Σάββατο 2 Ιουλίου 2022


ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΥΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥΣ ΝΑΟΥΣ, ΣΕ ΜΙΚΡΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ, ΤΗΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ


Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Χαράλαμπου Μπακιρτζή, σπουδαίου αρχαιολόγου και τέως Εφόρου της ΙΒ’ Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, που δημοσιεύτηκε στο «Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, 2 (1988)».

Ένα ακόμη, πολύ ενδιαφέρον κείμενο, για τον ίδιο ναό, της αρχαιολόγου και φίλης, Σοφία ενόψει του Α’ συνεδρίου τοπικής ιστορίας του Δλημου Παγγαίου»ς Δουκατά, με τίτλο «Βασιλική 1500 ετών βρέθηκε στο Παγγαίο», μπορείτε να βρείτε στο τεύχος του έτους 1989 του περιοδικού «Μακεδονική Ζωή».

Από τις φωτογραφίες, οι πέντε πρώτες είναι από το άρθρο που ακολουθεί, στο οποίο ο συγγραφέας παραπέμπει σ’ αυτές, ενώ οι υπόλοιπες είναι δικές μου και τις τράβηξα μετά από καθαρισμό του ναού από τον Δήμο Παγγαίου, που έλαβε χώρα ενόψει του Α’ Συνεδρίου τοπικής ιστορίας του εν λόγω Δήμου.

ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΣΤΑ ΚΗΠΙΑ ΤΟΤ ΠΑΓΓΑΙΟΥ

Ερείπια άγνωστης μέχρι σήμερα παλαιοχριστιανικής βασιλικής αποκαλύφτηκαν το 1987 και η έρευνά τους συνεχίστηκε με δαπάνη της Νομαρχίας Καβάλας το 1988 ΝΑ της Κοινότητας Κηπιών, στις νότιες υπώρειες του Παγγαίου. Αφορμή στην έρευνα έδωσε λαθρανασκαφή με σκαπτικό μηχάνημα για ανεύρεση θησαυρού, η οποία και κατάστρεψε έως τη βάση του θεμελίου το νότιο τμήμα της εκκλησίας. (Σχ. 1-2, Εικ. 1-2). (ΑΔ 1987 (προσεχώς). Για τη θέση της παλαιοχριστιανικής αυτής βασιλικής μέσα στην Πιερίδα κοιλάδα και τη σχέση της με τη λεγομένη «Κάτω οδόν», την παρακείμενη πηγή γνωστή με το όνομα «Το νερό της εκκλησίας» ή «Καϊνάρτζα» και τα ερείπια ιερού Ήρωος Αυλωνίτου βλ. X. Μπακιρτζής, Δύο παλαιοχριστιανικές επιγραφές από τα Κηπιά Παγγαίου, Τιμητικός τόμος Καθηγητή Κων. Βαβούσκου, (υπό έκδοση).

Η βασιλική έχει μήκος 24,70 μ. και πλάτος 17 μ. Μολονότι η δυτική πλευρά της δεν έχει ακόμη ανασκαφεί, φαίνεται ότι δεν υπήρχε αίθριο αλλά εξωνάρθηκας, εν είδει υποστέγου, στη ΝΔ γωνία του οποίου οδηγούσε λιθόστρωτος δρόμος, ερχόμενος από δυσμάς. Στο νάρθηκα οδηγούσε μία είσοδος στο βόρειο τμήμα της δυτικής πλευράς και δεύτερη στη βόρεια, στενή πλευρά. Δεν είναι γνωστό εάν αντίστοιχες είσοδοι υπήρχαν στο νότιο καταστρεμμένο τμήμα του νάρθηκα.

Κάτω από το δάπεδο του νάρθηκα βρέθηκαν εννέα κιβωτιόσχημοι, κατασκευα­σμένοι με πλάκες μαρμάρινες, τάφοι, από τους οποίους δύο, μπροστά στην είσοδο προς τον κυρίως ναό, έφεραν επιτύμβιες επιγραφές:

A. + Κοιμιτίριον τού

θεοφιλ(εστάτου) Βασιλίου πρ(εσ)β(υτέρου)


Β. + Κοιμητήριον

τού θε<ι>οφ(ι)λ(εστάτου) Στε

φάνου πρ(ε)σβ(υτέρου) δσ

τις έπ<ε>ιβουλεύ

σει δόσι λόγον

Θ(ε)ω όδε κ(αί) έν ήμέρα

κρίσεος|

Στο νάρθηκα υπάρχει ασυνήθιστα πλατύ θρανίο (Εικ. 3), κτιστό με σπασμένα κεραμίδια στέγης, όλα ιδίου τύπου, ανάμεσα στα οποία βρέθηκαν και κομμάτια μαρμάρινων κιονίσκων τέμπλου. Συνεπώς υποθέτει κανείς ότι το θρανίο ιδρύθηκε σε δεύτερη περίοδο λειτουργίας της βασιλικής, μετά την κατάρρευση της στέγης και διά­λυση του μαρμάρινου τέμπλου.

Από τις τρεις εισόδους, που οδηγούσαν από το νάρθηκα στον κυρίως ναό, η μεσαία (πλ. 1,66 μ.), κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας της εκκλησίας, ήταν πλατύτερη (5,50 μ.) και είχε μορφή τριβήλου. Το δάπεδο του μεσαίου κλίτους, όπως βρέθηκε, ανήκει στη δεύτερη περίοδο λειτουργίας της εκκλησίας. Είναι στρωμένο με κομμάτια μαρμάρινων πλακών δαπέδου, θωρακίων και επιτύμβιας παλαιοχριστιανι­κής επιγραφής. Μόνο στο ανατολικό τμήμα της εκκλησίας διατηρήθηκαν τμήματα της προσεγμένης πλάκωσης της πρώτης περιόδου, όπως και το ημικυκλικό σύνθρονο στην κόγχη του Ιερού Βήματος.

Τρίτος, με επιτύμβια επιγραφή στη θέση της, κιβωτιόσχημος τάφος βρέθηκε στο κεντρικό κλίτος, μπροστά στη δυτική είσοδο:

+ Κοιμητήριον τού

θεοφιλ(εστάτου) Πέτρου πρ(εσ)β(υτέρου)

όστις έπ<ε>ιβου

λεύσ<ετ>ει έτερον θόσει δόσι λό

γον το Θ(ε)ώ όδε κ(αί) έν ήμέρα κρίσεος|

Στη ΝΔ γωνία του κεντρικού κλίτους βρέθηκε κιβωτιόσχημος με κτιστά τοιχώματα τάφος, του οποίου μόνον το κάτω τμήμα διέφυγε της καταστροφής του σκαπτικού μηχανήματος (Εικ. 4). Στο δάπεδο του τάφου αυτού βρέθηκαν τρεις σιδερένιοι σταυροί, από τους οποίους οι δύο ήσαν τοποθετημένοι δίπλα στο κεφάλι του νεκρού και ο τρίτος πακτωμένος στο κονίαμα του δυτικού στενού τοιχώματος του τάφου.

Κανένας κορμός κίονα από τις κιονοστοιχίες δε βρέθηκε στην ανασκαφή2. Στη θέση της βόρειας κιονοστοιχίας βρέθηκε συνεχής τοίχος, με δύο ανοίγματα προς το βόρειο κλίτος, ένα στο ανατολικό άκρο και δεύτερο στο μέσο του τοίχου, το οποίο και σύντομα φράχτηκε με όμοια τοιχοποιία. Ανάλογος τοίχος πιστεύω ότι είχε αντι­καταστήσει και τη νότια κιονοστοιχία.

Το βόρειο κλίτος φέρει πλινθόστρωτο δάπεδο και κατά μήκος του βόρειου, δυτικού και ανατολικού τοίχου κτιστό έδρανο (Εικ. 5). Ο εξωτερικός τοίχος στη ΒΑ γωνία παρουσιάζει δύο μεγάλες ρωγμές, ανάμεσα στις οποίες η τοιχοποιία είναι διαφορετική. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρη η ΒΑ γωνία της εκκλησίας είχε κάποτε καταστραφεί.

Συνεπώς βλέπουμε ότι η πρώτη περίοδος λειτουργίας της παλαιοχριστιανικής βασιλικής τελείωσε με κατάρρευση όχι μόνο της στέγης και του τέμπλου, αλλά και των κιονοστοιχιών και του τριβήλου και της ΒΑ γωνίας του οικοδομήματος. Τέτοιας έκτασης καταστροφή μόνον από σεισμό μπορούσε να είχε προκληθεί. Παρόμοια φαινόμενα καταστροφής των κτιρίων έχουν παρατηρηθεί και στους Φιλίππους και στη Θάσο, όπου μάλιστα χρονολογήθηκαν στα 575. (Fr. Blonde - A. Muller · D. Mulliez, RA 1987, 1, 38-9. X. Μπακιρτζής, Η ημέρα μετά την κατα­στροφή στους Φιλίππους, Πρακτικά Α' Διεθνούς Συμποσίου «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», 1989, 695-710).

Κατά τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας η βασιλική στα Κηπιά σχεδόν ξανακτί­στηκε: οι κιονοστοιχίες και το τρίβηλο αντικαταστάθηκαν με τοίχους, το ρήγμα της ΒΑ γωνίας επιδιορθώθηκε, καινούργια στέγη κατασκευάστηκε και η λειτουργία της εκκλησίας περιορίστηκε στο μεσαίο μόνον κλίτος, του οποίου το δάπεδο επιστρώθηκε με διάφορα κομμάτια μαρμάρινων πλακών, ενώ ο νάρθηκας και τα πλάγια κλίτη χρησιμοποιήθηκαν ως στεγασμένοι βοηθητικοί χώροι.

Είναι φανερό ότι οι συνθήκες, που επικρατούσαν μετά μια τέτοια καταστροφή, κατά τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας της εκκλησίας, ήσαν διαφορετικές, με κύριο χαρακτηριστικό τη χρήση σπολίων. Οι μαρμάρινοι κίονες, ακέραιοι ή σε κομμάτια, μεταφέρθηκαν αλλού, για να χρησιμοποιηθούν και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη χρησίμευσαν ως οικοδομικό υλικό στους νέους τοίχους της εκκλησίας. Επάνω στο κατασκευασμένο με σπόλια δάπεδό της και κάτω από τα κεραμίδια της πεσμένης στέγης βρέθηκαν μαζί όστρακα τυπικής παλαιοχριστιανικής κεραμικής (Εικ. 7α) και όστρακα χειροποίητων (Εικ. 7β) ή στημένων σε αργό χειροκίνητο τροχό αγγείων από ακάθαρτο πηλό. Και τα μεν πρώτα ανήκουν σε αγγεία μεγάλου σχήματος παρα­δοσιακής προηγμένης τεχνολογίας, ενώ τα δεύτερα είναι μικρά και εύκολα στην κατα­σκευή τους μαγειρικά σκεύη (τσουκάλια) καθημερινής χρήσης, ντόπιας πιθανότατα παραγωγής. Το φαινόμενο συνύπαρξης τεχνολογικά προηγμένης και καθυστερημέ­νης κεραμικής δεν είναι μοναδικό αλλά ευρέως διαδεδομένο, όπως προκύπτει από νεότερα ανασκαφικά ευρήματα στην Καρυούπολη Πελοποννήσου, στη γιουγκοσλαβι­κή περιοχή του Δούναβη και στο Λιμένα της Θάσου κάτω από χρονολογημένο στρώμα καταστροφής στα 619. Την καταστροφή αυτή του Λιμένα απέδωσα σε νέα περίοδο σεισμών στα 615-620, (X. Μπακιρτζής, Τι συνέβη στη Θάσο στις αρχές του 7ου αι.; Τρίτο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, 1983, Περιλήψεις ανακοινώσεων, 58, Φίλια Έπη εις Γ. Ε. Μυλωνά, Γ', 1989, 339-341), οι οποίοι πιστεύω ότι ήταν η αιτία της οριστικής καταστροφής των παλαιοχριστιανικών κτιρίων στους Φιλίππους αλλά και της εκ νέου καταστροφής της εκκλησίας στα Κηπιά του Παγγαίου.

Δε γνωρίζουμε το μέγεθος της νέας καταστροφής της εκκλησίας, οπωσδήποτε όμως η στέγη θα είχε καταρρεύσει, γιατί, ενώ οι τοίχοι της μέχρι ένα σημείο ήταν ακόμη όρθιοι, κτίστηκε στη θέση του ιερού βήματος ναύδριο, διαστ. 5,50x3,70 μ., οι τοίχοι του οποίου πατούν απ’ ευθείας στο παλαιοχριστιανικό πλακόστρωτο δάπεδο και είναι πολύ πρόχειρα κτισμένοι, με οικοδομικά υλικά και σπόλια από τη βασιλική και σκέτη λάσπη ως συνδετικό κονίαμα (Εικ. 6). Στη θέση του εγκαινίου της βασιλι­κής υπάρχει φυτεμένο κομμάτι μαρμάρινου κορμού κίονα, που χρησίμευε ως υποστή­ριγμα της Αγίας Τράπεζας του ναϋδρίου, η οποία ήταν παλαιοχριστιανικό ιωνίζον σύνθετο κιονόκρανο, ανεστραμμένο.

Παρόμοια ναύδρια, που μαρτυρούν συνέχιση της χριστιανικής λατρείας στους χώρους των παλαιοχριστιανικών εκκλησιών, έχουν αποκαλυφτεί και άλλα στην περιοχή, όπως στη βασιλική Ποδοχωρίου, δυτικά των Κηπιών στην Πιερίδα κοιλάδα, στην εκτός των τειχών κοιμητηριακή βασιλική των Φιλίππων, στο Οκτάγωνο των Φιλίππων και στις βασιλικές Εβραιοκάστρου και Αγίου Αντωνίου στη Θάσο.

Επειδή κεραμική από ακάθαρτο πηλό αργού χειροκίνητου τροχού βρέθηκε και κάτω και πάνω από το στρώμα των πεσμένων κεραμιδιών της στέγης, ήταν δηλαδή σε χρήση και αμέσως πριν και αμέσως μετά την καταστροφή της εκκλησίας, πιστεύω ότι η ανέγερση του ναϋδρίου δεν απέχει χρονικά από την καταστροφή του 615-620.

Συνεπώς, στην επίχωση γύρω από το ναύδριο βρέθηκαν:

α) όστρακα από τσουκάλια χωρίς λαβές με κοφτό επίπεδο πάτο από ακάθαρτο πηλό κατασκευασμένα σε αργό χειροκίνητο τροχό με εγχάρακτη ενίοτε διακόσμηση (Εικ. 7γ).

β) όστρακα από τσουκάλια ίδιου τύπου από καθαρότερο πηλό, κατασκευασμένα σε γρήγορο ποδοκίνητο τροχό (Εικ. 7δ).

γ) όστρακα από τσουκάλια με κοφτό πάτο, μία λαβή και λεπτά τοιχώματα προηγμένης τεχνολογίας, που μπορούν να χρονολογηθούν έως το τέλος της δυνα­στείας των Μακεδόνων (Εικ. 7ε).

Η απουσία εφυαλωμένης κεραμικής, η οποία από τον 9ο/10ο αι. παρουσιάζει ιδιαίτερη διάδοση και έχει βρεθεί στους Φιλίππους, είναι ενδεικτική ότι η λειτουργία του ναϋδρίου δε διάρκεσε πολύ πέρα από την περίοδο αυτή.


Καβάλα,                                                                                             Χαράλαμπος Μπακιρτζής

Εφορεία Βυζαντινών αρχαιοτήτων

















Παρασκευή 22 Απριλίου 2022



Η ΙΕΡΗ ΧΩΡΑ «ΝΥΣΑ» ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΟΡΟΣ ΠΑΓΓΑΙΟ

(Διάφορες όψεις του ιστορικού αυτού όρους βλέπετε στις δεκαέξι (16) πρώτες φωτογραφίες, που αναρτώ).


Έχω επανειλημμένα αναρτήσει κείμενά μου, σχετικά με το ιστορικό Παγγαίο όρος της Ανατολικής Μακεδονίας. Πιστεύω ότι, σ’ όλες αυτές τις αναρτήσεις μου, η αγάπη μου, αγάπη ενός φιλίστορα, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη σκιά του σπουδαίου αυτού όρους, δεν με οδήγησε στο να το εξυμνήσω περισσότερο, από όση ήταν η σημασία του, για την αρχαία, Ελληνική, αλλά και για την παγκόσμια ιστορία. Άλλωστε, ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος να μιλήσει για το όρος αυτό, ο αείμνηστος Δημήτριος Λαζαρίδης, Έφορος Αρχαιοτήτων στην Καβάλα και πρώτος ανασκαφέας της Αμφιπόλεως, περιέγραψε ως εξής το μεγαλείο του, γράφοντας γι’ αυτό στα ΧΡΟΝΙΚΑ της Καβάλας, το 1979: «Από τα πιο όμορφα βουνά της Ελλάδος, το Παγγαίο, απ' όπου κι αν το δει κανείς, υψώνεται γεμάτο μεγαλείο προς τα ύψη, αιώνιο κι ακατάλυτο από τον χρόνο, με όγκους γεμάτους πλαστική έκφραση, με καμπύλες και τόνους που συνθέτουν αρμονία, με χρώματα όλο ευαισθησία και ποίηση. Κι οι κορυφές του καθώς προβάλλονται στη γαλάζια απεραντοσύνη του ουρανού, άλλοτε μενεξεδένιες, ρόδινες ή γεμάτες χρυσάφι, άλλοτε χιονισμένες ολόλευκες κι άλλοτε πάλι σκεπασμένες από βαριά σύννεφα, είναι γεμάτες μυστήριο κι ασκούν μιαν υποβλητική επίδραση στην ανθρώπινη ψυχή. Κι από τις κορυφές αυτές ξεχύνονται δάση από οξυές, έλατα, καστανιές, πλατάνια και δρύς, που σκεπάζουν πλαγιές και ρεματιές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως εδώ ακριβώς στα πολύ παλιά χρόνια συγκροτήθηκαν οι πρώτοι διονυσιακοί θίασοι με τις έξαλλες μαινάδες και τους γεμάτους ζωώδη δύναμη σατύρους, που στο χορό και στην έκσταση ζήτησαν τη λύτρωση και την επικοινωνία με το θεό. Κι ακόμη, ότι στο βουνό αυτό πλάστηκαν οι πιο παλιές δοξασίες για την αθανασία της ψυχής. Πιο υπέροχο, πιο θείο φυσικό σκηνικό δεν θα μπορούσε να ζητήσει πουθενά αλλού ο μεγάλος θεός της Θράκης, ο Διόνυσος».

Στο Παγγαίο, πράγματι, που στις κορυφές του και στις πλαγιές του, ήδη από την περίοδο της προϊστορίας, κατοικούσαν διάφορα, θρακικά φύλα, (Σάτρες, Οδόμαντες, Ηδωνοί, Πίερες κλπ.), μια θεϊκή μορφή, φωτεινή σαν ήλιος και ταυτόχρονα σκοτεινή σαν Άδης, πότε συσπασμένη από βακχικό οίστρο, πότε ήρεμη, όπως τα φύλλα του ιερού του φυτού, του κισσού, κυριαρχούσε ανάμεσα σε θνητούς και αθανάτους. Ο Διόνυσος, που το Ελληνικό του επίθετο Βάκχος και το θρακικό του Σαβάζιος προέρχονται πιθανά από τελετουργικές κραυγές των πιστών του και ο οποίος είχε το μεγάλο μαντείο του στο Παγγαίο, ήταν αρχικά ένας θεός του κυνηγιού και της αγροτικής ζωής, ένας θεός της φύσης και της βλάστησης, που εξασφάλιζε καλές σοδειές, αργότερα, όμως, όταν η λατρεία του μπολιάστηκε από την Ορφική διδασκαλία, απέκτησε μια πολύ πιο σπουδαία ιδιότητα, αυτήν του μεγάλου θεού, που υποσχόταν να εξασφαλίσει κι εξασφάλιζε την επιβίωση του μύστη (πιστού) και μετά θάνατον, του έδινε, δηλαδή, τη δυνατότητα να ξαναγεννηθεί μετά τον θάνατό του, σε κάποια άλλη, αιώνια ύπαρξη.

Πάνω στο ίδιο αυτό όρος, με πρωταγωνιστή τον μεγάλο αυτόν θεό των Θρακών, διαδραματίστηκε κι ο τραγικός μύθος του Θράκα βασιλέα Λυκούργου, τον οποίο περιέγραψε πρώτος ο Όμηρος, στην έβδομη ραψωδία της Ιλιάδος, (στίχ. 130 επόμ.) και αργότερα κι ο Απολλόδωρος, στη Μυθολογική Βιβλιοθήκη του (3ο βιβλίο, στ. 34 επόμ.). Σύμφωνα μ' αυτό τον μύθο, ο φοβερός βασιλιάς των Ηδωνών Θρακών, ο Λυκούργος, γιος του Δρύαντα, συγκρούστηκε με τους αθανάτους θεούς. Συγκεκριμένα, κατεδίωξε τις τροφούς του μικρού Διονύσου, τις Βάκχες και τους Σατύρους μέσα στην ίδια την ιερή, μυθική χώρα που γέννησε τον θεό, την ονομαζόμενη στην Ιλιάδα Νύσα. Και τις μεν Βάκχες και τους Σατύρους τους συνέλαβε, όμως οι τροφοί του Διονύσου του ξέφυγαν, πετώντας τους θύρσους τους κι όλα τα τελετουργικά τους αντικείμενα, ενώ ο Λυκούργος τις χτυπούσε. Ο ίδιος ο μικρός Διόνυσος, από τον φόβο του βούτηξε μέσα στη θάλασσα, όπου η θεά Θέτιδα, τον δέχθηκε τρεμάμενο στην αγκαλιά της. Τότε η οργή του Δία έπεσε πάνω στον Λυκούργο, που τυφλώθηκε και δεν άργησε να πεθάνει, κλεισμένος σε σπήλαιο του Παγγαίου από τον ίδιο τον Διόνυσο. Σύμφωνα όμως με άλλη παραλλαγή του μύθου, που την διέσωσε και ο Απολλόδωρος, ο Διόνυσος τρέλανε με την ιερή μανία τον Λυκούργο, ο οποίος μ' ένα τσεκούρι σκότωσε τον γιο του Δρύαντα, νομίζοντας ότι αυτός ήταν κλήμα αμπελιού. Στη συνέχεια οι Ηδωνοί Θράκες, για να επαναφέρουν τη γονιμότητα της γης τους που είχε χαθεί, τον οδήγησαν σύμφωνα με ένα χρησμό του Παγγαιικού Διονύσου στο Παγγαίο, όπου τον έδεσαν κι εκεί, σύμφωνα με τη θέληση του Διονύσου, κομματιάστηκε από άγρια άλογα. (Το πρωτότυπο κείμενο του Απολλοδώρου έχει ως εξής: «Λυκούργος δε παις Δρύαντος, Ήδωνών βασιλεύων, οί Στρυμόνα ποταμόν παροικούσι, πρώτος υβρίσας, εξέβαλεν αυτόν. Και Διόνυσος μεν εις θάλασσαν προς Θέτιν την Νηρέως κατέφυγε, Βάκχαι δε εγένοντο αιχμάλωτοι και τό συνεπόμενον Σατύρων πλήθος αυτώ. Αύθις δε αι Βάκχαι έλύθησαν εξαίφνης, Λυκούργω δε μανίαν ενεποίησε Διόνυσος. O δε μεμηνώς, Δρύαντα τον παίδα, αμπέλου νομίζων κλήμα κόπτειν, πελέκει πλήξας απέκτεινε, και ακρωτηριάσας αυτόν εσωφρόνησε. Της δε γής ακάρπου μενούσης, έχρησεν ο θεός καρποφορήσειν αυτήν, αν θανατωθή Λυκούργος. Ηδωνοί δε ακούσαντες, εις το Παγγαίον αυτόν απαγαγόντες όρος έδησαν, κακεί κατά Διονύσου βούλησιν υπό ίππων διαφθαρείς απέθανε»).

Ας δούμε την ίδια αυτή αφήγηση, στην Ζ’ ραψωδία της Ιλιάδας του Ομήρου, (στίχοι 130 – 137):

«Και ο τρομερός Λυκούργος, του Δρύαντος ο γόνος

εφιλονείκα με θεούς, αλλ’ έζησεν ολίγο,

που έναν καιρόν του μανικού Διονύσου ταις βυζάστραις

σκόρπισε στα πανάγια βουνά του Νυσηίου.

με βούκεντρ’ ο Λυκούργος ταις έπληττε ο φονέας,

ώστε τους κλάδους έρριξαν, και ο Διόνυσος στα βάθη

της θάλασσας εβύθισε, και η Θέτις στην αγκάλην

τον δέχθηκε που ετρόμαζεν, ακόμη απ' την βοήν του».

(Κάποιες παραλλαγές του ίδιου μύθου παραθέτουν ο Υγίνος και ο Διόδωρος Σικελιώτης).

Είπαμε, όμως, ήδη, ότι όλη αυτή η γοητευτική περιπέτεια έλαβε χώρα στη Νύσα, «κατ' ηγάθεον Νυσήϊον». Η λέξη ηγάθεον σήμαινε «αγιασμένο». Επρόκειτο για μια ιερή χώρα, που οι Έλληνες της κλασικής εποχής τοποθετούσαν κάπου στην Ανατολή, η Ομηρική όμως Νύσα πρέπει να βρισκόταν, ασφαλώς, στην περιοχή όπου βασίλευε ο Λυκούργος και, δεδομένου ότι αυτός ήταν βασιλιάς των Ηδωνών Θρακών, που κατοικούσαν στο βόρειο και δυτικό Παγγαίο, Νύσα δεν μπορούσε παρά να είναι αυτό το ίδιο το βουνό, μέσα στις κοιλάδες και τα σπήλαια του οποίου, όπως λέγει ο ομηρικός ύμνος στον Διόνυσο, το παιδί - θεός μεγάλωσε: «Νύσης εν γυάλοις». Άλλωστε, το όνομα Νύσα υπάρχει και μέσα στο ίδιο το όνομα του Διο - νύσου, του οποίου το όνομα έτσι σήμαινε για τους Θράκες: θεός της Νύσας, δηλαδή θεός του ιερού βουνού, πιθανότατα του Παγγαίου. Και πράγματι, κατά τη γνώμη πολλών επιστημόνων, (όπως ο σοφός αρχαιολόγος και καθηγητής P. Perdrizet, στο βιβλίο του με τίτλο Cultes et mythes du Pangee», που εξέδωσε το έτος 1910), το όνομα Νύσα δεν είναι άλλο, από το πανάρχαιο, μυστικιστικό όνομα του Παγγαίου, πράγμα που προκύπτει κύρια από την τραγωδία του Ευρυπίδη «Βάκχες».

Και οι Ρωμαίοι, όμως, την ιερή χώρα Νύσα τοποθετούσαν στην περιοχή του Παγγαίου, όπως προκύπτει από το παρακάτω κείμενο του Αππιανού, στο οποίο ο Ρωμαίος αυτός ιστορικός περιέγραψε την μάχη των Φιλίππων, το 42 π.Χ., (Appian., Bell. civ., IV, 105): «….ο Βρούτος και ο Κάσσιος, με μια εκπληκτική πράξη θράσους, προχώρησαν στους Φιλίππους, όπου αποβιβάστηκε και ο Τίλλιος και ολόκληρος ο στρατός ήταν συγκεντρωμένος εκεί. Οι Φίλιπποι είναι μια πόλη, που παλαιότερα ονομαζόταν Δάτον και πριν από αυτό Κρηνίδες, γιατί εκεί γύρω από έναν λόφο αναβλύζουν πολλές πηγές. Ο Φίλιππος την οχύρωσε, γιατί την θεωρούσε εξαιρετικό οχυρό κατά των Θρακών και την ονόμασε, από τον εαυτό του, «Φίλιπποι». Βρίσκεται σ’ έναν απόκρημνο λόφο……. Υπάρχουν δάση στα βόρεια, μέσα από τα οποία ο Ρασκούπορις (Βασιλιάς των Θρακών) οδήγησε τον στρατό του Βρούτου και του Κάσιου. Στα νότια υπάρχει ένα έλος, που εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα. Στα ανατολικά είναι τα φαράγγια των Σαπαίων και των Κορπιλαίων και στα δυτικά μια πολύ εύφορη και όμορφη πεδιάδα που εκτείνεται στις πόλεις Murcinus και Drabiscus και τον ποταμό Στρυμόνα, περίπου 350 στάδια. Εδώ λέγεται ότι παρέσυρε (ο θεός Άδης) την Περσεφόνη, ενώ μάζευε λουλούδια και εδώ είναι ο ποταμός Ζυγάκτης, στη διάβαση του οποίου λένε ότι έσπασε ο ζυγός του άρματος του θεού, από την οποία και πήρε το όνομά του το ποτάμι………….» (δείτε και το γειτονικό στον ποταμό Ζυγάκτη χωριό Ζυγός, που διατήρησε και στην διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης και διατηρεί μέχρι σήμερα το πανάρχαιο αυτό όνομά του)!

Ας δούμε, όμως, τώρα, ποιος είναι αυτός ο μύθος, στον οποίο αναφερόταν ο Αππιανός και για τον οποίο πίστευε (όπως πίστευαν και όλοι οι Ρωμαίοι) ότι έλαβε χώρα στην περιοχή του Παγγαίου και συγκεκριμένα κοντά στον Ζυγάκτη ποταμό, που μέχρι σήμερα κυλάει τα νερά του, δίπλα από τα λαμπρά ερείπια των αρχαίων Φιλίππων, (τον βλέπετε, στην 17η από τις φωτογραφίες που αναρτώ – πρόκειται για φωτογραφία της kefthimia, από την ιστοσελίδα Greece.gr - στην 18η φωτογραφία βλέπετε τα ερείπια των Φιλίππων και στις φωτογραφίες 19η έως και 21η βλέπετε το όρος Παγγαίο, όπως φαίνεται από την ακρόπολη των Φιλίππων): Ο μύθος περιλαμβάνεται στον Ομηρικό ύμνο προς την (θεά) Δήμητρα, ένα επικό ποίημα, που συντάχθηκε στα τέλη του 7ου με αρχές του 6ου αιώνα προ Χριστού:


Τη Δήμητρα - θεά καλλίκομη, σεμνή - θα υμνήσω,

την ίδια και την κόρη της με τα λεπτά σφυρά·

ο Αϊδωνεύς την άρπαξε, ο Ζευς τού την εχάρισε,

βαρύχτυπος, βροντόφωνος· κι από τη Δήμητρα, οπού κρατεί

χρυσό σπαθί κι ωραίους καρπούς,

τη χώρισε, την ώρα που έπαιζε με τις βαθύκολπες Ωκεανίδες.

Μαζεύοντας λουλούδια, ρόδα και κρόκο,

όμορφους μενεξέδες σε μαλακό λιβάδι,

κρίνα, υάκινθο και νάρκισσο - η Γη τον έσπειρε τον νάρκισσο,

δόλο της Κόρης με το πρόσωπο ανθισμένο,

γιατί ο Δίας το θέλησε, κάνοντας χάρη στον Πολυδέκτη.

Έλαμπε ο νάρκισσος, θαύμα και θέαμα σε όλους όσοι τον είδαν,

αθάνατοι θεοί και άνθρωποι θνητοί·

από την ίδια ρίζα φύτρωναν μοσχομυρίζοντας άνθη εκατό -

γέλασε τότε ο ουρανός απέραντος από ψηλά,

η γη ολάκερη και τ' αλμυρό το κύμα της θαλάσσης.

Θαμπώθηκεν κι η Κόρη κι έσκυψε, απλώνοντας τα δυο της χέρια,

να πιάσει του κόσμου αυτό το χάρμα.

Ξάφνου ανοίγει η γη, στο Νύσιο πεδίο,

από βαθιά έγινε πλατιά, κι ανέβηκε ο βασιλιάς του κάτω κόσμου

με τα άλογά του αθάνατα, ο πολυώνυμος του Κρόνου γιος.

Βίαια την άρπαξε, την έσυρε επάνω στο χρυσό του άρμα, ολοφυρόμενη,

ενώ η φωνή της κατακόρυφη αντηχούσε,

καλώντας τον πατέρα της Κρονίδη, μέγα και πρώτον.

Κι όμως κανείς δεν βρέθηκε, αθάνατος ή και θνητός,

ν' ακούσει την κραυγή της,

μήτε λαμπρόκαρπες οι Ελιές».

ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Δήμητρ’ ἠύκομον, σεμνὴν θεόν, ἄρχομ’ ἀείδειν,

αὐτὴν ἠδὲ θύγατρα τανύσφυρον, ἣν Ἀιδωνεὺς

ἥρπαξεν, δῶκεν δὲ βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεύς,

νόσφιν Δήμητρος χρυσαόρου, ἀγλαοκάρπου,

παίζουσαν κούρῃσι σὺν Ὠκεανοῦ βαθυκόλποις

ἄνθεά τ’ αἰνυμένην, ῥόδα καὶ κρόκον ἠδ’ ἴα καλὰ

λειμῶν’ ἂμ μαλακὸν καὶ ἀγαλλίδας ἠδ’ ὑάκινθον

νάρκισσόν θ’, ὃν φῦσε δόλον καλυκώπιδι κούρῃ

Γαῖα Διὸς βουλῇσι χαριζομένη Πολυδέκτῃ,

θαυμαστὸν γανόωντα: σέβας τό γε πᾶσιν ἰδέσθαι

ἀθανάτοις τε θεοῖς ἠδὲ θνητοῖς ἀνθρώποις:

τοῦ καὶ ἀπὸ ῥίζης ἑκατὸν κάρα ἐξεπεφύκει:

κὦζ’ ἥδιστ’ ὀδμή, πᾶς τ’ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθεν

γαῖά τε πᾶσ’ ἐγελάσσε καὶ ἁλμυρὸν οἶδμα θαλάσσης.

ἣ δ’ ἄρα θαμβήσασ’ ὠρέξατο χερσὶν ἅμ’ ἄμφω

καλὸν ἄθυρμα λαβεῖν: χάνε δὲ χθὼν εὐρυάγυια

Νύσιον ἂμ πεδίον, τῇ ὄρουσεν ἄναξ Πολυδέγμων

ἵπποις ἀθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υἱός.

ἁρπάξας δ’ ἀέκουσαν ἐπὶ χρυσέοισιν ὄχοισιν

ἦγ’ ὀλοφυρομένην: ἰάχησε δ’ ἄρ’ ὄρθια φωνῇ,

κεκλομένη πατέρα Κρονίδην ὕπατον καὶ ἄριστον.

οὐδέ τις ἀθανάτων οὐδὲ θνητῶν ἀνθρώπων

ἤκουσεν φωνῆς, οὐδ’ ἀγλαόκαρποι ἐλαῖαι…»

Υπήρχε, ως εκ τούτου, προφανής σχέση του όρους Παγγαίου με τον μυθικό τόπο «Νύσα», τον τόπο γέννησης του Διονύσου, οι αποδείξεις, όμως, για τη σχέση αυτήν, δεν σταματούν εδώ! Άλλη μια σημαντική απόδειξη αυτής της σχέσης αποτελεί η διατήρηση του ονόματος αυτού του μυθικού τόπου, της Νύσας, μέχρι τα νεώτερα χρόνια, ως ονόματος μιας πανάρχαιας, γηγενούς, Ελληνικής κώμης του Παγγαίου όρους, της σημερινής Νικήσιανης. Αφήνω, λοιπόν, για το θέμα αυτό, να μας μιλήσει ο Δ. Παπαδόπουλος Κεραμεύς, στην «Έκθεσιν παλαιογραφικών και φιλολογικών ερερυνών εν Θράκη και Μακεδονία, γενομένων κατά το έτος 1885 δια την Μαυρογορδάτειον Βιβλιοθήκην», η οποία δημοσιεύθηκε στο Παράρτημα του ΙΖ’ τόμου των πρακτικών του «εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού φιλολογικού Συλλόγου», που εκδόθηκε το έτος 1886 και, ειδικότερα, στο κεφάλαιο της Εκθέσεώς του, που έχει τίτλο «περί της επί του Παγγαίου όρους Μονής Κοσινίτζης». Στο κεφάλαιο αυτό ο συγγραφέας παραθέτει ένα πατριαρχικό έγγραφο, που εκδόθηκε το έτος 1567, του οποίου εγώ μεταφέρω μόνο το τμήμα που ενδιαφέρει την παρούσα ανάρτηση, μαζί με τα σχόλια του συγγραφέα του:

«Μητροφάνης ελέω θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και οικουμενικό πατριάρχης.

………. Οι οσιώτατοι μοναχοί, οι ενασκούμενοι εν τη σεβασμία και αγία πατριαρχική μονή, της εις το όνομα τιμωμένη της υπεράγνου δεσποίνης ημών θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας της επικεκλημένης Κοσινίσσης, ενεφάνισαν ημίν τιμίαν πατριαρχικήν γραφήν του αγιωτάτου και αοιδίμου πατριάρχου κυρ Ιερεμίου, διαλαμβάνουσαν και επιβεβαιούσαν και τα προ εκείνου αγιωτάτων πατριαρχών γράμματα κυρ Μαξίμου τε και κυρού Διονυσίου και εμπεριέχουσαν αυταίς λέξεσιν, ως ίνα είη αυτή τε και τα υπ’ αυτήν ευρισκόμενα πατριαρχικά σταυροπήγια, ήγουν, ο περί το Βρανόκαστρον μέγας Γεώργιος, η εις τας Σέρρας σεβασμία Μονή της Παναγίας μου, η λεγομένη της Ηλιοκάλλου και τα λοιπά σταυροπήγια, όσα υπό αυτήν τυγχάνουσι, προς τούτοις δε και τα χωρία αυτής, ήγουν το λεγόμενον των Ποσιανών, η Χωρεμίστα και η Νύσσα, ακαταπάτητος και ανεπειρέαστος από παντός πλησιοχώρου μητροπολίτου, καθώς και τα παλαιγενή έτερα πατριαρχικά διαλαμβάνουσι γράμματα…»

Αναφέρει, λοιπόν, στο πιο πάνω έγγραφό του, που εξέδωσε το έτος 1567, ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Μητροφάνης, ότι στην Ιερά Μονή της Εικοσιφοινίσσης του Παγγαίου υπάγονταν εκκλησιαστικά, και τότε και παλαιότερα, όχι μόνο σταυροπηγιακές Μονές, (όπως ήταν «ο μέγας Γεώργιος του Βρανοκάστρου», δηλαδή ο Άγιος Γεώργιος ο Διασωρείτης, κοντά στο σημερινό Παλαιοχώρι του Δήμου Παγγαίου), αλλά και ολόκληρα χωριά, γειτονικά προς την Μονή, τα ονόματα των οποίων σχολιάζει ο Δ. Παπαδόπουλος Κεραμεύς, σε υποσημειώσεις του, ως εξής:

Χωρίον Ποσιανών: Το χωρίον τούτο, αρπαγέν και καταστραφέν προ χρόνων ουκ ολίγων, είνε τανύν απλούν οθωμανικόν τσιφλίκιον.

Χωρεμίστα (η σημερινή Κορμίστα Σερρών): Χωρίον κείμενον εις απόστασιν μιας και ημισείας ώρας περίπου από της μονής…. Το αυτό χωρίον εν τοις σιγιλλίοις ονομάζεται Χωρεμίστα (1567 και 1703), Χωρομίστα (1661) και Κορομίστα (1628).

Νύσσα: Ούτω καλείται ενταύθα η νυν κώμη Νικήσιανη, περί ης γράφει τινά ο κ. Ν. Γ. Φιλιππίδης υπό τον τύπον Νικησιανή.. Υπό το όνομα Νύσσα αναφέρεται το χωρίον και εν τοις πατριαρχικοίς σιγιλλίοις των ετών 1628 και 1661. Νικησιγιανή γράφεται εν τω σιγιλλίω του Καλλινίκου Β’, Νικισιανή δε εν τω του Αθανασίου Ε’ (1709).

Το συμπέρασμα που μπορούμε, με ασφάλεια, να εξαγάγουμε, από το πιο πάνω πατριαρχικό σιγίλλιο, είναι ότι το όνομα της μυθικής χώρας Νύσσας (ή Νύσας) επιβίωσε, μέχρι το έτος 1661, στο όνομα της αρχαιότατης, γηγενούς, Μακεδονικής κώμης Νικήσιανης, η οποία βρίσκεται στην ανατολική αγκαλιά του όρους Παγγαίου και ακριβώς απέναντι από την αρχαία πόλη των Φιλίππων, (την βλέπετε στην 9η φωτογραφία)!

Άλλη μια, όμως, περίτρανη κατά τον γράφοντα, απόδειξη, της σχέσης της μυθικής χώρας Νύσας (ή Νύσσας) με το όρος Παγγαίο, μας αποκάλυψε, ολότελα πρόσφατα, (το έτος 2014), η αρχαιολογική σκαπάνη: Πρόκειται για το υπέροχο ψηφιδωτό της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, (το βλέπετε στην 22η φωτογραφία που αναρτώ, παρμένη από δημοσίευμα του youmagazine.gr), το οποίο κοσμεί έναν από τους θαλάμους του μοναδικού σε μέγεθος και μεγαλοπρέπεια, Μακεδονικού τύμβου, που βρέθηκε στις δυτικές παρυφές του Παγγαίου όρους, ανατολικά της αρχαίας Αμφιπόλεως! Ασφαλώς, αυτό το σπουδαίο εύρημα δίνει την οριστική και αδιαμφισβήτητη απάντηση, στο ερώτημα, που πλανιόταν για χιλιάδες χρόνια, σχετικά με τον τόπο όπου βρισκόταν η μυθική χώρα Νύσα, όπου γεννήθηκε κι ανδρώθηκε ο Θεός Διόνυσος και σε μια πεδιάδα του οποίου ο Θεός Άδης ή Πλούτων άρπαξε την Περσεφόνη! Ο τόπος αυτός ήταν το όρος Παγγαίο και η γύρω απ’ αυτό περιοχή!


























Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022



ΜΙΚΡΑ, ΑΓΝΩΣΤΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ

(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε, το έτος 2014, σ’ εφημερίδες, από την Γαλλία μέχρι τη Νέα Ζηλανδία. Το υπέγραφα τότε, με το ψευδώνυμο «ΣΤΡΥΜΩΝ»)

Η Αμφίπολη, αυτή η ξακουστή πολιτεία της Ανατολικής Μακεδονίας, η μοναδική αποικία των Αθηναίων, βγήκε, επί τέλους, από τη λήθη στην οποία την έριξαν επί αιώνες, όχι μόνο οι βαρβαρικές επιδρομές, αλλά και η άγνοια κι η αδιαφορία των νεοελλήνων, απέναντι στην λαμπρή ιστορία της. Το περίλαμπρο μνημείο, που από το έτος 2014, σιγά – σιγά, αποκαλύπτει η αρχαιολογική σκαπάνη, στον λόφο της περιοχής «Καστά» της Αμφίπολης, λίγο έξω από τη σημερινή (Νέα) Μεσολακιά του Δήμου Αμφίπολης, κίνησε το ενδιαφέρον εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και, ανάμεσα σ’ αυτούς και το ενδιαφέρον των περισσοτέρων Ελλήνων.

Πολλά γράφτηκαν, όλα αυτά τα χρόνια, που προχώρησαν οι ανασκαφές στον περίλαμπρο τύμβο της Αμφίπολης και η επανάληψή τους δεν θα προσέθετε τίποτε στην ιστορική γνώση. Γι’ αυτό, εγώ επέλεξα, να φέρω στο φως ορισμένα μικρά, αλλ’ άγνωστα σπαράγματα, από την μακραίωνη ιστορία της περίλαμπρης, αρχικά αθηναϊκής αποικίας και στη συνέχεια μακεδονικής πολιτείας, ελπίζοντας πως θα συμβάλω μ’ αυτό τον τρόπο, έστω κι ελάχιστα, στην σφαιρική ενημέρωση εκείνων των Ελλήνων, που με ιδιαίτερο ενδιαφέρον κι αγωνία παρακολουθούν την εξέλιξη των ανασκαφών, περιμένοντας το «θαύμα», που θα τους ξαναδώσει πίσω την εθνική τους αξιοπρέπεια, την οποία τους στερούν, εδώ και χρόνια, η οικονομική κρίση και οι μακροχρόνιες συνέπειές της και το ασταθές, διεθνές περιβάλλον.

Το πρώτο, μικρό σπάραγμα της ιστορίας της Αμφίπολης το πήρα από την μεταπτυχιακή εργασία του πρόωρα χαμένου, λαμπρού φιλολόγου και αρχαιολόγου, Μόσχου Οτατζή, που είχε τίτλο «Εγνατία οδός: Από την Αμφίπολη στους Φιλίππους», (έκδοση Δήμου Καβάλας). Στην εργασία αυτή ο συγγραφέας, εξετάζοντας ορισμένα μιλιάρια (οδοδείκτες) της περίφημης, ρωμαϊκής Εγνατίας οδού, η οποία κατασκευάστηκε από τους Ρωμαίους αμέσως μετά την κατάκτηση της Ελλάδας και η οποία, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήταν «εκ της Απολλωνίας εις Μακεδονίαν … βεβηματισμένη κατά μίλιον και κατεστηλωμένη μέχρι Κυψέλων και Έβρου ποταμού», που βρέθηκαν στο μικρό Σούλι, στο Οφρύνιο, τα Νέα Κερδύλλια και αλλού, «βλέπει» τη μεγάλη αυτή οδό να περνάει ανάμεσα στο λόφο «Καστά», όπου ήδη ανασκάπτεται ο περίλαμπρος τύμβος και στο λόφο 133, όπου από δεκαετίες ανασκάπτονται ερείπια και τάφοι που ξεκινούν από τη νεολιθική περίοδο και φθάνουν μέχρι την εποχή του σιδήρου. Ο Μόσχος Οτατζής αναφέρει, συγκεκριμένα, ότι η Εγνατία οδός «είναι πιο πιθανό ν’ απέφευγε το ύψωμα στο οποίο ήταν χτισμένη η Αμφί­πολη, αλλά μετά το Στρυμόνα να κατευθυνόταν βόρεια, να περνούσε έξω από την Αμφίπολη και συγκεκριμένα να περιέτρεχε το ανατολικό τείχος της πόλης και να συνέχιζε αμέσως μετά, με κατεύθυνση βορειοανατολική, προς τους πρόποδες του Παγγαίου και προς τον λόφο, που σήμερα είναι γνωστός ως «λόφος 133». Στην περιοχή αυτή βρέθηκε ένα μιλιάριο της εποχής του αυτοκράτορα Καρακάλλα, το οποίο αναγράφει την απόσταση του ενός μιλίου. Πιθανόν ο αριθμός δεν είναι συμπληρωμένος, διότι στο σημείο αυτό του μιλιαρίου υπάρχει φθορά- αν όμως ο αριθμός του ενός μιλίου είναι σωστός, τότε το μιλιάριο δεν πρέπει να βρέθηκε μακριά από τη θέση που ήταν τοποθετημένο επάνω στην Εγνατία οδό. Ο δρόμος συνέχιζε με κατεύθυνση βορειοανατολική και περνούσε ανάμεσα από το λόφο 133 και το λόφο του «Καστά», για να συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση, παράλληλα σχεδόν με τους βόρειους πρόποδες του Παγγαίου. Υπάρχει και σήμερα ακόμη μονοπάτι που από την Αμφίπολη οδηγεί στο πέρασμα αυτό, ανάμεσα από τους δύο λόφους. Η αυτοψία και η έρευνα δεν έδωσε ίχνη αρχαίου δρόμου, είναι όμως πολύ πιθανό αυτός να καταστράφηκε, από την καλλιέργεια των αγρών. Στο τείχος της βυζαντινής Χρυσούπολης, δίπλα στο σημερινό οικισμό της παραλίας Οφρυνίου, βρέθηκε εντοιχισμένο κι άλλο μιλιάριο της Εγνατίας οδού, το οποίο χρονολογείται επίσης στα χρόνια του Καρακάλλα. Είναι άγνωστο από πού μεταφέρθηκε στον περίβολο της μεσαιωνικής πολιτείας, όμως η απόσταση των τεσσάρων μιλίων που αναγράφει, θεωρώντας ως αφετηρία την Αμφίπολη, δείχνει ότι αυτό ήταν τοποθετημένο στην Εγνατία οδό, αμέσως μετά τον λόφο 133 και από το σημείο αυτό η απόσταση δεν είναι πολύ μεγάλη, για να μεταφερθεί αργότερα στο τείχος της βυζαντινής Χρυσούπολης. Μπορεί λοιπόν (αυτό) ν’ αποτελέσει μια ένδειξη, ότι η Εγνατία οδός περνούσε ανάμεσα από τους δύο λόφους, για να προχωρήσει μετά, παράλληλα προς τους βόρειους πρόποδες του Παγγαίου».

Ένα άγνωστο, λοιπόν, όμως ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσθέτει ο Μόσχος Οτατζής, σε όσα μαθαίνουμε, για τον μακεδονικό τύμβο που ανασκάπτεται στο λόφο «Καστά» της Αμφίπολης. Ότι αυτός ο τύμβος βρέθηκε πάνω στη μεγαλύτερη οδό των αρχαίων χρόνων, τη ρωμαϊκή Εγνατία οδό, η οποία διήλθε από τη νότια πλευρά του, με ότι αυτή η θέση του μπορεί να σημαίνει, είτε όσον αφορά την τυχόν σύλησή του, είτε, αντίθετα, όσον αφορά την τυχόν προστασία του από τους Ρωμαίους!

Μια δεύτερη, σχεδόν άγνωστη μέχρι σήμερα πτυχή της ιστορίας της Αμφίπολης είναι αυτή της ανεύρεσης των θραυσμάτων του μεγάλου γλυπτού του λιονταριού της και της συγκόλλησής τους, τα οποία δεν παύουν να είναι επίκαιρα τώρα, που οι ανασκαφικές έρευνες στο λόφο «Καστά» τοποθετούν το λιοντάρι αυτό, ως επιτύμβιο μνημείο, πάνω στον μακεδονικό τύμβο και βάζουν τέλος (ή ξεκινούν από την αρχή;) τις συζητήσεις, που για πολλές δεκαετίες έδιναν κι έπαιρναν, σχετικά με το πού, τελικά, ήταν τοποθετημένο αυτό το υπέροχο έργο τέχνης! Εδώ θα συμβουλευτώ, από τη μια το άγνωστο στην χώρα μας έργο του κ. Oscar Broneer, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, το οποίο, με τίτλο «The lion monument at Amphipolis», εκδόθηκε το 1941 και μόλις πρόσφατα μεταφράστηκε, για πρώτη φορά, στα ελληνικά κι από την άλλη, το άρθρο του καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Γεωργίου Μπακαλάκη, το οποίο, με τίτλο «Ο Λέων της Αμφιπόλεως», δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουλίου του 1960 του περιοδικού «ΠΕΡΙΗΓΗΤΙΚΗ», (σελ. 15-17), για να σας κάνω κοινωνούς των πιο κάτω, ενδιαφερόντων, ελπίζω, λεπτομερειών της «νεώτερης» ιστορίας του λιονταριού της Αμφίπολης:

Για πρώτη φορά στους βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913, Έλληνες στρατιώτες βρήκαν κομμάτια από τη βάση του μεγάλου μνημείου κι ενημέρωσαν αμέσως την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία έστειλε επί τόπου τους αρχαιολόγους Γ. Οικονόμου και Α. Ορλάνδο, τους οποίους, όμως, πρόλαβε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, προτού προχωρήσουν στην έρευνα κι αποκάλυψη του μνημείου. Το θέρος του 1916, αξιωματικοί βρετανικού, εκστρατευτικού σώματος, σ’ ένα διάλειμμα των μαχών, που διεξάγονταν στην περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα, ανάμεσα στους συμμάχους και στα βουλγαρικά στρατεύματα, βρήκαν και θραύσματα του ίδιου του λιονταριού και θέλησαν να τα μεταφέρουν στην ακτή, (προφανώς για να τα μεταφέρουν στην πατρίδα τους), αλλά, λόγω του όγκου και του βάρους τους, κύρια όμως λόγω του ότι εμποδίστηκαν από το βουλγαρικό πυροβολικό, που «σφυροκοπούσε» την ακτή, όπου βρίσκονταν αγγλικά πλοία, δεν τα κατάφεραν και τα θραύσματα του μνημείου παρέμειναν εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες, μέχρις ότου, το έτος 1930, τα μέλη της γαλλικής, αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, P. Collart και P. Devampez, προσκληθέντα από τον κ. Τσάτσο, υπάλληλο της αμερικανικής εταιρίας Monks Ulen, η οποία είχε ήδη αναλάβει την εκτέλεση αποστραγγιστικών έργων στην περιοχή του Στρυμόνα, προσήλθαν στον τόπο, όπου βρίσκονταν τα θραύσματα και τα μελέτησαν για πρώτη φορά, χρονολόγησαν αυτά στην εποχή του πελοποννησιακού πολέμου, τα δε αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσίευσαν στο ετήσιο περιοδικό της Γαλλικής, αρχαιολογικής σχολής Αθηνών, Bulletin de Correspondance Hellenique.

Το σχέδιο της επανένωσης των θραυσμάτων και της ανακατασκευής του λιονταριού σε καινούργια βάση συνέλαβαν και υλοποίησαν οι μηχανικοί της εταιρίας Monks-Ulen, R. W. Gausman and W. J. Judge, οι οποίοι προκάλεσαν το ενδιαφέρον του τότε πρεσβευτή των Η.Π.Α. στην Ελλάδα, κ. Lincoln Mac Veagh, ο οποίος ζήτησε συνάντηση με αρχαιολόγους της γαλλικής, αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και συγκεκριμένα με τον μετέπειτα διευθυντή της, Pierre Roussel και με τους Michel Feyel, Paul Lemerle, Henri Ducoux, οι οποίοι επισκέφθηκαν και πάλι το μνημείο, εξέτασαν όλα τα υφιστάμενα θραύσματα, έκαναν λεπτομερή σχέδια αυτών και πρότειναν σχεδιαστικά την ανακατασκευή του λιονταριού, με τρόπο που δεν απείχε καθόλου από την τελική, μεταγενέστερη ανακατασκευή του! Όσον αφορά, όμως τη βάση του μνημείου, η πρόταση αναστήλωσής της αποδεικνύεται ολότελα εσφαλμένη.

Μέχρι το 1936, αποκλειστικά τα μέλη της γαλλικής αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών ασχολούνταν με το μνημείο, από το 1936 όμως και μετά, με τη μεσολάβηση του κ. Lincoln Mac Veagh, συνεργάστηκε η πιο πάνω Σχολή με την αμερικανική Σχολή αρχαιολογικών μελετών Αθηνών και ανέθεσαν τις περαιτέρω ενέργειες, από μεν την Γαλλική σχολή στον κ. Jaques Roger, από δε την Αμερικανική Σχολή στον κ. Oscar Broneer, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, οι οποίοι και μοιράστηκαν, τελικά, τα δικαιώματα της μελέτης και δημοσίευσης των ευρημάτων.

Από τις 8 μέχρι τις 17 Ιουνίου του 1936, 20 εργάτες εργάστηκαν στην ανασκαφή του χώρου, όπου είχαν βρεθεί τα υπόλοιπα κομμάτια του λιονταριού και της βάσης του, ήλθαν στο φως κι άλλα κομμάτια και η ίδια η βάση του μνημείου (sic) και όλα ήταν έτοιμα για την συναρμολόγησή του, την οποία ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο εξαίρετος γλύπτης κ. Ανδρέας Παναγιωτάκης, καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών και γλύπτης του εθνικού, αρχαιολογικού μουσείου. Αυτός, από το φθινόπωρο του 1937 και μετά, αφού κατασκεύασε γύψινο αντίγραφο του αγάλματος, σε μέγεθος ίδιο με το αρχαίο, προχώρησε στην ανακατασκευή του μνημείου, έχοντας, δυστυχώς, στη διάθεσή του, μόνο ένδεκα κομμάτια από το αρχαίο γλυπτό, από τα οποία μόνο τα εννέα (9) ήταν συνεχόμενα, ενώ όσα κομμάτια έλειπαν, (όπως ήταν το κομμάτι του κεφαλιού, αμέσως πάνω από τα μάτια), συμπληρώθηκαν με άσπρο τσιμέντο. Το ίδιο το γλυπτό του ανακατασκευασμένου λιονταριού έφθασε σε ύψος τα 5,37 μέτρα, αλλά από τους αναστηλωτές ξέφυγαν κάποιες λεπτομέρειες, που ήταν, όμως, σημαντικές! Έτσι, δεν είδαν ότι έλειπε μια στενή λωρίδα του λαιμού, με την πλούσια χαίτη του αγριμιού και γι’ αυτό, το κεφάλι με τον λαιμό απέκτησαν κοντόχοντρη δομή. Αγνόησαν, επίσης, το γεγονός ότι τα μάτια του λιονταριού ήταν ένθετα (πρόσθετα), πιθανόν κατασκευασμένα από πέτρα διαφορετικού χρώματος ή από μέταλλο και στη θέση των βολβών τοποθέτησαν άσπρο τσιμέντο.

Εκείνο, όμως, που είναι σημαντικό κι ενδιαφέρει ιδιαίτερα όσους παρακολουθούν τις συζητήσεις, που γίνονται στα τελευταία χρόνια, σχετικά με το αν το λιοντάρι της Αμφίπολης αποτελούσε το επιτύμβιο σήμα του τύμβου, που ανασκάπτεται στο λόφο «Καστά» της Μεσολακιάς, είναι το γεγονός ότι όλοι ανεξαίρετα οι εξαίρετοι επιστήμονες, (αρχαιολόγοι, μηχανικοί κλπ.), που ασχολήθηκαν με την ανεύρεση των θραυσμάτων του μνημείου και την αναστήλωσή τους, συμφωνούν στο ότι το βάθρο, πάνω στο οποίο είχε τοποθετηθεί κατά την αρχαιότητα το λιοντάρι, είναι το ίδιο με αυτό που βρέθηκε στις ανασκαφές, σύρριζα με την επιφάνεια του εδάφους, στη θέση όπου είναι και σήμερα τοποθετημένο το γλυπτό και το οποίο βάθρο αποτελείται από δύο διαφορετικά τμήματα, 1) ένα πώρινο τετράπλευρο, μπροστινό μέρος, που αποτελείται από περίπου πενήντα δόμους και 2) ένα άλλο τμήμα, που μοιάζει με αναλημματικό τοίχο σε σχήμα Π, ανάμεσα στα οποία (δύο τμήματα) υπάρχει κενό, το οποίο ερμηνεύθηκε από το γεγονός ότι το έδαφος, στο συγκεκριμένο σημείο, ανηφορίζει απότομα προς νότο, με συνέπεια, τα δύο τμήματα να μη χρειάζονταν ενιαίο και συμπαγές θεμέλιο. Αν, λοιπόν, το λιοντάρι αποτελούσε το σήμα του τύμβου του λόφου «Καστά, πώς εξηγείται το ότι βρέθηκε εκεί όπου βρισκόταν και το συγκεκριμένο, αρχαίο βάθρο, όπου και αναστηλώθηκε και στέκεται περήφανο μέχρι σήμερα και πολύ κοντά στο σημείο όπου βρέθηκαν τα θραύσματά του;

Το σύγχρονο βάθρο, όμως, πάνω στο οποίο στήθηκε το ανακατασκευασμένο λιοντάρι, κατασκευάστηκε όχι από υλικό του αρχαίου βάθρου, (αφού τέτοιο δεν βρέθηκε στις ανασκαφές του 1931-1934), αλλά από άλλο, αρχαίο υλικό και συγκεκριμένα από δόμους, γείσα κα άλλα αρχιτεκτονικά μέλη, που προήλθαν από οικοδομήματα της Αμφίπολης, του 2ου π.Χ. αιώνα και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή ενός μεσαιωνικού φράγματος, το οποίο βρισκόταν στον Στρυμόνα, λίγο πιο κάτω από εκεί που βρέθηκαν τα θραύσματα του λιονταριού και το οποίο αναγκάστηκαν να χαλάσουν οι μηχανικοί της εταιρίας Monks-Ulen, στη διάρκεια των αποστραγγιστικών έργων που εκτέλεσαν.

Όλοι, επίσης, οι επιστήμονες, που ασχολήθηκαν με την αναστήλωση του λιονταριού, αλλά και πολλοί άλλοι, δέχθηκαν ότι ολόκληρο το μνημείο ήταν ένα επιτύμβιο μνημείο, μέρος του οποίου μόνο ήταν το συγκεκριμένο γλυπτό. Οι περισσότεροι, τέλος, απ’ αυτούς χρονολόγησαν το μνημείο μέσα στον 4ο π.Χ. αιώνα, με τον καθηγητή κ. Oscar Broneer να το χρονολογεί λίγο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον δε καθηγητή κ. Γεώργιο Μπακαλάκη να το τοποθετεί λίγο πριν από τη μάχη της Χαιρώνειας, (338 π.Χ.)

Το τρίτο σπάραγμα της άγνωστης ιστορίας της Αμφίπολης έχει κι αυτό άμεση σχέση με το μνημείο του λιονταριού και είναι η απάντηση στο ερώτημα, σε τίνος σημαντικού προσώπου το ταφικό μνημείο τοποθετήθηκε το λιοντάρι αυτό, ως επιτύμβιο σήμα. Η απάντηση των αρχαιολόγων, που το μελέτησαν για χρόνια, πριν την ανασκαφή του λόφου «Καστά», έκλεινε κύρια προς τον Λαομέδοντα, τον ένα από τους τρεις αρχιναυάρχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εταίρο και προσωπικό φίλο και σύντροφο του μεγάλου κοσμοκατακτητή, στις μακρές εκστρατείες του και δευτερευόντως προς τον έτερο αρχιναύαρχο, το Νέαρχο. Τόσο ο αείμνηστος αρχαιολόγος Δ. Λαζαρίδης, όσο, κυρίως, ο καθηγητής Oscar Broneer, στο πόνημά του με τίτλο «The lion monument at Amphipolis», συμφωνούσαν για το πρόσωπο του μεγάλου εκείνου στρατηγού, ο τελευταίος, όμως, τεκμηρίωσε τις απόψεις του με τόσο γοητευτικό, (αν και όχι απόλυτα επιστημονικό) τρόπο, που θα επιχειρήσω να σας τον παραθέσω, χωρίς σχόλια, αφήνοντας στους αρχαιολόγους ν’ αποφανθούν τελειωτικά, για το αν το υπέροχο αυτό μνημείο του λιονταριού βρισκόταν, πράγματι, πάνω στον τύμβο του λόφου «Καστά» και για το ποιον φιλοξενεί στο εσωτερικό του αυτός ο τελευταίος, αφού, όμως προηγούμενα, επισημάνω αυτό που ο αείμνηστος Γεώργιος Μπακαλάκης είχε, ήδη από το 1960 επισημάνει, στο άρθρο που προανέφερα: Ότι η απόδοση του λιονταριού της Αμφίπολης στον Λαομέδοντα στηρίζεται σ’ ένα υποθετικό βάθρο, του οποίου δεν βρέθηκε κανένα ίχνος και το οποίο σχεδιάστηκε από τον Oscar Broneer (και το βλέπετε μέχρι σήμερα, είτε στο BCH 63, 1939, σ. 35, εικ. 19, αλλά και στους δύο πίνακες πληροφοριών που έχει τοποθετήσει η Αρχαιολογική Υπηρεσία στον περίβολο του μνημείου), με βάση επιτύμβια μνημεία της Μικράς Ασίας, (όπως ήταν το μαυσωλείο της Αλικαρνασσού), ενώ πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη αυτό που είχε, ήδη από το 1960 επισημάνει ο καθηγητής κ. Μπακαλάκης, ότι «η μεγαλύτερη αμφιβολία για το υποθετικό σχέδιο του βάθρου έγκειται στο ότι δεν έχουμε κανένα στοιχείο για την υπόθεση, μήπως είχε το μνημείο και κάποιο νεκρικό θάλαμο, ενσωματωμένο μέσα στο πελώριο, για την περίπτωση αυτή, βάθρο του. Αν είχε κάτι τέτοιο, και αυτό έπρεπε απαραίτητα να μοιάζει κάπως με τους λεγόμενους «μακεδονικούς» τάφους, μ’ όλο που θα είχαμε κάποιο ίχνος στο σωζόμενο βάθρο του»:

Στηριγμένος, λοιπόν, ο Oscar Broneer, στην υπόθεσή του, ότι το βάθρο του λιονταριού είχε τυπολογική μορφή προερχόμενη από τη Μικρά Ασία, έκανε τις ακόλουθες σκέψεις: «Με τη σκέψη μας στη φύση του μνημείου, ως του τάφου ενός επιφανούς ατόμου και ως πολεμικού μνημείου, καθώς και στη χρονολόγησή του, στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., είναι φυσικό να υποθέσουμε ότι ένας από τους επιφανείς στρατηγούς στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου τιμήθηκε μ’ αυτό το πολυτελές μνημείο. Ένας απ’ αυτούς τους άνδρες, ο Λαομέδων, γιος του Λαρίχου, είχε μεταναστεύσει, με την οικογένειά του, από τη Μυτιλήνη στην Αμφίπολη και συχνά του έδιναν το όνομα του τόπου καταγωγής του, «Μυτιληνιός», παρόλο που είναι πιθανό να πέρασε τη νεότητά του και ίσως και τα παιδικά του χρόνια στην Αμφίπολη. Το μνημείο του μπορεί ν’ ανεγέρθηκε από την οικογένειά του ή, έστω, εν γνώσει και με τη συμμετοχή της οικογένειάς του κι αυτό θα μπορούσε να δώσει μια φυσική εξήγηση, στην εισαγωγή μιας αρχιτεκτονικής φόρμας συνηθισμένης στην Ανατολή, αλλ’ άγνωστης στη Μακεδονία, (ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ στο υποθετικό βάθρο του μνημείου). Ο Λαομέδων, όπως κι ο αδελφός του ο Εριγύιος, ήταν στενός φίλος κι έμπιστος υποστηρικτής του Αλεξάνδρου. Είχε εξοριστεί από τον Φίλιππο, μαζί με άλλους φίλους του Αλεξάνδρου, αλά μετά το θάνατο του Φιλίππου ανακλήθηκε κι έγινε ένας από τους περίφημους «εταίρους» του Αλεξάνδρου. Εξ αιτίας του ότι γνώριζε την περσική γλώσσα, ήταν υπεύθυνος για τους βάρβαρους αιχμαλώτους πολέμου και διορίστηκε τριήραρχος στη ναυμαχία στον ποταμό Υδάσπη, το 326 π.Χ. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, ο Λαομέδων έγινε σατράπης της Συρίας, την οποία κράτησε μέχρι το 319, οπότε την Συρία κατέκτησε ο Πτολεμαίος και ο Λαομέδων συνελήφθη, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει και να καταφύγει στην Καρία, δωροδοκώντας τους φρουρούς του. Μετά, όμως κι απ’ αυτό το περιστατικό, ο Λαομέδων εξαφανίζεται από την ιστορία και το ευλογοφανές συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως συνάντησε τη μοίρα του, στη διαμάχη ανάμεσα στο Αντίγονο και στους συνασπισμένους συμμάχους Πτολεμαίο, Λυσίμαχο και Κάσσανδρο».

Από τα παραπάνω, άγνωστα στοιχεία, για τη ζωή του Λαομέδοντα, όμως, που τόσο παραστατικά μας περιγράφει ο Oscar Broneer, λείπει ολότελα η Αμφίπολη, στην οποία δεν φαίνεται να υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να επέστρεψε ο Λαομέδων, αφότου ακολούθησε τον Αλέξανδρο, στη μεγάλη του πορεία προς την Ασία. Πώς, λοιπόν, μπορεί να συνδεθεί η ταφή του Λαομέδοντα με το λιοντάρι της Αμφίπολης, όταν αυτός, όπως φαίνεται, δεν επέστρεψε ποτέ στην Αμφίπολη, από την Ασία; Η απάντηση στηρίζεται και πάλι σε υποθέσεις και συγκεκριμένα στις παρατηρήσεις, που δημοσίευσε το 1895 ο W. Judeich, ότι ο κάτοχος, δηλαδή αυτός που ήταν θαμμένος μέσα στην καταπληκτική σαρκοφάγο, που βρέθηκε στη Σιδώνα της Φοινίκης (και αναφέρεται, προσθέτει ο γράφων, ως «σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλέξανδρου», όχι γιατί σ’ αυτήν είχε ταφεί ο τελευταίος, αλλά γιατί στις σκηνές που απεικονίζονται στις πλευρές της εικονίζεται ο Αλέξανδρος, βρίσκεται δε σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης), ήταν ο Λαομέδων ο Αμφιπολίτης, γιος του Λαρίχου. Για να οδηγηθεί, όμως, στο συμπέρασμα αυτό ο W. Judeich, ερμήνευσε τις ανάγλυφες παραστάσεις, που απεικονίζονται στις τέσσερις πλευρές της, θεωρώντας ότι το πρόσωπο που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο, τόσο σ’ εκείνες τις παραστάσεις, που παριστάνουν σκηνές από τις μάχες του μεγάλου κοσμοκατακτητή, αλλά και τον θάνατο του Μελέαγρου, όσο και σε κάποιες άλλες, που δεν σχετίζονται με κάποιο ιστορικό συμβάν, είναι, στην πραγματικότητα, ο «κάτοχος της σαρκοφάγου» Λαομέδων, πράγμα, όμως, που δεν προκύπτει, φυσικά, παρά μόνο με υποθετικές ερμηνείες των ίδιων των αναγλύφων, στα οποία δεν γράφονται τα ονόματα των προσώπων που απεικονίζονται σ’ αυτά! Κι ενώ ο Oscar Broneer αναγνωρίζει ότι πρόκειται απλώς για «ένα ευλογοφανές συμπέρασμα» αυτό στο οποίο καταλήγει ο W. Judeich, όσον την απεικόνιση του Λαομέδοντα, πάνω στις ανάγλυφες παραστάσεις της «σαρκοφάγου του Μεγάλου Αλεξάνδρου», προχωρεί τη σκέψη του W. Judeich λίγο παραπέρα, όπως ο ίδιος εξηγεί, λέγοντας τα εξής: «Στην περίπτωση που ο Judeich ερμήνευσε σωστά τις σκηνές της σαρκοφάγου, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Λαομέδων πέθανε – με οποιοδήποτε τρόπο – κάπου στην Ανατολή κι ότι τάφηκε στην υπέροχη σαρκοφάγο, που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του, όταν διοικούσε την επαρχία της Συρίας. Μέλη της οικογένειάς του, που ακόμη ζούσαν στην Αμφίπολη, ίσως εξακολουθούσαν να διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στα πράγματα της πόλης και δεν θα ήταν παράξενο, αν οι συμπολίτες του στην πατρίδα αποφάσιζαν να τιμήσουν τη μνήμη του φημισμένου ηγέτη και πολεμιστή. Αυτή η επιθυμία τους μπορεί να εκφράστηκε με την κατασκευή ενός κενοταφίου, στο οποίο να χάραξαν το όνομά του και να έκαναν μια αναφορά στις αξίες του. Το λιοντάρι θα ήταν ένα έμβλημα, που θα ταίριαζε στο κουράγιο του, αλλά, επίσης, σε όσους ήταν γνώστες των κατορθωμάτων του, θα θύμιζε την κυνηγετική εξόρμησή του στην εξοχή, μαζί με τον Μέγα Αλέξανδρο, την οποία ο ίδιος ο Λαομέδων θεωρούσε τόσο σημαντική, ώστε να την καταστήσει ένα από τα κύρια θέματα της σαρκοφάγου του.

Θα ήταν άσκοπο να επιμείνουμε πιο πολύ σ’ αυτή την υποθετική σύνδεση του μνημείου του λιονταριού (της Αμφίπολης), με το όνομα του Λαομέδοντα. Δεν γνωρίζουμε αρκετά την ιστορία της Αμφίπολης, στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., ώστε να υποστηρίξουμε, με απτές αποδείξεις, την υπόθεσή μας. Υπήρχαν κι άλλοι Αμφιπολίτες αξιωματούχοι, στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου και γι’ αυτό εμφατικά προτάθηκε, από τον J. Roger, ότι το μνημείο είχε στηθεί ως μαυσωλείο του Νεάρχου, του πιο διακεκριμένου ανάμεσα σ’ αυτούς. Αλλά η θεωρία ότι ο Λαομέδων ήταν αυτός στον οποίο ανήκε η «σαρκοφάγος του Αλεξάνδρου» και η αρχιτεκτονική φόρμα του μνημείου (του λιονταριού), που «δείχνει» προς την Ιωνία, όσον αφορά την προέλευση του τύπου της, ευνοούν την άποψη ότι αυτός (ο Λαομέδων), περισσότερο από κάθε άλλον από τους εταίρους του Αλεξάνδρου, ήταν ο άνδρας που τιμήθηκε με το μνημείο του λιονταριού της Αμφίπολης».

Πολύς λόγος έγινε και γίνεται στις μέρες μας, για το αν ο τύμβος του λόφου «Καστά» της Μεσολακιάς, (εφόσον αποδειχθεί, βέβαια, στο τέλος, με τρόπο επιστημονικά αδιαμφισβήτητο, ότι πάνω του ήταν στημένο το λιοντάρι της Αμφίπολης, ως επιτύμβιο σήμα), έκρυβε στα σπλάχνα του το νεκρό του Νέαρχου ή του Λαομέδοντα. Απ’ όσα αναφέραμε προκύπτει με σαφήνεια ότι η συζήτηση αυτή άρχισε πολύ προτού αρχίσει όλη η Ελλάδα να ενδιαφέρεται για τον τύμβο του λόφου «Καστά» και συγκεκριμένα αφότου οι Oscar Broneer και J.Roger, ως επικεφαλής, αντίστοιχα, της Αμερικανικής Σχολής κλασικών σπουδών Αθηνών και της Γαλλικής, αρχαιολογικής σχολής Αθηνών, έχοντας λάβει από την ελληνική, αρχαιολογική Υπηρεσία, τα αποκλειστικά δικαιώματα δημοσίευσης των σχετικών με την ανεύρεση των θραυσμάτων και την αναστήλωση του λιονταριού της Αμφίπολης θεμάτων, με υποθέσεις και χωρίς καθόλου αποδείξεις, προσπάθησαν ν’ αποδώσουν το μνημείο, ο πρώτος στο ναύαρχο Λαομέδοντα κι ο δεύτερος στο ναύαρχο Νέαρχο. Ήλθε, όμως, η ώρα, η ανασκαφή στον μεγάλο, μακεδονικό τύμβο του λόφου Καστά, να πληροφορήσει, επί τέλους, όλους τους Έλληνες, αλλά και όλους τους φιλίστορες της γης, ποιος ήταν ο επιφανής νεκρός, που είχε ως επιτάφιο σήμα στον τάφο του, το μεγαλύτερο μνημείο αυτού του είδους, το λιοντάρι με τα 5,50 μέτρα ύψος και ως τάφο του τον μεγαλύτερο τύμβο που έχει βρεθεί ποτέ στα Βαλκάνια και σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, με διάμετρο 158,40 μέτρων και μ’ ένα καταπληκτικό περίβολο, από μάρμαρο Θάσου, ύψους 3 μέτρων και περιμέτρου 497 μέτρων!!



ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ, ΒΛΕΠΕΤΕ:

1-7. ΤΟΝ ΛΟΦΟ ΚΑΣΤΑ, ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΚΑΦΗΣ, (ΑΡΧΕΙΟ ΣΤΕΛΙΟΥ ΒΑΡΥΠΑΤΗ)

8. ΤΟΝ ΛΟΦΟ 133, ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΟΙΚΙΣΜΟ, (ΑΡΧΕΙΟ ΣΤΕΛΙΟΥ ΒΑΡΥΠΑΤΗ)

9. ΤΟΝ ΠΕΡΙΒΟΛΟ ΤΟΥ ΤΥΜΒΟΥ ΣΤΟΝ ΛΟΦΟ ΚΑΣΤΑ, ΟΤΑΝ Η ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΕΙΧΕ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ, (ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: ΑΜΦΙΠΟΛΗ, ΠΑΓΓΑΙΟΥ, ΖΙΧΝΗ)

10-17. ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΕΥΡΕΣΗΣ ΤΩΝ ΤΕΜΑΧΙΩΝ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ, ΤΑ ΤΕΜΑΧΙΑ ΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΛΕΟΝΤΑ, ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΘΕΣΗ, (ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ OSCAR BRONEER “THE LION MONUMENT AT AMPHIPOLIS”