Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015


ΑΧΛΑΔΙΝΗ ΝΕΣΤΟΥ. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ – Η ΜΕΓΑΛΗ ΘΥΣΙΑ.

Στην καρδιά των ορέων της Λεκάνης (πρώην «Τσάλ – νταγ») και σε υψόμετρο 440 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας βρισκόταν μέχρι το 1922 ένα μουσουλμανικό χωριό με το όνομα Αλχανλί (Alhanli), το οποίο το έτος 1913 είχε 319 κατοίκους, όλους μουσουλμάνους, (Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμος Β’, έκδοση Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, του έτους 1975).
Στους στατιστικούς πίνακες του πληθυσμού, κατ’ εθνικότητας, των Νομών Δράμας, Σερρών και Καβάλας, που εκδόθηκαν το 1919 από την Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, αναφέρεται ότι στο χωριό Αλχανλί κατοικούσαν μέχρι το 1912, 300 μουσουλμάνοι, οι οποίοι τον Αύγουστο του 1915 ανέρχονταν σε 319.
Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του χωριού, στην απογραφή του έτους 1920, είχαν περιορισθεί στους 173.
Ο οικισμός, στις 20-11-1919 προσαρτήθηκε στην κοινότητα Όλατζακ (μετέπειτα Πλαταμώνας), (ΦΕΚ 251 Α/20-11-1919).
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, που έγινε σ’ εκτέλεση των συμφωνηθέντων  με τη Συνθήκη της Λωζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του χωριού έφυγαν για την Τουρκία και στο χωριό εγκαταστάθηκαν 27 οικογένειες (ή 120 εν συνόλω) Έλληνες πόντιοι, που κατάγονταν από την περιοχή της Νικόπολης του Πόντου, (Μητρόπολη Κολωνίας). (Κατάλογος των προσφυγικών συνοικισμών της Μακεδονίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων).
Στην απογραφή του έτους 1928 το χωριό είχε πλέον 131 Έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι, στην απογραφή του 1940, είχαν γίνει 194.
Στις 14-05-1928 ο οικισμός μετονομάσθηκε σε Αχλαδινή, (ΦΕΚ 81 Α/14-05-1928).
Οι πρόσφυγες κάτοικοι του οικισμού, που εγκαταστάθηκαν εκεί το έτος 1922, στα σπίτια των μουσουλμάνων κατοίκων που είχαν αναχωρήσει για την Τουρκία, επισκεύασαν τα σπίτια, κατασκεύασαν εκκλησία, άρχισαν να καλλιεργούν τα λιγοστά χωράφια, κύρια με καπνό και η ζωή τους κύλησε δύσκολα και φτωχικά, την αρμονική ζωή τους, όμως, όπως και τη ζωή όλων των Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας, ανέκοψε η βουλγαρική κατοχή, που άρχισε το καλοκαίρι του 1941 και τελείωσε το καλοκαίρι του 1944, στη διάρκεια της οποίας και η Αχλαδινή βρέθηκε υπό βουλγαρική κατοχή, έχοντας Βούλγαρο πρόεδρο και Βούλγαρο χωροφύλακα, (που όμως δεν ήταν εγκατεστημένοι μόνιμα στην Αχλαδινή – ο πρώτος διέμενε στο Μακρυχώρι).
Αμέσως μόλις άρχισε η βουλγαρική κατοχή, στα βουνά της Λεκάνης, όπως και σ’ όλα τα βουνά της πατρίδας μας, άρχισε το μεγαλειώδες έπος της Εθνικής Αντίστασης. Η πυκνή βλάστηση και ή διαμόρφωση του εδάφους γύρω από την Αχλαδινή και το Ορέν ντερέ (ή Ερέν – ντερέ), (με γκρεμούς και βαθιές χαράδρες), ήταν ιδανικά για την ανάπτυξη ανταρτικών ομάδων, τα οποία εγκατέστησαν σ’ αυτά τα λημέρια τους. Ήδη από τις αρχές του 1943, το μαχητικό συγκρότημα «Ρήγας Φεραίος» του ΕΛΑΣ, που είχε αρχηγό τον Καβαλιώτη Νικόλαο Ρόμτσιο, με το ψευδώνυμο «Νταβέλης», είχε εγκατασταθεί . σε μια μεγάλη χαράδρα, κατάφυτη από λογής – λογής δένδρα, καρποφόρα και άγρια, κοντά στο Ορέν-Ντερέ (ή Ερέν-ντερέ), ενώ πολύ κοντά στην Αχλαδινή, νότια από τη Λυκιά, υπήρχε κι άλλο αντάρτικο λημέρι, δίπλα σε μια «μάνα του νερού». Το δεύτερο αυτό λημέρι βρισκόταν σε άμεση, οπτική επαφή με το χωριό. Κάπου εκεί, τέλος, βρισκόταν και το αναρρωτήριο του ΕΛΑΣ, υπό τον παθολόγο – γυναικολόγο γιατρό Πετρίδη, από το Ζυγό της Καβάλας.
Τα τρία γειτονικά χωριά, Πυργίσκος (Κούλετζικ), Ελαφοχώρι (Καρατζόβα) και Αχλαδινή, σ’ όλη τη διάρκεια των αγώνων των αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ κατά των Βουλγάρων κατακτητών, βοηθούσαν με κάθε δυνατό τρόπο τον ΕΛΑΣ, παρέχοντάς του άνδρες και τρόφιμα. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι πολύ συχνά τις νύχτες, οι φούρνοι της Αχλαδινής έκαιγαν ασταμάτητα, για να ετοιμάζουν ψωμιά για τους αντάρτες, ενώ το πρωί όλα φαίνονταν ήρεμα και τίποτε δεν θύμιζε τη νυχτερινή, έντονη δραστηριότητα του χωριού!
Οι Βούλγαροι, όμως, πληροφορήθηκαν, φυσικά, τη στενή σχέση του αντάρτικου χωριού με τα σώματα του ΕΛΑΣ κι έτσι, στις 2 Ιουνίου του 1944, τακτικός βουλγαρικός στρατός, βοηθούμενος από Έλληνες «Εφιάλτες», έφθασε στην Αχλαδινήκατά τις πρωινές ώρες κι ενώ οι άνδρες και οι γυναίκες του χωριού καλλιεργούσαν ήδη τα καπνοχώραφά τους. Αφήνω, όμως, να συνεχίσει την τραγική αφήγηση ο ένας από τους τέσσερις καπετάνιους του ΕΛΑΣ στα βουνά της Λεκάνης, ο καπετάν Μαύρος, (Νικόλαος Β. Χατζηνικολάου, από τους Δελλιώνες της Ανατολικής Θράκης), στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα, βασιμένο σε προσωπικές σημειώσεις του, με τίτλο «Ταραγμένα χρόνια στο Νέστο»: «Συνέχισα την πορεία μου και έφτασα στο χωριό Αχλαδινή. Ήξερα πως κάπου εκεί κοντά ήταν το αναρρωτήριο με το γιατρό Πετρίδη. Κρύφτηκα μέσα στις φτέρες κοντά στο μονοπάτι με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα περνούσε κάποιος χωρικός. Δεν έπεσα έξω, στο μονοπάτι φάνηκε ένας γνωστός μου, ο μπάρμπα Κώστας. Τον φώναξα στο όνομα. Με ανέβασε στο μουλάρι του. Μην φοβάσαι, μου έλεγε, μό­λις σουρουπώσει θα σε πάμε στο αναρρωτήριο. Λίγο παρακάτω ακούστηκαν πυρο­βολισμοί. Ο μπάρμπα Κώστας με κατέβασε από το μουλάρι και με έκρυψε στο δάσος κοντά στο μονοπάτι. Περίμενε και παρακολουθούσε, ήθελε να εξακριβώσει ποιος πυροβολούσε. Στο μονοπάτι εμφανίστηκε μια βουλγάρικη καβαλαρία, ο μπάρμπα Κώστας έπρεπε να την ακολουθήσει. Πάλι έμεινα μόνος μου. Τότε τράβηξα κατά τα καπνοχώραφα. Εκεί βρήκα χωρικούς από την Αχλαδινή που σκάλιζαν τα χωράφια τους. Τούτο απαγορευόταν. Με την εμφάνιση των Βουλ­γάρων θα έπρεπε να εξαφανιστούν και να κρυφτούν. Ο ένας από τους χωρικούς ήταν ο υπεύθυνος του χωριού, κοντά του και η οικογένειά του. Είδαν ότι είμαι τραυματισμένος και σε άσχημη κατάσταση. Μου έλυσαν την πληγή, την έπλυναν και την έδεσαν με τη μαντίλα που φορούσε η μια κόρη. Με πήγαν στην άκρη του δάσους και με έκρυψαν. Με διαβεβαίωσαν ότι μόλις θα έπεφτε η νύχτα, θα με πήγαιναν στο αναρρωτήριο. Κάποιος φώναζε δυνατά ότι οι Βούλγαροι θα έβαζαν φωτιά στο χω­ριό. Γι' αυτό έπρεπε να αδειάσουν τα σπίτια. Ο υπεύθυνος έπρεπε να φύγει για να προλάβει το βιός του πριν του το κάψουν. Μου άφησε μισό ψωμί καλαμποκίσιο, μια στάμνα νερό και ένα δοχείο με γιαούρτι ως πέντε οκάδες. Μου υποσχέθηκε ότι θα ξανάρθει για να με βοηθήσει. Τα πράγματα από τα σπίτια δεν τα έβγαλε κανείς, οι Βούλγαροι μάζεψαν τον κόσμο και σαν κοπάδι τους οδήγησαν στο Μακρυχώρι, 4 ώρες μακριά. Μετά λήστεψαν το χωριό και του έβαλαν φωτιά. Από τότε δεν υπάρ­χει Αχλαδινή».
Μετά την Αχλαδινή οι Βούλγαροι έκαψαν και τα γειτονικά ανταρτοχώρια, Πυργίσκο κι Ελαφοχώρι. Η Αχλαδινή, όμως, έμελλε να πληρώσει κι έναν φοβερό φόρο αίματος στο βωμό της πατρίδας. Εδώ αφήνω ν’ αφηγηθεί την μεγάλη καταστροφή ο Διοικητής του Συντάγματος του ΕΛΑΣ, (που έδρευε βορειοανατολικά από τον Πλαταμώνα), καπετάν Κώστας Κωνσταντάρας, από την Ελευθερούπολη, στο βιβλίο του με τίτλο «ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΩΓΜΟΙ»: «Οι Βούλγαροι, μ’ επικεφα­λής Έλληνες προδότες, κύκλωναν νύχτα τα χωριά, συλλάβαιναν πολίτες, τους έσερναν στις φυλακές και τη νύχτα τούς δολοφονούσαν. Τους έριχναν στους δρόμους. Τούς έκοβαν τα κεφάλια. Τα κάρφωναν στους πασσάλους. Έσερναν γυναίκες στα μπουντρούμια για να τρομοκρατήσουν την περιοχή. Αυτή ή τύχη περίμενε τούς 22 άμοιρους Αλχανλιώτες, τούς 5 απ' τη Χρυσούπολη, τους 4 απ' το Όργαντζι (Οργάν-τσιλάρ – Χρυσοχώρι), τούς 7 απ' το Κουρί (Αγίασμα), τούς 3 απ' το Καρατζάκιοϊ (Ελαφοχώρι) κλπ.»
Η εκτέλεση των προαναφερθέντων πατριωτών από την Αχλαδινή και τα άλλα χωριά έλαβε χώρα κοντά στο Ορέν-ντερέ, όπου οι Βούλγαροι τους μετέφεραν, αφού προηγούμενα τους κρατούσαν έγκλειστους στη Χρυσούπολη. Κι εδώ ο καπετάν Κωνσταντάρας αφηγείται: « Αλλά δυστυχώς (οι Βούλγαροι) πέρασαν από κει την μεθεπομένη και πήγαν στο Ερέν ντερέ, όπου και σκότωσαν άνανδρα τούς Αλχανλιώτες, που έπιασαν προδότες των ανταρτών και τους είχαν κρατουμένους στη Χρυσούπολη».
Μεταφέρω, επίσης, στο σημείο αυτό όσα μου αφηγήθηκε στις 16-06-2011 η Σοφία χήρα Αντώνη Καραβέλη, το γένος Τιμοσίδη, που ζούσε τότε, με τους γονείς της στο Ιμπραϊμλί, (χωριό ερειπωμένο σήμερα, που βρισκόταν πολύ κοντά στο σημερινό Πολύνερο): Όλους τους άνδρες από διάφορα χωριά, που είχαν συλλάβει οι Βούλγαροι τον Ιούνιο του 1944, τους είχαν μεταφέρει και τους κρατούσαν στη Χρυσούπολη και διέδιδαν ότι θα τους απελευθέρωναν, πλην όμως τους μετέφεραν κρυφά κοντά στο χωριό Κιόσελες, (που σήμερα είναι ερειπωμένο και βρισκόταν πολύ κοντά στο Ορέν–ντερέ), όπου τους εκτέλεσαν με πολυβόλα και τους άφησαν άταφους για πολύ καιρό. Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες ήταν κι ο αδελφός της μητέρας της, Μιλτιάδης, από το Ιμπραϊμλί. Η μητέρα της, όταν, αρκετές μέρες μετά την εκτέλεση, πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί και πού βρίσκονταν άταφοι οι εκτελεσμένοι, πήρε τον μεγάλο γιο της, Αντώνη Καραβέλη και πήγε μαζί του να βρει τον αδελφό της. Βρήκαν τους άταφους νεκρούς, που είχαν γίνει μια σωρός και ο γιος της, ο Αντώνης, είδε, ανάμεσα στα πτώματα, το σακάκι του θείου του, όταν, όμως, η μητέρα του το τράβηξε, το χέρι του αδελφού της ξεχώρισε από το υπόλοιπο σώμα, λόγω της προχωρημένης αποσύνθεσης!
Αμέσως μετά την καταστροφή, στην Αχλαδινή έσπευσαν αντάρτες του ΕΛΑΣ, όμως δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε για τους ηρωικούς κατοίκους του, που είχαν χάσει τα πάντα στον αγώνα για την ελευθερία. Αφήνω, όμως και πάλι τον καπετάν Κωνσταντάρα να μας μεταφέρει όσα ο ίδιος έζησε στο χωριό της θυσίας: «Όταν έφθασα το πρωί της 25ης Ιουλίου (ενν. του 1944) στο Αλχανλί, με υποδέ­χθηκαν όλοι οι κάτοικοι του ηρωικού χωριού μαζί με τούς αντάρτες. Μόνο μια μαυροφορεμένη γρηούλα δεν κατέβηκε στην υποδοχή μας. Καθισμένη σ' ένα κήπο, με το κεφάλι και τα χέρια πάνω στα γόνατα, συνέ­χιζε το ατελείωτο κλάμα της για το μοναχογυιό της, που είχαν σκοτώσει τον περασμένο μήνα οι Βούλγαροι στο Ερέντερε. Καθώς ήταν σκελετωμένη, έμοιαζε με σκιάχτρο και με τούς μαυρισμέ­νους τοίχους του καμένου χωριού ολοκλήρωνε την εικόνα της συμφοράς, πού είχαν φέρει οι Βούλγαροι στα πολύπαθα μέρη κι επαλήθευε το λαϊκό ρητό: «Μαύρη είναι ή σκλαβιά».
Από τον εμπρησμό των Βουλγάρων το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς και λίγο αργότερα εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του. Τα καμένα σπίτια του ορθώνουν μέχρι σήμερα εφιαλτικά τους τοίχους τους, για να θυμίζουν στις γενιές των Ελλήνων πως η ελευθερία δεν ήταν ποτέ κάτι το αυτονόητο στον πολύπαθο τόπο μας, και μόνο ένα μικρό, μουσουλμανικό μνημείο, («τουρμπές» – μνημείο κάποιου άγνωστου, μουσουλμάνου αγίου) στέκεται ακόμη ακέραιο στο μέσον του χωριού.
Ήδη από το 1950 οι κάτοικοι της μαρτυρικής Αχλαδινής εγκαταστάθηκαν στο προάστιο «Αχλαδινή» της Χρυσούπολης, μετά από ενέργειες κυρίως του βουλευτή Καβάλας, Σταύρου Νικολαίδη, ο οποίος ήταν συμπατριώτης τους, αφού καταγόταν κι αυτός από χωριό της περιοχής Νικοπόλεως του Πόντου και στην πλατεία του νέου τόπου εγκατάστασής τους ορθώνεται σήμερα ένα σεμνό μνημείο, με 18 ονόματα εκτελεσθέντων, για να μαρτυρά τη μεγάλη θυσία του Ιουνίου του 1944. Μνημείο, όμως, έχει ανεγερθεί και στο εγκαταλειμμένο χωριό, στο οποίο είναι γραμμένα τα ίδια 18 ονόματα, τα οποία αναφέρω στη συνέχεια, (χωρίς να γνωρίζω, όμως, γιατί ο καπετάν Κωνσταντάρας μιλάει για 22 νεκρούς Αλχανλιώτες), ως δικό μου, ελάχιστο φόρο τιμής, για τη μεγάλη θυσία τους στον βωμό της ελευθερίας της πατρίδας μας:

Βασιλειάδης Δημοσθένης του Παύλου,

Βασιλειάδης Αλέξανδρος του Δημοσθένη,

Βασιλειάδης Παύλος του Δημοσθένη,

Βασιλειάδης Μιλτιάδης του Ιωακείμ,

Βεργίδης Κωνσταντίνος του Δημητρίου,

Γεωργιάδης Γεώργιος του Κωνσταντίνου,

Γιαμουρίδης Πρόδρομος του Αντωνίου,

Γιαμουρίδης Ηρακλής του Προδρόμου,

Γιαμουρίδης Αντώνιος του Προδρόμου,

Καζαντζίδης Λάζαρος του Ελευθερίου,

Καλεάδης Κοσμάς του Κωνσταντίνου,

Κεσκεσιάδης Αντώνιος του Σάββα,

Μελίδης Δαμιανός του Ευθυμίου,

Νικηφορίδης Λάζαρος του Ιωάννη,

Νικηφορίδης Ιορδάνης του Λαζάρου,

Νικηφορίδης Δημήτριος του Ιωάννη,

Σταμποτός Γεώργιος του Εμμανουήλ,

Σταθερόπουλος Πρόδρομος του Γεωργίου.



ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου