Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

 ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΩΧΩΡΙ Ή ΚΑΤΩ ΚΙΟΣΕΛΕΡ Ή KIOSSELER ZEIR ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΕΣΤΟΥ, (ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ, ΤΟΥ ΚΑΖΑ ΣΑΡΗΣΑΜΠΑΝ), ΜΕ ΝΕΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.

 

Το Μουσουλμανικό χωριό KIOSSELER ZEIR ή ΚΑΤΩ ΚΙΟΣΕΛΕΡ, που βρισκόταν στην περιοχή DJEBEL του καζά Σαρήσαμπαν και το οποίο αργότερα, (1929), μετονομάστηκε σε ΚΑΤΩΧΩΡΙ, είχε, μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, 240 κατοίκους, όλους Μουσουλμάνους, τον Αύγουστο δε του 1915 είχε 244 κατοίκους, εκ των οποίων οι130 ήταν ‘άνδρες και οι 114 γυναίκες.

Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας, σύμφωνα με τον κατάλογο της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, που συντάχθηκε το έτος 1928, στο χωριό αυτό είχαν εγκατασταθεί 21 οικογένειες προσφύγων, αποτελούμενες από 81 άτομα.

Το Μουσουλμανικό χωριό KIOSSELER ZEIR αποτελούνταν από πέντε ανεξάρτητους κι απομακρυσμένους μεταξύ τους, μέχρι και 3.000 μέτρα, συνοικισμούς, ο τελευταίος και πιο μακρινός από τους οποίους λεγόταν ASAGI KIOSSELER.

Τον οικισμό ASAGI KIOSSELER τον βλέπετε στις πρώτες 20 φωτογραφίες που αναρτώ.

Στον τελευταίο αυτό συνοικισμό (ASAGI KIOSSELER) οι δύο τελευταίοι κάτοικοι του πρώτου συνοικισμού (δύο αδελφοί, που δεν ζουν πλέον), προ δωδεκαετίας μου έδειξαν το Μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί), ένα τετράγωνο κτίσμα, με ανατολικό προσανατολισμό, στον ανατολικό τοίχο του οποίου βλέπετε, στα αριστερά, μια κόγχη, ενώ δεξιότερα μια κυκλική εσοχή, που θυμίζει ιερό βήμα χριστιανικού Ναού. Πίσω, όμως, από τον ανατολικό τοίχο, υπάρχει ένας στενός χώρος, που δεν υπάρχει στους Χριστιανικούς ναούς. Είναι προφανές ότι το τζαμί χρησιμοποιήθηκε ως Χριστιανικός ναός, από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά το 1922. Πάντως, δεν φαίνεται το μισράχ του τζαμιού, εκτός κι αν η κόγχη στον ανατολικό τοίχο ήταν το μισράχ.

Στις φωτογραφίες 21η έως και 33η βλέπετε το τζαμί αυτό.

ΕΚΕΙΝΟ, ΟΜΩΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ, ΣΤΟΝ ΜΑΚΡΙΝΟ ΑΥΤΟ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ, ΠΟΥ ΤΟ ΒΛΕΠΕΤΕ ΣΤΙΣ 32Η ΕΩΣ ΚΑΙ 60Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ!

Πρόκειται για ένα πολύ εκτεταμένο νεκροταφείο, με μεγάλο αριθμό ταφών, μερικές από τις οποίες είναι εντυπωσιακές, μερικές φαίνονται πολύ παλιές και το πιο χαρακτηριστικό, δεν υπάρχουν επιτύμβιες στήλες με διακόσμηση ή με Μουσουλμανικά καλύμματα κεφαλής (σαρίκια). Στο κέντρο του νεκροταφείου υπάρχει ένας περιτοιχισμένος, τετράγωνος χώρος, (τον βλέπετε στις φωτογραφίες 56η έως και 60ή), που είτε αποτελούσε ταφή κάποιου επιφανούς κατοίκου, είτε κάποιο μνημείο (τουρμπέ;)

Τέλος, συγκίνηση προκαλεί μια μεμονωμένη, χριστιανική ταφή, (την βλέπετε στις δύο τελευταίες φωτογραφίες), που βρίσκεται έξω από τον περίβολο του Μουσουλμανικού νεκροταφείου!

Αισθάνομαι βαθιά θλίψη, που όλα αυτά τα Μουσουλμανικά χωριά, μνημεία κλπ., όπως και τα γύρω απ’ αυτά αρχαία κάστρα, μεταλλευτικές στοές των αρχαίων Θρακών, Θασίων και Μακεδόνων, την Σκαπτή Ύλη, τον τόπο όπου γράφτηκε το αρχαιότερο στον κόσμο βιβλίο ιστορίας, από τον κορυφαίο ιστορικό Θουκυδίδη κλπ./, παρόλο που όλα αποτελούν μέρος της ίδιας, ενιαίας ιστορίας της πατρίδας μας, δεν ερευνώνται σχεδόν καθόλου, από ειδικούς επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, με αποτέλεσμα να χάνεται καθημερινά πολύτιμο λαογραφικό, ιστορικό και ανθρωπολογικό υλικό!

 

ANOTHER POST, THAT I PRESENT TOY YOU, ABOUT THE MUSLIM VILLAGE KIOSSELER ZEIR – LATER KATOHORI – OF THE KAZA SARISAMPAN, (TODAY, OF THE MUNICIPALITY OF NESTOS), ENRICHED WITH NEW PICTURES AND INFORMATION.

 

This Muslim village, that was at the area Djebel of the Kaza Sarisampan, during the Ottoman period and which, after the exchange of populations between Greece and Turkey, in the year 1929 took the name KATOHORI, before the year 1912 had 240 Muslim residents, who became 244, (130 men and 114 women), on August of 1915.

After the exchange of populations between Greece and Turkey, according to a catalog of the Committee of the re-establishment of the Greek Refugees from Turkey, that was written in the year 1918, in this village there were only 21 families of Greek refugees, having a total of 81 members.

This Muslim village was consisted of five independent neighbourhoods (mahala), the first from the last of which have a distance of 3.000 meters or more.

The last neighbourhood (mahala) of the village was called ASAGI KIOSSELER and you can see it at the first 20 pictures.

In this neighborhood of ASAGI KIOSSELER, two Greek brothers, who were the last residents of the first neighborhood, (they don’t live anymore), shoed me, 12 years ago, the Muslim mosque (cami), that is a square building, looking to the East, on the eastern wall of which, one can see a niche (maybe the misrah?) on the left and a circular opening on the right, that seems to be the Holy Altar of the Christian churches. Behind the eastern wall there was a narrow place, that there is not in the Christian churches. So, it looks that the cami was transformed to a Christian church, after 1922.

At the pictures 21st to 33d you can see that mosque (cami).

BUT THS MOSTE IMPRESSIVE, IN THAT NEIGHBORHOOD, IS THE MUSLIM CEMETERY, THAT YOU SEE AT THE PICTURES 34th to 60th

It is a vast cemetery, with a great number of tombs, some of which seem to be very old. It is strange that in this cemetery there are no tombs with decoration, letters of other Muslim symbols. In the centre of the cemetery there is a square place, like a tomb, with walls made of stones, that seems to be the tomb of a very important person or a monument (maybe a turbe).

An isolated Christian tomb, out of the Muslim cemetery, that you see at the last two pictures, provokes emotion.

I am, very sorry that all these Muslim villages, monuments etc., that I often post, even as the ancient castles that stand around, the gold mines of the Thracians, the Thracians and the Macedonians, the place of “Scapti Ili”, where the historian Thucididis wrote the first ever, real history, although all of them are parts of the whole history of our country, are not studied and published by the Greek historians and other scientists and the final result of this disregard is the lost of a very precious historic, folklore and anthropological material!














































































Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021





ΑΜΦΙΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ

Του Paul Perdrizet

Μετάφραση Θόδωρου Δ. Λυμπεράκη



Ένας μεγάλος μελετητής και βαθύς γνώστης της ιστορίας, της θρησκείας και των θρύλων του Παγγαίου και της περιοχής του ήταν ο Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής της αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Νανσύ, στη Γαλλία, Paul Perdrizet, μέλος της Γαλλικής, Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, η οποία ανασκάπτει, εδώ και εκατόν είκοσι και πλέον έτη, τους Φιλίππους και τη Θάσο, ο οποίος, στην εισαγωγή του έργου του "Cultes et mythes du Pangee" (Λατρείες και Μύθοι του Παγγαίου), έγραψε τα εξής, ιδιαίτερα σημαντικά, για το Παγγαίο, το ιερό όρος των αρχαίων Θρακών και των αρχαίων Ελλήνων: "Αρκετές φορές, βλέποντας πάνω από τον Στρυμονικό κόλπο να διαγράφεται στα δύο άκρα του ορίζοντα, από τη μια η κωνική σιλουέττα του Αθωνα κι από την άλλη η κορυφή του Παγγαίου, αναρωτήθηκα ποιό από τα δύο βουνά δικαιούται καλύτερα να πάρει στην παγκόσμια ιστορία το όνομα "Αγιον Ορος". Διότι, αν η πολιτεία των Αγιορειτών Μοναχών είναι ένα μοναδικό παγκόσμιο φαινόμενο πνευματικού εξαγνισμού, το Παγγαίο περιλαμβάνεται ανάμεσα σε κείνες τις ιερές κορυφές απ’ τις οποίες ξεχύθηκαν προς τον αρχαίο κόσμο μυστικιστικές λατρείες και θρησκευτικές ζύμες, που την επίδραση τους, όσο κι αν αυτή δεν μπορεί εύκολα να μετρηθεί, δεν θα την αρνηθεί ποτέ κανείς".



Το έτος 1921, ο σοφός καθηγητής δημοσίευσε στο Στρασβούργο μια πολυσέλιδη εργασία του, με τίτλο «ΑΜΦΙΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ», στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρεται και σχολιάζει μια αρχαία επιγραφή, την οποία τοποθετεί χρονολογικά στον 4ο αιώνα π.Χ. Η επιγραφή ήταν η εξής:



Άγαθήι Τύχηι. Έπρίατο Θειοχάρης Νικέα παρά Θεοδώρου του Πολέμωνος την οικίαν ηι γείτων Μεννέας Άσάνδρου και Θεόδωοος αυτός και Νικάνωρ Έπικράτους, χρυσών τριακοσίων βεβαιωτής Δημόνικος Ριανού, μάρτυρες Στησίλεως Όργέως, Άριστογένης Άστίνου, επί ιερέως του Ασκληπιού Έρμαγόρα, επί επιστάτου Αισχύλου.



Αυτή η πράξη πώλησης δεν μας είναι γνωστή, παρά μόνο από ένα αντίγραφο, σε τρέχουσα (σημερινή) γραφή, το οποίο έγινε πριν από εξήντα χρόνια, ενώ το πρωτότυπο μοιάζει να έχει χαθεί. Μου φαίνεται προφανές ότι το πατρωνυμικό του μάρτυρα πρέπει να ήταν ΡΙΑΝΟΥ και όχι ΡΙΧΝΟΥ.



Η επιγραφή δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το έτος 1862, (ΦΙΛΙΣΤΩΡ 3, 1862), από τον Πανταζίδη, που ήταν τότε καθηγητής στο Γυμνάσιο των Σερρών, με τις ακόλουθες πληροφορίες: «Επιγραφή ανέκδοτος εξ Αμφιπόλεως. Προ τριών μηνών ευρέθη εν τινι αγρώ των περί την Αμφίπολιν επιγραφή... Ο λίθος μετηνέχθη εις το χωρίον Λακκοβίκια και ευρίσκεται εις την κατοχήν του ευρόντος αυτόν χωρικού. Το δ’ αντίγραφον, το οποίον χρεωστώ εις την προθυμίαν του αγαθού διδασκάλου κ. Ν. Κουμπίδου, επειδή ευθύς φαίνεται πολύ πιστόν, έσπευσα να εκδώσω και χωρίς να ίδω την πλάκα. Η πλαξ είναι λίθου λευκού, έχουσα μήκος 0.40, πλάτος 0.26. Αν είναι δυνατόν να εικάσει τις εκ του σχήματος των γραμμάτων, ανήκει εις χρόνους ουχί νεωτέρους των Μακεδονικών».



Ήμουν το 1899 στα Λακοβίκια, ένα μεγάλο, ελληνικό χωριό στις βορειοδυτικές πλαγιές του Παγγαίου, μερικά χιλιόμετρα από τη θέση της Αμφίπολης. Εκεί μου έδειξαν, πράγματι, αρχαιότητες, πήλινα ειδώλια από την Αμφίπολη, του τύπου του Άττιος (σημ. μεταφρ.: αιγυπτιακού Θεού) και μερικά πολύχρωμα κομμάτια από μια νεκρική κλίνη από λευκό μάρμαρο, που προερχόταν από έναν θολωτό τάφο, του οποίου έχω ήδη δημοσιεύσει σχέδιο (BCH 1899, σελ. 335). Όμως, (δεν είδα) καμία επιγραφή: Είναι αλήθεια ότι αναρωτιέμαι για το κείμενο του οποίου ο δάσκαλος Κουμπίδης, πριν από σαράντα χρόνια, είχε στείλει το αντίγραφο στον Πανταζίδη. Στη μονογραφία του για τα Λακοβίκια («Η κατά το Παγγαίον χώρα Λακκοβικίων, τοπογραφία, ήθη, έθιμα και γλώσσα, υπό Αστερίου Λ. Γουσίου, διευθυντού της αστικής σχολής Λακκοβηκίων. Εν Λειψία, εκ του τυπογραφείου «Η Ένωσις», 1894), που εμφανίστηκε στις Σέρρες το 1894, ο δάσκαλος Γούσιος δεν έκανε λόγο για την επιγραφή που είχε αντιγράψει ο προκάτοχός του (ενν. στην αστική σχολή) και είμαι βέβαιος ότι δεν την γνώριζε.



Παρά την ανησυχία μου, δεν ήθελα να συμπεράνω ότι οι πληροφορίες που είχε δώσει ο Πανταζίδης ήταν εσφαλμένες. Η επιγραφή πρέπει, πράγματι, ν’ αντιγράφηκε στα Λακοβίκια. Από πού όμως προήλθε;



Αν παρατηρήσουμε ότι το σπάνιο όνομα Ριανός δεν το έχουμε συναντήσει μέχρι τώρα σ’ επιγραφές της Μακεδονίας, παρά μόνο στη Θάσο, ότι το ιωνικό όνομα Στησίλεως είναι τύπος συνήθης στην ονοματολογία της Θάσου - ότι το μυστικιστικό όνομα Οργεύς, που μαρτυρείται επίσης μόνο στη Θάσο, οφείλεται, σ’ αυτή την πόλη (δηλ. την Αμφίπολη), στα όργια που τελούνταν εκεί προς τιμή του Διονύσου και της Δήμητρας – ότι η πράξη πώλησης που δημοσιεύτηκε από τον Πανταζίδη είχε τεθεί υπό την προστασία του ιερέα του Ασκληπιού, πράγμα που προϋποθέτει μια σημαντική λατρεία αυτού του θεού - και τέτοια υπήρχε πιο πολύ στη Θάσο, παρά στην Αμφίπολη – για όλους αυτούς τους λόγους να πιστέψουμε, άραγε, κι εμείς ότι η επιγραφή που αντιγράφηκε στα Λακοβίκια είχε μεταφερθεί εκεί όχι από την Αμφίπολη, αλλά από τη Θάσο ή τη θασιακή Περαία;



Στην πραγματικότητα, κανένας από τους αναφερθέντες λόγους, που συνηγορούν υπέρ της προέλευσης της επιγραφής από τη Θάσο, δεν είναι αποφασιστικός (καταλυτικός). Το όνομα Οργεύς δεν μαρτυρείται, εκτός από την επιγραφή μας, παρά μόνο στη Θάσο, όμως δεν θάπρεπε να μας ξαφνιάζει η ύπαρξή του και σε μια πόλη όπου, όπως στην Αμφίπολη, τελούνταν οργιαστικές τελετές. Κι αν ακόμη υποτεθεί ότι επρόκειτο, αρχικά, για ένα θασίτικο όνομα, αυτό μπόρεσε να περάσει από την Θάσο στην Αμφίπολη, αφού οι δυο πόλεις ήταν γειτονικές και η τελευταία είχε δεχθεί από την πρώτη έναν αριθμό αποίκων. Όσο για το όνομα Ριανός, κι αν αυτό το όνομα μας είναι γνωστό από τη Θάσο, δεν είναι και αποκλειστικά θασίτικο, αφού μαρτυρείται κυρίως στην Κρήτη, ( ο Ριανός, συγγραφέας των Μεσσηνιακών, ήταν από την Βηνή, πόλη κοντά στην Γόρτυνα…) Συνεπώς, υπήρχε στην Αμφίπολη κρητικό στοιχείο: Ο Νέαρχος, ο ναύαρχος του Αλεξάνδρου, ήταν Κρητικός εγκατεστημένος στην Αμφίπολη.



Εγώ, από την πλευρά μου, πιστεύω ότι δεν υπάρχει λόγος ν’ αμφισβητήσουμε τις πληροφορίες του Πανταζίδη: Η επιγραφή του πράγματι βρέθηκε κοντά στα Λακοβίκια και αποτελεί ντοκουμέντο της Αμφίπολης.



Ας δούμε, κατ’ αρχάς, το όνομα του αγοραστή, Θειοχάρης: Μοιάζει με το όνομα ενός Αμφιπολίτη της ίδιας εποχής, Κλεοχάρης Πυθέου, που τιμήθηκε με ψήφισμα στην Ερέτρια. (Το όνομα αυτού του Αμφιπολίτη, όμοιο με αυτό του συμπατριώτη του «Κλεότιμος», για τον οποίο κάνει λόγο ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά, σελ. 1306 α’, μας θυμίζει ότι η Μούσα Κλιώ ή Κλειώ ή Κλεώ λατρευόταν στην Αμφίπολη: έστιν ιερόν της Κλειούς εν Αμφιπόλει, ιδρυθέν απέναντι του μνημείου του Ρήσου (Μαρσύας από τους Φιλίππους, στα Σχόλια στον Ρήσο, 346).



Ένας πιο αποφασιστικός λόγος, για να πιστέψουμε ότι η επιγραφή του Πανταζίδη προερχόταν από την Αμφίπολη, μου φαίνεται ότι είναι η ομοιότητά της μ’ ένα κείμενο που δημοσίευσε ο Μ. Wilhelm:



ΘΕΟΣΤΥΧΑΓ

ΑΝΤΙΔΟΤΟΣΜ

ΡΑΙΠΠΑΡΧΟΥ

THNOIKIHNTI

ΝΤΗΣΖΩΙΛΟΥ

ΟΝΟΣΤΙΜΗΗ

ΗΚΟΝΤΑΜΑΡ

ΛΟΣΘΕΟΓΕΙΤΟΝ

ΙΛΘΕΟΣΣ



Η προέλευση αυτού του θραύσματος φέρεται να είναι η Χαλκιδική, αλλά δεν υπάρχει τίποτε πιο αβέβαιο: Ο M. Wilhelm δημοσίευσε αυτό το απόσπασμα, με βάση ένα αντίγραφο που ο Μ. Σβορώνος του είχε κοινοποιήσει το 1901. Ο Μ. Σβορώνος δεν είχε δει καν την πέτρα, δεν την γνώριζε παρά από μια εκτύπωση, που τον είχαν διαβεβαιώσει ότι είχε προέλθει από την Χαλκιδική. Μια πληροφορία αυτού του είδους, προελθούσα από έναν Έλληνα της Θεσσαλονίκης, δεν μπορεί να γίνει σοβαρά δεκτή, υπό αυστηρή έννοια. Στα 1874, όταν ο αββάς Duschesne βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, τον ενημέρωσαν ότι είχαν βρεθεί στην Χαλκιδική αντίγραφα επιγραφών, από τα οποία τουλάχιστον το ένα θεωρείται σήμερα ως Αμφιλοπολίτικο. Πιστεύω πως και το θραύσμα του Wilhelm, καθώς και η πράξη που δημοσίευσε ο Πανταζίδης, είναι και οι δυο από την Αμφίπολη.



Προσέξτε, τώρα, στο θραύσμα του Wilhelm, τα ονόματα -ντης Ζωίλου. Αναμφίβολα, ο Ζωίλος δεν είναι καθόλου σπάνιο όνομα στην ελληνιστική εποχή, στη δε Αμφίπολη αυτό φαίνεται ότι ήταν συνηθισμένο: Δείτε BCH, 1898, σελ. 350 Ζωίλου του Κασσάνδρου – ΙG ΙΙ, αρ. 2783 Ζωίς Ζωίλου Αμφιπολείτις – και τον περίφημο Ζωίλο με το προσωνύμιο «ονειρομάστιξ», ο οποίος ήταν Αμφιπολίτης.



Το όνομα με την κατάληξη –ντης θα μας δώσει μια άλλη ένδειξη. Ο Wilhelm το αποκαθιστά ως Ορό]ντης, που δεν είναι καθόλου αληθοφανές. Εγώ προτείνω Μά]ντης, ιωνικός τύπος του Μάντας, θρακικό όνομα του κάτω Στρυμόνα: Το βρίσκουμε, στον Ηρόδοτο (βιβλίο 5ο, 12), με τον τύπο Μαντύης, να ανήκει σ’ έναν Παίονα από αυτή την περιοχή – στο Παγγαίο, με την γραφή Μάντις, (κατ’ αναλογία, υποθέτω, προς το ελληνικό ουσιαστικό μάντις) να το φέρει κάποιος Αμφιπολίτης. Ένας Αμφιπολίτης μύστης στη Σαμοθράκη, ονομάζεται Διονύσιος Μάντα. Τα θηλυκά Μάντα Μάντω, Μάνταδα, Μανταρούς, Μαντάνη, Μαντούνη είναι εξ ίσου χαρακτηριστικά της περιοχής της Αμφίπολης όσο τα αρσενικά Μάντης ή Μάντας.



Αφού, όμως, έφθασα να μιλώ για το όνομα Μάντης και για τα άλλα ονόματα της ίδιας οικογένειας, ας μου επιτραπεί μια σύντομη παρέκβαση.



Το 475 π.Χ. η Ηιών, στις εκβολές του Στρυμόνα και το 437 π.Χ. η τοποθεσία που λεγόταν Εννέα Οδοί, όπου ο Άγνων ίδρυσε την Αμφίπολη, είχαν κατακτηθεί από τους Αθηναίους, η μεν Ηιών από Τα χέρια των Περσών και οι Εννέα Οδοί από τα χέρια των Ηδωνών. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν ένα θρακικό φύλο που κατείχε την αριστερή όχθη του κάτω Στρυμόνα, η κυριότερη κώμη τους ήταν η Μύρκινος, στην όχθη της λίμνης, βόρεια από τις Εννέα Οδούς. (Βλ. «Μύρκινον, Ηδωνικόν πολισμάτιον: Αππιανός, Εμφύλιοι Πόλεμοι, IV, 103). Οι Ηδώνες ή Ηδωνοί είχαν γείτονες, στα βόρεια, το φύλο των Οδομάντων, (Οδόμαντοι ή Οδόμαντες), οι οποίοι, αν κρίνει κανείς από το όνομά τους, ήταν ένας κλάδος των Ηδωνών: Πράγματι, οι Ηδώνες, (Ηδωνοί, Ηδώνες, Ηδώναι) αποκαλούνται μερικές φορές Ώδωνες και η πατρίδα τους Ωδονίη, η δε Θάσος Ωδονίς. Όθεν, η θρακική ονομαστική περιλαμβάνει ένα πλήθος σύνθετων τετρασύλλαβων, καθώς και το όνομα των Οδομάντων, που αποτελείται από δύο απλά, δισύλλαβα στοιχεία: Στην περίπτωσή μας, το πρώτο στοιχείο ήταν το όνομα της μητρικής φυλής – αυτής των Οδωνών ή Ηδωνών και το δεύτερο ήταν ίσως ανάλογο, και από την άποψη της ρίζας κι από την άποψη της σημασίας του, με το ελληνικό μάντις: Φέρνει κανείς στο νου του το μαντείο του Διονύσου στο Παγγαίο: Και το γεγονός ότι ένας μύστης από την Αμφίπολη, σ’ ένα κατάλογο από την Σαμοθράκη, ονομάζεται Διονύσιος Μάντα, δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Ειρήσθω εν παρόδω ότι το όνομα των Οδωνών ή των Ηδωνών μοιάζει να βρίσκεται όχι μόνο μέσα σ’ αυτό των Οδομάντων, αλλ’ επίσης και στην περίεργη ονομασία Εννέα Οδοί – περίεργη για έναν τοπογράφο, διότι είναι αδύνατο να πιστέψουμε, εξετάζοντας τον χάρτη της περιοχής, ότι εννέα δρόμοι διασταυρώνονταν σ’ εκείνο το σημείο. Εγώ πιστεύω πως οι Έλληνες, «πιστοί στη μέθοδό τους τα πάντα να τα ανάγουν στους εαυτούς τους», εξελλήνισαν μια ντόπια ονομασία στην οποία υπήρχε το όνομα των Οδονών και ότι η ονομασία Εννέα Οδοί δεν είναι ελληνική παρά μόνο φαινομενικά.



Οι Ηδώνες και οι Οδόμαντες, αν και ήταν όχι μόνο γείτονες αλλά και αδελφοί λαοί, δεν μοιάζει να είχαν πάντοτε αρμονικές σχέσεις. Το 423 π.Χ., κατά την ατυχή εκστρατεία του Κλέωνα κατά του Βρασίδα, ο Πόλλης, βασιλιάς των Οδομάντων, ήταν σύμμαχος των Αθηναίων, ενώ οι Ηδώνες στήριζαν τον Βρασίδα, (Θουκιδίδης V, 6). Οι Ηδωνοί ήταν ορκισμένοι εχθροί των Αθηναίων, οι οποίοι από πολύ καιρό εποφθαλμιούσαν την περιοχή τους και είχαν κάνει τόσο επίμονες και τόσο μεγάλες προσπάθειες για να εγκατασταθούν σ’ αυτήν. Αντίθετα, οι Οδόμαντες, από τους οποίους οι Αθηναίοι δεν είχαν πάρει τίποτε, είχαν απέναντι σ’ αυτούς τους τελευταίους ολότελα διαφορετική διάθεση: Το δέλεαρ του υψηλού μισθού που πλήρωνε η Αθήνα στους ξένους μισθοφόρους της, η προσδοκία ενός διαμελισμού της Ηδωνίδος, τους είχαν κατατάξει (φέρει) στο πλευρό των Αθηναίων, απέναντι από τους αδελφούς και γείτονές τους, τους Ηδωνούς: Αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς, όταν διαβάζει στους Αχαρνείς (του Φεβρουαρίου του 425) την αστεία σκηνή, στην οποία εμφανίζεται, οδηγούμενος από τον Αθηναίο πρέσβη στη Θράκη, «ο στρατός των Οδομάντων, του πιο πολεμικού φύλου των Θρακών», που είχε σταλεί σ’ ενίσχυση των Αθηναίων από τον Βασιλιά Σιτάλκη, αντί της σημαντικής αμοιβής των δύο δραχμών για κάθε άνδρα και για κάθε ημέρα (Αχαρνείς, 153: Οι οπλίτες, στην πολιορκία της Ποτίδαιας, έπαιρναν ένα δίδραχμο τη μέρα, αλλά με την υποχρέωση να συντηρούν οι ίδιοι τον «υπηρέτη» τους. (Θουκυδίδη ΙΙΙ, 17). Ο συνηθισμένος μισθός του Θράκα μισθοφόρου φαίνεται ότι ήταν μια δραχμή (Θουκυδίδη VII, 27).

ΙΙΙ.

Αν η αποκατάσταση Μά]ντης είναι σωστή, πρόκειται για έναν ιωνισμό στην επιγραφή του Wilhelm. Αυτή περιέχει βέβαια κι άλλον ένα (ιωνισμό), στην 4η σειρά «την οικίην», η οποία μας υποχρεώνει ν’ αποκαταστήσουμε κι έναν τρίτο, αμέσως μετά, «την οικίην τ[ην», με αυτή τη δεύτερη (λέξη) «την» ν’ αποτελεί ιωνική αναφορική αντωνυμία. Συνεπώς, η επιγραφή του Wilhelm έρχεται από μια εποχή στην οποία οι επιχωριασμοί δεν είχαν ακόμη εξαφανισθεί ολοσχερώς. Πιστεύω ότι τα δύο κείμενα, αυτό που δημοσίευσε ο Πανταζίδης κι εκείνο που δημοσίευσε ο Μ. Wilhelm, είναι μεταγενέστερα της προσαρτήσεως της Αμφιπόλεως στο Μακεδονικό Βασίλειο, διαφορετικά δεν θα μπορούσα να εξηγήσω, το γεγονός ότι το κείμενο του Πανταζίδη δεν είναι χρονολογημένο με το όνομα κάποιου επώνυμου άρχοντα. Το κείμενο του Πανταζίδη φαίνεται, άλλωστε, νεώτερο από εκείνο του θραύσματος του Wilhelm, διότι δεν βρίσκει κανείς σ’ αυτό άλλες διαλεκτικές φόρμες (τύπους) παρά μόνο τα κύρια ονόματα «Στησίλεως Οργέως».



Και συνεχίζει ο σοφός καθηγητής το κείμενό του, παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες για την Αμφίπολη και για την Άργιλο, την αποικία των κατοίκων της Άνδρου, η οποία ανασκάπτεται εδώ αρκετά χρόνια, από την Καναδική, αρχαιολογική Σχολή, πάνω στην παλιά, εθνική οδό Καβάλας – Θεσσαλονίκης, αμέσως μετά τα Νέα Κερδύλλια. Όσα λέει, όμως, κυρίως γι’ αυτή την μικρή, άγνωστη πόλη της Αργίλου, θα σας τα μεταφέρω με άλλη ανάρτησή μου.