Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015


ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΩΝ ΠΡΑΒΙΝΩΝ ΟΜΗΡΩΝ

(Η ιστορία ενός ταπεινού παρεκκλησίου στην Ελευθερούπολη – άλλοτε Πράβι - του Παγγαίου, το οποίο σήμερα, δυστυχώς, δεν υπάρχει)

 

Ήταν τα πέτρινα χρόνια του 1916-1918 όταν οι Βούλγαροι, σύμμαχοι τότε των Γερμανών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέλαβαν, για δεύτερη φορά, την μαρτυρική περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, εγκαθιστώντας τη «δεύτερη βουλγαρική κατοχή», όπως αυτή είναι χαραγμένη στις μνήμες των Πραβινών, την πιο σκληρή από όλες τις κατοχές που γνώρισε αυτός ο τόπος.

Στα πλαίσια της εθνοκάθαρσης, που τόσες φορές μέσα στα πλαίσια του «πολιτισμένου» εικοστού αιώνα επιχείρησαν οι Βούλγαροι στην Ανατολική Μακεδονία, ειδικά στη μαύρη εκείνη περίοδο της δεύτερης βουλγαρικής κατοχής, περιλαμβάνονταν κάθε είδους προσπάθειες καταστολής κι εξαφάνισης της Ελληνικής εθνικής συνείδησης, μέσα από τις αγγαρείες και την πείνα του ντόπιου πληθυσμού, την εξαφάνιση των ιστορικών και ληξιαρχικών στοιχείων και αρχείων του, την υποχρεωτική αλλαγή των ονομάτων και τοπωνυμίων κλπ., τίποτε όμως δεν συγκρινόταν με το αποτελεσματικό μέσον της «ομηρίας», δηλαδή της υποχρεωτικής μεταφοράς όλων των νέων Ελλήνων της ανατολικής Μακεδονίας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή χώρους αναγκαστικής εργασίας και μαρτυρίου, μέσα στα εδαφικά όρια που κατείχε τότε η Βουλγαρία.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους χώρους μαρτυρίου των νέων του μαρτυρικού αυτού τόπου, του Πραβίου τότε και σήμερα Ελευθερούπολης του Παγγαίου, κυρίαρχη θέση κατείχαν τα στρατόπεδα του Καρνομπάτ και του Κιτσόβου, που βρίσκονταν στην περιοχή των Βιτωλίων της σημερινής Δημοκρατίας των Σκοπίων, την οποία τότε κατείχαν οι Βούλγαροι. Ιδιαίτερα το στρατόπεδο του Κιτσόβου «συμβόλιζε για τη νεολαία του Πραβίου εκείνης της εποχής κάτι μεταξύ Άουσβιτς και Νταχάου». Εκεί οι βουλγαρικές, στρατιωτικές αρχές κατοχής της περιοχής μας μετέφεραν εκατοντάδες Πραβινούς και χιλιάδες ακόμη νέους από την υπόλοιπη ανατολική Μακεδονία, για να δουλεύουν σε λατομεία, καρβουνιάρικα και οχυρωματικά έργα και σε όλες τις βαριές δουλειές. «Εκεί, στοιβαγμένοι μέσα σε παραπήγματα, στάβλους και καλύβες σαν τα ζώα, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, με λιγοστό ψωμί και ένα νεροζούμι από λάχανα ή δημητριακά, χωρίς λάδι φυσικά το μεσημέρι, με άφθονο ξύλο για το παραμικρό και χωρίς θέρμανση τον χειμώνα, χιλιάδες Έλληνες της Ανατολικής Μακεδονίας άφησαν την τελευταία τους πνοή μαζί με τα σκελετωμένα τους κορμιά, χωρίς να μπορέσουν να ξαναδούν τους δικούς τους και τις πατρίδες των».

«Το 1918 ήταν το τελευταίο έτος του τρομερού εκείνου, Α’ Παγκόσμιου Πολέμου κι ένα πρωινό οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν τα τρομερά στρατόπεδα της ομηρίας, στα οποία «η αναλογία των νεκρών ήταν 18 με έναν επιζώντα, όσο δηλαδή και με τους επιζήσαντες του Άουσβιτς και οι όμηροι, (ελεύθεροι πια), πήραν τον δρόμο κατά τον νοτιά, όπου σε λίγο συνάντησαν τους στρατιώτες της μεραρχίας του στρατηγού Μαζαράκη – Αινιάν και φυσικά την ελευθερία και τη ζωή, που λίγο έλειψε να την χάσουν…»

Οι Πραβινοί όμηροι των τρομερών εκείνων στρατοπέδων, βλέποντας καθημερινά τον θάνατο να παίρνει από δίπλα τους αγαπημένους φίλους, αδελφούς, γιους ή πατέρες, έκαναν ένα τάμα: Όσοι απ’ αυτούς θα γλύτωναν από τη φρίκη της ομηρίας, μετά την απελευθέρωση των ίδιων και της πατρίδας τους, μόλις θα γύριζαν στο αγαπημένο τους Πράβι, (ήδη Ελευθερούπολη), θ’ ανακατασκεύαζαν το ιερό προσκυνητάριο της Αγίας Παρασκευής, που βρισκόταν, από παλιά, δίπλα στο ομώνυμο «Αγίασμα» και που το είχαν κατεδαφίσει οι Βούλγαροι κατακτητές.

Λίγοι ήταν οι «τυχεροί» συμπολίτες μας, που επέστρεψαν στο Πράβι από τα τρομερά στρατόπεδα κι όλοι μαζί, στις 5 Μαΐου του 1920, υπέβαλαν στην Ιερά Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως την αίτηση, που παραθέτω.

Επρόκειτο για αίτηση «κατοίκων Πραβίου περί ενεργείας εκδόσεως αδείας προς επανέγερσιν του παρεκκλησίου «Αγία Παρασκευή» (Αγίασμα)», στην οποία, αυτοί που την υπέγραφαν, έλεγαν τα εξής: «Κατεδαφισθέντος υπό των Βουλγάρων του παρά τω ομωνύμω Αγιάσματι προσκυνηταρίου «Αγία Παρασκευή» και επιθυμούντες όπως μη εξακολουθήση ούτω να διατελή κατεδαφισμένον, ημείς οι εν Καρνομπάτ- Κιτσόβω όμηροι, μετ’ άλλην συνομήρων μας πάνυ ευγενώς προσφερθέντων, απεφασίσαμεν ομοφώνως να επανεγείρωμεν το ως άνω κατεδαφισμένον προσκυνητάριον ιδίαις ημών δαπάναις», προς τούτο δε ζητούσαν, με την αίτησή τους, από την Ιερά Μητρόπολη, «όπως εν τη αρμοδιότητι αυτής ενεργήση, ό,τι δει, προς την τε έγκρισιν και έκδοσιν της σχετικής αδείας επανεγέρσεως του ως άνω παρεκκλησίου».

Η Ιερά Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως έκανε δεκτό το αίτημά τους και οι όμηροι, με τα πενιχρά οικονομικά τους μέσα και με πολλή, προσωπική εργασία, ανήγειραν, στη θέση του κατεδαφισθέντος από τους Βουλγάρους προσκυνηταρίου της Αγίας Παρασκευής, ένα νέο προσκυνητάριο, φωτογραφία του οποίου παραθέτω, επίσης, του οποίου τη θέση έλαβε, αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο σημερινός, Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής.

Στις υπογραφές που συνόδευαν την αίτηση θα δουν αρκετοί σημερινοί Ελευθερουπολίτες τα ονοματεπώνυμα των ευσεβών παππούδων τους, οι οποίοι αφιέρωσαν στο Θεό, που τους έσωσε από τη φρίκη των τρομερών εκείνων στρατοπέδων συγκέντρωσης των Βουλγάρων, την ανέγερση του προσκυνηταρίου της Αγίας Παρασκευής. Θα δουν, έτσι, να υπογράφουν ο Π(αναγιώτης) Παπαευαγγέλου, ο Χριστόδουλος Α. Βακαλόπουλος, ο Ζήσης Βαλαβανίδης, ο Λεκίδης, ο Ευάγγελος Κ. Γοργίας, ο Σωτήριος Σ. Κριτσιανίδας, ο Γεώργιος Αλεξάνδρου, ο Σταύρος Κ. Βουλγαρίδης, ο Νικόλαος και ο Κωνσταντίνος Μπόζης, ο Διονύσιος Βαρέλης, ο αγράμματος Χατζηνάσιος, (αυτός που είχε κατασκευάσει το καμπαναριό του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, δυο – τρεις δεκαετίες νωρίτερα), ενώ δεν είναι αναγνωρίσιμα τα ονοματεπώνυμα κι άλλων Πραβινών, κάτω από την αίτηση αυτή της ευλαβείας.



Για πολλές δεκαετίες, μόνο η προφορική παράδοση διέσωζε στην πόλη μας το τάμα των Πραβινών ομήρων και την υλοποίησή του απ’ αυτούς, μετά την απελευθέρωσή τους από τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης των Βουλγάρων. Η ευτυχής όμως συγκυρία και κύρια η μέριμνα κι η ευαισθησία των τριών γιων του αγαπητού ιερέα της πόλης μας, π. Δημητρίου Οικονόμου κι εγγονών του αείμνηστου και ηρωικού Μακεδονομάχου, παπα – Νικόλα Οικονόμου ή Βλάχου, του Νίκου, του Σπύρου και του Σταύρου Οικονόμου, που διέσωσαν και παρέδωσαν στα Γενικά Αρχεία του κράτους, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα τους, το πολύτιμο, έγγραφο αρχείο του ένδοξου παππού τους, οδήγησαν στην αποκάλυψη της αίτησης των Πραβινών ομήρων, την οποία βλέπετε στη διπλανή στήλη, για να μας θυμίζει, πόσο σημαντική για τη συνέχεια της φυλής μας είναι η εκπλήρωση του χρέους μας προς το Θεό και την πατρίδα.

Προτού ολοκληρώσω αυτό το μικρό κείμενο, σαν ελάχιστη, δική μου προσφορά προς τους σπουδαίους εκείνους, ανώνυμους κι επώνυμους συμπατριώτες μας, που με τη θυσία τους μας επέτρεψαν να ζούμε σήμερα ελεύθεροι και να θεωρούμε σαν κάτι αυτονόητο, (που όμως δεν ήταν καθόλου τέτοιο), αυτή την ελευθερία μας, οφείλω να επισημάνω ότι τα εντός εισαγωγικών κείμενα, καθώς και τις πληροφορίες μου άντλησα από το ιστορικό άρθρο του Πραβινού δικηγόρου και ιστορικού, κ. Ανδρέα Κων. Παπανδρέου, με τίτλο «Στάρετς Λόζελ, ένα ανθρωπόμορφο κτήνος στο στρατόπεδο του Κιτσόβου», το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή ιστορικών αφηγήσεων του κ. Παπανδρέου, με τίτλο «Ιστορίες από πολέμους και κατοχές», την οποία εξέδωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ελευθερούπολης και να μνημονεύσω τον αείμνηστο αυτόν συμπατριώτη μας, για την μεγάλη προσφορά του στη διάσωση της ιστορικής μνήμης του τόπου μας.

      ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου