τις Μούσες, εξαιτίας της ύβρεώς του, (η οποία συνίστατο στο) ότι αυτός είχε καυχηθεί ότι θα κέρδιζε την πρώτη θέση, ακόμη και σ’ έναν διαγωνισμό μαζί τους.
Η εκδοχή του Στεφάνου Βυζαντίου είναι ότι ο διαγωνισμός έγινε στο Δότιον της Θεσσαλίας και εξηγεί (στο λήμμα «Δότιον») ότι είχε διαβάσει στα «Ethnica του Orus» ότι αυτή ήταν η ανάγνωση του Ησιόδου.
Ορθά, όμως, λέγεται ότι ο Σοφοκλής, αν κρίνουμε από ένα απόσπασμα από το (χαμένο) έργο του «ΘΑΜΥΡΙΣ»: «Θρήϊσσα(ν) σκοπιὰ(ν) Ζηνός Ἀθῴου», (δηλαδή) «μια θρακική κορυφή του Δία, του άρχοντα του Άθω», «μετέφερε» τον ανταγωνισμό με τις Μούσες στη Θράκη, μετά, δε, το Σοφοκλή η παράδοση υπήρξε ομόφωνη, ότι ο ίδιος ο Θάμυρις ήταν Θράκας και ότι ζούσε και μάλιστα γεννήθηκε στη χερσόνησο της Ακτής (σημερινό Άγιο Όρος).
Έτσι, ο Ασκληπιάδης από την Τράγιλο, που συνέγραψε, τον 4ο αιώνα π.Χ., τα «Τραγωδούμενα» («Περί των θεμάτων της τραγωδίας»), είπε ότι οι Μούσες ήρθαν στην Θράκη, για να διεξαγάγουν τον διαγωνισμό τους με τον Θάμυρι,
ο δε Κόνων (NARRATIONES, αφήγηση 7) είπε ότι μια νύμφη από την Πελοπόννησο, που είχε μείνει έγκυος, από έναν νεαρό που ονομαζόταν Φιλάμμων, κατέφυγε στην Ακτή, όπου γέννησε τον Θάμυρι, ο οποίος μεγάλωσε κι έγινε τόσο άριστος λυράρης, ώστε οι Σκύθες τον έκαναν βασιλιά τους, αν και ήταν ξένος. Στη συνέχεια ο Κόνων συνεχίζει ν’ αφηγείται τον αγώνα με τις Μούσες.
Ακόμη, λέγεται και από τον Στράβωνα και αναφέρεται, με τα ίδια σχεδόν λόγια, από τον Ευστάθιο (7. 331.35, πρβλ. Ευστάθιος 299, 6 κ.ε.), ότι ο Θάμυρις ήταν βασιλιάς της χερσονήσου της Ακτής.
Ο Παυσανίας (4.33.3) δίνει μια παρόμοια περιγραφή: Ο Θάμυρις ήταν γιος του Φιλάμμωνος και της νύμφης Αργιόπης, η οποία, όταν κατέφυγε, από τον Παρνασσό στους Οδρύσσες, τον γέννησε εκεί, γι' αυτό και τον αποκαλούσαν «Οδρύσσιο» ή «Θράκα».
Σε μια τόσο ποικίλη παράδοση, δεν είναι περίεργο που ορισμένοι συγγραφείς δέχονται την ύπαρξη δύο διαφορετικών βάρδων, με το όνομα Θάμυρις. Για το λόγο αυτόν είναι πολύ δύσκολο να κρίνουμε, ποια παράδοση, σχετικά με τον Θάμυρι και την καταγωγή του, είναι «σωστή». Διότι, παρόλο που, σε όλες σχεδόν τις πηγές μας, αυτός αποκαλείται Θράκας, όλες του αποδίδουν γονείς μ’ ελληνικά ονόματα. Και παρόλο που ο Όμηρος και ο Ησίοδος εντοπίζουν τα πεπραγμένα του στην Ελλάδα, η υπόλοιπη παράδοση τον τοποθετεί στη Θράκη, όπου άλλοι ισχυρίζονται ότι εκεί γεννήθηκε κι άλλοι ότι μετανάστευσε εκεί.
Και οι απόψεις των μελετητών, για την ιστορία αυτή, επίσης διαφέρουν πολύ. Ο Wilamowitz υποστηρίζει ότι τόσο ο Ορφέας όσο και ο Θάμυρις είναι Έλληνες ήρωες, εκ γενετής και μόνο σε μεταγενέστερους χρόνους άρχισαν να θεωρούνται Θράκες, αλλά οι Toepffer και Gruppe διαφωνούν. Εμένα, πάντως, μου αρκεί το ότι έχω τεκμηριώσει ένα στοιχείο, που είναι πιο σχετικό με την έρευνά μας, δηλαδή, που πρώτος (εγώ) εντόπισα, τον αγώνα του Θάμυρι και των Μουσών στη Θράκη. Ο Robert (Gr. Myth. II 415) θεώρησε ότι ο Σοφοκλής ξεκίνησε αυτή την παράδοση, γιατί θεωρεί σαφές, (από την τραγωδία «Ρήσος», 921 κ.ε.), ότι ο ποιητής ακολουθεί το παράδειγμα της τραγωδίας «ΘΑΜΥΡΙΣ» του Σοφοκλή. Αλλά αν και παραδέχομαι πρόθυμα ότι το έργο του Σοφοκλή ήταν γνωστό στον ποιητή του Ρήσου, αυτό δεν αποδεικνύει, σε καμία περίπτωση, τον ισχυρισμό του Robert. Διότι το απόσπασμα του Σοφοκλή μας οδηγεί στον Άθωνα και όχι παραπέρα. Και πράγματι ο Κόνων, (αφηγήσεις 7), δείχνει τον ίδιο δρόμο: «(η νύμφη) από ντροπή έφυγε από την Πελοπόννησο και όταν έφτασε γέννησε τον Θάμυρι». Ο Robert (II 415 γραμμή 5) θεωρεί ότι η Ακτή είναι μια τοποθεσία στην Αττική και ότι δεν μπορεί ν’ αναφέρεται εδώ στη χερσόνησο στην Θράκη, γιατί ο Θάμυρις, στις επόμενες γραμμές, αποκαλείται έπηλυς, ξένος στη Θράκη, όμως εγώ δεν συμφωνώ. Πρώτον, ο Θάμυρις θα μπορούσε να ονομαστεί έτσι, ακόμα κι αν είχε γεννηθεί στην Ακτή, επειδή η νύμφη είχε έρθει εκεί, λίγο πριν τον γεννήσει, ο δε πατέρας του ήταν ξένος. Επίσης, ο Παυσανίας λέει (4.33.3) ότι η Αργιόπη είχε μεταναστεύσει στους Οδρύσες και εκεί γέννησε τον Θάμυρι (οπότε ίσως αυτός, ως «Οδρύσης», να ήταν Σκύθης) - και ο Στράβων (7.331, 35), ακολουθούμενος από τον Ευστάθιο (299.6 κ.ε.), λέει ότι ο Θάμυρις ήταν Θράκας και βασιλιάς στην Ακτή. Όμως, οι «Σκύθες», σ αυτά τα δύο μέρη, ονομάζονται Θράκες, όπως λένε ο Kanne (Cononis Narrationes, Göttingen 1798, 83) και ο Hoefer (βλ. Conon 65f. και Ro. V 471), επειδή τα ονόματα «Σκύθες» και «Θράκες» εναλλάσσονται στην (αρχαία) ποίηση - το ίδιο και ο Robert (II 415). Εξάλλου, η εκδοχή του Παυσανία είναι παραποιημένη και, άρα, λιγότερο αξιόπιστη, αφού η Αργιόπη «μεταφέρεται» απ’ αυτόν στο όρος Παρνασσός και μεταναστεύει, επειδή ο Φιλάμμων αρνείται να την παντρευτεί - επίσης, ο Κόνων δεν κατονομάζει καθόλου την Αργιόπη, στην εκδοχή, δε, του Στράβωνα ο Θάμυρις επιστρέφει στην Ακτή (σήμερα, Άγιο Όρος). Επομένως, ο Robert δεν πέτυχε στην προσπάθειά του, να δείξει ότι ο Σοφοκλής ήταν ο πρώτος που τοποθέτησε την αναμέτρηση του Θάμυρι με τις Μούσες στο όρος Παγγαίο, όπως πιστεύω.
Δεδομένου, λοιπόν, ότι καμία άλλη αναφορά δεν τοποθετεί τον διαγωνισμό στον Παγγαίο, εγώ θεωρώ τουλάχιστον πιθανό ότι ο ποιητής της τραγωδίας «Ρήσος» ήταν ο πρώτος που επινόησε αυτή τη λεπτομέρεια. Είναι, όμως, πολύ λυπηρό που το απόσπασμα, ή και ολόκληρη η τραγωδία του Αισχύλου, (στην οποία, όπως λέει ο σχολιαστής του «Ρήσου» - στ. 916 - ο Αισχύλος ασχολήθηκε με τον Θάμυρι), έχει χαθεί. Ωστόσο, νομίζω ότι η άποψή μου γίνεται πιθανή, από τα ίδια τα λόγια που αποδίδονται στην Μούσα, στην (τραγωδία) «Ρήσος». Διότι η Μούσα εξηγεί, σε αρκετή έκταση (915 κ.ε.), πώς συνέβη να βρεθεί στην κοίτη του ποτάμιου θεού Στρυμόνα και νομίζω ότι όποιος διαβάσει τον λόγο της, μπορεί να δει ότι ο ποιητής επινοεί κάποιες νέες λεπτομέρειες για την ιστορία, τις οποίες σκέφτηκε μόνος του, προκειμένου να εφοδιαστεί με κάποιον λόγο, για τον οποίο εκείνη (η Μούσα) διέσχιζε τον Στρυμόνα, σ’ εκείνο το σημείο. Αν λοιπόν αυτό είναι αποδεκτό, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ότι η Μούσα ονομάστηκε, για πρώτη φορά, μητέρα του Ρήσου από τους Έλληνες, και, κατά την δική μου άποψη, από τον ίδιο τον ποιητή του «Ρήσου».
Νομίζω ότι εγώ θα ταχθώ υπέρ αυτής της άποψης, ότι, επειδή ο ποιητής του «Ρήσου» δεν αναφέρει πουθενά το όνομα της Μούσας που γέννησε τον Ρήσο, υπήρξε αρκετή διαφωνία, ήδη μεταξύ των αρχαίων σχολιαστών, για το ποια από τις Μούσες ήταν η μητέρα του Ρήσου, γιατί κάποιοι έλεγαν ότι η Κλειώ (σχ. Rh. 346=Τ13) ήταν η μητέρα του Ρήσου, (μεταξύ των οποίων, ο σχολιαστής περιλαμβάνει τον Μαρσύα τον νεότερο), κάποιοι την Ευτέρπη, (όπως κάνουν ο Ηρακλείδης (ib.), ο Απολλόδωρος (ib., Βιβλιοθήκη I. 3, 4- πρβλ. σχολ. ΑΒΓ και ο Ευστάθιος στο Ιλ. 435), άλλοι την Τερψιχόρη, (όπως ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος και άλλοι, που αναφέρονται στο Α’ σχόλιο στο Ιλ. 10. 435) ενώ η Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου προτείνει την Καλλιόπη, ως εναλλακτική μητέρα για τον Ρήσο.
Τέτοια ποικιλομορφία απόψεων δύσκολα θα είχε προκύψει, αν υπήρχε κάποια αξιόπιστη άποψη, για το όνομα της μητέρας του Ρήσου. Και ο ίδιος ο συγγραφέας του «Ρήσου», εφόσον δεν υπήρχε τέτοια, προηγούμενη άποψη, φαίνεται ότι δεν τόλμησε να της δώσει όνομα.
Τελικά, προκαλεί έκπληξη στον αναγνώστη ή ακροατή της τραγωδίας το γεγονός ότι η Μούσα αναφέρεται τόσο συχνά ως μητέρα του Ρήσου. Ο χορός (349 κ.ε.) εξηγεί ότι ο Στρυμόνας, ένας ποταμός «με ωραίες γέφυρες», είχε γεννήσει τον Ρήσο με μια Μούσα - και το επισημαίνει ξανά αργότερα, όταν ο Ρήσος κάνει την είσοδό του (385 κ.ε.): «Ένας θεός, ω Τροία, ένας θεός, ίδιος ο Άρης, εσύ πουλάρι του Στρυμόνα και γιε της μελωδικής Μούσας, σου δίνει κουράγιο (ανδρεία)» και ο Έκτορας προσθέτει (393f) «Ω παιδί της αοιδού μητέρας, μιας από τις Μούσες, και του θρακικού ποταμού, του Στρυμόνα...». Ακόμα κι όταν η Αθηνά (651ff) εξαπατά τον Πάρη, ώστε αυτός να νομίζει ότι η ίδια έστειλε τον Ρήσο ως σύμμαχο στην Τροία, επαναλαμβάνει: «Ήρθα να σου φέρω έναν ισχυρό φίλο, γιο μιας από τις Μούσες και παιδί, όπως λέγεται, του θρακικού ποταμού, του Στρυμόνα...». Πράγματι, τόσο εδώ, όσο και στον στ. 393, η Μούσα κατονομάζεται πρώτη και ο Στρυμόνας δεύτερος, έτσι, ώστε το κοινό να έχει, πολύ καθαρά στ’ αυτιά και στο μυαλό του, ότι μια Μούσα είναι η μητέρα του Ρήσου. Πιστεύω ότι ο ποιητής το είπε αυτό, ξανά και ξανά, για να πείσει το κοινό ότι «μια Μούσα είναι η μητέρα του Ρήσου», πράγμα που δύσκολα θα έκανε, αν, ήδη σε παλαιότερα έργα και ποιήματα, προγενέστερα του δικού του, είχε μεταφερθεί, ως παράδοση, μια τέτοια ιστορία.
Μένει ν’ αναρωτηθούμε, πώς μπήκε στο μυαλό του συγγραφέα της τραγωδίας «Ρήσος», να κάνει μια μούσα, μητέρα του Ρήσου. Αλλά, στο θέμα αυτό, πρέπει να θυμηθούμε, πόσοι άλλοι ήρωες και ποιητές είχε ειπωθεί ότι ήταν γιοι Μουσών, οπότε δεν είναι και τόσο θαυμαστό το γεγονός ότι η ίδια μυθοπλασία εφαρμόστηκε και για τον Ρήσο. (Έτσι, λ.χ., ο Απολλόδωρος έγραφε ότι «τις μεν Μούσες, οι περισσότεροι συγγραφείς τις περιγράφουν ως παρθένες, αλλά έχει γραφτεί ότι η Ουρανία γέννησε τον Λίνο, η Καλλιόπη τον Ορφέα, η Μελπομένη τον Θάμυρι, η Ευτέρπη τον Ρήσο, η Τερψιχόρη τις Σειρήνες, η Κλειώ τον Υμέναιο και, από τις υπόλοιπες, η Θάλεια τον Παλαίφατο, η Πολύμνια τον Τριπτόλεμο. Η Ερατώ ερωτεύτηκε τον Υάκινθο, αλλά, επειδή αυτός πέθανε, δεν προέκυψε τίποτε και δεν γεννήθηκε κάποιος, δικός τους γιος»).
Πιθανόν, όμως, ο λόγος, που ο ποιητής της τραγωδίας «Ρήσος» σκέφτηκε αυτό το πράγμα, να μπορεί να γίνει σαφέστερα γνωστός, αν ερμηνεύσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες το απόσπασμα του Μαρσύα του νεότερου (fr. 6=σχολ. Ρήσος 346), το οποίο έχουμε ήδη επισημάνει πιο μπροστά (σ. 12-13). Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι ο ίδιος ο Μαρσύας πίστευε ότι η Κλειώ ήταν η μητέρα του Ρήσου, αλλά, στην πραγματικότητα, ο σχολιαστής δεν είχε δίκιο γι' αυτό. Διότι, από τα λόγια του Μαρσύα, «εἰσί δὲ οἳ καὶ περὶ τούτου εἷπον», δηλ. «ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λένε γι' αὐτό το θέμα...», μπορούμε να γνωρίζουμε ότι ο Μαρσύας, στην πραγματικότητα, μεταφέρει την πεποίθηση άλλων και όχι τη δική του, καθώς και ότι αυτός χρησιμοποίησε το μόριο «και», δηλ. «επίσης», για να δείξει ότι συνέδεσε αυτό που θ’ ακολουθήσει, με τα προηγούμενα λόγια. Σε αυτά τα λόγια, υποθέτουμε, ο Μαρσύας είχε δηλώσει τις δικές του πεποιθήσεις και στη συνέχεια πρόσθεσε αυτή τη δήλωση, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εμείς, όταν παραθέτουμε μια άποψη, άλλων ανθρώπων, η οποία είναι διαφορετική από τη δική μας, λέμε: «υπάρχουν όμως και άνθρωποι, οι οποίοι ισχυρίζονται, σχετικά με αυτό το πρόσωπο...».
Επίσης, το γεγονός ότι υπήρχε ιερό της Κλειούς, που βρισκόταν απέναντι από το ιερό (shirne = βωμό, μαυσωλείο, λάρνακα, ναό) του Ρήσου, πιθανόν ν’ αναφέρθηκε από τον Μαρσύα, ώστε, όπως και να έχει προκύψει αυτό, να χρησιμεύσει για να καταδείξει ότι η Κλειώ ονομαζόταν από κάποιους μητέρα του Ρήσου. Ως εκ τούτου, θεωρώ ορθό το συμπέρασμα ότι η Μούσα ονομάστηκε μητέρα του Ρήσου, κυρίως επειδή ο τάφος του ήρωα αυτού βρισκόταν κοντά στο ιερό των Μουσών (στην Αμφίπολη) και δεν είναι απίθανο, ο Μαρσύας ο ίδιος να συμμεριζόταν αυτή την άποψη.
Εν συνεχεία, ακόμη και αν οφειλόταν στην ύπαρξη του ιερού της Κλειούς, που είχε ανεγερθεί στην Αμφίπολη, το γεγονός ότι ο ποιητής του «Ρήσου» έκανε τη Μούσα μητέρα του, και πάλι δεν μπορούμε να συμπεράνουμε με βεβαιότητα ότι η Μούσα θεωρούνταν και από τους ίδιους τους Θράκες, εξ αρχής, ότι ήταν η μητέρα αυτού του ήρωα – για τον λόγο ότι το ιερό των Μουσών ανεγέρθηκε στην Αμφίπολη αργότερα, από τους Έλληνες οι οποίοι, στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., ίδρυσαν την πόλη της Αμφίπολης.
Εγώ, όμως, δεν θεωρώ απίθανο, να λατρευόταν σε αυτό το ιερό (της Κλειούς), στην Αμφίπολη, κάποια θεά, που ανήκε σε παλαιότερη θρακική λατρεία, μια θεά που οι Έλληνες ονόμασαν Μούσα, λόγω κάποιας ομοιότητας μεταξύ των ιδιοτήτων των δικών τους «Μουσών» και αυτής της θεάς - εκτός αν κάποιος θεωρήσει πιο πιθανό, οι Έλληνες να τοποθέτησαν σ’ αυτό το ιερό, που ήταν αφιερωμένο σε μια θρακική θεά, ένα άγαλμα της Κλειούς και να της πρόσφεραν θυσίες.
Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ αμφιβάλλουμε, ότι, στα χρόνια του Μαρσύα, η Κλειώ λατρευόταν σ’ αυτό το ιερό, δύσκολα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ίδιος (ο Μαρσύας) έκανε λάθος σχετικά με αυτό, μπορούμε, όμως, εύκολα να πιστέψουμε ότι οι Θράκες λάτρευαν κάποια θρακική θεά, στο ιερό που ανέφερε ο Μαρσύας ή κάπου αλλού, στην περιοχή της Αμφίπολης και ότι αυτοί (Θράκες) εκείνη την θεά θεωρούσαν ως μητέρα του Ρήσου. Θα μπορούσαμε να υποπτευθούμε, μάλιστα, ότι η θεά εκείνη ήταν η Ciasa (Κιάσα), θυγατέρα του Ciasus (Κιάσου), βασιλιά των Ηδωνών (Θρακών του Παγγαίου), η οποία, από τους Έλληνες, αποκαλούνταν «Φυλλίς».
Η ΦΥΛΛΙΣ (CIASA – ΚΙΑΣΑ)
Η «Φυλλίς» ήταν η επώνυμη ηρωίδα της ομώνυμης περιοχής στο Παγγαίο, κοντά στο Στρυμόνα, (για τα όρια της περιοχής αυτής, βλ. Ηρόδοτο 7.113).
Για την Φυλλίδα, ο Αισχίνης έγραψε (2. 31): «Ιδού τα γεγονότα, που αναφέρονται στην αρχική απόκτηση, από μας (τους Αθηναίους), της περιοχής και του τόπου που ονομάζεται «Εννέα Οδοί», καθώς και στην ιστορία των γιων του Θησέα, ένας από τους οποίους, ο Ακάμας, λέγεται ότι έλαβε αυτή την περιοχή ως προίκα της γυναίκας του - όλα αυτά ήταν κατάλληλα για την περίσταση τότε, και περιγράφτηκαν με τη μεγαλύτερη, δυνατή ακρίβεια, αλλά τώρα, υποθέτω ότι εγώ πρέπει να είμαι σύντομος - Όμως, έφερα, επίσης, στο νου μου κι εκείνες τις αποδείξεις, που στηρίζονταν όχι στους αρχαίους μύθους, αλλά σε γεγονότα της δικής μας εποχής».
Στα (αρχαία) «Σχόλια» του πιο πάνω κειμένου του Αισχίνη, διαβάζουμε (σε μετάφραση - το αρχαίο κείμενο είναι στην διάθεση όποιου μου το ζητήσει): «Οι Αθηναίοι υπέστησαν εννέα ήττες στις αποκαλούμενες Εννέα Οδούς, ένα τόπο στη Θράκη, που σήμερα ονομάζεται Χερρόνησος και οι συμφορές τους προήλθαν από τις κατάρες της Φυλλίδος, η οποία ερωτεύτηκε τον Δημοφώντα και ελπίζοντας ότι αυτός θα επιστρέψει, για να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του προς αυτήν, ήρθε εννέα φορές στον τόπο και επειδή (ο Δημοφών) δεν ήρθε, (εκείνη) καταράστηκε τους Αθηναίους να υποστούν εκεί εννέα ήττες. Και οι ήττες αυτές ήταν οι εξής: Η πρώτη, όταν ο Λυσίστρατος, ο Λυκούργος και ο Κρατίνος εκστράτευσαν κατά της Ηιόνος, που ήταν κτισμένη πάνω στον Στρυμόνα, οι οποίοι εξοντώθηκαν από τους Θράκες, κατέλαβαν, όμως, την Ηιόνα, ενόσω άρχων των Αθηνών ήταν ο Φαίδων. Η δεύτερη, (όταν εξοντώθηκαν από τους Θράκες) οι άποικοι που ακολούθησαν τον Λέαγρο, όταν άρχων των Αθηνών ήταν ο Λυσικράτης. Η τρίτη, (όταν εξοντώθηκαν από τους Θράκες) όσοι ακολούθησαν τον Ευκλή και τον Θουκυδίδη. Η τέταρτη, (όταν εξοντώθηκαν από τους Θράκες) όσοι ακολούθησαν τον Κλέωνα, ενώ άρχων των Αθηνών ήταν ο Αλκαίος. Η πέμπτη, όταν πετάχτηκαν έξω από την Ηιόνα οι Αθηναίοι που ζούσαν σ’ αυτήν. Η έκτη, όταν εξοντώθηκαν (από τους Θράκες) η περί τον στρατηγό Σίμιχο. Η έβδομη, όταν ηττήθηκε ο Πρωτόμαχος και οι Αμφιπολίτες παραδόθηκαν στους γείτονές τους, Θράκες. Η όγδοη, όταν ο Αλκίμαχος, που τον είχε στείλει ο Τιμόθεος, απέτυχε και παραδόθηκε (επίσης) στους Θράκες, ενώ ήταν άρχων των Αθηνών ο Τιμοκράτης. Και η ένατη, όταν ο Τιμόθεος, που εξεστράτευσε, ενώ ήταν άρχων ο Καλλιμήδης και ηττήθηκε». (Παραπομή του ίδιου του Rempe: Για τις ήττες αυτές των Ελλήνων, και ιδίως των Αθηναίων, βλ. Θουκυδίδης 4. 102: Διόδωρος 12.68,2. Aeschines 2.31 (T15)- Münscher, B.Ph. W. 1920, 139ff- Bilabel, Philologus Supp. XIV 1, Leipzig 1921, 221).
«Ο Άγνων, όμως, ο Αθηναίος, μετονόμασε τις Εννέα Οδούς σε Αμφίπολη, όταν ίδρυσε αυτή την τελευταία, επί άρχοντος (των Αθηνών) Ευθυμένους - και την Φυλλίδα, άλλοι την ονομάζουν Φυλλίδα και άλλοι Κιάσα, τον πατέρα της, δε, άλλοι τον ονομάζουν Φίλανδρο, άλλοι Κίασο, άλλοι δε Θήλον, και λένε, επίσης ότι ο Δημοφών είχε από τη Φυλλίδα (μια κόρη), την Αμφίπολη κι έναν γιο. τον Ακάμαντα. (Vat. Laur. Bgim). (Τέλος, σχετικά με τα τέκνα του Θησέα), οι γιοι του Θησέα ήταν ο Δημοφών και ο Ακάμας. Λέγεται ότι ο Δημοφών είχε λάβει ως προίκα τις ονομαζόμενες Εννέα Οδούς. Ο Αισχίνης, όμως, σε αντίθεση με αυτή την ιστορία, λέει ότι ήταν ο Ακάμας, εκείνος στον οποίο δόθηκαν οι Εννέα Οδοί και όχι ο Δημοφών».
Μετά την πιο πάνω παράθεση των σχολίων του σχολιαστή του κειμένου του Αισχίνη, ο Rempe συνεχίζει ως εξής την αφήγησή του:
Μπορεί, στα παλιότερα χρόνια, η ΚΙΑΣΑ (= ΦΥΛΛΙΣ) να θεωρούνταν, από τους Θράκες, ως η μητέρα του ΡΉΣΟΥ. Με αυτή την ηρωίδα ο Ακάμας – ή, κατά άλλες παραδόσεις, ο Δημοφών, ο γιος του Θησέα, επιστρέφοντας από την Τροία, είχε ερωτική σχέση. Κι όταν ο Ακάμας δεν επέστρεψε κοντά της, στη συμφωνημένη ώρα, η Φυλλίς έτρεξε στις ακτές εννέα φορές, για ν’ αναζητήσει, από τα υψώματα (του Παγγαίου) τον εραστή της, να έρχεται με το πλοίο του και κάθε φορά, λέγεται ότι καταριόταν τους Αθηναίους, να υποστούν μια ήττα, δηλ. συνολικά εννέα (ήττες, , στον ίδιο τόπο. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, η περιοχή υποτίθεται ότι πήρε το όνομά της Εννέα Οδοί.
Δύσκολα, όμως, μπορεί κανείς ν’ αμφιβάλλει ότι η θρακική τοποθεσία, στην οποία ιδρύθηκε η μετέπειτα Αμφίπολη, από τους Έλληνες, ήταν γνωστή με θρακικό όνομα και όχι με το όνομα Εννέα οδοί, αφού το όνομα αυτό είναι προφανώς ελληνικό. Μάλλον, είναι πιθανό ότι ένα θρακικό όνομα, το οποίο κατά κάποιον τρόπο έμοιαζε με το Εννέα οδοί, μετατράπηκε σε ελληνικό. Έτσι, ο Perdrizet (Bull. corr. Hell. 1922, 41) θεώρησε ότι επρόκειτο για τη ρίζα του ονόματος των Οδωνών (Ηδωνών), μια ρίζα που εμφανιζόταν τόσο στο όνομά τους, όσο και σε κάποια θρακική λέξη, την οποία οι Έλληνες μετέτρεψαν σε Εννέα οδοί. Ο Beloch (Griech. Gesch. II 1 1989 n. 1), επίσης, υπέθεσε ότι η Βρέα ονομάστηκε αργότερα Αμφίπολη.
Τους προαναφερθέντες, «αρχαίους μύθους», ο Αισχίνης (2.31, με το αναφερθέν σχόλιο) τους ανέφερε περήφανα στον Φίλιππο Β΄, βασιλιά της Μακεδονίας, ως απόδειξη των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και εδάφους των Αθηναίων, στην περιοχή. Άλλωστε, και οι Αθηναίοι επινόησαν την ιστορία και είπαν ότι ο Δημοφών ή ο Ακάμας είχε αυτές τις ερωτικές σχέσεις με την Φυλλλίδα, με αυτόν ακριβώς το σκοπό, ώστε να φανεί ότι οι ίδιοι έχουν δικαίωμα να ζητήσουν πίσω την προίκα της νύφης του Θησέα, όπως σωστά έχουν αντιληφθεί οι μελετητές. Τα επιχειρήματά τους είναι συναφή και με τη δική μου έρευνα, σχετικά με την προέλευση του μύθου, δεδομένου, ιδιαίτερα, του ότι, στο ίδιο σχόλιο υπάρχει η παράδοση ότι η Φυλλίς και ο Δημοφών είχαν μια κόρη, με το όνομα Αμφίπολις!
Τέλος, το ότι ο Ρήσος ήταν γιος του Άρη, είναι κάτι που ο Servius, στο σημείωμά του για την Αινειάδα 1.469, μας λέει ότι αποτελούσε άποψη πολλών συγγραφέων. Ο Jessen (Ro. IV 107, 7 κ.ε.) μοιάζει να έχει δίκιο, όταν υποθέτει ότι ο Servius, γράφοντας αυτό, σκεφτόταν, πάνω απ' όλα, τον Geo. 4.462, («altaque Pangaea et Rhesi Mavortia tellus», δηλ. «υψηλό Παγγαίο και γη του Ρήσου, ο οποίος γεννήθηκε από τον Άρη»). Ο Jessen πιστεύει ότι θα μπορούσε ο Ρήσος, σε πιο αρχαίους χρόνους, να θεωρούνταν, στην πραγματικότητα, «γιος του Άρη» και βέβαια δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η λατρεία του Άρη ήταν σημαντική για τη Θράκη - αλλά εγώ δεν συμφωνώ. Διότι, ακόμη κι αν ο Άρης ήταν ένας θεός, που καταγόταν από την Θράκη, (βλ. τις σημειώσεις του Ameis-Hentze, για την Οδύσσεια, 4.439), εν τούτοις, έχουμε, σε όλες τις αρχαίες μαρτυρίες μας, το ότι ο Στρυμόνας ήταν ο πατέρας του Ρήσου. Εγώ πιστεύω, λοιπόν, και μάλιστα με κάποιο βαθμό βεβαιότητας, ότι ένας ποιητής κάποιας πολύ μεταγενέστερης εποχής μπορεί να επινόησε, ως καινοτομία, την αφήγηση ότι ο θεός Άρης ήταν ο πατέρας του Ρήσου, όπως ακριβώς λέγεται ότι (ο Άρης) ήταν και πατέρας του «Θράκα» Διομήδη - βλ. Ευριπίδης, Άλκηστις 498, Απολλόδωρος 2.5, 7 – προκειμένου αυτός να διακρίνεται από τον Διομήδη της Ιλιάδας, τον γιο του Τυδέα.
ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
1η. ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΟΣ ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΥΛΙΑ. ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ
2η. ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΟ ΑΓΓΕΙΟ ΤΟΥ «ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ», ΠΕΡ. 360 π.Χ. ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΝΑΠΟΛΙ - ΙΤΑΛΙΑΣ
Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΗΜΙΘΕΟΥ ΗΡΩΑ ΤΩΝ ΘΡΑΚΩΝ, ΡΗΣΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΠΟΛΗ – Ο ΝΑΟΣ, ΤΟ ΤΑΦΙΚΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ, ΣΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ
(μέσα από μια εξαντλητική, φιλολογική έρευνα των πηγών)
Το έτος 1927, ο διακεκριμένος, Γερμανός φιλόλογος και Ελληνιστής JOHANNES REMPE (1903-1977) υπέβαλε στο Wilhelmine - Westphalian Univerrsity (Πανεπιστήμιο) του Münster της Γερμανίας, τη διδακτορική διατριβή του, που είχε τίτλο «DE RHESO THRACUM HEROE» (περί του Ρήσου, ως Ήρωα λατρευόμενου από τους Θράκες).
Όσα θα παραθέσω στη συνέχεια, προέρχονται και αποτελούν μέρος εκείνης της εκπληκτικής διατριβής, που μεταφράστηκε στην Αγγλική γλώσσα και σχολιάστηκε από τον David Armstrong και απηχούν τις επιστημονικές απόψεις και κρίσεις του συγγραφέα, του οποίου παραθέτω την αφήγηση, ακόμη κι όταν αυτή είναι γραμμένη σε πρώτο, ενικό πρόσωπο. Σ’ ελάχιστα σημεία που θα παρεμβαίνω εγώ, το κάνω για να διευκολύνω – απλοποιήσω την ανάγνωση. Στο blog μου, όμως, http://lymperakis-theodoros.blogspot.com/, παραθέτω το κείμενο του Rempe σε πλήρη ανάπτυξη και με τις παραπομπές του.
Τέλος, δείτε και τις προηγούμενες αναρτήσεις μου, για τον Ρήσο: ΜΥΘΙΚΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ: https://www.facebook.com/theodoros.lymperakis/posts/pfbid0KjS3JTLX7fF67pksTNySeWwKgqQzzgMYRHGejHUq7w5xoqb764bK91hECEzXX6n3l
ΜΗΠΩΣ Ο ΤΥΜΒΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΣΚΑΠΤΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΠΟΛΗ ΧΡΗΣΙΜΕΥΣΕ ΑΡΧΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΡΗΣΟΥ, ΤΟΥ ΜΥΘΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ;:
https://www.facebook.com/theodoros.lymperakis/posts/pfbid0LjRVa56r5bhsGe5iKMLAnXs8yo2T2doih1oqSpaqmxhRJCTtr2Cdmen7KECtShpml
Σχετικά με το ταφικό μνημείο και την ταφική λατρεία του μυθικού βασιλιά των Ηδωνών Θρακών της περιοχής του Παγγαίου, πληροφορίες μας παρείχαν οι αρχαίοι συγγραφείς Μαρσύας και Πολύαινος. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με όσα ο Rempe αναφέρει γι’ αυτούς:
Με το όνομα Μαρσύας υπήρξαν δύο ιστορικοί: Ο Μαρσύας της Πέλλας, (356-294 π.Χ.), που ήταν συγγενής του μεγάλου Αντίγονου Α΄ Μονόφθαλμου και εξίσου διάσημος ως στρατιωτικός, όσο και ως συγγραφέας και ο συνονόματός του, Μαρσύας των Φιλίππων, που είχε μικρότερο, ειδικό βάρος από τον πρώτο (ίσως περ. 150 π.Χ.). Και οι δύο τιτλοφόρησαν τα σημαντικότερα έργα τους ως «Μακεδονικά».
Για τη θέση στην ιστορία του Μαρσύα του νεότερου, ο Ritschl, (Opuscula Philologica,Leipzig 1866, «De Marsyis Rerum Scriptoribus,» I. 448-470), αναφέρει τα εξής: «Ο Μαρσύας των Φιλίππων, ιερέας του Ηρακλή, που αναφέρεται για πρώτη φορά από συγγραφείς των χρόνων του Βεσπασιανού, του Τραϊανού και του Αδριανού, ακόμη και αν δεν είναι σαφές, πόσο αργότερα έζησε από τον Μαρσύα της Πέλλας, ανήκε αναμφίβολα σε μια περίοδο, όπου το απλό ύφος μιας παλαιότερης, κλασικής Ελλάδας είχε εκφυλιστεί σε επιδείξεις (αφενός) πολλαπλής και ποικίλης παιδείας και (αφετέρου) έρευνας για απλές λεπτομέρειες».
Ο Μαρσύας ο νεότερος, που μας ενδιαφέρει εδώ, ανέφερε, στις δικές του «Μακεδονικές Ιστορίες», ότι σ’ έναν συγκεκριμένο λόφο στην Αμφίπολη υπήρχε ένας ναός της Κλειούς, που είχε θέα προς τον τάφο του Ρήσου. (Σχολιαστής στην τραγωδία «ΡΗΣΟΣ» 346: «υπάρχει ναός της Κλειούς στην Αμφίπολη, κτισμένος σε λόφο, απέναντι από τον τάφο του Ρήσου»).
Το ναό και τον τάφο του Ρήσου, που περιγράφει ο νεότερος αυτός Μαρσύας, μπορούμε κάλλιστα να πιστέψουμε ότι, είτε τους είδε ο ίδιος, είτε στηρίχθηκε σε κάποια καλή πηγή, για την περιγραφή τους.
Ο Πολύαινος, πάλι, (συγγραφέας που έζησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μάρκου Αυρήλιου και του Λούκιου Βέρου, 161-169 μ.Χ., στους οποίους αφιερώνει τα «Στρατηγήματα»), μας διηγείται (6.53) την ακόλουθη ιστορία. Ο Άγνων ο Αθηναίος, γιος του Νικία, όταν επρόκειτο να ιδρύσει αποικία στην περιοχή, που μέχρι τότε ονομαζόταν «Εννέα οδοί» και στη συνέχεια «Αμφίπολη», έλαβε ένα χρησμό, να μεταφέρει τα οστά του Ρήσου στη νέα του πόλη - και μόνο όταν το έκανε αυτό, πέτυχε το σχέδιό του. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Πολύαινο:
Ο Άγνων σκόπευε να εγκαταστήσει μια Αττική αποικία, σ’ εκείνη την περιοχή του ποταμού Στρυμόνα, που ονομαζόταν «Εννέα Οδοί», όμως, ο ακόλουθος χρησμός φάνηκε να τον προειδοποιεί, για την απόπειρά (του) αυτή:
«Αθηναίοι, γιατί τελευταία προσπαθείτε να ιδρύσετε
την περήφανη δομή (οικοδόμημα) σας και ν’ αποικίσετε τις Εννέα Οδούς;
Μάταιη η προσπάθεια, δεν είναι εγκεκριμένη από τον Ουρανό,
Ολέθρια η απόφαση, που η άκαμπτη μοίρα έχει εκδώσει
κατά της πράξης (σας), μέχρις ότου, από το σιωπηλό τάφο...
στην Τροία, έρθουν τα οστά του γερο-Ρήσου...
και ενωθούν με το πατρικό του χώμα.
Τότε, προχωρήστε
και η μοίρα θα κάνει την προσπάθειά σας, ένδοξη πράξη. »
Ως αποτέλεσμα αυτού του μηνύματος του θεού, ο Άγνων έστειλε μερικούς άνδρες στην Τροία, για ν’ ανοίξουν τον τάφο του Ρήσου, νύχτα και να μεταφέρουν τα οστά του. Εκείνοι τύλιξαν τα οστά του σ’ έναν πορφυρό χιτώνα και τα έφεραν στον ποταμό Στρυμόνα. Ωστόσο, οι βάρβαροι (ενν. τους Θράκες), που κατοικούσαν στη χώρα, δεν του επέτρεψαν να περάσει τον ποταμό. Ο Άγνων, ο οποίος δεν μπόρεσε να περάσει με τη βία τον ποταμό, συνήψε μαζί τους ανακωχή, για τρεις ημέρες. Οι βάρβαροι αποσύρθηκαν στα σπίτια τους και τον άφησαν ήσυχο, για το χρονικό διάστημα που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. Εκείνος, τη νύχτα διέσχισε τον Στρυμόνα με το στρατό του. Μετέφερε μαζί του τα οστά του Ρήσου, τα οποία έθαψε στην όχθη του ποταμού κι εκεί κατασκεύασε τάφρο και οχυρώσεις. Ξεκουραζόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας και κάθε βράδυ δούλευε πάνω στις οχυρώσεις - και μέσα σε τρεις νύχτες, τα αμυντικά του έργα ολοκληρώθηκαν. Όταν οι βάρβαροι επέστρεψαν και διαπίστωσαν τί έκανε, κατά τη διάρκεια της απουσίας τους, τον κατηγόρησαν ότι παραβίασε την ανακωχή. «Σίγουρα δεν είμαι ένοχος γι' αυτό», απάντησε ο Άγνων. «Η (συμφωνία γι’) ανακωχή ήταν να παραμείνω ανενεργός για τρεις ημέρες και την τήρησα με θρησκευτική ευλάβεια. Τα αμυντικά έργα, τα οποία βλέπετε, κατασκευάστηκαν τις νύχτες που μεσολάβησαν». Αυτή ήταν η δημιουργία της πόλης, την οποία έχτισε ο Άγνων στις Εννέα Οδούς και την ονόμασε Αμφίπολη.
Αυτά τα λόγια του Πολύαινου έκαναν πολλούς μελετητές, (τον Perdrizet, τον Leaf, τον Robert) να θεωρήσουν ότι ο τάφος του Ρήσου, τον οποίο περιέγραψε ο Μαρσύας, κατασκευάστηκε επίσης από τον Άγνωνα και ότι η λατρεία του Ρήσου στην Αμφίπολη καθιερώθηκε το 437/6. Πριν, όμως, συμφωνήσουμε μ’ αυτή τη θεωρία, πρέπει ν’ αναρωτηθούμε, αν η παράδοση που αναφέρει ο Πολύαινος είναι αληθινή.
Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι ο Πολύαινος δεν είναι πολύ αξιόπιστος ιστορικός και ότι αντιμετωπίζει το υλικό του περισσότερο ως ρήτορας, παρά ως ιστορικός, ο οποίος ερευνά επιμελώς τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων εκείνων μελετητών, που πιστεύουν την ιστορία του.
Αντιθέτως, ο Θουκυδίδης, ο πρωτουργός και ο κορυφαίος (όλων) εκείνων, που αναζητούν ακούραστα την αλήθεια και την ακρίβεια κατά τη συγγραφή της ιστορίας του, ο οποίος έζησε τα ίδια τα γεγονότα που περιγράφει και ο οποίος, όντως, κατείχε χερσαία ιδιοκτησία, κοντά στην Αμφίπολη (Marcellinus, vita Thucyd. 19f), ήταν ναύαρχος του αθηναϊκού ναυτικού, που στάλθηκε στην περιοχή αυτή, έσωσε την Ηιόνα από τον Βρασίδα, ο οποίος την πολιορκούσε και, ως εκ τούτου, ήταν, σίγουρα, ο ειδικός στις υποθέσεις της Αμφίπολης, εκείνη την περίοδο, ήθελε να δει να λέγεται η αλήθεια γι' αυτές και γι' αυτό κανείς δεν θα μπορούσε ν’ αμφισβητήσει αυτό που έγραψε, ότι οι Αθηναίοι είχαν ξεκινήσει από την Ηιόνα, προκειμένου να ιδρύσουν την Αμφίπολη (Θουκυδ. Πελοπον. Πόλεμος 4.102). Ο Πολύαινος, όμως, ισχυρίστηκε ότι ο Άγνων, όταν οι βάρβαροι (Θράκες κάτοικοι των Εννέα Οδών, στην θέση των οποίων ιδρύθηκε η Αμφίπολη), δεν του επέτρεψαν να περάσει το Στρυμόνα, σύναψε μαζί τους τριήμερη ανακωχή και στη συνέχεια, περνώντας το Στρυμόνα τη νύχτα, πήρε τα οστά του Ρήσου και τα έβαλε σε τάφο, τον οποίο άνοιξε δίπλα στον ποταμό, τον περιέκλεισε και τον οχύρωσε. Και τότε, όταν οι βάρβαροι επέστρεψαν, μετά από τρεις ημέρες και διαμαρτυρήθηκαν ότι είχε παραβιάσει την ανακωχή, εκείνος απάντησε ότι είχε συνάψει συμφωνία για τρεις ημέρες, αλλά όχι (και για) τις νύχτες.
Εμείς, λοιπόν, οφείλουμε να εξετάσουμε πρώτα αυτό το γεγονός, αν οι Αθηναίοι ξεκίνησαν από την Ηιόνα – ένα γεγονός που πληροφορούμαστε από τον Θουκυδίδη και του οποίου η ορθότητα είναι ολοφάνερη, δεδομένου ότι όλοι μας δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι οι Αθηναίοι ξεκίνησαν από την Ηιόνα, μια πόλη την οποία αυτοί κατείχαν, ως εμπορικό τους σταθμό και ότι δεν είχαν κανένα λόγο να διασχίσουν τον Στρυμόνα, για να φτάσουν στις Εννέα Οδούς, (που σύντομα θα ονομαζόταν Αμφίπολη), οι οποίες βρίσκονταν 12 μίλια μακριά. Από αυτή και μόνο τη λεπτομέρεια, αποδεικνύεται ότι ο Πολύαινος χρησιμοποίησε μια πηγή, η οποία δεν είχε εμβαθύνει στο ιστορικό πλαίσιο.
Για να μη φανεί, όμως, ότι στηριζόμαι αποκλειστικά στη σιωπή του Θουκυδίδη, για ν’ αντικρούσω την αφήγηση του Πολύαινου, προσθέτω τα εξής: Οι Θράκες (ισχυρίζεται ο Πολύαινος) συμφώνησαν σε ανακωχή με τους στρατιώτες της Αθήνας, παρόλο που, 29 χρόνια πριν (στη μάχη της Δραβησκού, το 465 π.Χ., όταν η Αθήνα είχε κάνει την πρώτη της προσπάθεια να καταλάβει και ν’ αποικίσει τις Εννέα Οδούς, Θουκ. 4.102), είχαν εξοντώσει δέκα χιλιάδες Αθηναίους στρατιώτες. Η ανακωχή αυτή, μάλιστα, υποτίθεται ότι συμφωνήθηκε από αυτούς, για κανέναν άλλο σκοπό, παρά μόνο για να δοθεί στους Αθηναίους η ευκαιρία να θάψουν τα οστά του Ρήσου, τυλιγμένα σε πορφυρό μανδύα και να περιτειχίσουν τον τάφο του μ’ επάλξεις (πολεμίστρες). Και αφού συμφώνησαν σ’ αυτό, οι Θράκες έφυγαν αμέσως και, αφού πέρασαν τρεις μέρες, επέστρεψαν, επιτέλους και μόνο τότε είδαν τι είχε κάνει ο εχθρός τους. Όλα αυτά φαίνονται τόσο απίθανα, ώστε είναι αδύνατον να τα πιστέψουμε, ειδικά όταν μας αποκαλύπτεται ότι επρόκειτο για ένα τέχνασμα, που λέγεται, σε άλλες πηγές, ότι το είχαν εφεύρει πρώτοι οι ίδιοι οι Θράκες και με το οποίο, (όπως ισχυρίζονται αλλού ο Στράβων (9.401-2) και ο ίδιος ο Πολύαινος (7.43, αναφέροντας τον Έφορο ως πηγή), αυτοί (Θράκες) εξαπάτησαν τους Έλληνες, όταν τους ζήτησαν ανακωχή για έναν αριθμό ημερών και μετά προσποιήθηκαν ότι δεν περιελάμβαναν τις νύχτες!
Συνεπώς, το συμπέρασμά μας, σχετικά με την ιστορία του Πολύαινου, πρέπει να είναι το εξής: Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζεται αιτιολογική μυθοπλασία, η οποία επινοήθηκε για δύο λόγους:
Πρώτον, μια σύντομη ιστορία, που να δείχνει, γιατί η Αμφίπολη πήρε αυτό το όνομα. (Σχετικά με αυτό το θέμα, η άποψη του Melber, ότι το όνομα Αμφίπολη επιλέχθηκε, σε ανάμνηση της ασάφειας της τριήμερης εκείνης ανακωχής, είναι τόσο απωθητική, που εγώ θα προτιμούσα μάλλον να συμφωνήσω ακόμη και με τον Wünsch, σύμφωνα με τον οποίο «Αμφίπολη» σήμαινε «πόλη που χτίστηκε γύρω από (ἀμφί) τον τάφο του Ρήσου». Ο Θουκυδίδης (4. 102, Τ7), ωστόσο, δίνει την αληθινή ετυμολογία, ότι η πόλη πήρε το όνομά της από το γεγονός ότι ο Στρυμόνας ρέει «γύρω» και από τις δύο πλευρές της).
Ακολούθως, με τη βοήθεια αυτής της ιστορίας, να αιτιολογηθεί, γιατί ο τάφος του Ρήσου θα έπρεπε να βρίσκεται στην Αμφίπολη.
Επειδή, όμως, όλοι οι ερευνητές συμφωνούν ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως ο Ρήσος είχε ταφεί στην Τροία, μια και αυτό αναφέρεται στην 10η Ραψωδία της Ιλιάδας, (την επονομαζόμενη «Δολώνεια», στους φιλολογικούς κύκλους), ότι αυτός σκοτώθηκε από τον Διομήδη, κοντά στην πόλη της Τροίας, εκείνοι που κατασκεύασαν τον υπό εξέταση μύθο, αναρωτήθηκαν, πώς έφτασε να χτιστεί ένας τάφος του Ρήσου στην Αμφίπολη και σκέφτηκαν μια εξήγηση: Τα οστά του είχαν μεταφερθεί στην Αμφίπολη από τον Άγνωνα, ο οποίος, όπως θα μπορούσε κανείς να γνωρίζει από τον Θουκυδίδη και πολλούς άλλους συγγραφείς μετά από αυτόν, ή από τους ίδιους τους κατοίκους της Αμφίπολης, ήταν ο πρώτος ιδρυτής της πόλης, (δεδομένου, μάλιστα, ότι και για πολλούς άλλους ήρωες είχαν ειπωθεί παρόμοιες ιστορίες: Λ.χ., τα οστά του Θησέα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, Πλούταρχος Κίμων 8, του Μελάνιππου από τη Θήβα στη Σικυώνα, Ηρόδοτος 5.67 κλπ.). Ο Πολύαινος, λοιπόν, δεν είδε τίποτε το απίστευτο σ’ αυτή την ιστορία και γι’ αυτό μπόρεσε να πιστέψει ότι τα οστά του Ρήσου είχαν, πράγματι, μεταφερθεί εκεί!
Έτσι, λοιπόν, το μόνο που μπορούμε να κρατήσουμε, από την πηγή του Πολύαινου, ως αληθινό, είναι το μόνο στοιχείο, σχετικά με τη λατρεία του Ρήσου, που (μας) ήταν ήδη γνωστό από τον Μαρσύα το νεότερο: Ότι υπήρχε ένα ηρωικό ιερό και ένας τάφος του Ρήσου στην Αμφίπολη, ακόμη και σε μεταγενέστερους χρόνους.
Τώρα, όμως, που αποδείξαμε ότι αυτό το ιερό δεν χτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν ίδρυσαν τη νέα τους πόλη (και, σίγουρα, αποκλείεται αυτοί να έχτισαν το ιερό αργότερα, αφού, μετά την κατάληψη της πόλης από τον Βρασίδα, το 424/5, αυτή δεν περιήλθε ποτέ ξανά στην εξουσία τους), ας ψάξουμε να βρούμε στοιχεία, για το αν το ιερό αυτό χτίστηκε εξ ολοκλήρου από Θράκες ή από Έλληνες:
Δεδομένου ότι ο ναός της Κλειούς βρισκόταν σ’ έναν λόφο απέναντι από το ιερό του Ρήσου, ίσως θα μπορούσαμε εύλογα να υποθέσουμε ότι οι Έλληνες έχτισαν και το ναό και τον τάφο του, (σημ. γράφοντος: για το ναό της Κλειούς, ο Rempe μιλάει σε άλλο σημείο της διατριβής του, το οποίο θ’ ανεβάσω σε προσεχή ανάρτηση), ακόμη, όμως κι αν οι Έλληνες (και όχι οι Θράκες) είχαν κατασκευάσει τον τάφο του Ρήσου, οφείλουμε να πιστέψουμε και ότι ο Ρήσος ήταν ήδη γνωστός στους γηγενείς Θράκες, διότι το να βρήκαν οι Έλληνες, με τη φαντασία τους, έναν λόγο για να συνδέσουν τον Ρήσο με την Αμφίπολη είναι πολύ απίθανο, τόσο από μόνο του, όσο και διότι γνωρίζουμε ότι ο ήρωας αυτός ήταν ήδη, και από την αρχή, συνδεδεμένος με τη χώρα γύρω από την Αμφίπολη και είναι αποδεδειγμένο, από τις αρχαίες πηγές, (στις οποίες, επίσης, αναφέρεται ο Rempe σε άλλο σημείο της διατριβής του και το οποίο κι εγώ θ’ ανεβάσω, σ’ επόμενη αναρτησή μου), ότι ο Ρήσος ήταν γεννημένος και μεγαλωμένος Θράκας και λατρευτικός ήρωας των ίδιων των Θρακών, που κατοικούσαν στην Αμφίπολη.
Ερχόμαστε, τώρα, στην τραγωδία «ΡΗΣΟΣ», σε τρεις, διαφορετικούς στίχους της οποίας (279- 304- 652) ο Θράκας ήρωας αποκαλείται γιος του Στρυμόνα. Παράλληλα και οι αρχαίοι συγγραφείς Όμηρος, Μαρσύας ο νεότερος, Κόνων και Στράβων μας δίνουν να καταλάβουμε ότι η παράδοση για τον Ρήσο προέρχεται από τις όχθες του ποταμού Στρυμόνα. Επομένως, όταν ο ποιητής του Ρήσου τον αποκαλεί γιο του Στρυμόνα, δεν εφευρίσκει τη σχέση, απλώς, ακολουθεί μια παράδοση, που υπήρχε ήδη στην κοιλάδα του Στρυμόνα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, για το θέμα που εξετάζουμε, είναι όσα μαθαίνουμε από την τελευταία σκηνή της τραγωδίας, τα οποία οφείλουμε να εκθέσουμε προσεκτικά και με λεπτομέρειες. Διότι, ενώ η υπόλοιπη τραγωδία έχει να πει ελάχιστα πράγματα, που δεν υπήρχαν ήδη στη Δολώνεια (10η Ραψωδία της Ιλιάδας), η τελική σκηνή διαφέρει εντελώς, από όσα ανέφερε ο Όμηρος. Εδώ, η Μούσα, η μητέρα του Ρήσου, εμφανίζεται με το σώμα του στην αγκαλιά της (στίχ. 890 κ.ε.), τον θρηνεί και προφητεύει τη μοίρα που τον περιμένει, απαγορεύει, όμως, στον Έκτορα, ο οποίος επιθυμεί να θάψει τον Ρήσο με όλες τις τιμές (στίχ. 959 κ.ε.), να το κάνει, λέγοντας (στίχ. 962-6):
«Δεν θα μπει στο σκοτεινό χώμα της γης,
αυτό θα ζητήσω από τη νύφη των κάτω βασιλείων,
την κόρη της Δήμητρας, της θεάς της γονιμότητας,
ν’ απελευθερώσει το πνεύμα του - γιατί αυτή μου χρωστάει (χάρη)
και πρέπει να δείξει ότι τιμά το γένος του Ορφέα».
Ο Ρήσος, εδώ, αποκαλείται συγγενής του Ορφέα, επειδή είναι πρώτος εξάδελφός του (στίχ. 944), αφού και οι δύο είναι γιοι κάποιας Μούσας, (ο Ορφέας θεωρείται συχνά γιος της Καλλιόπης). Ο ισχυρισμός της Μούσας ότι η Περσεφόνη είναι υποχρεωμένη να τιμά τους συγγενείς του Ορφέα, μοιάζει ν’ αναφέρεται στο σημείο εκείνο της τραγωδίας «ΡΗΣΟΣ» (στίχ. 943-44), όπου ο Ορφέας λέγεται ότι δίδαξε στους Αθηναίους τα πιο ιερά Μυστήρια κι εμείς μπορούμε εύκολα να πιστέψουμε ότι αυτός είχε την εύνοια της Περσεφόνης, ακριβώς επειδή το είχε κάνει! (Το αν, όμως, αυτά τα Μυστήρια, που δίδαξε ο Ορφέας, ήταν τα Ελευσίνεια Μυστήρια, πρέπει να παραμείνει αμφίβολο, αφού υψηλές αυθεντίες στην ιστορία της ελληνικής θρησκείας, αρνούνται ότι ο Ορφέας είχε σημαντικό ρόλο στην Ελευσίνεια λατρεία).
Όπως κι αν είναι όλα αυτά, δύσκολα μπορούμε ν’ αρνηθούμε ότι ο συγγραφέας της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ πίστευε ότι υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ του Ορφέα και των μυστηρίων της Περσεφόνης, ανεξάρτητα από το αν στην πραγματική ζωή υπήρχε τέτοια σχέση ή όχι.
Τώρα, οι κρίσιμοι στίχοι, για την έρευνά μας σχετικά με την ιδιότητα του Ρήσου, ως Θράκα λατρευτικού ήρωα, είναι οι ακόλουθοι: Η Μούσα συνεχίζει:
«κρυπτὸς δ᾽ ἐν ἄντροις τῆς ὑπαργύρου χθονὸς
ἀνθρωποδαίμων κείσεται βλέπων φάος,
Βάκχου προφήτης ὥστε Παγγαίου πέτραν ᾤκησε,
σεμνὸς τοῖσιν εἰδόσιν θεός.
(Δηλαδή, «και κρυμμένος σε σπηλιές κάτω από την ασημόχρωμη γη, (σαν) ανθρωποδαίμονας (ημίθεος) θα βρίσκεται εκεί, βλέποντας το φως, όπως ακριβώς (ὤστε) ένας προφήτης του Βάκχου, (ο Ρήσος) έχει εγκατασταθεί στο βράχο του Παγγαίου, ενός ιερού («σεμνός») θεού, για όσους κατέχουν την γνώση». (Ρήσος, στίχ. 1070-1073)
(ή – διαβάζοντας, αντί για «ώστε», «ὅς τε» -- που σημαίνει «και ο οποίος ως προφήτης του Βάκχου», βλ. παρακάτω).
Σε αυτούς τους στίχους, κατ’ αρχάς φαίνεται αβέβαιο, αν ο «ιερός θεός» είναι ο Ρήσος ή κάποιος «προφήτης του Βάκχου» και έπειτα, ποιος πρέπει να είναι αυτός ο «προφήτης του Βάκχου». Οι μορφωμένοι σχολιαστές διαφωνούν πολύ εδώ, αλλά, εξετάζοντας αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι υπήρχε, από πιο παλιά, λατρεία του Βάκχου στο όρος Παγγαίο. Πράγματι, ο Ηρόδοτος (7. 111) αναφέρει, στο πλαίσιο της περιγραφής της πορείας του Ξέρξη στη Θράκη, ότι οι Σάτρες, (ένα από τα γηγενή (θρακικά) φύλα του Παγγαίου), διατηρούσαν μαντείο του Βάκχου στις κορυφές του βουνού και ότι οι Βησσοί, ένα άλλο, τέτοιο, γηγενές, (θρακικό) φύλο, ήταν οι ερμηνευτές των χρησμών, οι οποίοι εκφωνούνταν από μια ιέρεια, «όπως ακριβώς και στους Δελφούς» - ενώ, στο επόμενο κεφάλαιο, 7. 112, λέει ότι οι Σάτρες, οι Πιέρες και οι Οδόμαντες ήταν οι κύριοι («μάλιστα») κάτοικοι του όρους Παγγαίου.
Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι το χωρίο της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ, που εξετάζουμε, αναφέρεται στον Λυκούργο, έναν προφήτη του Βάκχου. (Έτσι, ο Vater, «Ευριπίδης, Ρήσος», Βερολίνο 1837, μεταφράζει: «Ο Ρήσος θα είναι θεός εκεί, σαν τον Λυκούργο, τον ιερέα του Βάκχου, που κατοικεί στο Παγγαίο, ως ιερός θεός»). Αλλά ποιος ήταν ο Λυκούργος; Ιδού η ιστορία του, (γνωστή στη μυθολογία):
Ο Λυκούργος, βασιλιάς των Ηδωνών (Θρακών), καταδίωξε τον Διόνυσο και τις τροφούς του στο όρος Νύσα και τυφλώθηκε, όπως είχε ήδη ειπωθεί από τον Όμηρο (Ιλιάδα 7.137ff) το Σοφοκλή, (Αντιγόνη 955ff), τον Εύμηλο και τον Αισχύλο στις Βασσαρίδες του. Ειδικά, ο Σοφοκλής γράφει ότι (ο Λυκούργος) φυλακίστηκε σε βράχο (σπήλαιο), από τον οργισμένο Βάκχο.
Ο Λυκούργος συγχέεται αργότερα με τον ίδιο τον Βάκχο, όπως αναφέρει ο Στράβων (10. 3. 16), η ιδέα, όμως, ότι ο Λυκούργος, ενώ ήταν εχθρός και διώκτης του Διονύσου, θα γινόταν «προφήτης» του, είναι απίθανη και, ως εκ τούτου, είναι απίθανο, το απόσπασμα του «Ρήσου» να κάνει σιωπηρή αναφορά σ’ αυτόν.
Ο Εrnst Maass (Orpheus, Μόναχο 1895, 68ff, 134ff), πάλι, υποστηρίζει ότι ο «προφήτης του Βάκχου» δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Ορφέα, τον οποίο η Μούσα μόλις έχει ονομάσει (ΡΗΣΟΣ, 966), για τους εξής λόγους: Ο Αισχύλος, στο χαμένο έργο του Βασσάραι, ένα θραύσμα του οποίου αναφέρει το όρος Παγγαίο, διηγήθηκε την ιστορία, ότι ο Ορφέας κομματιάστηκε από τις Μαινάδες της Θράκης, αλλά τα διάσπαρτα μέλη του συγκεντρώθηκαν από τις Μούσες και θάφτηκαν «στον τόπο που ονομάζεται Λίβηθρα». Τα Λίβηθρα, τώρα, ήταν κοντά στον Όλυμπο και δίπλα στο Δίον (Στράβων 7. 330, 18), όπου, σε μεταγενέστερους χρόνους, υπήρχε ένας τάφος του Ορφέα, όπως μας λέει ο Παυσανίας (9.30.7). Επειδή όμως υπήρχε μια παράδοση, ότι οι Πίερες, που ζούσαν κοντά στον Όλυμπο, εκδιώχθηκαν από τους Μακεδόνες και μετανάστευσαν στην περιοχή γύρω από το όρος Παγγαίο (Ηρόδ. 7.112, Θουκ. 2.99, Στράβων 9.410) - και επειδή ο Himerius (Or. 13.4) μιλάει για Λιβήθριους, που λάτρευαν τον Ορφέα στο όρος Παγγαίο, όπου είχαν συγκεντρώσει τα διάσπαρτα μέλη του - φαίνεται απίθανο, ο Αισχύλος (στις Βασσαρίδες) να είπε ότι οι Μούσες, που διέσωσαν τα μέλη του Ορφέα, τα πήραν από το Παγγαίο, όπου τα είχαν συγκεντρώσει (και τα μετέφεραν) στον Όλυμπο, για να τα θάψουν. Όχι, κατά τον Αισχύλο, τα μέλη του Ορφέα θάφτηκαν εκεί όπου διαδραματίστηκε το έργο του, στο όρος Παγγαίο.
Αυτό ήταν το επιχείρημα του Maass, που ο Perdrizet προσπάθησε ν’ αντικρούσει, υποθέτοντας ότι ο Himerius έκανε λάθος, που πίστευε ότι οι Λιβήθριοι ζούσαν στον Παγγαίο. Βέβαια, οι συγγραφείς γεωγραφικών κειμένων, στην ύστερη αρχαιότητα, ήταν πολύ επιρρεπείς στο λάθος. Αλλά, καθώς οι Πίερες, που όπως είπαμε είχαν ζήσει νωρίτερα κοντά στα Λίβηθρα και τον Όλυμπο, μετανάστευσαν αργότερα, για να εγκατασταθουν στο Παγγαίο, αυτό που είπε ο Himerius πρέπει να ήταν αλήθεια. Άλλωστε, ο Maass (135,18) επικαλείται κι άλλες αναφορές, που αποδεικνύουν ότι η λατρεία του Ορφέα είχε μεταφερθεί στην περιοχή του Παγγαίου. Για παράδειγμα, ο Βιργίλιος (Γεωργικά 4,507 κ.ε.) αναφέρει ότι, όταν ο Ορφέας έχασε για δεύτερη φορά τη γυναίκα του, Ευρυδίκη,
«για επτά μήνες, δίπλα στον ανεμοδαρμένο βράχο,
στην έρημη πλημμύρα του ποταμού Στρυμόνα,
έκλαιγε κι επεξεργαζόταν αυτές τις λέξεις, στις ψυχρές σπηλιές του...»
Ο Ιάμβλιχος (Vit. Pythag. 146) λέει ότι ο Πυθαγόρας είχε μυηθεί από τον Αγλαόφαμο στις μυστηριώδεις τελετές στα Λίβηθρα και, με βάση τη μαρτυρία του Αγλαόφαμου, ισχυρίστηκε ότι ο Ορφέας, ο γιος της Καλλιόπης, είχε εκπαιδευτεί στο όρος Παγγαίο και, ως εκ τούτου, εκεί ήταν, που αυτός (Ορφέας) «μίλησε για τον ιερό αριθμό, που είναι η αιώνια και πιο θαυμάσια (θεϊκή) αιτία όλου του ουρανού και της γης και όλων των φύσεων μεταξύ αυτών...». Έτσι, με βάση αυτά τα αποσπάσματα (και άλλα: Maass 136, 18), γνωρίζουμε ότι η παράδοση συνέδεε τον Ορφέα με το Παγγαίο και, εκ του λόγου αυτού, ο Maass δεν διστάζει να ισχυριστεί ότι το πραγματικό νόημα του συγγραφέα του «Ρήσου» (στους στίχους 1070-1073) έχει ως εξής: Ο Ρήσος μετατρέπεται, στα σπήλαια της αργυροφόρου γης, από (νεκρό), ανθρώπινο ον, σε δαίμονα (ημίθεο), που βλέπει το φως, με τον ίδιο τρόπο που, (ὥστε), ο Ορφέας, ο προφήτης του Βάκχου, «εγκαταστάθηκε» (γιατί το αόριστο «ᾤκησε» είναι εισαγωγικό - ενεστωτικό) στους βράχους του Παγγαίου όρους και είναι «ιερός θεός για όσους γνωρίζουν» (δηλ, για όσους είναι μυημένοι, σοφοί: Porter xxi).
Ωστόσο, ο Wilamowitz («Lesefrüchte», Hermes 61 1926, 277-303, στο 285 και σημ. 1) έθεσε υπό αμφισβήτηση, το κατά πόσον ο Ορφέας θα μπορούσε, πράγματι, να χαρακτηριστεί «ιερός θεός». Ίσως, όμως, ο ποιητής να τον θεωρούσε ως συμμετέχοντα σε κάποιο κατώτερο είδος θεϊκής φύσης, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός που διατυπώνεται στον Ρήσο είναι ότι (μόνο) για τους μυημένους (τοῖσιν εἰδόσιν) αυτός θα μπορούσε να θεωρηθεί «ιερός θεός». Αν ακολουθήσουμε αυτή την εκδοχή, κι αυτός (ο Ορφέας) θα μπορούσε, επίσης, να είχε διατελέσει «προφήτης του Βάκχου» - ένας ρόλος που ο Wilamowitz ορθά θεωρεί ότι είναι ασύμβατος, με τη θεϊκή φύση, με τη στενή έννοια, όπως, όμως, έδειξε ο Otto Kern (Orpheus, Berlin 1920, 26, 28), δεν υπάρχει τίποτα αξιοσημείωτο στο ν’ αποκαλείται ο Ορφέας «προφήτης του Βάκχου». Έτσι, η άποψη του Maass μπορεί να είναι αμφίβολη, αλλά δεν μου φαίνεται ότι έχει αποκρουσθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πρέπει να την αποκηρύξουμε.
Ο Perdrizet, όμως, (27, γραμμές 10 κ.ε.), όπως, πριν απ’ αυτόν και οι Matthiae και Musgrave (πρβλ. τις αναφορές τους στο Vater 1837, 279) θεώρησαν ότι ο ίδιος ο Ρήσος ήταν ο «προφήτης του Βάκχου», διότι δεν γνωρίζουμε καμία παράδοση, που να καθιστά τον Λυκούργο ή τον Ορφέα «προφήτες». Έτσι, ο Perdrizet μεταφράζςει το χωρίο: «Ο Ρήσος θα είναι ο προφήτης του θεού των μυστηρίων, εκείνου που έχει για θρόνο του τους απόκρημνους βράχους του Παγγαίου» , υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν δύο γεγονότα, τα οποία ο ποιητής ισχυρίζεται ότι γνωρίζει:
I. ότι ο Ρήσος λατρεύεται στην Αμφίπολη,
II. ότι πάνω από την Αμφίπολη (στους «απόκρημνους βράχους») υπήρχε ένα μεγάλο ιερό του Βάκχου, το οποίο βρισκόταν υπό την διαχείριση των Βησσών.
Έτσι, λοιπόν, ο Ρήσος είχε αναλάβει τον ρόλο του προφήτη του Βάκχου, πιστεύει ο Perdrizet, προκειμένου να καθοδηγεί τα μυαλά και τα πνεύματα των Βησσών, οι οποίοι ήταν και οι ίδιοι προφήτες, που ερμήνευαν τους χρησμούς. Αλλά, εδώ φτάνουμε σε μια άλλη δυσκολία. Αν είναι έτσι, γιατί ο «προφήτης» λέγεται ότι ζει όχι στον ίδιο τόπο όπου βρισκόταν το μαντείο, πάνω στους «απόκρημνους βράχους» (του Παγγαίου), αλλά στο κάτω μέρος των βράχων, μέσα σε μια σπηλιά, κοντά στην Αμφίπολη; Ο Wilamowitz (Hermes 61 1926, 185-line 1ff) ερμηνεύει την εν λόγω φράση σχεδόν με τον ίδιο τρόπο με τον Perdrizet, αν και αποφεύγει αυτή τη δυσκολία. Αυτός λέει ότι ούτε ο Λυκούργος ούτε ο Ορφέας θα μπορούσαν να ονομαστούν «προφήτες του Βάκχου» ή «θεοί»: Μάλλον, αυτές οι λειτουργίες θα πρέπει ν’ αποδοθούν στον ίδιο τον Ρήσο. Ο Ρήσος θα ζει στη σπηλιά, ως προφήτης του Βάκχου, ο οποίος (ο Βάκχος) θα είναι ιερός θεός, για όσους είναι σοφοί (μυημένοι)». Όσο εύκολη κι αν φαίνεται, ωστόσο, η διόρθωση, υπάρχουν εμπόδια, στο να δεχτούμε την ανάγνωση του Wilamowitz, το κυριότερο από τα οποία είναι το εξής: Το γεγονός ότι ο Βάκχος αποκαλείται «ιερός θεός για όσους γνωρίζουν», σημαίνει ότι ο Βάκχος είναι θεός των Θρακών και λιγότερο «γνωστός» στους Έλληνες. Αλλ’ όμως, η ίδια η αττική τραγωδία προήλθε από τη λατρεία του Βάκχου και ποιος θα πίστευε ποτέ ότι τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Βάκχος ήταν ένας θεός, ελάχιστα γνωστός στους Έλληνες; Και γι' αυτό οι λέξεις «σεμνὸς τοῖσιν ειδόσιν θεός», (δηλαδή) «ένας θεός, αλλά μόνο σ' αυτούς που γνωρίζουν», δεν μπορεί παρά ν’ αναφέρονται σε ένα κατώτερο (υποδεέστερο) είδος θεϊκής ύπαρξης.
Ο Nock («The End of the Rhesus», CR 40 1926, 184-6, στο 185), με τη σειρά του, υποστηρίζει ότι ο «σεμνός για τους μυημένους θεός του Παγγαίου» είναι ο Ζάλμοξις, ένας ήρωας, ο οποίος υποτίθεται ότι δίδαξε στους Γέτες την πίστη στην αθανασία (και ο οποίος, λέγεται ότι ζούσε ανάμεσά τους, σ’ ένα υπόγειο σπήλαιο, βλ. Ηρόδοτος 4. 194-6). (Αυτό το κάνει ο Nock) γιατί στηρίζεται στη μαρτυρία του Ηρόδοτου, του Στράβωνα (7. 297, πρβλ. 16. 762) και του Hellanicus (fr. 73 Jacoby), προκειμένου να πει ότι ο Ζάλμοξις μπορεί, κάλλιστα, ν’ αποκαλείται «ο προφήτης του Βάκχου». Ωστόσο, δεδομένου ότι η λατρεία του Ζάλμοξη φαίνεται να είχε ως επίκεντρο περιοχές βορειότερα στη Θράκη, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο συγγραφέας του Ρήσου (ο οποίος εντοπίζει τον ήρωά του στο Παγγαίο) είχε άγνοια της τοπογραφίας, αν και ο ίδιος ο Nock διστάζει να το παραδεχτεί αυτό. Εν πάση περιπτώσει, ο Nock πιστεύει ότι ήταν δυνατόν, σ’ έναν λαό (όπως οι Θράκες), που είχε λατρείες του Ζάλμοξι και του Ορφέα και λάτρευε τον Βάκχο, σε πολλά, διαφορετικά μέρη, να υπήρχαν ακμαίες παραδόσεις γι’ άλλους ήρωες, των οποίων τα ίχνη έχουν εξαφανιστεί. Αλλά ορισμένα από τα επιχειρήματα του Nock δεν είναι καθόλου αυτονόητα. Θεωρεί ότι ο «ανθρωποδαίμων» ταυτίζεται με τον «προφήτη του Βάκχου», παρόλο που η γραμματική του συγκεκριμένου χωρίου από τον ΡΗΣΟ δεν υποστηρίζει την άποψή του. Έτσι, ο ισχυρισμός του είναι, όπως τον ερμηνεύω εγώ, (λέει, πάντοτε, ο Rempe), ότι ο Ζάλμοξις ήταν το «πρωτότυπο» εκείνων των θεϊκών προφητών, που ο Στράβων λέει (7. 3.5) ότι ήταν παρόντες, ως σύμβουλοι του βασιλιά των Γετών. Ότι, ως εκ τούτου, επίσης, εκείνος ο «προφήτης του Βάκχου», που αναφέρεται στο απόσπασμά μας από το «Ρήσο», ήταν το «πρωτότυπο» εκείνων των προφητών του Βάκχου που, στο μαντείο του Βάκχου, στα υψώματα του Παγγαίου όρους, λέγεται από τον Ηρόδοτο (7.111) ότι έπαιζαν τον ρόλο του προφήτη. Και αυτός ο «πρωτότυπος» προφήτης ονομαζόταν με το όνομα «προφήτης του Βάκχου» και συμμετείχε στη λατρεία του Βάκχου στο Παγγαίο. Το συμπέρασμα του Nock δεν είναι απόλυτα πειστικό, αν και μου φαίνεται ένα συμπέρασμα, που δεν πρέπει απλώς να απορριφθεί εκ προοιμίου.
Για να συνοψίσω αυτή την ανασκόπηση των διαφόρων επιλογών, για την ερμηνεία αυτών των εδαφίων, καμία από τις απόψεις που μας προσφέρουν αυτοί οι μελετητές δεν φαίνεται να είναι τόσο καλά τεκμηριωμένη ή υποστηριζόμενη με στοιχεία, ώστε να μην αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες - το παραδέχομαι αυτό. Αλλά αν και δύσκολα μπορεί κανείς να πάρει οριστικά θέση, υπέρ του ενός ή του άλλου, μου αρέσει πολύ περισσότερο η περιγραφή του Maass.
Είδαμε παραπάνω, εν πάση περιπτώσει, ότι ήδη από την εποχή του Μαρσύα του νεότερου (περίπου 150 π.Χ.) υπήρχε ένας τάφος του Ρήσου στην Αμφίπολη κι εγώ προσπάθησα ν’ αποδείξω ότι (αυτός) κατασκευάστηκε από Θράκες και όχι από Έλληνες. Αυτό ταιριάζει καλά με την προφητεία της Μούσας στον «Ρήσο», σχετικά με τον τόπο κατοικίας του γιου της, διότι, λαμβάνοντας υπόψη (αυτή) την προφητεία της, ότι ο Ρήσος θα κατοικούσε σε μια σπηλιά και το γεγονός ότι ο Μαρσύας μας λέει ότι είχε χτιστεί ένας μνημειακός βωμός (ένα ιερό μνημείο), προς τιμή του Ρήσου, απέναντι από τον λόφο, στον οποίο υπήρχε ένα ιερό της Μούσας - μητέρας του, πρέπει να έχει κανείς, κατά νου, τη φύση του τόπου. Διότι η Αμφίπολη ήταν χτισμένη σε λόφο, που υψωνόταν από την κοιλάδα του Στρυμόνα και περιβαλλόταν από τη ροή του ποταμού από τρεις πλευρές. Πρέπει να έχει επίσης υπόψη του και τις «ψυχρές σπηλιές» στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα, που αναφέρει ο Βιργίλιος, στο ίδιο σημείο (Γεωργ. 4.507 κ.ε.). Έτσι, το σπήλαιο του Ρήσου βρισκόταν στο κάτω μέρος αυτού του λόφου, κοντά στον ίδιο τον ποταμό, και αργότερα κοσμήθηκε με έναν τάφο, απέναντι από τον οποίο, και πιο πάνω, στο λόφο στον οποίο βρισκόταν η Αμφίπολη, χτίστηκε το ιερό της Μούσας Κλειούς.
Δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί (ως εκ τούτου), ότι στην Αμφίπολη, στις όχθες του πατέρα του, του ποταμού Στρυμόνα, υπήρχαν τόσο ένα σπήλαιο όσο και ένας τάφος του γιου του Στρυμόνα, του ήρωα Ρήσου, τον οποίο οι Θράκες της Αμφίπολης λάτρευαν εκεί - έστω και αν δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, με ποιον τρόπο λατρευόταν, γιατί, για το θέμα αυτό, δεν έχουμε καθόλου στοιχεία.
Ο Leaf (3ff), βέβαια, αρνήθηκε, πεισματικά, ότι υπήρχε οποιαδήποτε λατρεία του Ρήσου, βασιζόμενος στον Κικέρωνα (De Natura Deorum, 3.45: T13). Ο Κικέρωνας, πράγματι, αρνιόταν ότι ο Ορφέας και ο Ρήσος, παιδιά των Μουσών, ήταν δυνατόν να είναι θεοί, «επειδή δεν λατρεύονται πουθενά», λέγοντας, ειδικότερα, τα εξής: «Ακριβώς όπως, κατά το αστικό δίκαιο, εκείνος του οποίου η μητέρα είναι ελεύθερη γυναίκα, είναι ελεύθερος άνθρωπος, έτσι και κατά το νόμο της φύσης, εκείνος του οποίου η μητέρα είναι θεά, πρέπει να είναι θεός. Και στο νησί της Αστυπάλαιας, ο Αχιλλέας λατρεύεται ευλαβικά από τους κατοίκους, για τους λόγους αυτούς - αλλά αν ο Αχιλλέας είναι θεός, το ίδιο ισχύει και για τον Ορφέα και τον Ρήσο, που η μητέρα του καθενός ήταν μούσα, εκτός αν ίσως ένας γάμος στον βυθό της θάλασσας μετράει περισσότερο από έναν γάμο στην ξηρά! Αν αυτοί δεν είναι θεοί, επειδή δεν λατρεύονται πουθενά, πώς μπορούν οι άλλοι να είναι θεοί);
Ο Rohde (βλ. Psyche I. 162 w/notes) προσπάθησε ν’ απαντήσει ότι ίσως δεν υπήρχε τέτοια λατρεία στην εποχή του Κικέρωνα, αλλά ο Leaf δεν θα επιτρέψει να σταθεί αυτή η εξήγηση, διότι, αν ο Κικέρωνας λέει ότι δεν υπήρχε, τότε προκύπτει ότι σε κανέναν από τους Αλεξανδρινούς συγγραφείς, που ασχολήθηκαν με τη θρησκεία και τους οποίους ο Κικέρωνας, πιθανόν, να χρησιμοποιούσε ως αυθεντίες, όσο φιλότιμοι και αν ήταν, στην προσπάθειά τους να βρουν υλικό από κάθε δυνατή πηγή, για να υποστηρίξουν κάθε τους άποψη, δεν ήταν γνωστή μια λατρεία του Ρήσου. Ή, τουλάχιστον, έτσι ισχυριζόταν ο Leaf. Ωστόσο, είναι εύκολο για μας, να δείξουμε ότι αυτή η γνώμη του είναι έωλη. Ποιος (όμως) ήταν ο λόγος, για τον οποίο ο Leaf ήταν τόσο πεπεισμένος ότι ο Κικέρων, εκφράζοντας αυτή την άποψη, αυθόρμητα, στη διάρκεια μιας διαφωνίας, πρέπει να είχε συμβουλευθεί πολλούς, Αλεξανδρινούς σχολιαστές, υψηλής μόρφωσης; Εξάλλου, ο Ορφέας, για τον οποίο ο Κικέρων λέει ότι δεν λατρευόταν, όπως και ο Ρήσος, (εν τούτοις), σίγουρα λατρευόταν, αν όχι με θεϊκές, οπωσδήποτε με ηρωικές τιμές, όπως είναι γνωστό. (Gruppe, Ro. III 1082f, 1084f, Baege cit. 182, Kern Orpheus 17, 24-line 2ff).
Όσο για το ότι ο Rohde πίστευε ότι ο Ρήσος ήταν θεός, αμφιβάλλω, ξέρω, όμως, με βεβαιότητα τούτο: Ο συγγραφέας της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ πρέπει ν’ άντλησε την άποψή του από τους ίδιους τους Θράκες, όταν φέρνει τη Μούσα στη σκηνή, προκειμένου αυτή να περιγράψει την υπόγεια σπηλιά του Ρήσου. Κανένα από τα στοιχεία μας δεν καθιστά τον Ρήσο θεό. Διότι, με πολύ μετρημένα λόγια, η Μούσα, στην τραγωδία «Ρήσος», προφητεύει ότι ο γιος της θα είναι τώρα σαν νεκρός γι' αυτήν:
Και σαν ένας νεκρός, που δεν μπορεί να δει το φως
θα είναι για μένα, από τώρα και στο εξής:
γιατί ποτέ δεν θα βγει να με συναντήσει,
ούτε θα δει το σώμα της μητέρας του,
αλλά θα είναι κρυμμένος σε σπηλιές της αργυρόχρωμης γης.
Θα βρίσκεται εδώ, ένας ανθρωποδαίμων...(967-71)
Αν ο Ρήσος ήταν, πράγματι, θεός, γιατί η Μούσα να περιγράψει την επιβίωσή του (μετά θάνατο), με τόσο περιορισμένα λόγια; Και πάλι, η λέξη ανθρωποδαίμων, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημαίνει ένα ανθρώπινο ον, που μετατράπηκε σε δαίμονα (θεό), όχι έναν δαίμονα (θεό), προικισμένο με ανθρώπινο σώμα- αυτή η έννοια μαρτυρείται, για τη (συγκεκριμένη) λέξη, από τον Προκόπιο (ap. Suidas s.v. ανθρωποδαίμονες), και ο Στέφανος δίνει αυτή τη σημασία, στο Thesaurus I. 781 (βλ. επίσης Perdrizet, 29,1). Διότι και πάλι, πώς θα μπορούσε η Μούσα να πει ότι θα ζητήσει από την Περσεφόνη να ελευθερώσει την ψυχή του Ρήσου από τον Άδη, αν ο Ρήσος ήταν αθάνατος θεός; Επομένως, πρέπει ν’ αρνηθούμε σθεναρά ότι ο ποιητής της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ πίστευε ότι ο Ρήσος ήταν θεός, ενώ και τα χωρία μας, από τον Μαρσύα (το νεότερο), τον Πολύαινο και τον Φιλόστρατο, δεν του αποδίδουν την ιδιότητα του θεού.
Ο Ρήσος, τώρα, σε διάφορα κείμενα (Ιλ. 10.435, Στράβων 7.331,36) αναφέρεται ρητά ότι ήταν βασιλιάς των Θρακών, σε όλες τις μαρτυρίες απεικονίζεται ως βασιλικός ηγέτης και δεν παρουσιάζει κάποιο χαρακτηριστικό, που να μας εμποδίσει να τον θεωρήσουμε ως ένα ντόπιο βασιλιά. Στο θέμα αυτό, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στον Κόνωνα, (Narrationes 4), ο Ρήσος ονομάζεται γιος του Στρυμόνα και βασιλιάς των Θρακών και ο Στρυμόνας λατρευόταν ακόμη ως ποτάμιος θεός, στις ημέρες του Φιλίππου Β' του Μακεδόνα. (Κόνωνος, Narrationes 4: «Ο Στρυμών είχε τρεις γιους, τον Βράγγα, τον Ρήσσο και τον Όλυνθο. Ο Ρήσσος πήγε να πολεμήσει στο πλευρό του Πριάμου, στην Τροία και σκοτώθηκε από τον Διομήδη. Ο Όλυνθος αντιμετώπισε ένα λιοντάρι, σ’ ένα κυνήγι και πέθανε. Ο αδελφός του, Βράγγας, θρήνησε πολύ την ατυχία κι έθαψε τον Όλυνθο εκεί που έπεσε. Στη συνέχεια, ερχόμενος στη Σιθωνία, έχτισε μια μεγάλη και ευημερούσα πόλη, την οποία ονόμασε Όλυνθο, από το όνομα του αγοριού»).
Τα συμπεράσματα που εξάγουμε, απ’ αυτά τα γεγονότα, είναι τα εξής: Ότι ο Ρήσος ήταν ένας βασιλιάς, εκ γενετής, των Θρακών, ο οποίος έγινε ήρωας μετά το θάνατό του και ο οποίος, όπως πίστευαν οι Θράκες, κατοικούσε σε μια σπηλιά, στην Αμφίπολη και απολάμβανε, εκεί και σε άλλα μέρη, μια ηρωική λατρεία (λατρεία ήρωα).
Ο Sittig (PW IA 629 κ.ε.), ο οποίος πίστευε ότι ο Ρήσος ήταν ένας ντόπιος δαίμων, που κατοικούσε μέσα στη γη, σκέφτηκε ότι ίσως θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι ο Διομήδης, ο κύριος των ανθρωποφάγων αλόγων, όσον αφορά την λατρεία του ως ήρωα, ήταν αντίγραφο του Ρήσου, του πιο καλοκάγαθου κυρίου των λευκών αλόγων, στην Τροία - ωστόσο τα στοιχεία, με τα οποία θα μπορούσαμε να στηρίξουμε αυτή την εικασία, όπως σημειώνει ο ίδιος, δεν είναι πειστικά. Ο Jessen (Ro. IV 100) πιστεύει ότι ολόκληρη η ιστορία του Διομήδη, ως νικητή επί του Ρήσου, επινοήθηκε από τους ίδιους εκείνους που λάτρευαν τον Διομήδη ως ήρωα, για να υποβαθμίσουν τη λατρεία του Ρήσου και να προωθήσουν εκείνη του Διομήδη. Αλλά αν και ο Jessen είχε δίκιο, να θεωρεί ότι ο μύθος αυτός σηματοδοτεί τον θρίαμβο των λατρευτών του Διομήδη, δεν υπάρχει τίποτα στον μύθο, που να εξηγεί την αλλαγή της λατρείας του Ρήσου. Διότι, αν ισχυριστούμε ότι ο μύθος σηματοδοτεί κάποια διαμάχη, μεταξύ των θρακικών λαών, των οποίων ήρωας ήταν ο Διομήδης και εκείνων, των οποίων ήρωας ήταν ο Ρήσος, αυτό φαίνεται αρκετό, για να τον εξηγήσει απόλυτα. Ούτε έχουμε κάποιο ίχνος λατρείας του Ρήσου στα Άβδηρα, ούτε κάποιας λατρείας του Διομήδη στην Αμφίπολη. Επίσης, η άποψη του Sittig ότι οι Θράκες πίστευαν από την αρχή ότι ο Ρήσος ήταν ένας χθόνιος δαίμων, μου φαίνεται αδύνατη, διότι, αν την αποδεχτεί κανείς, τότε οι απόψεις των πιστών του Ρήσου μοιάζει να είχαν πολύ μεγάλες διακυμάνσεις. Πράγματι, (αν δεχθούμε αυτή την άποψη), οι ποιητές θα πρέπει να είχαν, πρώτα, μετατρέψει τον Ρήσο, έναν δαίμονα εκ γενετής, σ’ έναν απλό, άνθρωπο - πολεμιστή και μετά ν’ αποφάσισαν να τον αλλάξουν εκ νέου, κάνοντάς τον λατρευτικό ήρωα, που κατοικεί σε μια σπηλιά.
Πολύ απλούστερη, λοιπόν, και πολύ καλύτερα προσαρμοσμένη στα στοιχεία μας είναι η ακόλουθη εξήγηση: Οι Θράκες πίστευαν ότι, μετά τον θάνατο του Ρήσου, που ήταν βασιλιάς των Θρακών, αυτός είχε γίνει ήρωας – και το ίδιο το όνομα «Ρήσος» μοιάζει με απόδειξη του ότι ήταν, (πράγματι), ένας απόλυτα γήινος βασιλιάς. Και έπειτα, όσον αφορά το ότι ο Ρήσος ήταν αθάνατος, οι αντιλήψεις και οι απόψεις των Θρακών έχουν μεγάλη βαρύτητα, σ’ αυτό το επιχείρημα. Το πιο διάσημο παράδειγμα είναι αυτό που βρίσκουμε στην αφήγηση του Ηροδότου για τον Ζάλμοξι, ενώ υπάρχουν και μελετητές, που συγκρίνουν αυτόν τον «ήρωα» ή «θεό», με τον Ρήσο. Και οι δύο ζουν σε μια σπηλιά. Και οι δύο έχουν θεραπευτικές δυνάμεις. Και οι δύο κυνηγούν. Τώρα, αυτές οι ιδιότητες είναι κοινές σε όλους σχεδόν τους λατρευτικούς ήρωες. Ως εκ τούτου, από τη σύγκριση με τον Ζαλμόξι δεν μαθαίνουμε τίποτα καινούργιο ή ιδιαίτερο για τον Ρήσο. Ωστόσο, αν τα άλογα, το κυνήγι και η ένοπλη μάχη είναι πράγματα που υποτίθεται ότι αγαπούσε ο Ρήσος, τότε ο Jessen (Ro. IV 110 κ.ε.) ορθά έκρινε ότι οι Θράκες απέδιδαν τα δικά τους, αγαπημένα πράγματα, στον ήρωά τους, οπότε, ακόμη και απ’ αυτό μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε τον Ρήσο ως γεννημένο και αναθρεμμένο Θράκα ήρωα.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, θεωρώ τα εξής απόλυτα ασφαλή: Ο Ρήσος, βασιλιάς των Θρακών, όπως πίστευαν οι ίδιοι οι Θράκες, έγινε ήρωας μετά τον θάνατό του και κατοικούσε σε μια σπηλιά, που βρίσκεται στην Αμφίπολη του Στρυμόνα. Ως Θράκας, του αποδόθηκαν, ως χαρακτηριστικά, (ως ιδιότητές του), εκείνα ακριβώς τα πράγματα, που οι ίδιοι οι Θράκες απολάμβαναν και τους άρεσαν πιο πολύ. Αισθάνομαι, όμως, ότι πρέπει να αρνηθούμε ότι (αυτός) ήταν ένας από τους θεούς τους.
ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
1η. ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΟΣ ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΥΛΙΑ. ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ
2η. ΑΜΦΙΠΟΛΗ. Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ
3η. ΑΜΦΙΠΟΛΗ. Ο ΛΌΦΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΣΙΓΝΩΣΤΟ ΠΙΑ ΤΥΜΒΟ ΤΟΥ ΛΟΦΟΥ ΚΑΣΤΑ.
4η. ΑΜΦΙΠΟΛΗ. Η ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΟΥ ΤΟΥ ΤΥΜΒΟΥ
5η. ΑΜΦΙΠΟΛΗ. Η ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΟΥ ΤΟΥ ΤΥΜΒΟΥ
Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025
ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ, («ΘΡΑΚΙΚΗ») ΟΧΥΡΩΣΗ, ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΟΧΘΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΝΕΣΤΟΥ
Σε μικρή, σχετικά, απόσταση από το ερειπωμένο, σήμερα, χωριό «Κρωμνικό» του Δήμου Τοπείρου, της Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, (που ονομαζόταν Sarnidz, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και βλέπετε ίχνη του στις τέσσερις πρώτες φωτογραφίες), υπάρχει άλλη μια αρχαία οχύρωση, κατασκευασμένη από ξερολιθιά, από αυτές που καλούνται, συμβατικά, «θρακικά κάστρα» και υπερβαίνουν τις εκατό (100),μόνο στο τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης, που εκτείνεται από τον ποταμό Νέστο, μέχρι την πεδιάδα των Φιλίππων και τις κοιλάδες Νικηφόρου και Παρανεστίου και το οποίο ονομάζεται και «βουνά της Λεκάνης», ονομαζόταν δε «Τσάλ-νταγ», κατά την οθωμανική περίοδο.
Η οχύρωση, που την βλέπετε στις υπόλοιπες φωτογραφίες που αναρτώ, είναι κτισμένη στην κορυφή ενός απότομου λόφου, προς τον οποίο υπήρχε πρόσβαση μόνο από τα ανατολικά. Αυτή, ακριβώς, η ευπαθής πλευρά ήταν καλά οχυρωμένη, η νότια πλευρά ελάχιστα οχυρωμένη, ενώ από τις λοιπές, απότομες πλευρές του λόφου, δεν χρειαζόταν οχύρωση. Στο εκτεταμένο εσωτερικό της οχύρωσης υπάρχουν ίχνη τοίχων, που παραπέμπουν σε κτίσματα ή ενδεχομένως και σ’ ένα «προτείχισμα».
Οι λόγοι ύπαρξης τόσων πολλών οχυρώσεων, σε μια τόσο μικρή, γεωγραφική περιοχή, δεν έχουν ερευνηθεί ακόμη από τους αρμόδιους επιστήμονες, σίγουρα, όμως, οι τεράστιες δαπάνες και οι χιλιάδες ώρες εργασίας, που απαιτήθηκαν, για την κατασκευή όλων αυτών των οχυρώσεων, δεν δικαιολογούν την άποψη ότι αυτές κατασκευάζονταν απλά και μόνο για να προστατεύουν τους θρακικούς, ορεινούς, κτηνοτροφικούς πληθυσμούς και τα ποίμνιά τους. Η δική μου άποψη είναι ότι τέτοιου μεγέθους έργα υποδομής, με τόση πυκνότητα, στον υπό εξέταση τόπο, δεν μπορούσαν παρά να συνδέονται με την ύπαρξη τοπικών ηγεμόνων και με την εξόρυξη των πλούσιων μεταλλευμάτων, για τα οποία ήταν φημισμένος ο τόπος αυτός, κατά την αρχαιότητα, (λ.χ., χρυσωρυχεία Σκαπτής Ύλης και Ασύλων - στη σημερινή, Περιφερειακή Ενότητα Καβάλας - χρυσωρυχεία Κιμμερίων κλπ. - στη σημερινή, Περιφερειακή Ενότητα Ξάνθης).
ANOTHER ANCIENT ("THRACIAN") FORTRESS, NEAR THE EASTERN BANK OF THE NESTOS RIVER
At a short distance from the now ruined village of "Kromniko", in the municipality of Topeiros, in the regional unit of Xanthi, (which was called “Sarnidz”, during the period of Ottoman rule, traces of which can be seen in the first four photographs), there is another ancient fortification, built of dry stone, one of more than a hundred (100) conventionally called "Thracian castles," in the section of the Rhodope mountain range alone, which stretches from the Nestos River to the Philippi plain and the Nikiforos and Paranesti valleys, also known as the "mountains of Lekani" and were called "Tsal-dag", during the Ottoman period.
The fortification, which you can see in the rest of the photos I am posting, is built on top of a steep hill, which was only accessible from the east. This vulnerable side was well fortified, the south side was minimally fortified, while the other steep sides of the hill did not need fortification. Inside the extensive fortification, there are traces of walls, which suggest buildings or possibly a "pre-fortification."
The reasons for the existence of so many fortifications in such a small geographical area have not yet been researched by the relevant scientists, but certainly the enormous costs and thousands of hours of labor, required to construct all these fortifications, do not justify the view that they were built solely to protect the Thracian mountain pastoral populations and their flocks. My own view is that infrastructure projects of this size, with such density in the area under consideration, could only be linked to the existence of local rulers and to the mining of the rich ores, for which this area was famous, in ancient times, (e.g., the gold mines of Skapti Yli and Asylon - in today's Regional Unit of Kavala - the mines of Kimmeria etc. - in today's Regional Unit of Xanthi).
Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025
ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΨΗΦΙΔΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΤΩΝ ΤΕΝΑΓΩΝ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ, ΕΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΞΗΡΑΝΣΗ ΤΟΥΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1930.
Στη θέση του σημερινού, απέραντου κάμπου των Φιλίππων, που διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα τύρφης στη γη, εκτεινόταν, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ένα μεγάλο έλος, τα «τενάγη των Φιλίππων». Με το έλος αυτό σχετίζονται μερικά, εν πολλοίς άγνωστα, πλην όμως ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, ιστορικά στοιχεία, των οποίων θα επιχειρήσω να σας καταστήσω κοινωνούς.
Ξεκινώ με κάποια, σημαντικά, μυθολογικά στοιχεία, σχετικά με την οικονομική γεωγραφία της περιοχής των τεναγών κατά την αρχαιότητα και σαν πιο σημαντικό απ’ αυτά θεωρώ την μόνη, αξιόλογη προσπάθεια αποξήρανσης ενός σημαντικού τμήματός τους, που έγινε πριν από την δεκαετία του 1930 και ήταν εκείνη που είχε επιχειρηθεί από τον Φίλιππο τον Β’, βασιλιά της Μακεδονίας, ο οποίος, θέλοντας, στη θέση του θρακικού πολίσματος των Κρηνίδων, (το όνομα των οποίων είχε προέλθει από τη λέξη κρήνη, που δείχνει ότι η περιοχή είχε - κι εξακολουθεί να έχει μέχρι σήμερα - άφθονα νερά και το οποίο, μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν καταλάβει κι αποικίσει Θάσιοι άποικοι, μ’ επικεφαλής τον εξόριστο Αθηναίο στρατηγό Καλλίστρατο), να δημιουργήσει μια νέα, σημαντική, Μακεδονική πόλη, που της έδωσε τελικά τ’ όνομά του, αντιλήφθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν, με τα έλη να φθάνουν μέχρι τις παρυφές της και χωρίς αυτή να διαθέτει καλλιεργήσιμη γη.
Πράγματι, ο Φίλιππος, διαβλέποντας, ευθύς εξ αρχής, τη μεγάλη σπουδαιότητα της σημερινής πεδιάδας των Φιλίππων, αποξήρανε και παρέδωσε στην καλλιέργεια μεγάλα τμήματα του απέραντου τότε έλους των Φιλίππων. Για το σπουδαίο αυτό έργο, ο ιστορικός Θεόφραστος, στην "περί φυτών αιτίας" εργασία του, μιλώντας για την περιοχή αυτή, που την γνώριζε πολύ καλά, αφού είχε κτήμα στην περιοχή των Σταγείρων, μιλάει ως εξής για την αποξήρανση του έλους, που έλαβε χώρα τον 4ο αιώνα π.Χ. και η οποία χρειάστηκε να περάσουν άλλα 2.300 χρόνια για να ολοκληρωθεί, κατά την δεκαετία του 1930, από το νεώτερο Ελληνικό κράτος: «Στους Φιλίππους παλαιότερα είχε περισσότερους παγετούς, τώρα δε, επειδή αποστραγγίστηκαν τα νερά και το έδαφος καλλιεργείται, έχει πολύ λιγότερους. Κι ο αέρας είναι πιο αραιός (ξηρός) και γιατί αποστραγγίστηκαν τα νερά και γιατί το έδαφος υπόκειται σε κατεργασία. Διότι εκείνη η περιοχή η οποία παραμένει χέρσα, και πιο ψυχρή είναι και πιο πυκνό (υγρό) αέρα έχει, γιατί είναι δασωμένη κι ούτε οι ακτίνες του ηλίου φθάνουν εύκολα προς αυτήν, ούτε οι άνεμοι πνέουν, ενώ συνάμα αυτή (η περιοχή) έχει και πολλά νερά, τρεχούμενα ή στάσιμα. Τούτο συνέβαινε και γύρω από τις Κρηνίδες όταν τις κατοικούσαν οι Θράκες, γιατί όλη η πεδιάδα ήταν γεμάτη με δένδρα και νερά».
Στο σημείο αυτό παραθέτω αυτούσιο και το σημαντικό αυτό κείμενο του Θεοφράστου: «Έν τε Φιλίπποις πρότερον μεν μάλλον εξεπήγνυντο, νυν δ’ επεί καταποθείς εξήρανται το πλείστον, ή τε χώρα πάσα κάτεργος γέγονεν ήττον πολύ. Καίτοι λεπτότερος ο αήρ, δι’ άμφω, και δια το ενεξηράνθαι το ύδωρ και δια το κατειργάσθαι την χώραν. Η γαρ αργός, ψυχροτέρα και παχύτερον έχει τον αέρα, δια το υλώδης είναι και μήτε τον ήλιον ομοίως διικνείσθαι, μήτε τα πνεύματα διαπνείν, άμα δε και αυτήν έχειν υδάτων συρροάς και συστάσεις πλείους. Ό και περί τας Κρηνίδας ήν, των Θρακών κατοικούντων. Άπαν γαρ το πεδίον δένδρων πλήρες ήν και υδάτων. Οπότε νυν μάλλον πρότερον εκπήγνυσιν, εξηραμμένων των υδάτων, ου την λεπτότητα του αέρος αιτιατέον ως τινές φασιν».
Στο πιο πάνω σημαντικό κείμενο αναφέρθηκε, πρώτος, ο σπουδαίος αρχαιολόγος και ανασκαφέας των Φιλίππων, μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, Paul Collart, στις σελίδες 41 και 185 του έργου του, «Philippes, ville de la Macedoine, dcepuis ses origins jusqu’ a la fin de l’ époque romain», λέγοντας ότι ο Πλίνιος, στο έργο του «Φυσική Ιστορία», αναφερόμενος στον ιστορικό Μαρσύα από τους Φιλίππους, έλεγε ότι αυτός είχε προσελκυσθεί, παρόλο που ήταν ιστορικός, από το ενδιαφέρον που παρουσίαζε η ιδιαίτερη πατρίδα του για τους βοτανολόγους. Έγραψε, επίσης, ο Collart, ότι «το βοτανολογικό ενδιαφέρον της περιοχής των Φιλίππων αποτελεί την αιτία, για την οποία συχνά αυτή η περιοχή μνημονεύθηκε εκείνη την εποχή, (ενν. τον 4ο αιώνα π.Χ.) κι η ίδια αυτή περιοχή αποτέλεσε το πεδίο των παρατηρήσεων του Θεόφραστου. Είναι βέβαιο ότι αυτός ο συγγραφέας πρέπει να διέμεινε στους Φιλίππους, γιατί γνώριζε την ποιότητα του εδάφους τους, όπου τα φυτά μπορούν κι αναπαράγονται χωρίς αλλοιώσεις, όπου μπορούν και φύονται οι ιτιές με μια ασυνήθιστη ζωηράδα, όπου μεταφυτεύθηκαν και καλλιεργούνται τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα, που βρήκαν οι κάτοικοι της πόλης στο Παγγαίο. Γιατί αυτός (Θεόφραστος) είναι καλά πληροφορημένος για τις ιδιαιτερότητες του κλίματος της περιοχής αυτής, οι οποίες, για έναν αναγνώστη όχι καλά πληροφορημένο, μοιάζουν αδιανόητες: Για τον βίαιο άνεμο που σηκώνεται κάθε μέρα, γύρω στο μεσημέρι και σκληραίνει τα κουκιά, αποσπώντας τα από τα στελέχη τους. Για την βλαβερή ακινησία του αέρα κατά τις νυχτερινές ώρες, στα χαμηλότερα σημεία του έλους. Για τις πηγές που είδε ο ίδιος ο Θεόφραστος, κοντά στα μεταλλεία του Παγγαίου και των οποίων η παροχή διαφέρει ανάλογα με την εποχή, (τούτο μας το μετέφερε κι ο Αθήναιος, ως εξής, «εν δε Θράκη περί το Πάγγαιον ιστορεί Θεόφραστος είναι κρήνην, αφ’ ης ταυτό γέμον ύδατος αγγείον ιστάμενον χειμώνος, έλκειν διπλάσιον αριθμόν ή θέρους»). Σχετική, εξ άλλου με το κλίμα είναι κι η σπουδαία πληροφορία που μας δίνει ο Θεόφραστος, όταν αναφέρεται στη γόνιμη δραστηριότητα των Μακεδόνων αποίκων της πόλης των Φιλίππων: Ενώ κατά την εποχή των Θρακών και της κώμης των Κρηνίδων, λέει, η πεδιάδα ήταν ακόμη σκεπασμένη από δένδρα και νερά και η χέρσα γη διατηρούσε το κρύο και την υγρασία, χάρη στην αποξήρανση του έλους και τη βελτίωση της καλλιέργειας της γης, οι συνθήκες ζωής έγιναν πιο υγιεινές».
Λίγο αργότερα, ο αείμνηστος έφορος αρχαιοτήτων Δημ. Λαζαρίδης, στο έργο του «οι Φίλιπποι», που εκδόθηκε το 1956, έγραψε ότι «ο Θεόφραστος, που γνωρίζει πολύ καλά την περιοχή των Φιλίππων, μας πληροφορεί πως στον 4° π.Χ. αιώνα, με την εγκατάσταση των Μακεδόνων αποίκων, εκτελείται ένα τεράστιο, πλουτοπαραγωγικό έργο, η αξιοποίηση των τεναγών της πεδιάδας, που ως τότε ήταν σκεπασμένη με νερά και δέντρα. Τα αποξηραντικά έργα που έγιναν τότε, είχαν σαν αποτέλεσμα και την καλυτέρευση του κλίματος. Η πληροφορία του Θεοφράστου βεβαιώνεται κι από μια ακρωτηριασμένη επιγραφή της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που βρέθηκε στις ανασκαφές των Φιλίππων. Τα κομμάτια της επιγραφής αυτής εκτίθενται στο Μουσείο της Καβάλας».
Ολοκληρώνω το θέμα της απόπειρας αποξήρανσης των τεναγών, από τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας, με μια παρατήρηση: Ένας δρόμος πλάτους δέκα περίπου μέτρων διασχίζει τα τενάγη, από τους Φιλίππους μέχρι το Παλαιοχώρι και διακρίνεται ιδιαίτερα κατά τον μήνα Μάιο, που ακόμη δεν υπάρχουν καλλιέργειες. Αναρωτήθηκα επανειλημμένα, μήπως αυτός ο δρόμος, πάνω στον οποίο έχουν βρεθεί και ρωμαϊκές ταφές, αποτελεί τμήμα του φιλόδοξου εγχειρήματος του Φιλίππου Β’!
Ακολούθως, αναφέρομαι στην, από αρχαιοτάτων ήδη χρόνων, καλλιέργεια δημητριακών στην περιοχή των μετέπειτα Φιλίππων, σημαντικό, αποδεικτικό στοιχείο της οποίας πρέπει να θεωρηθεί ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, τον θεό του Κάτω Κόσμου, μια γοητευτική περιπέτεια, που οι αρχαίοι πίστευαν ότι έλαβε χώρα στη Νύσα, "κατ' ηγάθεον Νυσήιον". Η Νύσα ήταν μια αγιασμένη χώρα και βρισκόταν, σύμφωνα με αρχαίους και σύγχρονους ιστορικούς, όπως ο Ρωμαίος Αππιανός και ο σοφός Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου του Nancy, των αρχών του 20ού αιώνα, P. Perdrizet, (ο τελευταίος, στηριζόμενος κύρια στην τραγωδία του Ευρυπίδη «Βάκχες»), στην περιοχή όπου βασίλευε ο Λυκούργος, εφόσον δε ο τελευταίος ήταν βασιλιάς των Ηδωνών Θρακών, οι οποίοι κατοικούσαν ανατολικά και δυτικά του Παγγαίου όρους, αλλά και στο νησί της Θάσου, που τότε ονομαζόταν Ωδονίς, Νύσα δεν μπορούσε παρά να είναι το πανάρχαιο, μυστικιστικό όνομα αυτού του ίδιου του βουνού, στου οποίου, όπως λέγει ο ομηρικός ύμνος στον Διόνυσο, το παιδί – θεός μεγάλωσε μέσα στις κοιλάδες και τα σπήλαια ("Νύσης εν γυάλοις") και στου οποίου το όνομα βλέπει κανείς σαν πρώτο μεν συνθετικό τη λέξη "Διός", (που είναι πρώτο συνθετικό και πολλών θρακικών φύλων, όπως οι Δίοι, οι Διοβησσοί κ.λ.π. ενώ βέβαια έχει κοινή ρίζα με αυτή του Διός, του μεγάλου Θεού των Ελλήνων), σαν δεύτερο δε συνθετικό το όνομα του όρους "Νύσα". Ο Διόνυσος ήταν, συνεπώς, για τους Θράκες, ο θεός της Νύσας, δηλαδή ο θεός του ιερού βουνού του, του Παγγαίου.
Είναι σημαντικό, κατόπιν των ανωτέρω, να παραθέσω το κείμενο του Αππιανού, στο οποίο ο Ρωμαίος εκείνος ιστορικός περιέγραψε την μάχη των Φιλίππων, το 42 π.Χ., (Appian., Bell. civ., IV, 105) κι από το οποίο προκύπτει ότι και οι Ρωμαίοι, την ιερή χώρα Νύσα την τοποθετούσαν στην περιοχή των Φιλίππων: «….ο Βρούτος και ο Κάσσιος, με μια εκπληκτική πράξη θράσους, προχώρησαν στους Φιλίππους, όπου αποβιβάστηκε και ο Τίλλιος και ολόκληρος ο στρατός ήταν συγκεντρωμένος εκεί. Οι Φίλιπποι είναι μια πόλη, που παλαιότερα ονομαζόταν Δάτον και πριν από αυτό Κρηνίδες, γιατί εκεί γύρω από έναν λόφο αναβλύζουν πολλές πηγές. Ο Φίλιππος την οχύρωσε, γιατί την θεωρούσε εξαιρετικό οχυρό κατά των Θρακών και την ονόμασε, από τον εαυτό του, «Φίλιπποι». Βρίσκεται σ’ έναν απόκρημνο λόφο……. Υπάρχουν δάση στα βόρεια, μέσα από τα οποία ο Ρασκούπορις (βασιλιάς των Θρακών) οδήγησε τον στρατό του Βρούτου και του Κάσιου. Στα νότια υπάρχει ένα έλος, που εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα. Στα ανατολικά είναι τα φαράγγια των Σαππαίων και των Κορπιλαίων και στα δυτικά μια πολύ εύφορη και όμορφη πεδιάδα, που εκτείνεται στις πόλεις Murcinus και Drabiscus και τον ποταμό Στρυμόνα, περίπου 350 στάδια. Εδώ λέγεται ότι παρέσυρε (ο θεός Άδης) την Περσεφόνη, ενώ μάζευε λουλούδια και εδώ είναι ο ποταμός Ζυγάκτης, στη διάβαση του οποίου λένε ότι έσπασε ο ζυγός του άρματος του θεού, από την οποία και πήρε το όνομά του το ποτάμι………….» (Σημείωση δική μου: Δείτε και το γειτονικό στον ποταμό Ζυγάκτη χωριό Ζυγός, που διατήρησε, στην διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης και διατηρεί μέχρι σήμερα το πανάρχαιο αυτό όνομά του)!
Αξίζει, όμως, να παραμείνω, λίγο περισσότερο, στον μύθο, στον οποίο αναφερόταν ο Αππιανός και για τον οποίο πίστευε (όπως πίστευαν και όλοι οι Ρωμαίοι) ότι έλαβε χώρα στην περιοχή του Παγγαίου και συγκεκριμένα κοντά στον Ζυγάκτη ποταμό, που μέχρι σήμερα κυλάει τα νερά του δίπλα από τα λαμπρά ερείπια των αρχαίων Φιλίππων, όπως αυτός ο μύθος περιγράφεται στον Ομηρικό ύμνο προς την (θεά) Δήμητρα, ένα επικό ποίημα, που συντάχθηκε στα τέλη του 7ου με αρχές του 6ου αιώνα προ Χριστού:
Τη Δήμητρα - θεά καλλίκομη, σεμνή - θα υμνήσω,
την ίδια και την κόρη της με τα λεπτά σφυρά·
ο Αϊδωνεύς την άρπαξε, ο Ζευς τού την εχάρισε,
βαρύχτυπος, βροντόφωνος· κι από τη Δήμητρα, οπού κρατεί
χρυσό σπαθί κι ωραίους καρπούς,
τη χώρισε, την ώρα που έπαιζε με τις βαθύκολπες Ωκεανίδες.
Μαζεύοντας λουλούδια, ρόδα και κρόκο,
όμορφους μενεξέδες σε μαλακό λιβάδι,
κρίνα, υάκινθο και νάρκισσο - η Γη τον έσπειρε τον νάρκισσο,
δόλο της Κόρης με το πρόσωπο ανθισμένο,
γιατί ο Δίας το θέλησε, κάνοντας χάρη στον Πολυδέκτη.
Έλαμπε ο νάρκισσος, θαύμα και θέαμα σε όλους όσοι τον είδαν,
αθάνατοι θεοί και άνθρωποι θνητοί·
από την ίδια ρίζα φύτρωναν μοσχομυρίζοντας άνθη εκατό -
γέλασε τότε ο ουρανός απέραντος από ψηλά,
η γη ολάκερη και τ' αλμυρό το κύμα της θαλάσσης.
Θαμπώθηκεν κι η Κόρη κι έσκυψε, απλώνοντας τα δυο της χέρια,
να πιάσει του κόσμου αυτό το χάρμα.
Ξάφνου ανοίγει η γη, στο Νύσιο πεδίο,
από βαθιά έγινε πλατιά, κι ανέβηκε ο βασιλιάς του κάτω κόσμου
με τα άλογά του αθάνατα, ο πολυώνυμος του Κρόνου γιος.
Βίαια την άρπαξε, την έσυρε επάνω στο χρυσό του άρμα, ολοφυρόμενη,
ενώ η φωνή της κατακόρυφη αντηχούσε,
καλώντας τον πατέρα της Κρονίδη, μέγα και πρώτον.
Κι όμως κανείς δεν βρέθηκε, αθάνατος ή και θνητός,
ν' ακούσει την κραυγή της,
μήτε λαμπρόκαρπες οι Ελιές».
Ανέφερα ήδη, παραθέτοντας το κείμενο του Θεόφραστου, το σχετικό με την προσπάθεια αποξήρανσης τμήματος των τεναγών, από τον Φίλιππο Β’, ότι οι κάτοικοι των Κρηνίδων καλλιεργούσαν τριαντάφυλλα, που είχαν μεταφυτέψει από το όρος Παγγαίο. Αυτό το τελευταίο, πράγματι, φημιζόταν, από αρχαιότατους χρόνους, για τα περίφημα, εκατόφυλλα τριαντάφυλλά του, τα οποία μνημόνευσαν, πλην του Θεοφράστου και ο Αθήναιος και ο Πλίνιος και των οποίων μια ιδέα μας δίνουν τα μικρά άγρια τριαντάφυλλα, που μέχρι σήμερα σκορπίζουν το άρωμά τους στις χαμηλές πλαγιές του. Στο νόμισμα του 5ου αιώνα π.Χ. της αρχαίας Τραγίλου, πόλης των Βισαλτών Θρακών, κοντά στο σημερινό Αηδονοχώρι Σερρών, υπάρχει το ρόδο του Παγγαίου, σαν μακρινή ανάμνηση του οποίου θεωρούσε, ο σπουδαίος Γάλλος αρχαιολόγος και περιηγητής Leon Heuzey, που πέρασε από την περιοχή μας πριν από ένα και πλέον αιώνα, το ίδιο το όνομα της γνωστής και με μεγάλη ιστορία κωμόπολης του βόρειου Παγγαίου, του Ροδολείβους, που περιέχει τη ρίζα "ρόδο = τριαντάφυλλο". Αυτά τα τριαντάφυλλα του Παγγαίου, στη ρωμαϊκή εποχή, χρησιμοποιούνταν ιδιαίτερα στην τελετή της λατρείας των νεκρών (rosalia), η οποία συνίστατο, είτε στην καύση τους πάνω από τους τάφους των νεκρών, είτε στο στολισμό αυτών των τάφων, ενώ δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που θεωρούν ότι αυτά, σε παλαιότερες εποχές, διαδραμάτιζαν σοβαρό ρόλο και σ' αυτή την ίδια τη λατρεία του Διονύσου, που το μαντείο του βρισκόταν στο Παγγαίο.
Στην γύρω από τους Φιλίππους περιοχή αναφέρθηκε και ο Ρωμαίος γεωγράφος Στράβων, ο οποίος, μιλώντας για την γη της περιοχής του αρχαίου Δάτου, δηλαδή των μετέπειτα Φιλίππων, κάνει λόγο για "αρίστη και εύκαρπον χώρα",
Είναι γνωστό, επίσης, από τις ανασκαφές που διεξάγει, εδώ και πολλά χρόνια, η Γαλλική, Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, στην τούμπα του Ντικιλί τας, (δίπλα στις σημερινές Κρηνίδες), ότι έχει πιστοποιηθεί η καλλιέργεια αμπέλου και μάλιστα σε πολύ πρώιμο χρόνο, αλλά για τα σχετικά ευρήματα παραπέμπω στις σχετικές δημοσιεύσεις της προαναφερθείσας Σχολής.
Από μια επιγραφή, τέλος, που βρέθηκε στην περιοχή των Φιλίππων, προκύπτει ότι ένας Ρωμαίος κάτοικος των Φιλίππων, ονόματι Όππιος Φρόντων, διατηρούσε, στην περιοχή των Φιλίππων, ιχθυοτροφείο (cella natatoria).
Όσον αφορά την βυζαντινή περίοδο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για την περιοχή των τεναγών, παρουσιάζουν οι δύο καταστροφικοί, εμφύλιοι πόλεμοι, που έλαβαν χώρα στα μέσα του 14ου αιώνα, ανάμεσα, από την μια στο νεαρό αυτοκράτορα, Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο, (με το βασιλικό διευθυντήριο - βασιλομήτωρ Άννα Σαβοΐας/Παλαιολογίνα - Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας - αυλικός Αλέξιος Απόκαυκος) και από την άλλη στον ικανό και έμπειρο αξιωματούχο, Μέγα Δομέστικο και αντιβασιλέα, κατοπινό, δε, de facto αυτοκράτορα, Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό, μαζί με τον πρωτότοκο γιο του Ματθαίο. (Καντακουζηνός 2008: ιστ', τόμ. I), από τους οποίους πολέμους επωφελήθηκε ο Σέρβος βασιλιάς, Στέφανος Δουσάν, που κατέλαβε σύντομα τεράστιες εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και την πόλη των Σερρών, το Σεπτέμβριο του 1345, καθώς και την Δράμα και τους Φιλίππους. λίγο δε αργότερα, τον Οκτώβριο του 1345, αυτοανακηρύχθηκε «Κράλης και αυτοκράτωρ Σερβίας και Ρωμανίας», στον τότε μητροπολιτικό ναό των Αγίων Θεοδώρων Σερρών (Στεργίου 2018:34). Οι Σέρρες αποτέλεσαν, κατόπιν τούτου, την έδρα του Δουσάν και την πρωτεύουσα του Σερβικού κράτους, στην οποία διέμενε και ο Πατριάρχης των Σέρβων (Στεργίου 2018:35), ευτυχώς, όμως, για τους Βυζαντινούς, αυτός απεβίωσε ξαφνικά το 1355, οι δε διάδοχοί του δεν διέθεταν τις δικές του, ηγετικές ικανότητες, με αποτέλεσμα το Βυζάντιο να σωθεί τουλάχιστον από τους Σέρβους.
Στα τέλη του 1354 με αρχές του 1355, ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος επικράτησε του Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού, ο δε τελευταίος αποσύρθηκε κι έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ. Ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος είχε, πλέον, ν’ αντιμετωπίσει μόνο τον γιο του Ιωάννη Καντακουζηνού, Ματθαίο, όμως, αυτός ήταν ισχυρός, γι’ αυτό ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος αποφάσισε να συνάψει μαζί του μια συμφωνία συμφιλίωσης, για να τερματίσει τον αιματηρό εμφύλιο, τη συμφωνία, όμως, αυτή καταπάτησε ο Ματθαίος, που συμμάχησε με Τούρκους κι επιτέθηκε στον αυτοκράτορα Ιωάννη. Τελικά, στα τέλη του 1356 ή αρχές του 1357, ο Σέρβος κυβερνήτης της Δράμας Βοΐνα (Vojihna / Vojhna / Vojin) συνέλαβε τον Ματθαίο Καντακουζηνό και λίγο αργότερα τον παρέδωσε στον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, πιθανώς το καλοκαίρι του 1357.
Εδώ, όμως, αφήνω να περιγράψει τα τόσο ενδιαφέροντα, για την περιοχή τα ων τεναγών των Φιλίππων, γεγονότα, με πρωταγωνιστή τον Ματθαίο Καντακουζηνό, το μέλος της Γαλλικής, Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, ανασκαφέας της βυζαντινής πόλης των Φιλίππων και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, Paul Lemerle, στο έργο του «Philippes et la Macedoine orientale a l’ époque chretienne et byzantine», βασισμένος σε κείμενα του Καντακουζηνού: «Το έτος εκείνο ο Ματθαίος Καντακουζηνός, επικεφαλής μιας στρατιάς που την αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά Τούρκοι και αυτόχθονες Έλληνες, που είχαν στρατολογηθεί στο Θέμα του Βολερού, (σημειώνουμε εδώ ότι ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι πατούσαν τα χώματα της Ανατολικής Μακεδονίας, φερμένοι, δυστυχώς, από έναν Έλληνα, διεκδικητή του βυζαντινού θρόνου!) διέσχισε τις στενές διόδους της Χριστουπόλεως και διείσδυσε στην περιοχή που ανήκε στον (Σέρβο) καίσαρα Βόϊνα, ληστεύοντας και καταστρέφοντας τα χωριά που βρίσκονταν γύρω από τους Φιλίππους, τα οποία ήταν μεν Ελληνικά, αλλά ήταν από πολύ καιρό υποταγμένα στους Σέρβους. Ο Βόϊνα υποχώρησε από τη Δράμα (όπου ήταν εγκατεστημένος) στις Σέρρες, κοντά στις οποίες έλαβε χώρα μια σύγκρουση, στην οποία τα στρατεύματα του Ματθαίου νίκησαν τους Σέρβους. Στη συνέχεια ο Ματθαίος εγκατέστησε το στρατόπεδό του δίπλα στον Πάνακα (Αγγίτη) ποταμό, όπου, όμως, έλαβε χώρα ένα συμβάν, που έμελλε να είναι μοιραίο γι’ αυτόν: Οι στρατιώτες του εξέλαβαν ως Σερβικό στράτευμα ένα φιλικό προς τον Ματθαίο τμήμα στρατού, το οποίο επέστρεφε από λεηλασία και καταληφθέντες από ξαφνικό πανικό, τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν. Πήραν το δρόμο προς την κατεύθυνση των Φιλίππων, γιατί πίστευαν ότι αν τους προλάβαινε η νύχτα και οι κάτοικοι των Φιλίππων αντιλαμβάνονταν τη φυγή τους, τίποτε δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τον ολοκληρωτικό όλεθρό τους: Οι κάτοικοι των Φιλίππων που κατείχαν το πέρασμα, (ανάμεσα στα έλη και στην πόλη τους), δεν θα τους επέτρεπαν να περάσουν στη Θράκη και ο Σερβικός στρατός θα τους σφαγίαζε. (δηλαδή, επειδή η πόλη των Φιλίππων βρίσκεται σε μια υπώρεια, το μεν έδαφος πάνω από την πόλη είναι αδιάβατο, εξ αιτίας του ότι είναι βραχώδες και περιβάλλεται από βαθιά φαράγγια, γκρεμούς και βράχους, το δε έδαφος κάτω από την πόλη, που είναι λείο, αποτελεί ένα βαθύ τέναγος, ελώδες και γεμάτο με πολλά νερά. Κι υπάρχει μια στενή δίοδος, ανάμεσα στην πόλη και στο τέναγος). Σ’ αυτό ακριβώς το στενός πέρασμα, (λοιπόν), ανάμεσα στα τείχη της πόλης και στο έλος, οι φυγάδες έλπιζαν να φθάσουν, χωρίς να προσελκύσουν την προσοχή των κατοίκων. Ένας μικρός όμως αριθμός τους μόνο το πέρασε, ενώ οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν. Οι Έλληνες (της περιοχής) πήραν μέρος σ’ αυτή την κατατρόπωση των Τούρκων (μισθοφόρων) κι οι προσπάθειες του Ματθαίου Καντακουζηνού δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν αυτή τη συμμετοχή. Ο Βόϊνα και το Σερβικό στράτευμα των Σερρών αγνοούσαν τι είχε συμβεί, αλλά οι Σέρβοι που κατοικούσαν στα χωριά γύρω από τους Φιλίππους έσπευσαν κι έπεσαν πάνω στους φυγάδες, τους οποίους ο Ματθαίος επιδίωξε μάταια να προστατεύσει. Ο βασιλέας ο ίδιος, (δηλ. ο Ματθαίος), θέλοντας να προστατέψει τον ίδιο του τον εαυτό, πλησίασε κι αυτός τους Φιλίππους. Το άλογό του, εξαντλημένο από τις επιθέσεις και τις αδιάκοπες εφόδους, έπεσε. Ο βασιλέας βρέθηκε σε απελπιστική κατάσταση μέχρις ότου ένα μέλος του βασιλικού οίκου, ονόματι Κυπαρισσιώτης, ο οποίος ήταν άνθρωπος που ελάχιστη σχέση είχε με τον πόλεμο και τις μάχες, ήταν όμως πολύ μορφωμένος, έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει για να τον σώσει: Κατέβηκε από το άλογό του και το έδωσε στον βασιλέα, εκθέτοντας τον εαυτό του σε ολοφάνερο, θανάσιμο κίνδυνο. Αυτόν, πράγματι, τον συνέλαβαν σύντομα οι Σέρβοι κι έμεινε για λίγο καιρό φυλακισμένος απ’ αυτούς, μέχρις ότου απελευθερώθηκε, χάρη στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, (που ήταν ίδιες μ’ αυτές με των Σέρβων). Έτσι ο βασιλέας έφθασε μόνος στους Φιλίππους, όμως βρήκε το στενό πέρασμα κατειλημμένο από τόσους πολλούς ανθρώπους, ώστε δεν διανοήθηκε καν να το περάσει. Μην έχοντας, μετά απ’ αυτό, τίποτε καλύτερο να κάνει, μπήκε μέσα στο έλος, που ήταν καλυμμένο από καλαμιές, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να μείνει κρυμμένος εκεί, μέχρι νάρθει η νύχτα. Καθώς όμως το έλος δεν μπορούσε ν’ αντέξει το βάρος του αλόγου, του οποίου οι οπλές βούλιαζαν στη λάσπη και παρέμεναν παγιδευμένες, ο βασιλέας κατέβηκε από το άλογο και το άφησε ελεύθερο. Αλλά οι κάτοικοι των Φιλίππων είχαν τρέξει στο κατόπι του, γνωρίζοντας ποιος ήταν: Κάποιος Γαβράς, που ήταν ένας από τους οικείους του, είχε πέσει τραυματισμένος στα χέρια τους και την ώρα που παρέδινε το πνεύμα του τον είχε αναγνωρίσει από μακριά και τους είχε πει ότι ήταν ο βασιλιάς αυτός που πλησίαζε. Οι κάτοικοι των Φιλίππων, λοιπόν, άρχισαν να ερευνούν τις καλαμιές και τα δένδρα του έλους με σκύλους, βρήκαν τον βασιλιά και τον οδήγησαν στην πόλη τους. Την επόμενη ημέρα ο καίσαρας Βόϊνα, μόλις έμαθε ότι ο βασιλιάς ήταν φυλακισμένος στους Φιλίππους, τον παρέλαβε και τον οδήγησε στην κατοικία του, στους Φιλίππους, για να τον παραδώσει λίγο αργότερα στον Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο, ο οποίος έτσι απαλλάχθηκε από όλους τους διεκδικητές του θρόνου του κι έμεινε μόνος κύριος των βυζαντινών εδαφών».
Τελικά, σύμφωνα με το «Βυζαντινόν Χρονολόγιον» (14ου αιώνα): «μετά τη σύλληψη του Ματθαίου Καντακουζηνού και την παράδοσή του στο νόμιμο αυτοκράτορα, ο πατέρας του πρώτου μεσολάβησε και ο Ματθαίος απελευθερώθηκε το 1358, αφού πρώτα πείστηκε να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του στον θρόνο και στην Αδριανούπολη. Τότε, ο Ματθαίος και ο πατέρας του αποσύρθηκαν στον Μυστρά» (ιστότοπος https:// byzantium.gr/index.html).
(Όλες οι πληροφορίες που παρέθεσα, σχετικά με τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Ιωάννη Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, προέρχονται από το βιβλίο του Συμεών Μαυρίδη «η καστροπολιτεία του Περιθεωρίου Θράκης και ο Γενοβέζος διοικητής της Giovanni Adorno (1422-1424)»).
Έρχομαι, στη συνέχεια, στις περιγραφές των τεναγών ή σε αναφορές σ’ αυτά, που έγιναν, ήδη από τον 18ο αιώνα, από περιηγητές, στρατιωτικούς κλπ.
Το έτος 1913, εκδόθηκε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας, από το NICOLAS IORGA, το σύγγραμμα με τίτλο “Chronique de l'expédition des Turcs en Morée 1715, attribuée à Constantin Dioikétès”, (δηλαδή, “Χρονικό της εκστρατείας των Τούρκων στο Μωριά, το 1715, αποδιδόμενο στον Κωνσταντίνο Διοικητή”). Σ’ αυτό, ανάμεσα στα πλείστα, ενδιαφέροντα, ιστορικά στοιχεία, διαβάζουμε και τα εξής, όπως τα αφηγήθηκε ο προαναφερθείς Ρουμάνος στρατιωτικός, ο οποίος, επικεφαλής σώματος Βλάχων, κατευθυνόταν προς την Πελοπόννησο, προκειμένου να βοηθήσει τους Τούρκους, στους αγώνες τους κατά των Ενετών: «Μετά ο δρόμος (εννοεί, προφανώς, που ανεβαίνει από την Καβάλα), αρχίζει να γίνεται πιο μεγάλος κι ανάμεσα στα βουνά που τον περιβάλλουν, όπως και στα μισά του δρόμου, υπάρχουν άδενδρα μέρη, συστηματικοί αμπελώνες και κήποι, πανέμορφες τοποθεσίες, μέχρι το Μπερεκετλή (Δάττο), όπου βρίσκονται ωραίες πηγές, το νερό των οποίων πηγάζει από το βουνό, καθώς και πολυάριθμα χωριά. Την 23η Απριλίου, ημέρα του Αγίου Γεωργίου, φεύγοντας από το Μπερεκετλή, φθάσαμε στο Τορκούλ – καϊνάρντ-σασί, (Πόρτες Νικήσιανης), μετά από πορεία τριών ωρών….. « Ακολούθως, ο συγγραφέας του κειμένου, αφού περιγράφει το Πράβι, (σημερινή Ελευθερούπολη), μας λέει τα εξής: «Από εδώ και πέρα, στους πρόποδες του βουνού υπάρχει καλός δρόμος. Καλά και ωραία ύδατα πηγάζουν από το βουνό και στη συνέχεια σχηματίζουν πιο κάτω, μέσα στους τυρφώνες, λασπερά έλη. Προτού φθάσουμε σ’ αυτές τις πηγές, ανάμεσα στα ψηλά βουνά, κοντά σ΄ ένα ύψωμα στα δεξιά μας, υπάρχει ένας «κετσές», ένα πέρασμα. Ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος, στενός: Ανεβαίνει και κατεβαίνει. Στο κατέβασμα, χαμηλά, βλέπουμε καρυδιές, δένδρα, πηγάδια, χωριά. Όμορφα μέρη. Στη συνέχεια, η πεδιάδα πλαταίνει, οι πηγές που αναφέραμε σχηματίζουν έλη και ο δρόμος συνεχίζει, στους πρόποδες του βουνού μέχρι το Τορκούλ -Καϊνάρντ-τσασί, (εννοεί τις Πόρτες, τα νερά μετά τη Νικήσιανη), το οποίο είναι μια μεγάλη πηγή, που πηγάζει από το βουνό, πάνω στο οποίο βρίσκεται η μονή της Παρθένου, «της Αχειροποιήτου» (στα ελληνικά, στο κείμενο).
Στην Επιθεώρηση των Ναπολεοντείων Μελετών, του έτους 1918, δημοσιεύθηκε το οδοιπορικό του J. J. TROMELIN, με τίτλο «Itinéraire d' un voyage fait dans la Turquie d' Europe, d'après les ordres de Son Excellence le général en chef Marmont, duc de Raguse», (δηλαδή, «οδοιπορικό ενός ταξιδιού, που έγινε στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, σύμφωνα με τις διαταγές του Αρχιστράτηγου Marmont, δούκα της Ραγκούζας). Ο Tromelin ήταν Γάλλος στρατιωτικός, ευρισκόμενος στην υπηρεσία του Ναπολέοντα, ο οποίος περιόδευσε σ’ όλη την Ευρωπαϊκή Τουρκία το έτος 1807, καταγράφοντας κυρίως τα στρατιωτικά έργα, τις οχυρές θέσεις, τις στρατιωτικές δυνάμεις και το οδικό δίκτυο των χωρών της βαλκανικής χερσονήσου, που ήταν υποταγμένες στο Σουλτάνο. Ο Tromelin μας αναφέρει, λοιπόν, στο κεφάλαιο, με τίτλο «Οδός από την Πράουστα στις Σέρρες, 14 ώρες», τα εξής: «Αφήνοντας την Πράουστα, για να πάει κανείς στις Σέρρες, πρέπει ν’ ακολουθήσει τους πρόποδες των βουνών που περιβάλλουν την πεδιάδα των Φιλίππων από τα δυτικά. Το έδαφος στα δεξιά της οδού είναι τόσο ελώδες, ώστε δεν αφήνει παρά ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σ’ αυτό και στα βουνά προς τ’ αριστερά. Δεν μπορεί κανείς να διασχίσει αυτή την πεδιάδα, παρά μόνο απέναντι από την Πράουστα ή ακόμη καλύτερα από τα νότια, για να φθάσει στα ερείπια των Φιλίππων, που τα διακρίνει κανείς στους πρόποδες των βουνών προς τα ανατολικά, ή στη Δράμα, οκτώ ώρες στα βορειοανατολικά της πεδιάδας. Αυτά τα έλη σχηματίζονται από τα νερά που τρέχουν από τα βουνά και από ενεργές πηγές, πολύ πλούσιες, που πηγάζουν από τον βράχο, ακριβώς πάνω στην οδό. Ένα μέρος, εν τούτοις, αυτών των νερών φεύγει, μέσω ενός χειμάρρου, που χύνεται στα βόρεια στον αρχαίο Στρυμόνα, ο οποίος ονομάζεται Καρά σού και ποτάμι της Δράμας από τους Τούρκους. Περίπου μισή λεύγα από την Πράουστα, οι πηγές που αναβλύζουν από τους πρόποδες των βουνών σχηματίζουν εκεί ένα έλος τόσο βαθύ, που σε υποχρεώνει ν’ αφήσεις την πεδιάδα και να εισέλθεις σε μια άλλη κοιλάδα, περισσότερο υπερυψωμένη. Σ΄’ αυτήν εισέρχεται κανείς, ανεβαίνοντας μια λιθόστρωτη οδό, 15-16 πόδια πλατιά. Στην έξοδο του αυχένα που οδηγεί εκεί, υπάρχει ένα στενό πέρασμα που περικλείεται από βουνά, το οποίο είναι εύκολο να οχυρωθεί (να το υπερασπιστεί κανείς). Αφού κατεβεί κανείς σ’ αυτό το φαράγγι, βλέπει στ’ αριστερά του δρόμου το τουρκικό χωριό Ντρανίτς (Σημείωση μεταφραστή: σημ. Αντιφίλιπποι) και λίγο πιο μακριά το «Παλουόρ» (Σημείωση μεταφραστή: σημ. Παλαιοχώρι), που κατοικείται από Έλληνες. Αυτό το μικρό φαράγγι είναι εύφορο και πολύ δασωμένο. Στη συνέχεια, επιστρέφει κανείς για κάποιο διάστημα στην πεδιάδα, συνεχίζει να βαδίζει κατά μήκος μιας αρκετά καλής οδού, (παρόλο που σ’ αυτήν, μεγάλα χαλίκια, που μεταφέρονται από νερά, δημιουργούν εμπόδια) μέχρις ότου φθάνει σ’ ένα ακόμη στενό. Αυτό το στενό πέρασμα είναι χωμένο (περιορισμένο) ανάμεσα στα βουνά από τα αριστερά κι ένα αδιαπέραστο έλος από τα δεξιά. Οι Τούρκοι, γι’ αυτό το λόγο, του έδωσαν το όνομα Πόρτες, (Σημ. μεταφραστή: Στο κείμενο αναφέρεται η ελληνική λέξη): Αυτές βρίσκονται στο βόρειο άκρο της πεδιάδας των Φιλίππων».
Το έτος 1851 εκδόθηκε, από τον Βασίλειο Νικολαϊδη, η «Στρατιωτική Γεωγραφία της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και ιδίως των Ομόρων της Ελλάδος Επαρχιών, ήτοι Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Ηπείρου και Αλβανίας». Στο σύγγραμμα αυτό, ο Νικολαϊδης, στο κεφάλαιο με τίτλο «πεδιὰς Δράμας και Φιλίππων», αναφέρει ότι «η πεδιὰς της Δράμας είναι μία των καρποφορωτάτων και πλουσιωτάτων της μεγάλης Ελλάδος, παράγουσα αφθονωτάτους δημητριακοὺς καρπούς, ορύζια, οίνον, σίσαμον, βάμβακας, καπνοὺς κτλ., παρὰ δε τοις Οθωμανοίς υπάρχει ρητόν, «Δράμα οβασί, αλτὶν οβασί», ήτοι η πεδιὰς της Δράμας είναι πεδιὰς χρυσίου. Ποτιζομένη υπὸ διαφόρων υδάτων πηγαζόντων εκ του όρους Μπὸζ-Δαγ και κειμένη μεταξὺ υψηλών και μεγάλων ορέων, η πεδιὰς αύτη παχύνεται καθεκάστην, αντὶ να στερηθή των συστατικών αυτής γόνων. Έχει μήκος μεν απ᾽ άρκτου προς μεσημβρίαν 6 ωρών περίπου και πλάτος 3-4 απ᾽ ανατολών προς δυσμάς. Περιβαλλομένη πανταχόθεν υπὸ ορέων, λοφοσειρών και ελών, δεν παρέχει άλλην δίοδον ειμὴ προς μεν άρκτον, δια των στενωπών του Αγγίστα και της Δράμας, προς δε νότον δια των της Πραύης και των Φιλίππων….. Εις 3ωρον απὸ Δράμας η οδὸς συναντά πηγὴν αφθόνου και διαυγεστάτου ύδατος, ο αύλαξ του οποίου ζευγνύεται δι᾽ ενὸς ισχυρού μονομερούς ογκομαρμάρου και παράκειται υδρόμυλος. Εκτὸς της πηγής ταύτης, υπάρχουσι προς ανατολὰς και άλλαι πηγαὶ επίσης εξαιρέτου ύδατος, και είναι σχεδὸν βέβαιον ότι κατὰ τας πηγὰς ταύτας κατεψύγη ο στρατὸς του Βρούτου και Κασσίου, αφού δι᾽ ολόκληρον ημέραν έμεινεν άνυδρος. Εις 4ωρον απὸ Δράμας η οδὸς ακολουθούσα ομαλώτατον πεδίον, και έχουσα προς μεν δεξιὰν τα έλη Φιλίππων, προς δε αριστερὰ τας τελευταίας υπωρείας του όρους Μπὸζ-δαγ, φθάνει εις τα ερείπια Φιλίππων, ένθα στενεύει ολίγον και καθίσταται οχληρὰ, αφού προσκολληθή επὶ του ορεινού μέρους. Η οδὸς εξελθούσα της θέσεως Δικελὶ-Τάσ, ένθα υπάρχει παντοπωλείον, καφενείον, αποθήκη και υδρόμυλος μετὰ πολλού και αξιολόγου ύδατος, διευθύνεται προς ανατολάς, τείνουσα προς το Σύμβολον όρος, το οποίον καλείται ούτω, διότι ενώνει το Παγγαίον όρος μετὰ των τελευταίων κλάδων της Ροδόπης. Δεξιὰ της οδού κείται η λίμνη Φιλίππων, γέμουσα απὸ καλάμους και πέραν αυτής η πόλις Πράβη, (Πράβιστα), ήτις νέμεται την μεταξὺ αυτής, της λίμνης και του Συμβόλου πεδιάδα, καλουμένην Μπερεκετλὶ-οβασί, (πλουσιοπάροχον πεδιάδα), περιβαλλομένην υπὸ πολλών καὶ πλουσίων χωρίων».
Τον Μάιο του 1834, δύο Χριστιανοί (προτεστάντες) ιεραπόστολοι, ονόματι Dwifht και Schauffler, περιηγήθηκαν την Μακεδονία και την Θράκη και τις ταξιδιωτικές και πνευματικές περιπλανήσεις τους δημοσίευσαν το 1836, στον 32ο τόμο της ετήσιας έκδοσης με τίτλο «THE MISSIONARY HERALD: CONTAlNING THE PROCEEDINGS AT LARGE OF THE AMERICAN BOARD OF COMMISSIONERS FOR FOREIGN MISSIONS WITH A GENERAL VIEW OF OTHER BENEVOLENT OPERATIONS». Στο έργο τους εκείνο, αναφέρουν ότι «σύμφωνα με τον επίσκοπο της Πράβιστας και άλλους Έλληνες που γνωρίσαμε εκεί, μεγάλο μέρος από τα ερείπια (της πόλης των Φιλίππων) καλύπτονται σήμερα από λιμνάζοντα ύδατα και μπορεί κανείς να τα δει στον πυθμένα των υδάτων αυτών, αλλά αυτό το τμήμα της πόλης βρισκόταν πολύ μακριά από την περιοχή που θα επισκεπτόμασταν εμείς. Στην πραγματικότητα, θ’ απαιτούνταν μέρες, όχι ώρες, για να εξερευνήσουμε μια τοποθεσία σαν κι αυτήν».
Στα τεύχη της 12ης και της 16ης Μαρτίου 1903, της γαλλόφωνης εφημερίδας της ισραηλιτικής κοινότητας Θεσσαλονίκης «JOURNAL DE SALONIQUE»), ο Ολλανδός δημοσιογράφος MAURITZ WAGENVOORT έγραψε τα εξής ενδιαφέροντα άρθρα, υπό τον κοινό τίτλο «στα ερείπια των Φιλίππων»:
Στις 12-3-1903 ανέφερε: «Η πόλη των Φιλίππων, όπως υποδηλώνει και το όνομά της, ιδρύθηκε γύρω στο 350 π.Χ., από τον πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και είχε στιγμές δόξας. Δεν είναι γνωστό, πότε η πόλη έπεσε σε ερείπια. Οι κάτοικοι πρέπει να την εγκατέλειψαν, όταν καθαρίστηκαν τα έλη. Ακόμη και σήμερα, μπορείτε να δείτε τα ρέματα που εκβάλλουν στους πρόποδες της αρχαίας πόλης. Στο παρελθόν, τα ρέματα αυτά πρέπει να ήταν πολύ μεγάλα και να κατέληγαν στη θάλασσα ,χάρη σε κολοσσιαία, τεχνικά έργα, όπως μόνο οι Ρωμαίοι ήξεραν να κατασκευάζουν. Μόνο οι Ρωμαίοι ήξεραν να χτίζουν. Αργότερα, όταν η πόλη περιήλθε στα χέρια των Βυζαντινών, οι Βυζαντινοί, από απροσεξία ή για κάποιο άλλο λόγο, άφησαν τις αποχετεύσεις να υποβαθμιστούν και δεν μπόρεσαν να τις ξαναφτιάξουν. Δημιουργήθηκαν βάλτοι, που βρωμούσαν τον αέρα. Η θνησιμότητα ήταν υψηλή. Οι κάτοικοι πανικοβλήθηκαν και εγκατέλειψαν την πόλη. Σε κάθε περίπτωση, η πόλη δεν είχε πλέον κανένα ενδιαφέρον ή έλξη. Είχε έρθει η ώρα να πέσει σε παρακμή, και αυτό επιτάχυνε την αναχώρηση των κατοίκων προς τη Νεάπολη (Cavalla) και αλλού».
Στις 16-3-1903, ο ίδιος δημοσιογράφος έγραψε, στην ίδια εφημερίδα: «Οι ταξιδιώτες που κινούνται από την Δράμα προς την Καβάλα ή αντίστροφα, μένουν έκθαμβοι, όταν βλέπουν, στο μέσον της διαδρομής, σαν συνέχεια της πύλης του πανδοχείου, που χρησιμεύει για την ανάπαυση των ταξιδιωτών, (σημ. μεταφραστή: Ο περιηγητής αναφέρεται στο χάνι, τα ερείπια του οποίου φαίνονται σήμερα δίπλα στην προϊστορική τούμπα του Ντικιλί τας), έναν πελώριο, τετράγωνο μονόλιθο, λίγο λεπτότερο στη βάση, σε σύγκριση με το επάνω άκρο του. Τι είναι αυτός ο μονόλιθος; Πιστεύεται ότι πρόκειται για ταφικό μνημείο, πλην όμως, οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν επί τόπου, δεν έφεραν τίποτε στο φως. (Ίσως, βέβαια, αυτές οι ανασκαφές να μην έγιναν σε αρκετό βάθος). Άλλοι υποθέτουν πως ο μονόλιθος μπορεί να ήταν η βάση του αγάλματος ενός αλόγου. Η πρώτη υπόθεση φαίνεται πιο ακριβής (αξιόπιστη), όπως θα δούμε πιο κάτω. Οι επιγραφές που φέρει πάνω του ο μέγας αυτός λίθος έχουν σβηστεί κι ο λόγος είναι ο ακόλουθος: Ο μύθος ήθελε, η σκόνη από αυτό τον λίθο να κάνει καλό στις στείρες γυναίκες. Αυτές οι τελευταίες, μια συγκεκριμένη στιγμή του έτους, έρχονταν στους Φιλίππους, έξυναν το μονόλιθο κι έπαιρναν απ’ αυτόν λίγη σκόνη. Οι στείρες γυναίκες, που κατέφευγαν σ’ αυτό το επινόημα (τέχνασμα), πρέπει να ήταν πολυάριθμες, γιατί η ποσότητα των κομματιών που έχουν αφαιρεθεί από τον λίθο είναι αρκετά σημαντική. Σήμερα, εκείνος ο μύθος έδωσε την θέση του σ’ έναν άλλο: Η σκόνη του μονολίθου θεωρούνταν αποτελεσματική ενάντια στην ελονοσία. Αυτή η τελευταία ενδημούσε μόνιμα στην περιοχή και αντιλαμβάνεται κανείς, με πόση ένταση πρέπει να γίνονταν τα ξυσίματα του λίθου».
Στο τεύχος της 24ης Σεπτεμβρίου του 1909 έτους, της αναφερθείσας ήδη, γαλλόφωνης εφημερίδας της Θεσσαλονίκης «JOURNAL DE SALONIQUE», υπήρχε η εξής ανακοίνωση:
«Οι κύριοι Ναρίφ και Δημητράκης Αφτουνίδης (μήπως Αφθονίδης;), δικηγόροι, πρότειναν στις (οθωμανικές) Αρχές της Δράμας τον μετασχηματισμό (αξιοποίηση) των θερμών λουτρών της περιοχής «Maggar», που βρίσκονται σε απόσταση δύο ωρών από την Δράμα, πάνω στον δρόμο προς Καβάλλα.
Οι πιο πάνω επιχειρηματίες δεσμεύονται να επισκευάσουν τους δρόμους, να κατασκευάσουν ξενοδοχεία και ν’ αυξήσουν την ποσότητα των νερών. Παραχωρούν, επίσης, υπέρ του οθωμανικού στόλου το 10% και υπέρ της Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων το 5% των καθαρών εσόδων της επιχείρησης.
Όλες οι κατασκευές θα περιέλθουν στην κυριότητα του Κράτους, όταν συμπληρωθεί η τριακονταετής διάρκεια της σχετικής σύμβασης.
Όποιοι θα ήθελαν να κάνουν καλύτερες προσφορές, παρακαλούνται ν’ απευθυνθούν στις Αρχές της Δράμας».
Το έτος 1901, ο Τρύφων Ευαγγελίδης, στο σύγγραμμά του, με τίτλο ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ, ήτοι, ιστορική, γεωγραφική, τοπογραφική και αρχαιολογική περιγραφή των νέων ελληνικών χωρών: Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας κλπ.», περιγράφει ως εξής την μετάβασή του, από την Δράμα προς την Καβάλα:
«Διαβαίνομεν ευλαβώς τον παραρρέοντα ρύακα, τον ονομασθέντα δικαίως υπό των περιηγητών μικρόν Ιορδάνην, διότι εν αυτώ εβαπτίσθη υπό του Αποστόλου Παύλου η πρώτη εν Ευρώπη χριστιανή, η ενάρετος και ευσεβής Λυδία, η πορφυροπόλις…. Τινές τον ποταμίσκον τούτον εκλαμβάνουσιν ως τον Ζυγάκτην, ονομασθέντα ούτω, διότι κατά την διάδοσιν, αυτού εθραύσθη ο άξων της αμάξης του Πλούτωνος απάγοντος την ωραίαν Περσεφόνην, συλλέγουσαν άνθη ανά το ανθοβριθές και τερπνόν τοπίον, το κάτωθεν και προς δυσμάς των Φιλίππων εκτεινόμενον (Αππιανού, εμφυλίων πολέμων, βιβλίον Δ’, 105, 128)….. Εκ Φιλίππων, προχωρούντες δια μέσου καταφύτων και τεναγωδών εκτάσεων, της αμαξιτού διερχομένης επί γεφυρών ποταμίων, συναντώμεν ερείπια νεκρουπόλεως αρχαίας και περαιτέρω, μετά ¼ εις Δικελή (=τρύπιος λίθος) παρά τινι ξενοδόχω βλέπομεν το μνημείον του G. Vibius, ανατολικώς το τουρκικόν χωρίον Μπερεκετλή (=εύφορον ή μυριόφυτον) και το επίσης τουρκικόν Μπατεμλή (=αμυγδαλόεν).
Μια ακόμη, γλαφυρή περιγραφή του κάμπου και των ελών των Φιλίππων έχουμε, από τον Θ. Αθανασιάδη, σε δημοσίευμά του στο «Ημερολόγιον Δράμας», που εκδόθηκε το έτος 1930, (πριν την αποξήρανση του έλους), της οποίας διατηρήσαμε την αρχική σύνταξη κι ορθογραφία: «Ο κάμπος των Φιλίππων προς τα γύρω και πέρα βαθύτερα δυτικά ο κάμπος της Δράμας: Απέναντί του το Παγγαίον, με την ιστορία των χρυσορυχείων του. Οι ηφαιστειοειδείς υψηλοί λόφοι του Πραβίου, (ενν. την σημερινή Ελευθερούπολη), το Σύμβολον όρος με την οροσειρά του λόφου που βρίσκομαι. Πέρα βόρεια ο Όρβηλος, δυτικά το Μενοίκιον όρος, πιο κάτω η Αλιστράτη με τα υψώματά της, που σταματούν το μάτι και κάτω από αυτά μια έκταση απέραντη προς την Αγγίστα. Στον κάμπο κάτω, εμπρός, ο μικρός Ιορδάνης, που ξετυλίγεται μέσα στα χωράφια, με τα διάφορα σχήματά των, σαν γαλάζια λωρίδα, παρέκει άλλα νερά και παραπέρα, προς τη Στημένη Πέτρα (Δεκιλή Τας), με τες καταπράσινες ακόμα λεύκες της, άλλα προς τα Πραβινά και άλλα που σχηματίζουν βάλτους και σκεπάζουν τόσο χρήσιμη γη, μα και πόσα ιστορικά μνημεία δεν κρύβουν και δεν παραχώνουν βαθύτερα! Νερά, πηγές, με βίο κι αυτά τόσων αιώνων! Θαυμάζω τη φυσική αυτή μεγαλοπρέπεια και δεν χορταίνει το μάτι μου βλέποντας. Κυριαρχεί μια απερίγραπτη ευχαρίστησι, απ’ τη θέα αυτή. Ή φθινοπωριάτικη πρασινάδα, τα λουλούδια, οι καλαμιές, τα τόσα υδροχαρή φυτά παρουσιάζουν τον κάμπο αυτό σαν πλουμισμένο τάπητα με τέχνη αφάνταστη, που κανένας άλλος απ’ τον Μεγάλο αυτό τεχνίτη, τη Φύσι, δεν θα μπορούσε, όχι να τον κάνη, αλλά και να τον φαντασθή. Χρειάζεται κάλαμος γερός, για να μπόρεση να δώση στο χαρτί, με λέξεις, μια τέτοια εικόνα που είναι μπροστά μου. Γι' αυτό, καταλαβαίνοντας την αδυναμία του καλάμου μου, φέρω μόνο στο νου μου με γρηγοράδα το παρελθόν αυτού του τόπου, απ’ την κορυφή του λόφου που περήφανα υψώνεται σε τέτοιες και τόσες ωμορφιές και φαίνεται σαν κύριος και δεσπότης όλων... Είχαν δίκαιο οι ευφάνταστοι πρόγονοί μας στην αρχαιότητα, στη μυθολογία, να πουν πως εδώ έγινε ή αρπαγή της Περσεφόνης απ’ τον Πλούτωνα. Και πού αλλού μπορούσαν να βρουν τέτοιο συνδυασμό ευφορίας, γονιμότητας και μαγευτικής, ωμορφιάς κάμπου; Ή ωραία Κόρη, η θυγατέρα της Δήμητρας, θεάς της Γεωργίας, μαγευμένη από την ωμορφιά αυτή της πεδιάδος των Κρηνίδων (Φιλίππων), ενώ έπαιζε εδώ με τας Νύμφας και έκοβε λουλούδια από τον φυσικό αυτό ανθόκηπο, έγινε σεισμός και άνοιξε η γη και τότε βγήκε ό βασιλιάς του Άδου και των Υποχθονίων Πλούτων άρπαξε στην αγκαλιά του την ώμορφη Περσεφόνη και την έφερε στο υπόγειο βασίλειό του για γυναίκα του».
Τελευταία άφησα την διαφωνία που ανέκυψε, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, για το αν τα τενάγη των Φιλίππων ταυτίζονται με την Πρασιάδα λίμνη, την οποία αναφέρει ο Ηρόδοτος, («έστιν εκ της Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα ες Μακεδονίην (Ηροδ. V, 17). Την άποψη αυτή υποστήριξαν λόγιοι άνδρες, όπως ο γιατρός Σταύρος Μερτζίδης, που συνέγραψε ιστορικής φύσεως βιβλία για την υπό εξέταση περιοχή, (ΦΙΛΙΠΠΟΙ, ΑΙ ΧΩΡΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ κλπ.), ο άλλοτε Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιος Σταμούλης κλπ., ήδη, όμως, οι νεώτεροι ιστορικοί απορρίπτουν, στο σύνολό τους, την άποψη εκείνη, ταυτίζοντας την Πρασιάδα, είτε με την λίμνη Δοϊράνη, είτε με την Κερκινίτιδα λίμνη, (δείτε: α) κείμενο της Μαρίας Παπαγεωργίου, με τίτλο «έστιν εκ της Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα ες Μακεδονίην (Ηροδ. V, 17, β) κείμενο του Μ. ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ, με τίτλο «Η ΠΡΑΣΙΑΣ ΛΙΜΝΗ – ΕΝΘΑ Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΑΔΙΚΩΣ ΕΛΕΓΧΕΤΑΙ ΣΦΑΛΛΟΜΕΝΟΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ – Η ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΔΟΪΡΑΝΗΣ (Η ΠΡΑΣΙΑΣ)» 1893, γ) άλλο κείμενο του Μ. ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ, με τίτλο «Η Πρασιάς λίμνη: Μελέτη γεωγραφική και ιστορική», δ) κείμενο του Τριαντάφυλλου Παπαζώη, με τίτλο «Το Δύσωρο όρος και η Πρασιάδα λίμνη κατά την αρχαιότητα : ιστορική και γεωγραφική έρευνα» κλπ.
Τα λιγοστά αυτά κείμενα που παρέθεσα αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος από τη πλούσια βιβλιογραφία, που ανά τους αιώνες αναφέρθηκε στην ευλογημένη αυτή περιοχή, αυτή στην οποία, πέρα από την πλούσια φύση της, ακόμη μεγαλύτερο πλούτο παρείχαν τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του Παγγαίου και των βουνών της Λεκάνης, που έκαναν το «Δάτον», το αρχαίο πόλισμα που αργότερα ονομάστηκε «Κρηνίδες» κι ακόμη αργότερα «Φίλιπποι», να γίνει ονομαστό σ' όλη την αρχαιότητα για τον τεράστιο πλούτο του, η δε έκφραση "Δάτον αγαθών" να γίνει μια παροιμιώδης έκφραση των προγόνων μας, που σήμαινε την πιο μεγάλη αφθονία και τον πιο μεγάλο πλούτο που μπορούσε κανείς να φανταστεί.
ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ, ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΑ ΤΕΝΑΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ, ΟΠΩΣ ΑΥΤΑ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ:
1η έως 7η. Από την Ακρόπολη των Φιλίππων
8η έως 10η. Από τον λόφο των Ασύλων Διονύσου
11η έως 13η. Από τις κορυφές του Παγγαίου όρους
14η έως 18η. Από το Σύμβολο όρος, νοτίως του Κοκκινοχώματος (στις φωτογραφίες αυτές, τα τενάγη φαίνονται πλημμυρισμένα).
Τέλος, στις τρεις τελευταίες φωτογραφίες βλέπετε τον «δρόμο», πλάτους δέκα (10) περίπου μέτρων, που διασχίζει τα τενάγη, ξεκινώντας από τους Φιλίππους και καταλήγοντας στο Παλαιοχώρι. Στη συγκεκριμένα λωρίδα γης, πάνω στην οποία έχουν βρεθεί αρχαιότητες, αναφέρεται και αρχαιολογικό δελτίο της ΙΗ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




























