Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026



ΕΝΑ ΠΡΟΪΣΛΑΜΙΚΟ (;) ΕΘΙΜΟ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ, ΣΤΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΑ, ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΚΑΝΗΣ (ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΒΑΛΑΣ)



Εδώ και αρκετές δεκαετίες, μαζί με αγαπητούς φίλους, πεζοπορούμε συχνά στα πανέμορφα, ορεινά μονοπάτια των βουνών της Λεκάνης, (τα οποία, οι Οθωμανοί, στα χρόνια της κυριαρχίας τους στον τόπο μας, αποκαλούσαν Τσάλ-νταγ). Τα βουνά αυτά, στην πραγματικότητα, αποτελούν την δυτική απόληξη της οροσειράς της Ροδόπης, εκτεινόμενα από τα τενάγη των Φιλίππων μέχρι τον ποταμό Νέστο κι από την θάλασσα μέχρι τις κοιλάδες του Νικηφόρου και του Παρανεστίου.

Καρπός αυτών των πολυάριθμων πεζοποριών στ’ αγαπημένα μου βουνά αποτελούν: α) ένα πλήθος κειμένων και φωτογραφιών, που έχω αναρτήσει, αφενός στο μπλογκ που διατηρώ (http://lymperakis-theodoros.blogspot.com) κι αφετέρου στη σελίδα μου στο FACEBOOK και β) ένα βιβλίο, που συνέγραψα γι’ αυτά τα βουνά, από κοινού με τον αγαπητό φίλο και συνοδοιπόρο Στέλιο Βαρυπάτη και το οποίο βρίσκεται ήδη στο τυπογραφείο.

Όπως ήταν φυσικό, στις περιηγήσεις μου συναντούσα συχνά, παλιά, εγκαταλειμμένα, μουσουλμανικά νεκροταφεία, που ανήκαν άλλοτε στους πολλούς, μουσουλμανικούς οικισμούς, που υπήρχαν στα βουνά της Λεκάνης, μέχρι τη σύναψη της συνθήκης της Λωζάνης και της συμφωνίας ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που έγινε στις αρχές του έτους 1923. (Η περιοχή είχε συμπαγή, τουρκόφωνο, μουσουλμανικό πληθυσμό - κυρίως γεωργούς και κτηνοτρόφους – μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Στα πλαίσια εκείνης της συμφωνίας, οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι των οικισμών των βουνών της Λεκάνης εγκατέλειψαν τις εστίες τους, μέχρι το έτος 1924 και στους οικισμούς τους το Ελληνικό Κράτος εγκατέστησε Έλληνες, Χριστιανούς πρόσφυγες, που έφθασαν εδώ από την Ανατολική Θράκη και ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Έκτοτε, πολλοί μουσουλμανικοί οικισμοί ερημώθηκαν ή μετονομάστηκαν, τα νεκροταφεία τους εγκαταλείφθηκαν κι έμειναν χωρίς συντήρηση και όσα απ’ αυτά δεν βρίσκονται κοντά ή μέσα σε οικισμούς που κατοικούνται σήμερα ή δεν έχουν, εν γένει, καταστραφεί, για οποιονδήποτε λόγο, αποτελούν μέχρι σήμερα πραγματικές χρονοκάψουλες, που διασώζουν πλήθος πληροφοριών για τις ταυτότητες των νεκρών, για τα θρησκευτικά και λαογραφικά στοιχεία των επιτύμβιων επιγραφών, για τα διακοσμητικά στοιχεία που κοσμούν πολλές, επιτύμβιες στήλες, κυρίως όμως για τους νεκρούς, τα γενετικά τους χαρακτηριστικά και τα ταφικά τους έθιμα!

Τα μουσουλμανικά νεκροταφεία των βουνών της Λεκάνης έχουν, κατ’ αρχάς, ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η επιλογή υπερυψωμένων θέσεων για την τοποθέτησή τους, η περίφραξη με τοιχίο από ξερολιθιά, συνάντησα, όμως, και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που τράβηξαν την προσοχή μου:

1. Σε αρκετά από αυτά, από τους Μουσουλμάνους κατοίκους της υπό εξέταση περιοχής είχαν φυτευτεί δένδρα δρυός, τα οποία σήμερα, μετά από τουλάχιστον 130 χρόνια, είναι πανύψηλα και σχηματίζουν πυκνά δάση, μέσα στα οποία είναι διασκορπισμένοι οι τάφοι, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 1η έως και 16η, που αναρτώ, (εκ των οποίων οι 1η έως 3η είναι από το νεκροταφείο του μουσουλμανικού χωριού ΠΥΡΓΙΣΚΟΣ (KULADZIK), οι 4η έως και 7η από το μουσουλμανικό χωριό ΛΥΚΙΑ (KURCALAR), η 8η από το μουσουλμ. χωριό ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ (DEMIRDJOYANNI OR DEMIRDJI – URUN) και οι 9η έως και 16η από το μουσουλμ. χωριό ΚΑΤΩΧΩΡΙ (KIOSELER ZEIR)

2. Σε ορισμένα από αυτά τα νεκροταφεία παρατήρησα ότι κάποιες επιτύμβιες στήλες είχαν, σκόπιμα, τοποθετηθεί, κατά τον ενταφιασμό των νεκρών, πίσω και σ’ επαφή με το κεφάλι του νεκρού ή δίπλα σ’ αυτό, κατά τρόπον ώστε, στην πρώτη περίπτωση, όταν το δένδρο μεγάλωνε, «αγκάλιαζε» ή «άγγιζε» ή «πλησίαζε» την επιτύμβια στήλη, η οποία (και, κατ’ επέκταση, ο νεκρός) ταυτιζόταν με το δένδρο, γεγονός που είναι εμφανές στις φωτογραφίες 17η έως και 31η που επίσης αναρτώ, (εκ των οποίων οι 17η έως και 22η είναι από το νεκροταφείο του μουσουλμανικού χωριού ΠΥΡΓΙΣΚΟΣ (KULADZIK), οι 23η έως 25η από το μουσουλμανικό χωριό ΛΥΚΙΑ (KURCALAR), οι 26η και 27η από το μουσουλμ. χωριό ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ (DEMIRDJOYANNI OR DEMIRDJI – URUN) και οι 28η έως και 31η από το μουσουλμ. χωριό ΚΑΤΩΧΩΡΙ (KIOSELER ZEIR)

Επειδή αυτό το περίεργο (για μένα) έθιμο το συνάντησα σε αρκετά νεκροταφεία, ρώτησα γι’ αυτό ένα φίλο Μουσουλμάνο, που ζει στην Περιφερειακή Ενότητα Ροδόπης κι εκείνος μου είπε ότι οι Τούρκοι, πριν τον εξισλαμισμό τους, όταν είχαν ως θρησκεία τους τον Τενγκρισμό, συνήθιζαν να φυτεύουν ένα δέντρο σ’ έναν τάφο, πιστεύοντας ότι η ψυχή του νεκρού ανεβαίνει στον ουρανό, μέσω της ταφής και του δέντρου. Μου είπε επίσης ότι αυτό το παγανιστικό έθιμο διατηρήθηκε και αφού οι Τούρκοι εξισλαμίστηκαν κι εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία.

Μετά από εκείνες τις πρώτες πληροφορίες, αποφάσισα ν’ ασχοληθώ περισσότερο με το συγκεκριμένο έθιμο, άρχισα ν’ αναζητώ πληροφορίες στο διαδίκτυο και με την βοήθεια και της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) κατέληξα στα ακόλουθα συμπεράσματα, (τα οποία, φυσικά, δεδομένου ότι δεν είμαι επιστήμονας, ειδικός στα μουσουλμανικά, ταφικά έθιμα, με χαρά θα δεχθώ να συμπληρωθούν – διορθωθούν, από ειδικούς επιστήμονες):

Κατ΄ αρχάς, οι Τούρκοι, (και κυρίως αυτοί του Τουρκικού Χαγανάτου, καθώς και άλλοι τουρκο-μογγολικοί λαοί της στέπας, όπως οι Ούννοι, οι Βούλγαροι, οι Χάζαροι κλπ.), προτού εξισλαμιστούν, (πράγμα που έγινε στο χρονικό διάστημα από τη μάχη του Τάλας, το 751, έως και τον 10ο αιώνα μ.Χ.), είχαν υιοθετήσει μια θρησκευτική κοσμοθεωρία, τον Τενγκρισμό (ή Τενγκριανισμό), μία από τις αρχαιότερες, πνευματικές παραδόσεις της Ευρασίας, με ρίζες που φτάνουν χιλιάδες χρόνια πίσω.

Η

κεντρική ιδέα της κοσμοθεωρίας αυτής ήταν η εξής:

Ο Τενγκρί (Tengri) ήταν ο υπέρτατος θεός, ο «Γαλάζιος Ουρανός» (Gök Tengri). Θεωρούνταν δημιουργός του σύμπαντος και ήταν αιώνιος και παντοδύναμος.

Βασικά χαρακτηριστικά:

Σαμανισμός και Ανιμισμός: Οι σαμάνοι (που ονομάζονταν kam ή baksı) λειτουργούσαν ως μεσάζοντες μεταξύ ανθρώπων, πνευμάτων και του Τενγκρί. Επικοινωνούσαν με τα πνεύματα της φύσης, μέσω τελετουργιών, τυμπάνων και χορού.

Σεβασμός στη Φύση: Τα πάντα θεωρούνταν ότι έχουν πνεύμα (ποταμοί, βουνά, δέντρα, ζώα, ουρανός). Η αρμονία με τη φύση ήταν θεμελιώδης αρχή.

Τα δένδρα, στην αρχαία εκείνη κοσμοθεωρία, είχαν κεντρική θέση: Συγκεκριμένα: α) Υπήρχε το Κοσμικό Δέντρο (World Tree / Tree of Life), που συνέδεε τους τρεις κόσμους: ουρανό (Tengri), γη και κάτω κόσμο. Αποτελούσε άξονα του κόσμου και δρόμο προς τον ουρανό, για τις ψυχές, τους σαμάνους και τα πνεύματα. β) Οι

ψυχές θεωρούνταν πως συνδέονταν με δένδρα· σε κάποιες παραδόσεις, μετά τον θάνατο η ψυχή (can ή süns) μπορούσε να μεταβεί στο δέντρο, πριν επανενσαρκωθεί ή ανεβεί στον ουρανό. Υπήρχαν, μάλιστα και ταφές επάνω σε δέντρα, σε ορισμένες τουρκικές φυλές. Γ) Κάποια ι

ερά δέντρα, τέλος, στα οποία γίνονταν προσφορές (με κουρέλια ρούχων, ταινίες κλπ.) και ο ιδιαίτερος σεβασμός προς τη φύση αποτελούσαν, επίσης, χαρακτηριστικά του Τενγκρισμού.



Με τον εξισλαμισμό των Τούρκων, (ιδίως από τον 10ο αιώνα και μετά), πολλά από τα παραπάνω στοιχεία ενσωματώθηκαν στον λαϊκό Ισλαμισμό τους, ιδίως στη Μικρά Ασία. Η φύτευση δέντρων στους τάφους συνεχίστηκε, ως σύμβολο αιωνιότητας και σεβασμού, ακόμα κι αν η επίσημη Ισλαμική θεολογία δεν το επέβαλλε πλέον. Έτσι, σε πολλά παλιά οθωμανικά ή τουρκικά νεκροταφεία (ιδίως στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη) φυτεύονταν (κι εξακολουθούν να φυτεύονται) δέντρα (κυρίως κυπαρίσσια, αλλά και πεύκα, ιτιές, μουριές κ.ά.) στο κεφαλάρι του τάφου, δίπλα ή πίσω από την ταφόπλακα. Με τον καιρό, καθώς αυτά μεγαλώνουν, συχνά «αγκαλιάζουν» ή περιβάλλουν την πέτρα. (Τα κυπαρίσσια, όπου ευδοκιμούν, είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: συμβολίζουν την αθανασία της ψυχής, την αιωνιότητα και την υποταγή στο θέλημα του Θεού. Είναι αειθαλή, προσφέρουν σκιά και με την βοήθεια του ανέμου παράγουν ήχο, που συχνά ερμηνεύεται ως προσευχή).

Ως εκ τούτου, το έθιμο της φύτευσης δέντρου δίπλα ή πίσω από την επιτύμβια στήλη είναι, προφανώς, κλασικό τουρκο-οθωμανικό έθιμο, που συνδυάζει την αρχαία, παγανιστική, τενγκριστική παράδοση, (όπου το δέντρο αποτελούσε τον «δρόμο» της ψυχής προς τον ουρανό) και τον μεταγενέστερο ισλαμικό συμβολισμό (όπου το κυπαρίσσι συμβόλιζε την αιωνιότητα, την αθανασία της ψυχής) και η παρουσία του στα μουσουλμανικά νεκροταφεία των βουνών της Λεκάνης αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα της διατήρησης προ-ισλαμικών τουρκικών εθίμων, μέσα στον οθωμανικό/μουσουλμανικό κόσμο της Βαλκανικής, ένα ζωντανό, ιστορικό τεκμήριο της οθωμανικής παρουσίας στην Ανατολική Μακεδονία, με βαθιές ρίζες στις προ-ισλαμικές τουρκικές παραδόσεις, μια και εδώ τα δέντρα συνεχίζουν να «ζουν» μαζί με τις πέτρινες, επιτύμβιες στήλες, ακόμα και 130 χρόνια μετά την εγκατάλειψη των μουσουλμανικών νεκροταφείων! Βέβαια, εν προκειμένω, στην ορεινή περιοχή του Νέστου, δεν φυτεύτηκαν κυπαρίσσια, αλλά χρησιμοποιήθηκαν τοπικά δέντρα (πιθανότατα βελανιδιές ή άλλα σκληρά δέντρα του δάσους), που ήταν άφθονα στην περιοχή.

Συμπέρασμα: Τα εγκαταλειμμένα αυτά, μουσουλμανικά νεκροταφεία των βουνών της Λεκάνης αποτελούν ζωντανά αρχαιολογικά και πολιτιστικά τεκμήρια, σπάνια και πολύτιμα, ζωντανά, ιστορικά μνημεία του τόπου μας. Τα δέντρα που βλέπουμε να έχουν «αγκαλιάσει» ή να έχουν φυτευτεί δίπλα στις επιτύμβιες στήλες δεν είναι τυχαία — είναι η συνέχεια μιας παράδοσης χιλιάδων ετών, από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας μέχρι τα βουνά της Βόρειας Ελλάδας.



A PRE-ISLAMIC (?) CUSTOM OF THE OTTOMANS, IN THE ABANDONED, MUSLIM CEMETERIES, ON THE MOUNTAINS OF LEKANI (IN THE REGIONAL UNIT OF KAVALA)



For several decades now, together with dear friends, I have been hiking the beautiful mountain trails of the Lekani range (known to the Ottomans as Çal-dağ). These mountains form the western edge of the Rhodope massif, stretching from the Philippi marshes to the Nestos River and from the sea up to the valleys of Nikiforos and Paranesti.

These walks have given birth to many texts and photographs that I have shared on my blog (http://lymperakis-theodoros.blogspot.com) and on Facebook, as well as to a book I co-wrote with my friend and fellow walker Stelios Varypatis, which is currently at the printers.

During these rambles I often came across old, abandoned Muslim cemeteries. They once belonged to the numerous Turkish-speaking Muslim settlements that existed in the Lekani mountains until the population exchange of 1923–1924. After the Treaty of Lausanne, the Muslim inhabitants left for Turkey and Greek Christian refugees from Eastern Thrace and Asia Minor took their place. Many of these villages were deserted or renamed. Their cemeteries were abandoned and left untended. Those that survive today, away from modern settlements, are true time capsules. They still preserve information about the identities of the dead, the religious and folk elements of the inscriptions, the decorative motifs on the tombstones, and above all the burial customs themselves.

These cemeteries share certain common features: they are usually placed on elevated ground and enclosed by dry-stone walls. But two particular characteristics especially caught my attention:

First, in several of these areas, the Muslim inhabitants of the region in question had planted oak trees, which today, after at least 130 years, are towering and form dense forests, within which the graves are scattered, as shown in photos 1 through 16, which I am posting, (of which photos 1 through 3 are from the cemetery of the Muslim village of PYRGISKOS (KULADZIK), photos 4 through 7 from the Muslim village of LYKIA (KURCALAR), the 8th is from the Muslim village of PERISTERIA (DEMIRDJOYANNI OR DEMIRDJI – URUN), and the 9th through 16th are from the Muslim village of KATOCHORI (KIOSELER ZEIR)

Second, In some of these cemeteries, I observed that certain gravestones had been deliberately placed, at the time of burial, behind and in contact with the deceased’s head or next to it, so that, in the first case, as the tree grew, it would “envelop” or “touch” or “approach” the gravestone, which (and, by extension, the deceased) was identified with the tree—a fact evident in photos 17 through 31, which I am also posting, (of which photos 17 through 22 are from the cemetery of the Muslim village of PYRGISKOS (KULADZIK), photos 23 through 25 from the Muslim village of LYKIA (KURCALAR), photos 26 and 27 are from the Muslim village of PERISTERIA (DEMIRDJOYANNI OR DEMIRDJI – URUN), and photos 28 through 31 are from the Muslim village of KATOCHORI (KIOSELER ZEIR)

I asked a Muslim friend from the Rhodope region about this custom. He explained that before their conversion to Islam the Turks followed Tengrism. According to that ancient belief, a tree was planted on a grave so that the soul of the deceased could ascend to the sky through it. The custom survived after the Turks became Muslims and settled in Asia Minor.

Curious to learn more, I researched the subject further (with the help of online sources and AI). Here is a summary of what I found:

Before Islam (roughly from the 8th to the 10th century), the Turks and other Turko-Mongolic steppe peoples practised Tengrism, one of the oldest spiritual traditions of Eurasia.

At its centre stood Tengri, the eternal Blue Sky, creator of the universe.

Basic characteristics

The worldview combined shamanism, animism and deep respect for nature.

Everything — rivers, mountains, animals, trees — was believed to possess a spirit.

Trees held a special place. The Cosmic Tree (World Tree or Tree of Life) connected the three worlds: the sky, the earth and the underworld. It served as a path for souls, shamans and spirits. In some traditions the soul of the dead was thought to move into a tree before ascending or being reborn. There were even cases of tree burials among certain tribes. Sacred trees were also places of offerings (cloth strips, ribbons, etc.).

After the Turks converted to Islam, many of these older beliefs were absorbed into popular Islamic practice, especially in Anatolia. Planting a tree at the head of a grave continued as a symbol of eternity and respect, even though official Islamic theology did not require it. In old Ottoman cemeteries one still sees cypresses (and sometimes pines, willows or mulberries) planted beside or behind the tombstones. Over time the growing trees often envelop the stones. Cypresses in particular came to symbolise the immortality of the soul and submission to God’s will.

Thus the custom of planting a tree behind or beside the tombstone is a classic Turko-Ottoman tradition that blends the ancient Tengrist idea of the tree as a path for the soul with later Islamic symbolism of eternity. Its presence in the abandoned Muslim cemeteries of the Lekani mountains is a clear example of how pre-Islamic Turkic practices survived within the Ottoman world of the Balkans. Here the trees continue to grow together with the stone markers more than 130 years after the cemeteries were abandoned. In this mountainous region, instead of cypresses, the locals used the abundant native oaks and other forest trees.

Conclusion

These abandoned Muslim cemeteries of the Lekani mountains are living archaeological and cultural monuments — rare and precious historical testimonies of our land. The trees that have grown around or beside the tombstones are not accidental. They are the continuation of a tradition that stretches back thousands of years, from the steppes of Central Asia all the way to the mountains of northern Greece.
































 

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026


«ΣΚΑΒΑΛΑ, ΧΩΡΑ ΕΡΕΤΡΙΕΩΝ»


Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΠΟΛΗΣ, Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΙΣΙΤΡΑΤΟ, Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ «ΕΣΚΗ (ΠΑΛΑΙΑ) ΚΑΒΑΛΑ» ΚΑΙ «ΚΑΒΑΛΑ»


Α) Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η αρχαιότερη αναφορά, από τον Θεόπομπο τον Χίο, (ιστορικό του 4ου αιώνα π.Χ.), στο όνομα της πόλης «Σκάβαλα», διασώζεται, ως απόσπασμα, (Fragment 162/151), στο έργο του μεταγενέστερου γεωγράφου, Στεφάνου του Βυζαντίου (και ειδικότερα στο λεξικό του «Εθνικά»).


Το ακριβές, αρχαίο κείμενο της αναφοράς του Στεφάνου Βυζαντίου, όπως συλλέχθηκε στα Digital Fragmenta Historicorum Graecorum (DFHG), είναι το εξής:

«Σκάβαλα, χώρα Ἐρετριέων· Θεόπομπος εἰκοστῷ τετάρτῳ Φιλιππικῶν, το εθνικόν Σκαβαλαίος».


Ο Θεόπομπος, στο 24ο βιβλίο των Φιλιππικών, εξιστορεί τα γεγονότα που έλαβαν χώρα γύρω στο 349–348 π.Χ., κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας στη Χαλκιδική και την Εύβοια (όπου ο Φίλιππος υποκίνησε αποστασίες πόλεων). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ιστορικός καταγράφει τις πόλεις και τις περιοχές που επηρεάζονταν ή καταλαμβάνονταν από τον Μακεδόνα βασιλιά.


Σύμφωνα, συνεπώς, με την πιο πάνω αναφορά του Θεόπομπου, τα Σκάβαλα αποτελούσαν πόλη, αλλά, ενδεχομένως και χώρα (ευρύτερη περιοχή), την οποία είχαν αποικίσει οι Ερετριείς, οι κάτοικοι, δηλαδή, της Ερέτριας, αρχαίας πόλης της Εύβοιας.


Ο Γιάννης – Τάσος Μαγκούτας, στο σύγγραμμά του «ΕΡΕΤΡΙΑ», αναφέρει, μεταξύ, άλλων, τα εξής:

«Πόλη-κράτος ήταν και η Ερέτρια, η οποία συνέβαλε πολύ στην ανάπτυξη και τη διάδοση του ελληνισμού και του ελληνικού πολιτισμού, γι αυτό και κατέχει μια ζηλευτή θέση ανάμεσα στις αρχαίες πόλεις. Βρίσκεται στην Κεντρική Εύβοια και 20 χιλιόμετρα περίπου προς τα ανατολικά-νοτιοανατολικά της Χαλκίδας. Παρουσιάζεται νωρίς στην Ελληνική ιστορία, αφού είχε πάρει μέρος και στον Τρωικό Πόλεμο . Από πολύ παλιά, είχε στην κατοχή της ένα υπέροχο λιμάνι και ένα άριστα οργανωμένο ναυτικό και θεωρείται η σημαντικότερη αρχαία πόλη της Εύβοιας μετά την Χαλκίδα. Με αυτάρκεια πρωτοεμφανίζεται στα μέσα του 8ου π.Χ. αι., οπότε και πρωταγωνιστεί στον αποικισμό τής Μεσογείου. Σημαντικό ρόλο παίζει και στην εξέλιξη των κυριότερων γεγονότων του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα. Ο καθnγητής Νικ. Κoντoλέων, στο άρθρo του για τoυς Αειναύτες της Ερέτριας, επισημαίνει τον κυριoλεκτικά πρώτο ρόλο μεταξύ όλων των Ελλnνικών πόλεων, που διαδραμάτισε η Ερέτρια, ως ναυτική δύναμη, κατά τον 8ο π.Χ.αι. και χαρακτηρίζει τnν πόλn θαλασσοκράτειρα….. «


Ο Κων. Γουναρόπουλος («Ιστορία της νήσου Εύβοιας», σελ. 101, 1979) γράφει πως η περιοχή της Ερέτριας ονομαζόταν και Σκάβαλα, ενώ ο Γάλλος Anville, (στην Αρχαία Γεωγραφία του τ. Α΄, σ.268), λέει, πως τον τόπο όπου βρισκόταν η πόλη της Ερέτριας τον ονόμαζαν «Γκαβαλίνα», ίσως από παραφθορά του αρχαίου ονόματος Σκάβαλα».


Στηριγμένος στο παραπάνω κείμενο, ανέτρεξα στο έργο του Κωνσταντίνου Γουναρόπουλου με τίτλο «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ», που εκδόθηκε το έτος 1930 κι επανεκδόθηκε, ως φωτοτυπική επανέκδοση, από το σύλλογο "Προοδευτική Εύβοια", το έτος 1979 κι από το πιο πάνω σύγγραμμα, στον 1ο τόμο (τον αναφερόμενο στην Ευρώπη) του συγγράμματος με τίτλο «Géographie ancienne abrégée», που εκδόθηκε στο Παρίσι, το έτος 1768, από τον Jean-Baptiste d' Anville (1697-1782), (μέλος της Academie Royale des Belles – Lettres» της Γαλλίας, καθώς και της Ακαδημίας Επιστημών του Petesbourg και γραμματέα του Δούκα της Ορλεάνης). Στη σελίδα 268, λοιπόν, του Α’ τόμου, (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 1η ΚΑΙ 2η), ο Anville αναφέρει τα εξής: «Eretria ne le cedoit en Eubee qu’ a Chalkis: elle en etoit peu distante sur le meme rivage, et un lieu que les Grecs d’ aujouurd’ hui appellant Gravalinais, pourroir y repondre», δηλαδή «Την Ερέτρια δεν την ανέφερε στην Εύβοια, παρά μόνο κοντά στη Χαλκίδα. Βρισκόταν σε μικρή απόσταση από αυτήν, στην ίδια ακτή και ένας τόπος που οι σημερινοί Έλληνες ονομάζουν «Γκραβαλίνα» (;) θα μπορούσε ν’ αντιστοιχεί σ’ αυτήν».


Υπάρχει, ως εκ τούτου, μεγάλη πιθανότητα, το όνομα της αποικίας των Ερετριέων «Σκάβαλα» να έλκει την προέλευσή του από το ίδιο ή παρόμοιο αρχαίο τοπωνύμιο της πόλης – μητρόπολης, της Ερέτριας.


Β) ΠΟΤΕ, ΟΜΩΣ, ΟΙ ΕΡΕΤΡΙΕΙΣ ΙΔΡΥΣΑΝ ΑΠΟΙΚΙΕΣ ΣΤΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ «ΣΚΑΒΑΛ(Λ)Α;


Πρώτος επιχείρησε να δώσει απάντηση στα ερωτήματα αυτά ο Γεώργιος Μπακαλάκης, (1908-1991), αρχαιολόγος και καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο πόνημά του με τίτλο «ΝΕΑΠΟΛΙΣ – ΧΡΙΣΤΟΥΠΟΛΙΣ – ΚΑΒΑΛΑ», (Αρχαιολ. Δελτίο 1936, 39). Ανέφερε, λοιπόν, εν προκειμένω, ο σπουδαίος εκείνος αρχαιολόγος, (που διετέλεσε και Έφορος Αρχαιοτήτων Καβάλας και υπήρξε ο ιδρυτής του Αρχαιολογικού Μουσείου της), τα εξής:

«Εις το περί το Πάγγαιον τμήμα της Θράκης απώκισαν και οι Ερετριείς περιοχήν τινα, ενωρίς και αμέσως μετά τας προς Δυσμάς αποτυχίας των. (Πλουτάρχου Έλλ. Αιτ. 11. έκδ. Βερναρδ. 11 324: «αποσφενδόνητοι οι Ερετριείς εκ των Ιταλικών αποικιών γενόμενοι, ήλθον και κατέσχον την Περίαν». Ούτω είναι δυνατόν να συσχετισθή και η πληροφορία παρά Στεφ. Βυζαντ. περί των (;) Σκαβάλων, ως χώρας των Ερετριέων καί των Σκαβαλαίων τών θρακικών φορολογικών πινάκων. (Στεφ. Βυζ. Σκάβαλα, χώρα Έρετριέων. Θεόπομπος εικοστώ τετάρτω Φιλιππι­κών, το εθνικόν Σκαβαλαίος. RE λ. Σκάβαλα και Pape. Χρυσοχόος ΙΙεριοδ. Παρνασσός 1892 γεωγραφικόν χάρτην). Ο Tomaschek Die alien Thraker II σ. 82, ετυμολογών το τοπωνύμιον λέγει ότι παράγεται έκ τινος ρίζης σημαινούσης το κοπτερόν, μυτερόν, και ότι πιθανόν να έκειτο επί της ακτής, παραλίας. Ο μακαρίτης ο Σβορώνος απέδωκεν εις την αποικίαν αυτήν την Ερετριακήν εν Θράκη τον α' ευβοϊκόν νομισματικόν τύπον τον ανεπίγραφον, ενώ τον φέροντα μόνον το Α παρά το γοργόνειον εις την Αντισάραν (L’ Hellenisme primitive de la Macedoine κλπ. πίν. IX. 42 και 48)».


Απάντηση στα ίδια ερωτήματα έδωσε και ο Δημήτριος Σαμσάρης, καθηγητής ρωμαϊκής ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο σύγγραμμά του με τίτλο «Ιστορική Γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα, (που εκδόθηκε το έτος 1976, από την Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών). Ανέφερε, ειδικότερα ο Σαμσάρης:

«Πίερες. Οι Πίερες ήταν θρακική φυλή, (Στράβ. VII, 330: «Πιερία γαρ και Όλυμπος και Πίμπλα και Λείβηθρον το παλαιόν ήν Θράκια χωρία και όρη») που ως τον 7ο/6ο π.Χ. αιώνα κατοικούσε στην περιοχή νοτίως του Αλιάκμονα και ως τον Όλυμπο. Από κει εκδιώχτηκαν από τους πρώτους Μακεδόνες βασιλιάδες. Τότε ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ανάμεσα στο Παγγαίο και τη θάλασσα (Θουκυδιδ. ΙΙ, 99, 3). Απ’ αυτούς η περιοχή ονομάστηκε Πιερίδα και ο κόλπος της Νεάπολης (σημ. Καβάλας) Πιερικός. Σύμφωνα με την πληροφορία του Στέφανου Βυζάντιου, οι Πίερες θα πρέπει στα πολύ πρώιμα χρόνια να είχαν επεκταθή ως τους Φιλίππους (Στέφ. Βυζ. «Κρηνίδες, πόλις Πιερίας, ας Φίλιππος μετωνόμασε Φιλίππους»). Αργότερα, όμως, φαίνεται πως, όταν ήρθαν άλλοι, Ηδωνοί, από την Θάσο, απωθήθηκαν και περιορίστηκαν νοτιότερα, δηλ. στην παραλία…

»Στην περιοχή αυτή, από πολύ νωρίς φαίνεται ότι είχαν ιδρύσει αποικίες οι Ερετριείς (Πλουτάρχου Ελληνικά Αίτια, 11ο κεφάλαιο - έκδοση Γρηγορίου Βερναρδάκη, με τίτλο Plutarchi Chaeronensis Moralia, που έγινε στη Λειψία, κεφάλαιο ΙΙ, 324, στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει και επιχειρεί να ερμηνεύσει, ιστορικά, εθιμολογικά ή θρησκευτικά, διάφορες τοπικές παραδόσεις, εορτές, περίεργα ονόματα και τοπικά έθιμα της αρχαίας Ελλάδας): «αποσφενδόνητοι οι Ερετριείς εκ των Ιταλικών αποικιών γενόμενοι, ήλθον και κατέσχον την Πιερίαν» (μετάφραση δική μου: «Οι Ερετριείς, αφού διώχθηκαν κακείν κακώς (σαν να εκσφενδονίστηκαν) από τις αποικίες τους στην Ιταλία, ήρθαν και κατέλαβαν την Πιερία»). Έτσι μπορεί να νοηθή, σύμφωνα με τον Μπακαλάκη (ΑΕ 1936, 39), και η πληροφορία του Στεφ. Βυζαντίου για τα (;) Σκάβαλα, χώρα των Ερετριέων και για τους Σκαβαλαίους των θρακικών φορολ. Καταλόγων…».


Το παραπάνω απόσπασμα, («αποσφενδόνητοι οι Ερετριείς…» που βρίσκεται στο 11ο κεφάλαιο του αναφερθέντος έργου του Πλουτάρχου, το οποίο φέρει τον τίτλο: «Τίνες οι αποσφενδόνητοι;», αφορούσε τα εξής, ιστορικά γεγονότα:

Οι Ερετριείς είχαν ιδρύσει μια αποικία στην Κέρκυρα (την οποία ο Πλούταρχος, στο πιο πάνω κείμενό του, συνδέει με το ευρύτερο δίκτυο των δυτικών/ιταλικών αποικιών), από την οποία τους έδιωξαν οι Κορίνθιοι, με τη βία, («αποσφενδονίστηκαν»). Κατόπιν αυτών, οι Ερετριείς, πήραν τα πλοία τους και επέστρεψαν στην πατρίδα τους, την Ερέτρια της Εύβοιας. Οι κάτοικοι της Ερέτριας, όμως, αρνήθηκαν να τους δεχτούν πίσω στην πόλη. Μάλιστα, παράταχθηκαν στην ακτή και τους εμπόδισαν να αποβιβαστούν, ρίχνοντάς τους πέτρες, με σφενδόνες. Ανήμποροι να επιστρέψουν στα σπίτια τους, οι διωγμένοι άποικοι απέπλευσαν προς τον Βορρά, έφτασαν στα παράλια της Μακεδονίας (στη Θράκη, όπως ονομαζόταν ευρύτερα η περιοχή τότε γεωγραφικά) και κατέλαβαν μια περιοχή «στην Πιερία». Εκεί έχτισαν μια πόλη και την ονόμασαν «Μεθώνη». Οι γύρω πληθυσμοί (οι πρόσοικοι) τους έδωσαν το προσωνύμιο «Αποσφενδόνητοι», επειδή οι ίδιοι οι συμπατριώτες τους τούς είχαν διώξει με τις σφενδόνες. (Αλλά και στην Ιταλία οι Ερετριείς είχαν ιδρύσει μια πρώιμη αποικία, με το όνομα Πιθηκούσσαι - σημερινή Ischia - σε συνεργασία με την Χαλκίδα, γύρω στο 770-750 π.Χ. Σύμφωνα με το Στράβωνα (Γεωγραφικά), ενώ η αποικία εκείνη ευημερούσε, εσωτερικές διαμάχες, (που συνδέονται, πιθανότατα, με τον Ληλάντειο πόλεμο, μεταξύ των δύο Ευβοϊκών μητροπόλεων, στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ.), αλλά και σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις και άλλες φυσικές καταστροφές, στο ηφαιστειογενές νησί, οδήγησαν στην εγκατάλειψη της αποικίας).


Εν συνεχεία, ο Βασίλειος Κολοκοτρώνης, (1880–1926), διπλωμάτης, ιστορικός μελετητής και θεατρικός συγγραφέας, που εργάστηκε ως διευθυντής του Β΄ Πολιτικού Τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών, στο μνημειώδες σύγγραμμά του με τίτλο «La Macédoine et l'hellénisme: étude historique et ethnologique» (δηλ. Η Μακεδονία και ο Ελληνισμός: ιστορική και εθνογραφική μελέτη), που εκδόθηκε στο Παρίσι το έτος 1919, ανέφερε τα εξής: ¨Εκτός από τις Ηδωνικές πόλεις (δηλ. τις πόλεις των Ηδωνών Θρακών) υπήρχαν και αρκετές άλλες: Εννέα Οδοί, στη θέση της οποίας οι Αθηναίοι έκτισαν τη διάσημη Αμφίπολη (σήμερα Νεοχώρι). Κρηνίδες .......... Δάτον, θασιακή αποικία…… Δύο πόλεις με το όνομα Δραβησκός…. Μύρκιnος, …. Σκάβαλα, από την οποία προέρχεται το όνομα της σημερινής πόλης Καβάλας, αποικία της Ερέτριας, που βρισκόταν στη θέση της σημερινής Παλαιάς Καβάλας (Eski-Cavala)».


Και ο Θρακιώτης γιατρός, επίσης, Αχιλλέας Σαμοθράκης, στο περίφημο «ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ» και στο λήμμα «ΣΚΑΒΑΛΛΑ», αναφέρει: «Παράλιος πόλις της Μακεδονίας, κειμένη επί της θέσεως της Παλαιάς Καβάλλας (Εσκή Καβάλλα), εκ της οποίας, κατά πάσαν πιθανότητα, προήλθε το όνομα».


Γ) Ο ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ, ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η άποψη, όμως, που τοποθετεί τα αρχαία Σκάβαλα στην περιοχή της σημερινής Καβάλας έχει και αντίλογο, διότι κάποιοι επιστήμονες τοποθετούν την αποικία των Ερετριέων στην Χαλκιδική. Αναφέρουν συγκεκριμένα (και την άποψή τους ενστερνίζεται και η αγγλόφωνη «Wikipedia, the free encyclopedia»), ότι «η Σκαβάλα ή Σκάβαλα, γνωστή επίσης και ως Σκάβλα, ήταν πόλη της Χαλκιδικής. Ανήκε ανέκαθεν στην Αθηναϊκή (ή Δήλια) Συμμαχία κι επειδή είναι πιθανό ότι ήταν μία από τις πόλεις που αποστάτησαν από τη συμμαχία, το 432 π.Χ., και σε μία από τις εγγραφές των καταλόγων εισφορών των συμμαχικών πόλεων πλήρωσε φόρο, μαζί με την Όλυνθο και την Άσσα, (IG I³ 259, col. V,6-7), έχει προταθεί ότι βρισκόταν βόρεια της χερσονήσου της Σιθωνίας. Αυτή η πρόταση γίνεται αποδεκτή και από τους επιμελητές του Barrington Atlas of the Greek and Roman World, (Talbert Richard, έκδοση 2000, Princeton University Press. σελ. 51)».


Δ) ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΑΝΤΙΛΟΓΟΥ, ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΣΚΑΒΑΛΩΝ ΣΤΗΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ


Ας δούμε, τώρα, αν μπορούμε ν’ αντικρούσουμε την πιο πάνω άποψη, που τοποθετεί τα Σκάβαλα στην Χαλκιδική.


1. Το επιχείρημα ότι στους φορολογικούς καταλόγους της Αθηναϊκής Συμμαχίας η πόλη αναφέρεται ανάμεσα στην Όλυνθο και την Άσσα δεν είναι αποφασιστικό, διότι η αναφορά αυτή γίνεται όχι μόνο μεταξύ πόλεων της Χαλκιδικής, αλλά και πόλεων της τότε Θράκης και της Λέσβου: «…hαβδερίται, Ολύνθιοι, Σκαβλαίοι, Ασσερίται, Σερμυλείς, Μεκυπερναίοι, Στόλιοι, Πολιχνίται, Σίνγιοι, Θάσιοι». Πλην, όμως, αυτού του αμφιβόλου επιχειρήματος δεν υπάρχουν άλλα επιχειρήματα, ονοματολογικά ή αρχαιολογικά τεκμήρια, που να τοποθετούν, αδιαμφισβήτητα, τα Σκάβαλα στην Χαλκιδική.


2. Ο Πλούταρχος, όπως ήδη ανέφερα, (στα Ελληνικά Αίτια, 11ο κεφάλαιο), έγραψε ότι «αποσφενδόνητοι οι Ερετριείς εκ των Ιταλικών αποικιών γενόμενοι, ήλθον και κατέσχον την Πιερίαν» (μετάφραση δική μου: «Οι Ερετριείς, αφού διώχθηκαν κακείν κακώς (σαν να εκσφενδονίστηκαν) από τις αποικίες τους στην Ιταλία, ήρθαν και κατέλαβαν την Πιερία»). Έτσι μπορεί να νοηθή, σύμφωνα με τον καθηγητή Μπακαλάκη και η πληροφορία του Στεφ. Βυζαντίου για τα (;) Σκάβαλα, χώρα των Ερετριέων και για τους Σκαβαλαίους των θρακικών φορολ. Καταλόγων…». Ποια ήταν, όμως, η Πιερία; Όλοι γνωρίζουμε ότι η Χαλκιδική δεν είχε ποτέ καμία σχέση με την Πιερία. Οι Πίερες Θράκες δεν κατοίκησαν ποτέ στην Χαλκιδική. Αρχικά ζούσαν στην Πιερία του Ολύμπου κι όταν υποχρεώθηκαν, από τους Μακεδόνες βασιλείς, να εγκαταλείψουν την αρχική εκείνη εστία τους, ήρθαν και, νότια του όρους Παγγαίου, ίδρυσαν την «Πιερίδα» (μικρή Πιερία). Το γεγονός, συνεπώς, ότι οι Ερετριείς ίδρυσαν την Μεθώνη, (είτε στην Πιερία του Ολύμπου, κατά την κρατούσα άποψη, είτε στην Πιερία του Παγγαίου, κατ΄ άλλη άποψη – βλ. λ.χ. Ιωάννη Σβορώνο), υποστηρίζει τη σκέψη να ίδρυσαν οι ίδιοι και την αποικία τους «Σκάβαλα» στην περιοχή της Πιερίδος, στον Πιερικό κόλπο.


3. Στα πρώιμα νομίσματα της Ερέτριας, το γοργόνειον (η κεφαλή της Μέδουσας) εμφανίζεται ήδη κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ., αποτελώντας βασική εικονογραφική επιλογή, για την ταύτιση της πόλης, πριν επικρατήσουν τα πιο κλασικά σύμβολα, όπως η αγελάδα και το χταπόδι. Ειδικότερα, τα αργυρά νομίσματα (κυρίως σε ονομαστικές αξίες όπως δραχμές) με αυτή την παράσταση κόπηκαν στην Ερέτρια περίπου στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. (περίπου 480 – 445 π.Χ.) και στο μεν εμπροσθότυπό τους απεικονίζεται το γοργόνειον σε κατά μέτωπο όψη (en face), με τα τυπικά χαρακτηριστικά της αρχαϊκής τέχνης, (στρογγυλό πρόσωπο, ανοιχτό στόμα, εκτεταμένη γλώσσα και συχνά φίδια που πλαισιώνουν το κεφάλι ή είναι δεμένα κάτω από το πηγούνι), στον δε οπισθότυπο απεικονίζεται συνήθως το εμπρόσθιο τμήμα αλόγου (προτομή) ή άλλο γεωμετρικό μοτίβο, τοποθετημένο μέσα σ’ έγκοιλο τετράγωνο.


Νομίσματα, βέβαια που να συνδέονται αδιαμφισβήτητα με την πόλη των Σκαβάλων δεν έχουν βρεθεί, πλην όμως, όπως ήδη είχε επισημάνει ο καθηγητής Γεώργιος Μπακαλάκης, ο νομισματολόγος Ιωάννης Ν. Σβορώνος είχε αποδώσει ευθέως, στην Ερετριακή αυτή αποικία στην Θράκη, δηλαδή στα Σκάβαλα, «τον α' ευβοϊκόν νομισματικόν τύπον τον ανεπίγραφον, ενώ τον φέροντα μόνον το Α παρά το γοργόνειον εις την Αντισάραν».


4. ΑΞΙΖΕΙ, ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, ΝΑ ΠΑΡΑΘΕΣΩ, ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΥΤΟ, ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Ν. ΣΒΟΡΩΝΟΥ, ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΛΟΓΟΥ, ΠΟΥ ΤΙΣ ΕΞΕΘΕΣΕ ΣΤΟ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: «L' HELLENISME PRIMITIF DE LA MACEDOINE, PROUVE PAR LA NUMISMATIQUE ET L'OR DU PANGEE» (Ο ΑΡΧΑΪΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ (ΕΠΙΣΤΗΜΗ) ΚΑΙ Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ).


Ο Ιωάννης Ν. Σβορώνος (1863 – 1922), ήταν διαπρεπής νομισματολόγος. Στάλθηκε ως υπότροφος της ελληνικής κυβέρνησης στην Ευρώπη (Βερολίνο, Παρίσι, Λονδίνο), στο διάστημα 1885-1889, όπου παρακολούθησε διάσημους δασκάλους και εξασκήθηκε στα κυριότερα νομισματολογικά μουσεία και κυρίως στο Βρετανικό Μουσείο. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1899, διορίστηκε διευθυντής του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών και το 1918 εξελέγη καθηγητής Νομισματολογίας στο Πανεπιστήμιο.


Ας δούμε, λοιπόν, τι έγραψε ο Ι. Σβορώνος στο προαναφερθέν, μνημειώδες εκείνο έργο του, που είχε εκδοθεί το έτος 1919 στην Αθήνα, στην γαλλική γλώσσα, σχετικά με τα Σκάβαλα, το χρόνο και τον τόπο ίδρυσής τους, τη μητρόπολή τους, την Ερέτρια και τα εκδοθέντα από τις δύο πόλεις, αρχαϊκά νομίσματα, (χωρίς βέβαια, εγώ, ελλείψει σχετικών, επιστημονικών γνώσεων, να μπορώ να τα αποδεχθώ ή να τα απορρίψω):


Στις σελίδες 68 επόμ. του Α’ Μέρους (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 3η ΕΩΣ 6η):

«Κεφάλαιο XX. ΣΚΑΒΑΛΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΑΡΑ

»Τα αρχαϊκά νομίσματα, του τύπου της κεφαλής της Γοργόνας, που είναι πολυάριθμα, είναι παιονικής κατασκευής και παιονικού βάρους (ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΧ, 31-41· BABELON, l. c., pl. LV, 13-17) και γενικά αποδίδονται στο Δάτον (το Δάτον, ο Δάτος, η Δάτος, το Δατόν, ο Δατός, η Δατός), πλην όμως δεν ανήκουν καθόλου σε αυτό. Το Δάτον δεν είναι το αρχαίο όνομα της Νεάπολης, της πόλης που σήμερα ταυτίζουμε με την Καβάλα…. Αυτή η απόδοση των υπό συζήτηση νομισμάτων βασίζεται στο γεγονός ότι ο τύπος — κεφαλή Γοργόνας, ταυτόσημη με αυτήν των αρχαϊκών νομισμάτων των Ερετριέων της Ευβοίας — είναι ο πρωτότυπος (τύπος) των νομισμάτων της Νεάπολης, που κόπηκαν μετά το 411 π.Χ. με την λέξη NEΩΠ (πίνακας ΙΧ, 44-45) ή ΝΕΟΠΟΛΙΤΕΩΝ ή NEΟΠΟΛΙΤΩΝ. Αυτή η απόδοση, όμως, δεν εξηγεί ούτε τον ίδιο το νομισματικό αυτόν τύπο, (ο οποίος είναι πιστό αντίγραφο, αν όχι το πρωτότυπο των σύγχρονων νομισμάτων των Ερετριέων της Ευβοίας - τα οποία δεν διαφέρουν, παρά μόνο όσον αφορά το αττικό βάρος τους - δεδομένου ότι το Δάτον ήταν αποικία των Θασίων), ούτε την παρουσία του γράμματος Α (ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΧ, 42-43 – ΔΕΙΤΕ 7η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ) σε ορισμένα από αυτά τα νομίσματα, (τα μόνα που φέρουν επιγραφή), πάνω στην κεφαλή της Γοργόνας, στην περίπτωση που αυτό το γράμμα αντιπροσωπεύει εθνικό όνομα, πράγμα βέβαιο για μένα.

»Ιδού, λοιπόν, η λύση που μπορεί κανείς, κατά τη γνώμη μου, να δώσει σε αυτό το πρόβλημα. Το Δάτον, αποικία των Θασίων, δεν ταυτίζεται με τη Νεάπολη: Ο Στράβων (331, 36) διακρίνει τις δυο πόλεις πολύ καθαρά, όταν αναφέρεται στο φύλο των Δατηνών (Δατηνών πόλις Νεάπολις και αυτή το Δάτον), όπως και ο Πλίνιος (IV, 11: Neapolis, Datos). Από την άλλη πλευρά, ο Αππιανός και ο Αρποκρατίων (s. v.) λένε ξεκάθαρα ότι η πόλη των Φιλίππων ονομαζόταν κάποτε Δάτον και πολύ πιο παλιά ακόμα Κρηνίδες. Επιπλέον, αυτή η ταύτιση με τους Φιλίππους συμφωνεί με την περιγραφή του Δάτου από τον Στράβωνα (331, 33), ως κατέχοντος «εύκαρπα πεδία και λίμνην και ποταμούς και ναυπήγια και χρυσεία λυσιτελή, αφ’ ου και παροιμιάζονται «Δάτον αγαθών»………….

»Η Νεάπολη επίσης δεν ταυτίζεται πλέον με την Καβάλα. Αρχικά ο Θράκιος φόρος τοποθετεί τη Νεάπολη «παρ’ Αντισάραν», και από την άλλη η Καβάλα δεν είναι σύγχρονο όνομα, όπως πιστεύουμε γενικά, αλλά, όπως ο μεγάλος χαρτογράφος της Μακεδονίας Χρυσοχόου το έχει ήδη αναγνωρίσει, στον ενδιαφέροντα, μεγάλο χάρτη της Μακεδονίας, είναι ένα όνομα που προέρχεται από τα «Σκάβαλα», τα οποία αναφέρονται από τον Στέφανο τον Βυζάντιο, σύμφωνα με τον Θεόπομπο, ως «μια χώρα που ανήκει στους Ερετριείς» (χώρα Ερετριέων). Κατ’ αρχάς, στην Εύβοια και στην Ερέτρια δεν υπάρχει τόπος με αυτό το όνομα· μετά, ο Θεόπομπος μίλησε για τα Σκάβαλα στους Φιλιππικούς του, που αναφέρονται στις πράξεις του Φιλίππου ΙΙ σε αυτή τη χώρα· τέλος και πάνω απ’ όλα, ο Θράκιος φόρος γνωρίζει (στα 454-436 π.Χ.) τους «Σκαβλαίους», που βρίσκονται συχνά κοντά στη Νεάπολη, τη Μεθώνη (του Παγγαίου) και τα Στάγειρα· μου φαίνεται λοιπόν απόλυτα βέβαιο ότι μεγάλο μέρος των υπό συζήτηση αρχαϊκών νομισμάτων, του τύπου της κεφαλής της Γοργούς (Γοργόνας), που βρίσκονται τόσο συχνά γύρω από την Καβάλα, ανήκουν σε αυτή την αποικία των Ερετριέων, τα Σκάβαλα….. Η Νεάπολις, (νέα πόλη), που αντιγράφει τους ίδιους νομισματικούς τύπους, βρίσκεται «παρ’ Αντισάραν». Μπορώ, εξ αυτού του λόγου, να συμπεράνω ότι αυτή διαδέχτηκε, ως «νέα πόλη», την Αντισάρα ή ότι ήταν τοποθετημένη πιο κοντά στην Αντισάρα από ότι στην Καβάλα (εννοεί τα Σκάβαλα) ή ότι αυτή αντιγράφει τους νομισματικούς τύπους της Αντισάρας μάλλον, παρά αυτούς των Σκαβάλων. Η πόλη της Αντισάρας αναφέρεται, από το Στέφανο Βυζάντιο, ως λιμένας του Δάτου (επίνειον Δατηνών, από το οποίο προερχόταν κατ’ αρχάς ο χρυσός του Παγγαίου, γεγονός που εξηγεί την παρουσία του αυτού τύπου, της κεφαλής της Γοργούς (Γοργόνας), στα αρχαϊκά, χρυσά νομίσματα, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. (Πίνακας ΙΧ, 29-30). Ως εκ τούτου, η Αντισάρα πρέπει να ήταν ένας καλός λιμένας, μια και οι Δατηνοί είχαν μια χώρα πολύ πλούσια και σημαντική. Απ’ όλα αυτά πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρχαν σ’ αυτή την περιοχή δύο πόλεις που έκοβαν αρχαϊκά νομίσματα του τύπου της κεφαλής της Γοργούς: Η αποικία των Ερετριέων Σκάβαλα και η Αντισάρα, το λιμάνι της θασιακής αποικίας του Δάτου. Ως εκ τούτου, όπως έχουμε ήδη πει, τα υπό συζήτηση νομίσματα, που διαφέρουν συχνά ως προς την κατασκευή, εμφανίζουν, μερικές φορές, στο πεδίο, δίπλα στην κεφαλή της Γοργούς, το γράμμα Α και μόνο. Πρέπει, επομένως, να δούμε, πίσω από το γράμμα αυτό, το εθνικό της Αντισάρας, της μιας από τις δύο υπό κρίση πόλεις……. Ο Χρυσοχόος τοποθετεί τα Σκάβαλα στο εσωτερικό των περιοχών στις οποίες αναφερόμαστε, εκεί που βρίσκεται το χωριό Εσκί Καβάλα (παλιά Καβάλα), καθ’ ον χρόνο η ίδια η Καβάλα ταυτίζεται, από τον ίδιο, με την Αντισάρα, το επίνειο του Δάτου. Όσο για τη Νεάπολη «παρ’ Αντισάραν», αυτός την τοποθετεί στ’ ανατολικά της Καβάλας = Αντισάρας, πάνω στην ακτή. Εγώ πιστεύω ότι έχει απόλυτο δίκαιο……

»Πότε οι Ερετριείς έφθασαν στα Σκάβαλα; Και γιατί εγκαταστάθηκαν τόσο μακριά από τις άλλες Ευβοϊκές αποικίες της Χαλκιδικής; Δεν γνωρίζουμε. Οφείλω όμως να υπενθυμίσω εν προκειμένω ένα ιστορικό γεγονός, που μπορεί να το ερμηνεύσει: Οι Ερετριείς, έχοντας, πρώτοι, αποικίσει την Κέρκυρα, εκδιώχθηκαν από αυτήν το 734 π.Χ. από τους Κορινθίους, συμμάχους των εχθρών τους, των Χαλκιδέων της Ευβοίας, επέστρεψαν στη μητρόπολη, από όπου εκδιώχθηκαν και πάλι, πριν καν αποβιβαστούν, με ρίψεις λίθων και σφενδόνων (εξ ου και το όνομα «αποσφενδόνητοι») που έλαβαν, πήγαν και κατέλαβαν με τη βία (κατέσχον) την Μεθώνη της Πιερίας του Παγγαίου. Καθώς, στο μέλλον, δεν τους συναντούμε πια σε αυτή τη χώρα, υποθέτουμε ότι αυτοί, κυνηγημένοι από τους Πίερες ή από τους Χαλκιδείς της Χαλκιδικής, τους εχθρούς τους, αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, στη χώρα των Δατηνών, τα Σκάβαλα. Τολμώ να κάνω αυτή την υπόθεση, λόγω της Γοργούς, του διάσημου αρχαϊκού αετώματος από την Κέρκυρα, που οφειλόταν (προήλθε) πιθανότατα από την επιρροή της λατρείας και από την τοπική τέχνη που είχαν εισαχθεί στην Κέρκυρα από τους πρώτους αποίκους του νησιού, τους Ερετριείς. Αυτή η κεφαλή παρουσιάζει μεγάλη καλλιτεχνική ομοιότητα με αυτή των νομισμάτων των Σκαβάλων και ο C. Robert αναγνώρισε πρόσφατα σ’ αυτήν τον αποτροπαϊκό χαρακτήρα της, που είναι ακριβώς αυτός των νομισμάτων μας.

»Ο BABELON και ο HILL, που ταυτοποιούσαν τη Νεάπολη με τα Σκάβαλα, είχαν ήδη καταλάβει, παρόλο που δεν γνώριζαν το αρχαίο κείμενο που επικαλούμαι, τον Ερετριακό χαρακτήρα της πόλης που έκοψε τα υπό κρίση αρχαϊκά νομίσματα. Έτσι ο πρώτος, υποστηρίζοντας την ταυτότητα του αρχαϊκού, νομισματικού τύπου της θρακομακεδονικής πόλης, με αυτόν της πόλης της Ερέτριας της Ευβοίας, προσθέτει (Traité, 2ο μέρος, Ι, σ. 1191): «Πρέπει να πιστέψουμε, εξ αιτίας αυτής της διαπίστωσης, ότι οι Ερετριείς εγκαταστάθηκαν από τον 6ο αιώνα στη Νεάπολη (= Σκάβαλα), με σκοπό να ιδιοποιηθούν τα έσοδα των μεταλλείων του Παγγαίου;» Το κεφάλαιο XV της «Αθηναίων Πολιτείας» του Αριστοτέλη επιτρέπει την θετική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, όπως πολύ καλά απέδειξε ο Μ. G. Hill (στο άρθρο του Neapolis Datenon, στο Num. Chron., 1893, σ. 255-258). Ο Αριστοτέλης διηγείται ότι ο Πεισίστρατος, εξόριστος από την Αθήνα, εγκαταστάθηκε πρώτα στη Ραίκηλο, στον Θερμαϊκό κόλπο· στη συνέχεια πέρασε στην περιοχή που εκτείνεται γύρω από το όρος Παγγαίο, δηλαδή, στην πραγματικότητα, στη Νεάπολη (Σκάβαλα). «Από εκεί», προσθέτει ο Αριστοτέλης, (ο Πεισίστρατος), έχοντας συγκεντρώσει άργυρο και έχοντας στρατολογήσει στρατιώτες, έπλευσε στην Ερέτρια, δέκα χρόνια μετά την φυγή του από την Αθήνα και προσπάθησε, για πρώτη φορά, καταφεύγοντας στη βία, να αποκτήσει εκ νέου την εξουσία (των Αθηνών). Μεταξύ εκείνων που τον βοήθησαν στο εγχείρημά του ήταν οι Θηβαίοι, ο Λύγδαμις, τύραννος της Νάξου και οι ιππείς, που κατείχαν την εξουσία στην Ερέτρια. Είδαμε πιο πάνω ότι η Ερέτρια, με την αριστοκρατική κυβέρνησή της, των ιππέων, υπήρξε πάντοτε σύμμαχος του Πεισιστράτου και των γιών του και διαπιστώσαμε στους νομισματικούς τύπους τυπικές εγγυήσεις (αποδείξεις) αυτής της συμμαχίας: Σε μια ομάδα νομισμάτων, η κεφαλή της Γοργούς της Ερέτριας συνδέεται με την κεφαλή του ταύρου των Αθηνών (Traite, 1ο μέρος, σελ. 678, αρ. 1063 και σελ. 684). Είναι έτσι πιθανό το ότι, αν η Νεάπολις (Σκάβαλα) τύπωσε πάνω στα πρώτα νομίσματά της την κεφαλή της Γοργούς, αυτό οφείλεται στο ότι αυτή η πόλη είχε άμεσους δεσμούς με την Ερέτρια, της οποίας ήταν αναμφίβολα αποικία. Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο Πεισίστρατος, εξόριστος ων, πηγαίνει στη Νεάπολη (Σκάβαλα), βρίσκει εκεί κατάλληλο κατάλυμα, συγκεντρώνει εκεί κεφάλαια και εκεί συγκροτεί ένα στρατό και σπεύδει αμέσως στην Ερέτρια, αυτό αποδεικνύει αναμφίβολα ότι η Νεάπολις (Σκάβαλα) ήταν πόλη των Ερετριέων. Κατόπιν αυτών, θα συμπεράνουμε, μαζί με τον M. Hill, ότι ο τύπος της Γοργούς των νομισμάτων της Νεαπόλεως αποτελεί άλλο ένα επιχείρημα που προβάλλουμε, προκειμένου να καταδείξουμε ότι τα νομίσματα με ευβοϊκό βάρος, που φέρουν την κεφαλή της Γοργούς είναι ακριβώς νομίσματα της Ερέτριας και όχι των Αθηνών, όπως ενίοτε ισχυρίζονται κάποιοι….»

»ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΑΡΓΥΡΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΣΚΑΒΑΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΑΡΑΣ)

»Ανεπίγραφα νομίσματα» (7η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΑΦΡΙΘΜΟΙ 42-44)

Εδώ ο Σβορώνος περιγράφει μια σειρά από νομίσματα, τα οποία, το έτος 1919, βρίσκονταν σε διάφορα μουσεία ή συλλογές και στα οποία, όλα, διαπιστώνει, (παραθέτοντας και τις ασήμαντες διαφορές τους), ότι είναι φτιαγμένα από άργυρο, στην εμπρόσθια όψη φέρουν κεφαλή Γοργούς μετωπική, που τραβάει τη γλώσσα, με τα μαλλιά σε ίσιες γραμμές και διατεταγμένα σε μπούκλες γύρω από το μέτωπο και στην οπίσθια όψη φέρουνέγκοιλο τετράγωνο, χωρισμένο σε τέσσερα τρίγωνα από δύο διαγωνίους.


4.2. Στις σελίδες 204 επόμ. Του Β’ Μέρους, γράφει:

«Οι πόλεις της Παιονικής ηπείρου απέναντι από τη Θάσο, Σκάβαλα και Αντισάρα, έκοψαν, μόνες ή μαζί με άλλες, γειτονικές πόλεις, μεταξύ των οποίων οι Κρηνίδες – Δάτον, έναν τεράστιο αριθμό αρχαϊκών, αργυρών νομισμάτων, του τύπου της κεφαλής της Γοργούς (γοργόνας) (σελ. 68). Αυτές οι πόλεις, που πρέπει να ήταν επίσης πολύ πλούσιες σε χρυσό, εξ αιτίας της θέσης τους δίπλα στο Δάτον, το Παγγαιικό Eldorado, του οποίου η Αντισάρα υπήρξε το λιμάνι (επίνειο), (δείτε σελ. 71), πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να έκοψαν επίσης χρυσά, αρχέγονα (αρχαϊκά) νομίσματα, μετά το 734 π.Χ., δηλ. μετά τον αποικισμό των Ερετριέων, που έφεραν εκεί τον Ερετριακό, νομισματικό τύπο, με την κεφαλή της Γοργούς των αργυρών νομισμάτων. Έτσι, πάντοτε μεταξύ των αρχαϊκών κομματιών από ήλεκτρο, που ο σοφός μας δάσκαλος και φίλος M. Babelon κατατάσσει στα αβέβαια κομμάτια της βόρειας Ιωνίας, βρίσκεται ο ακόλουθος, «φωκαϊκός» (σύμφωνα με τον Babelon) ημιστατήρας: ΗΛ(ΕΚΤΡΟ) 20 επί 15. Κεφαλή Γοργούς στην εμπρόσθια όψη – Σταυροειδές έγκοιλο τετράγωνο, που περιέχει πέντε μεγάλα σφαιρίδια, που σχηματίζουν σταυρό και ενωμένα με μικρές γραμμές…»


5. ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΚΑΒΑΛΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΚΑΒΑΛΑΣ, «ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ» ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΧΡΥΣΩΡΥΧΕΙΩΝ ΤΗΣ ΣΚΑΠΤΗΣ ΥΛΗΣ


Η δική μου, προσωπική άποψη, στηριγμένη στις επιστημονικές απόψεις που παρέθεσα πιο μπροστά, είναι ότι η αρχαία αποικία των Ερετριέων, τα Σκάβαλα, βρισκόταν κοντά μεν στη σημερινή Καβάλα, πιο κοντά, όμως, στο χωριό Παλαιά Καβάλα. Όταν οι Οθωμανοί κατέκτησαν την περιοχή της τότε βυζαντινής Χριστουπόλεως κι εγκαταστάθηκαν και στο σημερινό χωριό «Παλαιά Καβάλα», βρήκαν εκεί, εν χρήσει, από τους Έλληνες κατοίκους του τόπου, το τοπωνύμιο «Σκάβαλα», το οποίο παρέφρασαν, στην γλώσσα τους, σε «Εσκή Καβάλα», δηλαδή, Παλαιά Καβάλα. Το έτος 1393 οι Οθωμανοί κατέστρεψαν ολοσχερώς τη βυζαντινή Χριστούπολη, η οποία παρέμεινε ακατοίκητη γι’ αρκετές δεκαετίες, όταν, όμως ξανακατοικήθηκε, ήταν πια μια Οθωμανική πόλη, που ονομάστηκε Καβάλα, για να διακρίνεται από την Παλαιά Καβάλα, που ήδη προϋπήρχε.


Αυτή η άποψή μου δεν είναι αυθαίρετη. Τη στηρίζω στην ύπαρξη, κοντά στη σημερινή Παλαιά Καβάλα, μιας ευρείας, οικιστικής εγκατάστασης, (σχετικά κοντά στο μονοπάτι, μήκους 15 χιλιομέτρων, που οδηγεί, από την Παλαιά Καβάλα, στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου της πόλης της Καβάλας), η οποία (εγκατάσταση), αποτελείται από ερείπια κτισμάτων και άφθονη, αρχαία κεραμεική, (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 8η ΕΩΣ 12η), γύρω της δε – και αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό – φαίνονται τα μεγάλα χάσματα των χρυσωρυχείων της Σκαπτής Ύλης (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 13η ΕΩΣ 17η). (Οι ακριβείς συντεταγμένες της εγκατάστασης είναι στην διάθεση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας).


Τολμώ να ισχυριστώ, κατόπιν όλων των προαναφερθέντων, ότι αυτή η οικιστική εγκατάσταση έχει πολλές πιθανότητες να είναι ότι απέμεινε από τα αρχαία Σκάβαλα, την αποικία των Ερετριέων της Εύβοιας!



















Τρίτη 12 Μαΐου 2026


ΜΙΚΡΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΑΛΕΙΤΟΥΡΓΗΤΟΥΣ, ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ, ΙΕΡΟΥΣ ΝΑΟΥΣ ΤΗΣ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ, ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ


Άλλοι στέκουν ερειπωμένοι και λησμονημένοι μέσα σε άγριες ερημιές κι άλλοι σώζονται, μεταμορφωμένοι όμως, σε χώρους λατρείας της μουσουλμανικής πίστης. Είναι οι ορθόδοξοι, ιεροί ναοί της Ανατολικής Θράκης, οι ιεροί ναοί των προγόνων μας που ξεριζωμένοι, το 1922 πήραν τον πικρό δρόμο της προσφυγιάς. Δεν ακούγονται πια μέσα τους βυζαντινές ψαλμωδίες, ούτε ακούγονται στα προαύλιά τους οι χαρούμενες φωνές των πανηγυριστών, που τιμούσαν άλλοτε τη μνήμη των αγίων τους. Ούτε ίχνος δεν υπάρχει γύρω τους από τα έργα των χεριών των πατέρων μας, τα ελάχιστα, ελληνικά σπίτια και σχολεία, κι όταν σώζονται, είναι πια «ωραία ερείπια». Τι είναι, λοιπόν, αυτό που τόσο συχνά οδηγεί τα βήματά μου εκεί, εκεί που πια δεν υπάρχει τίποτε για να δω και ν’ ακούσω; Είναι τ’ ακούσματα από τους παππούδες και τις γιαγιάδες του λαού μου, που έχουν αποτυπωθεί στο βάθος της ύπαρξής μου, "είναι η μνήμη αυτού του λαού που καίει άκαυτη βάτος»:

Στην 1η και 2η φωτογραφία φαίνεται ο Ιερός Ναός της μικρής Αγίας Σοφίας στη Βιζύη,

στην 3η και 4η η Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Χώρα,

στην 5η, 6η και 7η ο Ιερός Ναός της Οσίας Παρασκευής της Επιβατηνής στο Κιρμένι,

στην 8η και 9η ο Ιερός Ναός της Αγίας Τριάδας στο Καλόδεδρο,

στην 10η, 11η και 12η ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου στη Στέρνα,

στη 13η και 14η ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου στους Επιβάτες,

στην 15η και 16η ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου στους Δελλιώνες,

στην 17η, 18η, 19η και 20ή ο Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ηρακλείτσα,

στην 21η, 22η, 23η ο κοιμητηριακός Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι,

στην 24η, το Ιερό του Μητροπολιτικού Ναού Μυριοφύτου και Περιστάσεως, (Εισοδίων της Θεοτόκου, στο Μυριόφυτο) και

στις 25η έως και 31η, ο Μητροπολιτικός Ναός Γάνου και Χώρας, (των Ταξιαρχών, στον Γάνο), του οποίου οι τοίχοι σώζονται σε αρκετό ύψος. Στην τελευταία φωτογραφία, μάλιστα, σώζονται και ίχνη του εσωτερικού επιχρίσματος.