Παρασκευή 17 Απριλίου 2026


ΜΙΑ ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ, (ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ 1885-1886), ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗΣ, (PRAVISTE – PRAVI, ΟΠΩΣ ΑΥΤΗ ΛΕΓΟΤΑΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ - ΣΗΜΕΡΑ ΥΠΑΓΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟ ΠΑΓΓΑΊΟΥ, ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΒΑΛΑΣ)



ΠΆΡΑΤΗΡΗΣΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ: Αν διαβάσετε το κείμενο αυτό και σκεφθείτε: α) ότι αυτό αφορά ένα μόνο οικονομικό έτος και β) ότι για κάθε οθωμανικό, οικονομικό έτος εκδιδόταν, για κάθε βιλαγιέτι ξεχωριστά, ένας όμοιος Σαλναμές, αντιλαμβάνεστε τον πλούτο των πληροφοριών που περιέχουν τα οθωμανικά αρχεία, τον οποίο (πλούτο), όσον αφορά την πόλη μας, δεν έχει μελετήσει ποτέ, κανείς!

Το κείμενο της παρούσας ανάρτησής μου αποτελεί το 2ο Κεφάλαιο μιας ακαδημαϊκής - μεταπτυχιακής διατριβής, που υποβλήθηκε στο Πανεπιστήμιο Nevşehir Hacı Bektaş Veli (Τουρκία) το 2019, από τη Senem Koyunci, η οποία μελέτησε, ανέλυσε και παρουσίασε τα στοιχεία του επίσημου, ετήσιου απολογισμού (Salname) του Βιλαγιετιού της Σελανίκ (= Θεσσαλονίκης), για το οθωμανικό έτος 1303-1304 (που αντιστοιχεί στο 1885-1886 μ.Χ.).Το Salname ήταν το επίσημο, «ετήσιο βιβλίο» κάθε βιλαγιετιού, το οποίο περιείχε λεπτομερή στατιστικά στοιχεία για:
Διοικητική οργάνωση (σαντζάκια, καζάδες, ναχιγιέδες)
Πληθυσμό (μουσουλμάνοι, Ρωμιοί, Εβραίοι, Κιπτί = τσιγγάνοι κ.λπ.)
Οικονομία, γεωργία, κτηνοτροφία, εμπόριο
Εκπαίδευση, θρησκευτικά ιδρύματα, υποδομές
Γεωγραφία και άλλα



«2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΣΑΝΤΖΑΚΙ ΔΡΑΜΑΣ

2.1. Οι καζάδες (επαρχίες) του Σαντζακιού Δράμας

Το Σαντζάκι Δράμας αποτελούνταν από τον Καζά Δράμας / Κεντρική Κωμόπολη Δράμας, το Ναχιγιέ του Pravişte (Πράβι – σημερινή Ελευθερούπολη – ΔΕΙΤΕ 2η ΣΗΜΕΙΩΣΗ), το Ναχιγιέ του Τσετς, τον Καζά της Καβάλας και τον Καζά του Σαρισαμπάν.



2.1.2. Ναχιγιές του Pravişte (Πράβι) (ΒΛ. 1η ΣΗΜΕΙΩΣΗ)

2.1.2.1. Διοικητική Δομή

Η κωμόπολη του Pravişte (Πράβι) βρίσκεται βόρεια της πόλης της Θεσσαλονίκης, σε απόσταση περίπου 22 ωρών. Οι διοικητικοί υπεύθυνοι του Ναχιγιέ της Pravişte (Πράβι) είναι οι εξής:

· Μουδίρης (Διευθυντής): Αλή Εφέντης

· Ναΐπης: Αχμέτ Ναζίφ Εφέντης

· Μέλος: Χατζή Χουσεΐν Μπέης

· Μέλος: Χαφίζ Χουσεΐν Εφέντης

· Μέλος: Ροσμάν Κωνσταντίν Εφέντης (Ρουσιαμάνης Κωνσταντίνος)

· Μέλος: Νάκο Εφέντης (της γνωστής οικογένειας Νάκου)

2.1.2.2. Γεωγραφική Δομή

Η κωμόπολη αυτή βρισκόταν μέσα σε μια κοιλάδα, στην ανατολική πλευρά του βουνού Πιρνάρ (σημ. δική μου: Πιρνάρ-νταγ οι Οθωμανοί αποκαλούσαν το όρος Παγγαίο). Το βουνό Πιρνάρ είχε ύψος 1.500 (πόδια/μέτρα). Ήταν ένας λαιμός μήκους 10 ωρών, ο οποίος περιβαλλόταν από όλες τις πλευρές από δρύες, οξιές και καστανιές. Τα νερά που πήγαζαν από εκεί συγκεντρώνονταν σ’ ένα σημείο κοντά στην Pravişte (Πράβι) και περνούσαν μέσα από την κωμόπολη, σε μορφή χειμάρρου. Όλοι οι μύλοι της κωμόπολης λειτουργούσαν με το νερό αυτού του χειμάρρου.

2.1.2.3. Δημογραφική Δομή

Από τον Μάρτιο 1300 / Μάρτιο-Απρίλιο του 1884 μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου 1300 / Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου του 1884, ο πληθυσμός του Ναχιγιέ ήταν ο εξής:

Μουσουλμάνες γυναίκες 7.500 – άνδρες 5.132,

Ρωμιές (Ελληνίδες) γυναίκες 3.500 – άνδρες 2.690

Κιπτί (Τσιγγάνες) γυναίκες 300 – άνδρες 2.690

Σύνολο: 24.512 άτομα. (Βλ. Πίνακα 22).

Πίνακας 22: Πληθυσμός κατά εθνική καταγωγή και φύλο

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

ΑΝΔΡΕΣ

Μουσουλμάνοι

7.500

5.132

Ρωμιοί

3.500

2.690

Κιπτί (Τσιγγάνοι)

300

2.690

Σύνολο

24.512

Επιπλέον, στο Ναχιγιέ της Pravişte (Πράβι) γεννήθηκαν 120 αγόρια και 100 κορίτσια. Από αυτά, 3 αγόρια και 5 κορίτσια γεννήθηκαν νεκρά.

2.1.2.4. Αρχιτεκτονική Δομή

Στο Ναχιγιέ της Pravişte (Πράβι) υπήρχαν 35 cami-i şerif (= ιερά τζαμιά – ΔΕΙΤΕ 3η ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΜΟΥ). Επιπλέον υπήρχαν 3 μεντρεσέδες (ισλαμικά ιεροδιδασκαλεία), 7 εκκλησίες, 14 χάνια, 386 καταστήματα και 3.400 σπίτια. Εκτός αυτών, υπήρχαν 20 φούρνοι και 5 αστυνομικά τμήματα (καρακόλχανε).

2.1.2.5. Γάμοι

Παντρεύτηκαν συνολικά 255 άτομα, ως εξής:

· Κάτω των 15 ετών άγαμοι: 15

· Από 15 έως 20 ετών άγαμοι: 130

· Από 20 έως 25 ετών άγαμοι: 32

· Από 25 έως 30 ετών άγαμοι: 25

· Από 30 έως 40 ετών χήρες γυναίκες: 28

· Από 40 έως 50 ετών χήρες γυναίκες: 25 Βλ. Πίνακα 23.

· Πίνακας 23: Αριθμός γάμων κατά ηλικία, φύλο και οικογενειακή κατάσταση

Ηλικία

ΓΥΝΑΙΚΕΣ (χήρες)

ΑΓΑΜΟΙ

Κάτω των 15 ετών

-

15

15–20 ετών

-

130

20–25 ετών

-

32

25–30 ετών

-

25

30–40 ετών

28

-

40–50 ετών

25

-

Σύνολο

255

Στο Ναχιγιέ της Pravişte (Πράβι) απεβίωσαν 83 άνδρες και 35 γυναίκες. Από τους άνδρες, οι 68 ήταν έγγαμοι και οι υπόλοιποι άγαμοι. Από τις γυναίκες, οι 22 ήταν έγγαμες και οι 13 χήρες.

2.1.2.6. Εκπαίδευση-Διδασκαλία

Στον ίδιο Ναχιγιέ υπήρχαν 39 δημοτικά σχολεία για αγόρια. Στα σχολεία αυτά υπηρετούσαν 39 δάσκαλοι με 986 μαθητές. Στα 2 σχολεία θηλέων υπηρετούσαν 2 δασκάλες με 162 μαθήτριες. Η εκπαίδευση στους μεντρεσέδες σταδιακά μετατρεπόταν σε σύστημα «usûl-ü cerîde» (δείτε 4η ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΜΟΥ)

2.1.2.7. Παραγωγή και Οικονομία

Η καλλιεργήσιμη έκταση του Ναχιγιέ της Pravişte (Πράβι) υπολογιζόταν σε 50.000 στρέμματα. Από αυτά:

· 10.000 στρ. καλλιεργούνταν με σιτάρι,

· 3.000 στρ. με σίκαλη,

· 200 στρ. με βρώμη,

· 12.000 στρ. με καλαμπόκι,

· 5.000 στρ. με καπνό.

Εκτός αυτών υπήρχε και κάποια άλλη καλλιεργήσιμη γη, την οποία οι ιδιοκτήτες της άφηναν κάθε χρόνο σε αγρανάπαυση. Στην κωμόπολη της Pravişte (Πράβι) υπάγονταν και περίπου 10.000 στρέμματα λιβάδια.

Οι ποσότητες σπόρων που σπέρνονταν και οι αποδόσεις ήταν οι εξής:
Σε κάθε στρέμμα σιταριού και σίκαλης έσπερναν 1 κιλό βρώμη.
Σε κάθε στρέμμα καλαμποκιού έσπερναν μισό κιλό.
Σε κάθε στρέμμα κριθαριού έσπερναν 1 κιλό.
Σε κάθε στρέμμα σιταριού (darı) έσπερναν 1 τέταρτο κιλό (¼ κιλό).
Στα χωράφια καπνού φύτευαν 3.200 φυτά ανά στρέμμα.

Αποδόσεις ανά στρέμμα:
Από κάθε στρέμμα σιταριού και σίκαλης συγκομίζονταν 5 κιλά σιτηρά και 4 καντάρια άχυρο.
Από κάθε στρέμμα βρώμης συγκομίζονταν 2,5 κιλά σιτηρά και 15 καντάρια άχυρο.
Από κάθε στρέμμα κριθαριού συγκομίζονταν 5 κιλά σιτηρά και 3 καντάρια άχυρο.
Από κάθε στρέμμα σιταριού (darı) συγκομίζονταν 3,5 κιλά σιτηρά και 4 καντάρια άχυρο.
Από κάθε στρέμμα καλαμποκιού συγκομίζονταν 5 κιλά σιτηρά.
Από κάθε στρέμμα καπνού συγκομιζόταν 50 οκάδες προϊόν.

Τιμές πώλησης (1885-1886) στο Ναχιγιέ Pravişte (Πράβι):
1 κιλό σιτάρι = 15 γρόσια
1 κιλό σίκαλη = 10 γρόσια
1 κιλό βρώμη και κριθάρι = 8 γρόσια το καθένα
1 κιλό σιτάρι (darı) και καλαμπόκι = 10 γρόσια το καθένα

Τιμές άχυρου:
Άχυρο σιταριού: 5,5 γρόσια το καντάρι
Άχυρο σίκαλης: 2 γρόσια το καντάρι
Άχυρο βρώμης και κριθαριού: 5,5 γρόσια το καντάρι
Άχυρο σιταριού (darı): 2 γρόσια το καντάρι

Στο Ναχιγιέ της Pravişte (Πράβι) υπήρχαν περίπου 8.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης έκτασης με βαμβάκι. Σε κάθε στρέμμα έσπερναν 10 οκάδες σπόρο βαμβακιού. Από κάθε στρέμμα συγκομίζονταν 20 οκάδες βαμβάκι. Η τιμή κάθε οκάς βαμβακιού ήταν 5 γρόσια.

Στο Ναχιγιέ καλλιεργούνταν, επίσης, περίπου 50.000 στρέμματα με λινάρι (keten). Σε κάθε στρέμμα έσπερναν 1 οκά σπόρο και συγκομιζόταν 100 οκάδες προϊόν. Η μέση τιμή κάθε οκάς λιναριού ήταν 40 παράδες.

Υπήρχαν, επίσης, περίπου 1.000 στρέμματα καλλιεργημένου σουσαμιού, αλλά η παραγωγή του δεν ήταν μεγάλη.

Στο Ναχιγιέ υπήρχαν και 1.100 στρέμματα αμπέλια. Από κάθε στρέμμα συγκομίζονταν ετησίως 600 οκάδες σταφύλια. Η τιμή κάθε οκάς σταφυλιών ήταν 20 παράδες.

Στην κωμόπολη της Pravişte (Πράβι) άνοιγαν κάθε χρόνο περίπου 1 οκά σπόρο μεταξοσκώληκα. Η τιμή του 1 δραμιού του σπόρου αυτού ήταν 2 γρόσια. Από κάθε δράμι σπόρου παράγονταν 8 οκάδες κουκούλια (koza) και κάθε οκά κουκουλιών πουλιόταν 7,5 γρόσια.

Στο Ναχιγιέ υπήρχαν 1.500 κυψέλες μελισσών. Από κάθε κυψέλη παράγονταν ετησίως 3 οκάδες μέλι και 100 δράμια κερί. Η τιμή κάθε οκάς μελιού ήταν 3 γρόσια και κάθε οκάς κεριού 20 γρόσια.

Κτηνοτροφία

Όσον αφορά τα οικόσιτα ζώα, στο Ναχιγιέ υπήρχαν:
20 βουβάλια
2.000 βόδια
Δαμαλισμένα βουβάλια: 3 ταύροι, 150 θηλυκά, 50 μοσχάρια
Δαμαλισμένα βοοειδή: 100 ταύροι, 4.000 αγελάδες
Επιπλέον: 1.000 μοσχάρια
Άλογα: 10 επιβήτορες (συμπεριλαμβανομένων των περιπλανώμενων), 100 φοράδες, 50 πουλάρια
Πρόβατα (δαμαλισμένα): 1.000 κριάρια, 12.000 θηλυκά πρόβατα, 5.000 αρνιά, 2.000 ευνουχισμένα (burma)
Κατσίκες: 20.000 τράγοι, 15.000 θηλυκές κατσίκες, 7.000 κατσίκια
Ζώα ιππασίας και φόρτωσης: 200 άλογα (esb), 3.000 μουλάρια (ester), 1.000 γαϊδούρια
Επιπλέον, συμπεριλαμβανομένων και των μεγάλων ζώων (πιθανότατα βοοειδών) που έτρεφαν οι Χριστιανοί: 200 κεφάλια.

Από τα πρόβατα παράγονταν κάθε χρόνο περίπου 14.000 οκάδες μαλλί (yapağı) και από τις κατσίκες 8.000 οκάδες τρίχες (kıl). Η τιμή κάθε οκάς μαλλιού ήταν 5 γρόσια και κάθε οκάς τρίχας 6 γρόσια.

Στην Pravişte (Πράβι) υπήρχε η λεγόμενη «Λίμνη του Πραβιού» (Πραβίστε Μπατάκ), στα σύνορα Δράμας-Καβάλας-Πραβίστε, η οποία κάλυπτε περίπου 80.000 στρέμματα. Στα βαθιά της σημεία ψαρεύονταν πέρκες και κυπρίνοι και το δικαίωμα αλιείας εκμισθωνόταν κάθε χρόνο, από τον Δήμο της Pravişte (Πράβι), έναντι 100 λιρών.

Στο χωριό Φρέστε (βλ. 5χη ΣΗΜΕΙΩΣΗ), υπήρχαν 50 αργαλειοί που παρήγαν τσουβάλια και χαλιά, με 300 εργάτες, παράγοντας προϊόντα αξίας 100.000 γροσίων ετησίως. Στα χωριά Νεκσάν (Νικήσιανη), Μπαλιχούρ (Παλαιοχώρι), Δρανιέ (Δρανίτς – σήμερα Αντιφίλιπποι) κ.λπ. υπήρχαν 140 αργαλειοί για την παραγωγή ψάθας, με 355 εργάτες, παράγοντας 25.000 ψάθες αξίας 50.000 γροσίων ετησίως.

Κάθε χρόνο γινόταν στην Pravişte (Πράβι) πανηγύρι, διάρκειας περίπου μιας εβδομάδας, όπου πραγματοποιούνταν συναλλαγές 2.000-3.000 λιρών.

2.1.2.8. Συγκοινωνίες

Δεν βρέθηκαν πληροφορίες στο Σαλναμέ, σχετικά με τις συγκοινωνίες του Ναχιγιέ Πραβίστε.

2.1.2.9. Υγειονομικές Υπηρεσίες

Δεν βρέθηκαν πληροφορίες.

2.1.2.10. Φυλακές

Δεν βρέθηκαν πληροφορίες».



ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ



1η ΣΗΜΕΙΩΣΗ.

Ο Nahiye (τουρκικά: Nahiye ή Nahiya, από τα αραβικά nāḥiya = περιοχή, υποπεριοχή) ήταν μια διοικητική υποδιαίρεση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία αντιστοιχούσε σε υποπεριφέρεια ή υποδιαμέρισμα.

Η θέση του Nahiye στην οθωμανική ιεραρχία (ιδίως μετά τις μεταρρυθμίσεις Τανζιμάτ, 1864-1871):

Η τυπική, διοικητική πυραμίδα, κατά την περίοδο του «Σελανίκ Βιλαγιετί», (όπως στο σαλναμέ ~1880-1890) ήταν η εξής, από το μεγαλύτερο στο μικρότερο:

· Βιλαγιέτ (Vilayet) → μεγάλη επαρχία (π.χ. Σελανίκ Βιλαγιετί / Θεσσαλονίκης)

· Σαντζάκι (Sancak / Liva) → νομός / διαμέρισμα (π.χ. Σαντζάκι Δράμας)

· Καζά (Kaza) → επαρχία / βασικό διοικητικό διαμέρισμα (π.χ. Καζά Δράμας)

· Ναχιγιέ (Nahiye) → υποπεριφέρεια / υποδιαμέρισμα (π.χ. Nahiye Πράβιστε, Nahiye Τσετς)

· Καρυέ / Κιόι (Karye / Köy) → χωριό ή ομάδα χωριών, με μουχτάρη (πρόεδρο χωριού)

Το Nahiye βρισκόταν ακριβώς κάτω από το Καζά και αποτελούνταν συνήθως από αρκετά χωριά. Ήταν η μικρότερη, επίσημη, διοικητική μονάδα, με κεντρικό διοικητή, πριν φτάσουμε στα μεμονωμένα χωριά.

Διοίκηση και αρμοδιότητες

· Επικεφαλής ήταν ο Μουδίρης (Müdür) — διορισμένος αξιωματούχος.

· Συχνά υπήρχε Ναΐμπης (Naib) για θρησκευτικά/δικαστικά θέματα.

· Λειτουργούσε με διοικητικό συμβούλιο (idare meclisi) που ασχολιόταν με τοπικά ζητήματα: συλλογή φόρων, τήρηση τάξης, καταγραφή πληθυσμού, μικρά έργα υποδομής κ.λπ.

Το Πράβιστε Nahiyesi ήταν υποπεριφέρεια, που υπαγόταν στον Καζά της Δράμας.

Μερικά Nahiye αργότερα αναβαθμίστηκαν σε πλήρη Καζά (Έτσι, σε κάποιες περιόδους, υπήρξε ο Καζάς του Πράβιστε – Πραβίου).

Με λίγα λόγια, το Nahiye ήταν η τοπική βαθμίδα διοίκησης, που ένωνε ομάδες χωριών υπό έναν Μουδίρη, για να διευκολύνει την καθημερινή διακυβέρνηση (φόροι, ασφάλεια, στατιστικά), χωρίς να φτάνει στο επίπεδο ενός πλήρους Καζά. Ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για αγροτικές περιοχές, όπως αυτές γύρω από τη Δράμα και το Πράβι. Στη σύγχρονη Τουρκία το αντίστοιχο ονομάζεται bucak, ενώ σε πολλές αραβικές χώρες διατηρείται η λέξη nahiya με παρόμοια σημασία (υποπεριφέρεια).

2η ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η σημερινή Ελευθερούπολη, κωμόπολη που αποτελεί πρωτεύουσα του Δήμου Παγγαίου και υπάγεται στην Περιφερειακή Ενότητα Καβάλας, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης), σε όλη την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας ονομαζόταν Pravişte μεν από τους Οθωμανούς, Πράβι δε από τους Έλληνες. Μετά την απελευθέρωσή του από την οθωμανική κυριαρχία, τον Οκτώβριο του 1912, το Πράβι εμφανίζεται ως Δήμος, ενώ το 1919 αποτέλεσε κοινότητα, η οποία περιλάμβανε τους οικισμούς Πράβι και Δρανίτσι. Ο οικισμός και η κοινότητα Πραβίου μετονομάσθηκαν σε οικισμό και κοινότητα Ελευθερουπόλεως το 1929, ενώ η κοινότητα (ξανα)έγινε Δήμος το 1946.

3η ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

ΠΟΙΑ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «CAMI-I SERIF»

Το τζαμί είναι το ισλαμικό τέμενος, όπου γίνεται η κοινή προσευχή, ιδίως η Παρασκευή.

Şerif (σερίφ) σημαίνει «ευγενής», «σεβάσμιος», «ιερός», «ευλογημένος», «τιμημένος». Προέρχεται από το αραβικό «sharīf» (شَرِيف).

Άρα, cami-i şerif = σεβάσμιο / ιερό τζαμί.

Πώς χρησιμοποιούνταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ο όρος αυτός:

Στα επίσημα, οθωμανικά κείμενα, όπως τα Σαλναμέ (ετήσια, απογραφικά βιβλία των βιλαγιετίων), η φράση «cami-i şerif» ήταν ο τυπικός, ευσεβής τρόπος για να αναφερθούν τα τζαμιά. Δεν σήμαινε ότι όλα ήταν «ειδικά» ή «μεγάλα», αλλά ήταν μια τιμητική ονομασία, που δήλωνε σεβασμό προς τον θρησκευτικό χαρακτήρα του κτιρίου.

Στο κείμενο (από το Σαλναμέ του Σελανίκ Βιλαγιετίου 1885-1886), η φράση «Pravişte Nahiyesi’nde 35 cami-i şerif bulunmaktaydı.» μεταφράζεται ως:
«Στο Ναχιγιέ του Πράβιστε υπήρχαν 35 σερίφικα τζαμιά.»Αυτό σημαίνει απλώς ότι υπήρχαν 35 τζαμιά στην περιοχή. Η προσθήκη «-i şerif» είναι τυπική - ευγενική / θρησκευτική διατύπωση των οθωμανικών εγγράφων, παρόμοια με αυτό που λέμε σήμερα οι Χριστιανοί «Ιερός ναός».

4η ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ: «Usul-u cerideye» (ορθά οθωμανικά: usûl-ü cerîdeye):

Η έκφραση αυτή, στο Σαλναμέ του 1885-1886, σημαίνει: «στο σύστημα / στη μέθοδο cerîde» ή, πιο φυσικά, στα ελληνικά: «στο σύστημα ceride» / «στη μέθοδο ceride».

Στο πρωτότυπο κείμενο διαβάζουμε: «Bu medreselerdeki eğitim usul-u cerideye peyder pey dönüştürülmekteydi.» Η μετάφραση αυτής της φράσης είναι η εξής:

«Η εκπαίδευση στους μεντρεσέδες (ιεροδιδασκαλεία), σταδιακά, (δηλ., βήμα-βήμα / Peyder pey), προσαρμοζόταν στο σύστημα ceride.»

Τι ακριβώς ήταν το «usûl-ü cerîde»; Στο πλαίσιο της οθωμανικής εκπαίδευσης του 19ου αιώνα, η φράση αναφέρεται σε μια νέα, πιο σύγχρονη και οργανωμένη μέθοδο διδασκαλίας, που εισαγόταν σταδιακά στους παραδοσιακούς μεντρεσέδες (θρησκευτικά ιεροδιδασκαλεία).

Usûl = μέθοδος, σύστημα, τρόπος διδασκαλίας.

Cerîde (εδώ) πιθανότατα σχετίζεται με το «usûl-ü cedîde» (νέο σύστημα / νέα μέθοδος) ή με μια συγκεκριμένη, παιδαγωγική προσέγγιση, που βασιζόταν σε:

πιο δομημένη και συστηματική διδασκαλία,

καλύτερη οργάνωση μαθημάτων,

γραπτές ασκήσεις ή καταγραφή προόδου (σε αντίθεση με την καθαρά προφορική-μνημονική μέθοδο του κλασικού μεντρεσέ),

επιρροές από τα νέα «μη-κλασικά» σχολεία (mekteb) που προωθούσε η οθωμανική κυβέρνηση.

Επρόκειτο για μέρος των ευρύτερων, εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων (ıslahat) της περιόδου Τανζιμάτ και μετά, οπότε οι Οθωμανοί προσπαθούσαν να εκσυγχρονίσουν τους μεντρεσέδες, χωρίς να τους καταργήσουν, προσθέτοντας στοιχεία από τα δυτικότερα ή πιο οργανωμένα, εκπαιδευτικά μοντέλα. Με λίγα λόγια:
Το usûl-ü cerîde (ή ceride) δεν ήταν κάποιο εντελώς ξεχωριστό «πρόγραμμα», αλλά η σταδιακή μετάβαση από το παλιό, παραδοσιακό σύστημα διδασκαλίας σ’ ένα πιο μοντέρνο, δομημένο και αποτελεσματικό, εκπαιδευτικό σύστημα.

5η ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Χωριό με το όνομα Freste δεν υπήρξε, κατά την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, μέσα στα όρια της σημερινής Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας. Προφανώς, πρόκειται για κάποιο γνωστό χωριό της γύρω από την Ελευθερούπολη ευρύτερης περιοχής, το όνομα του αποδίδεται στο κείμενο πολύ τροποποιημένο. Αν, όμως, κάποιος αναγνώστης γνωρίζει οτιδήποτε για χωριό με το παραπάνω όνομα, θα του ήμουν ευγνώμων, αν με καθιστούσε κοινωνό της σχετικής πληροφορίας!



ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ (ΠΡΩΤΌΤΥΠΟ)



T.C.

NEVŞEHİR HACI BEKTAŞ VELİ ÜNİVERSİTESİ

SOSYAL BİLİMLER ENSTİTÜSÜ

TARİHİ ANABİLİM DALI



H. 1303-1304/M. 1885-1886 SELANİK VİLAYET SALNAMESİ’NE GÖRE

SELANİK VİLAYETİ



Yüksek Lisans Tezi



Hazırlayan

Senem KOYUNCI



Danışman

Doç. Dr. Ahmet OĞUZ



Nevşehir, 2019



2. BÖLÜM

DRAMA SANCAĞI

2.1. Drama Sancağı Kazaları

Drama Sancağı Drama Kazası/ Merkez Drama Kasabası, Pravişte Nahiyesi, Çeç

Nahiyesi, Kavala Kazası ve Sarışaban Kazası’ndan oluşmaktaydı.



2.1.2. Pravişte Nahiyesi

2.1.2.1. İdari Yapı

Pravişte Kasabası, Selanik Şehri’nin kuzey yönünde ve takriben 22 saat uzaklıkta bir mesafededir. Pravişte Nahiyesi’nin idari yöneticileri aşağıda gösterildiği gibidir.

Müdür : Ali Efendi

Naib : Ahmet Nazif Efendi

Aza : Hacı Hüseyin Bey

Aza : Hafız Hüseyin Efendi

Aza : Rosman Konstantin Efendi

Aza : Nako Efendi

2.1.2.2. Coğrafi Yapı

Bu kasaba Pernar Dağı'nın doğu yönünde bulunan bir vadi içerisinde yer almaktaydı. Perter Dağı 1.500 yüksekliğindeydi. 10 saat uzunluğunda bir boğaz olup her tarafı meşe, kayın ve kestane ağaçlarıyla çevriliydi. Buradan doğan sular Pravişte’ye yakın nokta da içtima edip nehir halinde kasabanın içerisinden geçmekteydi. Değirmenlerin tamamı bu nehrin suyu ile idare edilmekteydi.

2.1.2.3. Demografik Yapı

R. Mart 1300/ M. Mart-Nisan 1884 ayından R. Kanunievvel 1300/ M. Aralık-Ocak 1884 ayının sonuna kadar nahiyenin nüfusu şöyledir. Müslüman kadın 7.500- erkek 5.132, Rum kadın 3.500- erkek 2.690, Kıpti kadın 300- erkek 2.690 toplamda ise 24.512 kişiydi.288 Bkz. Tablo-22.

Tablo-22: Etnik Kökene ve Cinsiyete Göre Nüfus Sayıları.

KADIN ERKEK

Müslüman 7500 5132

Rum 3500 2690

Kıpti 300 2690

Toplam 24512

Ayrıca nahiyede 120 erkek ve 100 kadın doğmuştur. Bunlardan 3 erkek ile 5 kız

çocuğu ölü olarak doğmuştur.

2.1.2.4. Mimari Yapı

Pravişte Nahiyesi’nde 35 cami-i şerif bulunmaktaydı. Ayrıca 3 medrese, 7 kilise, 14 han, 386 dükkân, 3.400 hane bulunmaktaydı. Bununla birlikte 20 fırın ile 5 karakolhane vardı.

2.1.2.5. Evlilik

On beş yaşından küçük bekâr 15, on beş yaşından yirmi yaşına kadar bekâr 130, yirmi yaşından yirmi beş yaşına kadar bekâr 32, yirmi beş yaşından otuz yaşına kadar bekâr 25, otuz yaşından kırk yaşına kadar kadın dul 28 kişi, kırk yaşından elli yaşına kadar kadın dul 25 ve toplamda 255 kişi evlenmiştir. Bkz. Tablo-23.

Tablo-23: Yaş, Cinsiyet ve Medeni Duruma Göre Evlilik Sayıları.

KADIN (Dul) BEKÂR

15 Yaşından Küçük - 15

15 Yaşından 20 Yaşına Kadar - 130

20 Yaşından 25 Yaşına Kadar - 32

25 Yaşından 30 Yaşına Kadar - 25

30 Yaşından 40 Yaşına Kadar 28 -

40 Yaşından 50 Yaşına Kadar 25 -

Toplam 255

Pravişte Nahiyesi’nde 83 erkek ve 35 kadın vefat etmiştir. Erkeklerin 68’i evli

diğerleri de bekârdır. Kadınların ise 22’si evli ve 13’ü duldu.

2.1.2.6. Eğitim-Öğretim

Bu nahiyede erkeklere mahsus 39 ilkokul vardı. Bu mekteplerde 39 muallim görev yaparken 986 öğrencisi vardı. 2 kadın mektebinde ise 2 muallime görev yaparken 162 öğrencisi vardı. Bu medreselerdeki eğitim usul-u cerideye peyder pey dönüştürülmekteydi.

2.1.2.7. Üretim ve Ekonomi

Pravişte Nahiyesi’nin ekili-dikili arazisi 50.000 dönüm tahmin edilmekteydi. Bunların 10.000 dönümüne buğday, 3.000 dönümüne çavdar, 200 dönümüne yulaf, 12.000 dönümüne mısır, 5.000 dönümüne tütün ekilmekteydi. Bunların dışında bir miktar ziraata elverişli arazi varsa da bu arazi sahipleri tarafından seneden seneye dinlendirilmekteydi. Pravişte Kasabası’nda 10.000 dönüm kadar çayır vardı. Buğday ve çavdar tarlarının her bir dönümüne birer yulaf, mısır tarlasının her bir dönümüne yarımşar, arpa tarlasının her bir dönümüne 1 kile, darı tarlasının her bir dönümüne 1 çeyrek kile tohum atılırdı. Tütün tarlasına ise 3.200 fide ekilirdi. Buğday ve çavdar tarlalarının her bir dönümünden beşer kile hububat dörder kantar saman, yulaf tarlasının dönümünden 2,5 kile hububat 15 kantar saman ve arpa tarlasından 5 kile hububat 3 kantar saman alınırdı. Ayrıca darı tarlasının her bir dönümünden 3,5 kile hububat 4 kantar saman, mısır tarlasının dönümünden 5 kile hububat elde edilirdi. Tütün tarlasının her bir dönümünden 50 okka mahsul alınırdı.

Pravişte Nahiyesi’nde buğday kilesinin kıymeti 15, çavdarın 10, yulaf ve arpanın sekizer, darıyla, mısırın kıymeti onar kuruştan ibaretti. Buğday samanın her bir kantarı 5,5, çavdar samanı 2, yulaf ve arpa samanları 5,5, darı samanı 2 kuruşa kadar satılmaktaydı. Pravişte Nahiyesi’nde 8.000 dönüm kadar pamuk tarlası bulunmaktaydı. Pamuk tarlasına dönüm başına 10 okka tohum ekilmekteydi. Her bir dönümden 20 okka mahsul alınmaktaydı. Her bir okkasının kıymeti 5 kuruş derecesindeydi. Nahiye dâhilinde 50.000 dönüm kadar keten tarlası olup her bir dönümüne 1 okka tohum ekilip, 100 okka ürün elde edilirdi. Her bir okkasının ortalama fiyatı 40 paraydı.

Pravişte Nahiyesi’nde 1.000 dönüm kadar ekili susam alanı var ise de mahsulâtı fazla değildi. Bu nahiye dâhilinde 1.100 dönüm kadar üzüm bağı vardı. Her bir dönümden senede 600 okka miktarında üzüm alınmaktaydı. Üzümün okkası 20 para miktarında satılmaktaydı. Pravişte’de senede 1 okka kadar ipek böceği tohumu açılmaktaydı. 1 dirhem tohumun fiyatı 2 kuruş olup her bir dirhemden 8 okka koza hâsıl olurdu ve 1 okkası 7.5 kuruşa satılırdı. Bu nahiyede 1.500 adet arı kovanı mevcut olup her bir kovandan yıllık 3 okka bal, 100 dirhem balmumu üretilmekteydi. Balın her bir okkası 3, balmumunun her bir okkası 20 kuruşa satılmaktaydı.

Nahiyede çiftlik hayvanatı olarak 20 manda, 2.000 öküz, damızlık mandası 3 boğa, 150 dişi, 50 malak damızlık sığırı, 100 boğa, 4.000 inek vardı. Ayrıca 1.000 dana, hereklesi dâhil 10 aygır, 100 kısrak, 50 tay, damızlık olarak 1.000 koç, 12.000 dişi koyun, 5.000 kuzu, 2.000 burma bulunmaktaydı. Ayrıca 20.000 teke, 15.000 dişi keçi, 7.000 oğlak, binek ve yük hayvanatı 200 esb, 3.000 ester, 1.000 eşek ve Hristiyanların beslemekte oldukları canavarlar dâhil 200 baş vardı.293 Koyunlardan her sene 14.000 okka kadar yapağı, keçilerden 8.000 okka kıl hâsıl olurdu. Yapağının her bir okkası 5, kılın her bir okkası 6 kuruşa satılırdı.

Pravişte’de Drama, Kavala ile Pravişte sınırlarının buluşma noktasında (Pravişte Bataklığı) namından bir göl mevcuttu. Bu bataklık tahminen 80.000 dönüm kadar araziyi kaplamaktaydı. Pravişte Bataklığı Pravişte Kasabası’na 1 saat cihetinde denize mensup olurdu. Bataklığın derin bölgelerinde perki, sazan balıkları çıkmakta olduğundan balık vergisi her sene Pravişte Belediyesi tarafından 100 lira bedel mukabilinde, mültezimler tarafından ihale edilmekteydi. Ortaya çıkan bataklıkta hâsıl olan hasır sazı millet tarafından alınıp, satılmaktaydı.

Pravişte Nahiyesi’ne bağlı Freste Karyesi’nde çul ve çuval üreten 50 adet tezgâh vardı.295 Bu tezgâhlarda 300 amele erkek vardı. Bunlar yıllık 100.000 kuruş kıymetinde 10.000 kadar çul ve çuval üretirlerdi. Neksan ve Balihur ve Dranie, Dranah? Karyelerinde hasır imali için 140 adet tezgâh bulunmaktaydı. Mecmuada 355 erkek amele çalışır. Bir senede 50.000 kuruş kıymetinde 25.000 hasır üretilip kasaba ve karyelerde satılırdı.

Pravişte Nahiyesi’nde çeşitli harf ve sanayiye mensup olan usta ve kalfalarla çırakları ve bir sanat işleyen amelenin aldığı yevmiyeleri, çıraklık süreleri, çıraklara ustalar tarafından verilen yevmiyeler salnamede bulunmaktadır ancak teze alınmamıştır.

Pravişte’de her sene bir hafta kadar süren bir panayır kurulurdu. Bu panayırda 2000-3000 liralık bir alış veriş olurdu.

2.1.2.8. Ulaşım

Pravişte Nahiyesi ile ilgili salnamede ulaşım konusu ile ilgili bilgi bulunamamıştır.

2.1.2.9. Sağlık Hizmetleri

Pravişte Nahiyesi ile ilgili salnamede sağlım hizmetleri konusu ile ilgili bilgi

bulunamamıştır.

2.1.2.10. Hapishaneler

Pravişte Nahiyesi ile ilgili salnamede hapishaneler ve mahkûmlar konusu ile ilgili

bilgi bulunamamıştır.










Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026



Η ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΗΣ – ΤΟΞΟΤΩΝ ΞΑΝΘΗΣ (ΣΤΕΝΑ ΠΟΤΑΜΟΥ ΝΕΣΤΟΥ), ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ (ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ)



Η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Δεδέαγατς (σημερινής Αλεξανδρούπολης) κατασκευάστηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα τέλη του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα την περίοδο 1893-1896.

Η γραμμή ονομαζόταν «Ενωτικός Σιδηρόδρομος» (Jonction Salonique-Constantinople) και σκοπό είχε να ενώσει τη Θεσσαλονίκη με την υπάρχουσα γραμμή Κωνσταντινούπολης – Αδριανούπολης (και από εκεί προς το Δεδέαγατς).

Το προνόμιο παραχωρήθηκε το 1892 στην εταιρεία Compagnie du Chemin de Fer Ottoman Jonction Salonique-Constantinople (JSC), γαλλικών κυρίως συμφερόντων.

Οι εργασίες ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 1893 και ολοκληρώθηκαν το 1896 (άνοιξε επίσημα την 1η Απριλίου 1896).

Η γραμμή Δεδέαγατς – Αδριανούπολη (Πύθιο) είχε κατασκευαστεί νωρίτερα, γύρω στο 1871-1874, από την εταιρεία των Ανατολικών Σιδηροδρόμων (Chemins de fer Orientaux) του βαρόνου Maurice de Hirsch, ως μέρος ευρύτερου δικτύου.

Η σύνδεση Θεσσαλονίκης – Δεδέαγατς (περίπου 440 χλμ.) ήταν η τελευταία φάση που ολοκλήρωσε το ενωτικό δίκτυο και άρχισε να λειτουργεί πλήρως το 1896.

Ως εκ τούτου, τμήμα της προαναφερθείσας γραμμής αποτελούσε και αυτό ανάμεσα στη Σταυρούπολη και τους Τοξότες της Ξάνθης, δηλαδή, η γραφική γραμμή που διέσχιζε τα στενά του ποταμού Νέστου και η οποία, δυστυχώς, εδώ και χρόνια έχει τεθεί εκτός λειτουργίας κι έχει εγκαταλειφθεί.

Όπως είναι φυσικό, η γραμμή αυτή, που ήταν ένα από τα σημαντικότερα σιδηροδρομικά έργα της Οθωμανικής περιόδου στα Βαλκάνια και η οποία συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του Δεδέαγατς ως λιμανιού και εμπορικού κόμβου, φωτογραφήθηκε επιμελώς, κατά την κατασκευή της, από επίσημους φωτογράφους της οθωμανικής κυβέρνησης και οι εκπληκτικές φωτογραφίες που τραβήχτηκαν τότε (οπωσδήποτε πριν το έτος 1896), σώζονται στο αρχείο του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίντ, που διατηρείται στο Istanbul Universitesi.

Σήμερα, στην ανάρτησή μου αυτή, σας δείχνω τις φωτογραφίες του παραπάνω αρχείου, που περιγράφουν την κατασκευή του τμήματος της γραμμής που προανέφερα, το οποίο διέσχιζε τα στενά του ποταμού Νέστου, κάνοντας τις εξής, απαραίτητες διευκρινίσεις:

Οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί οπωσδήποτε πριν το έτος 1896, είναι όμως ολοκάθαρες. Ο σχολιασμός τους γίνεται στην γαλλική γλώσσα.

Στο επάνω μέρος κάθε φωτογραφίας αναγράφεται η φράση «Ligne Salonique – Dedeagach» (δηλ., γραμμή Θεσσαλονίκης Δεδέαγατς).

Στο κάτω μέρος κάθε φωτογραφίας αναγράφονται: α) Η φράση Gorges du Kara-su (Φαράγγι του Καρά σου – έτσι αποκαλούσαν οι Οθωμανοί τον ποταμό Νέστο). β) Το ακριβές χιλιόμετρο του συγκεκριμένου σημείου της γραμμής, που απεικονίζεται στην φωτογραφία. γ) Ποια, συγκεκριμένα, τούνελς απεικονίζονται στην φωτογραφία. δ) Η φράση «vue prise côté de Salonique» (δηλ., η φωτογραφία τραβήχτηκε από την πλευρά της γραμμής, όπως αυτή έρχεται από την Θεσσαλονίκη) ή «vue prise côté de Dedeagach» (δηλ., η φωτογραφία τραβήχτηκε από την πλευρά της γραμμής, όπως αυτή έρχεται από το Δεδέαγατς).

(Σε μερικές φωτογραφίες φαίνονται λιγότερα ή και κανένα από τα παραπάνω, πληροφοριακά στοιχεία).

Στην τελευταία φωτογραφία απεικονίζεται η περίφημη, παλαιοχριστιανική Βασιλική Β’ των Φιλίππων, όπως αυτή ήταν πριν από οποιαδήποτε ανασκαφή της. Στο επάνω μέρος της αναγράφεται η φράση «Ligne Salonique – Dedeagach» (δηλ., γραμμή Θεσσαλονίκης Δεδέαγατς), ενώ στο κάτω μέρος η φράση «Ruines de Philippes (Palais d’ Anexandre le Grand) entre Drama et Cavalla», (δηλ. Ερείπια των Φιλίππων (Παλάτι του Μεγάλου Αλεξάνδρου) ανάμεσα στην Δράμα και την Καβάλα).




























Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026



ΤΑ «ΙΜΑΡΕΤ» (= ΚΟΥΖΙΝΕΣ ΓΙΑ ΣΟΥΠΑ ΚΑΙ, ΚΑΤ’ ΕΠΕΚΤΑΣΗ, ΣΥΣΣΙΤΙΑ ΑΠΟΡΩΝ) ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ


Ι) ΤΟ ΙΜΑΡΕΤ ΤΟΥ IBRAHIM PASA, ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΕΖΥΡΗ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΟΥΣ


Α) Ο Heath W. Lowry είναι ομότιμος καθηγητής (Atatürk Professor) Οθωμανικών και Σύγχρονων Τουρκικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Princeton κι έχει πραγματοποιήσει εκτενή έρευνα για την οθωμανική ιστορία της Βόρειας Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένης της συμβολής του Ιμπραήμ Πασά (Pargalı Ibrahim Paşa) στη δημιουργία της οθωμανικής Καβάλας. Στις 27 Ιουνίου του 2006, στους χώρους του «ΙΜΑΡΕΤ» της Καβάλας, που έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο, σε ημερίδα του πιο πάνω Πανεπιστημίου, παρουσίασε την εργασία του, με τίτλο «O Ibrahim paşa και η δημιουργία της Οθωμανικής Καβάλας. 1478-1667», στην οποία, ανάμεσα σε πολλά άλλα, εξόχως ενδιαφέροντα, ανέφερε και τα εξής:

«Αν η Καβάλα οφείλει την ευημερία και τη θέση της, το 19° και τον 20° αι., στον καπνό, την ίδια της ύπαρξη την οφείλει στη δραστηριότητα ενός Οθωμανού βεζίρη (Ibrahim Paşa) και δύο σουλτάνων (Σελίμ Α' και Σουλεϊμάν) τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι…..

Με κίνδυνο να υπερβάλλω, θα τολμούσα να πω πως η δεκαετία 1520-1530 ήταν η πιο καθοριστική στην ιστορία της Καβάλας. Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα σε αυτά τα δέκα χρόνια επρόκειτο να σφραγίσουν το μέλλον της πόλης, για τα επόμενα 400 χρόνια. Περιελάμβαναν την οικοδόμηση των κάτω τειχών της πόλης, τη ανοικοδόμηση του Υδραγωγείου και την ίδρυση ενός μεγάλου kulliye (σειρά κτιρίων, μέρος θρησκευτικού καταπιστεύματος), μιας αγοράς με μαγαζιά, ενός τζαμιού, ενός Imaret (κουζίνας για σούπα, για την τροφοδοσία των απόρων, των ταξιδιωτών και των σπουδαστών), ενός μεντρεσέ (μουσουλμανικής, θεολογικής σχολής), ενός Mekteb (πρωτοβάθμιου σχολείου), ενός Tekke (κατοικίας δερβίσηδων) μαζί μ’ ένα Mescit (μικρό τζαμί), ενός Hamam (δημόσιου λουτρού) και ενός sebilhane (κτίσματος, για τη δωρεάν διανομή νερού).

Ενώ όλες αυτές οι εξελίξεις συνέβαιναν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, τα σωζόμενα αρχεία υποδηλώνουν πως όλα αυτά συνδέονται λιγότερο με τον ίδιο το Σουλτάνο και περισσότερο με τον αγαπητό σύντροφό του και Sadrazam (μεγάλο βεζίρη) Ibrahim Paşa. Πράγματι, μπορεί να υποστηριχθεί πως o Ibrahim Paşa δεν έδωσε μόνο την ιδιωτική του περιουσία, για το θρησκευτικό καταπίστευμα, το οποίο αποτέλεσε για την πόλη την υποδομή που ήταν απαραίτητη για μια οθωμανική πόλη ή κώμη, αλλά επίσης ήταν και δική του η πρωτοβουλία, που οδήγησε στην κατασκευή των τειχών της πόλης και του υδραγωγείου, το οποίο παρείχε στους κατοίκους όχι μόνο το απαραίτητο πόσιμο νερό για το φρούριο, αλλά και για την πόλη και τους κατοίκους της.

Αν και τα πρώτα χρόνια του Ibrahim Paşa είναι τυλιγμένα σε πέπλο μυστηρίου, το προφανές ενδιαφέρον που επέδειξε και ο πλούτος που ξόδεψε στην Καβάλα δημιουργεί την ενδιαφέρουσα πιθανότητα πως, αντί να κατάγεται από την Πάργα, μπορεί να είχε γεννηθεί στην Καβάλα. Αν και δεν υπάρχει τρόπος να προωθήσουμε αυτή την σκέψη, πέρα από το χώρο της απλών υποθέσεων, έδειξε ξεκάθαρα ένα κάθε άλλο παρά προσωρινό ενδιαφέρον για την πόλη αυτή, από την μέρα που έγινε Γενικός κυβερνήτης των Βαλκανίων και Μεγάλος Βεζίρης. Μέχρι το 1530, το έργο του στην Καβάλα είχε ολοκληρωθεί και είναι δύσκολο να εξισώσουμε τη μεγαλοπρέπειά του, με την πόλη που, από άποψη πληθυσμού, ήταν λίγο μεγαλύτερη από ένα επαρχιακό χωριό.

Η γενναιοδωρία του Ibrahim Paşa για τους κατοίκους της πόλης δεν περιοριζόταν, κατά καμία άποψη, μόνο στους μουσουλμάνους. Ο Belon (σημείωση δική μου, πρόκειται για το σύγγραμμα του Γάλλου βαρώνου PIERRE BELON DU MANS, που εκδόθηκε το έτος 1553, με τίτλο: «LES OBSERVATIONS DE PLUSIEURS SINGULARITES ET CHOSES MEMORABLES, TROUVEES EN GRECE, ASIE, IUDEE, EGYPTE, ARABIE ET AUTRES PAYS ESTRANGES, REDIGEES EN TROIS LIURES»), ξεκαθαρίζει πως το Ιμαρέτ, η κουζίνα για σούπα, που είχε οικοδομηθεί ως μέρος του βακουφιού (θρησκευτικού καταπιστεύματος), ήταν ανοιχτή σε όλους, ασχέτως τη θρησκείας τους: «Δεδομένης της έλλειψης καταλυμάτων στην Τουρκία, θ’ αναφερθούμε στο μεγάλο κτίσμα του Ibrahim Paşa, το οποίο οικοδόμησε στην Καβάλα και οι Τούρκοι αποκαλούν Carbasharra (εν. Kervansaray). Οικοδόμησε επίσης έναν ξενώνα δίπλα στο τζαμί, όπου μένουν και διατρέφονται και καταλύουν όσοι περνούν. Η ομάδα μας αποτελούνταν μόνο από τρία μέλη με τα άλογα μας και μας έδωσαν φαγητό για τρεις μέρες στη σειρά, χωρίς να πληρώσουμε τίποτα και χωρίς κανένα πρόβλημα .... Σε κανένα δεν αρνούνται, Χριστιανό, Εβραίο ή Μουσουλμάνο ή ειδωλολάτρη».

Αν και έχουμε παρόμοιες καταγραφές από περιηγητές που περιγράφουν Imaret σε άλλες οθωμανικές πόλεις, τα οποία ήταν προσβάσιμα σε μη μουσουλμάνους, ο Belon είναι ο μόνος περιηγητής, που μας δίνει περιγραφή αυτόπτη μάρτυρα, που είχε απολαύσει την φιλοξενία και το δωρεάν φαγητό και κατάλυμα, το οποίο ο ίδιος και οι συνταξιδιώτες του απολάμβαναν στο Ιμαρέτ του Ibrahim Paşa στην Καβάλα.

Γιατί όμως ο Ibrahim Paşa επέδειξε τέτοιο ενδιαφέρον για τη μικρή πόλη - λιμάνι της Καβάλας; Όπως έχει προταθεί νωρίτερα, το ενδιαφέρον μπορεί να προέρχεται από το δικό του προ-οθωμανικό παρελθόν, δηλαδή οι ρίζες του βρίσκονταν ίσως στην περιοχή της Μακεδονίας. Μια άλλη εναλλακτική πρόταση είναι πως ίσως λειτουργούσε με βάση εντολές του Σουλτάνου του (τουλάχιστον όσον αφορά τα τείχη και το υδραγωγείο), ο οποίος αισθανόταν την ανάγκη για ένα καλά τειχισμένο λιμάνι στο Βόρειο Αιγαίο.

Την επόμενη εικόνα από την Οθωμανική Καβάλα μας την παρέχει ένας άλλος περιηγητής, ο Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε την πόλη το 1667. Μας προσφέρει μια λεπτομερή περιγραφή, που καθιστά βέβαιο πως ακόμη και 130 χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του, το ίδρυμα του Ibrahim Paşa έπαιζε κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της πόλης. Στο τέλος αυτού του μακρού καταλόγου των αξιωματούχων που υπηρετούσαν την Καβάλα, ο Εβλιγιά σημειώνει πως όλοι βρίσκονταν υπό την επίβλεψη του Mittevelli (Διοικητή) του Βακουφιού του μακαριστού Ibrahim.

Ο Εβλιγιά μας δίνει και τη λεπτομερέστερη περιγραφή του kulliye, με το οποίο ο Ibrahim Paşa είχε προικίσει την πόλη, όπως το είδε σχεδόν 150 χρόνια μετά την οικοδόμηση: (Το kulliye ήταν ένα αρχιτεκτονικό συγκρότημα κτιρίων, το οποίο αναπτυσσόταν γύρω από ένα κεντρικό τζαμί και λειτουργούσε ως το κοινωνικό, θρησκευτικό και εκπαιδευτικό κέντρο μιας οθωμανικής πόλης. Ήταν αυτοσυντηρούμενο, χρηματοδοτούνταν από βακούφια (vakıf - θρησκευτικά ιδρύματα/δωρεές) και περιελάμβανε μια ποικιλία κτισμάτων): «Στην κάτω τειχισμένη πόλη υπήρχαν πέντε mihrab (γωνίες προσευχής, δηλαδή τζαμιά). Πολύ μεγαλύτερο, με μεγάλο κοινό και με μπλε μολύβι και με ένα σπειροειδή μιναρέ, είναι το ωραίο τζαμί που έκτισε ο Μάρτυρας και Υπερασπιστής της Πίστης Ibrahim Paşa, ο ευνοούμενος (makbut,) ο Μεγάλος Βεζίρης του Σουλτάνου Σουλεΐμάν. Είναι ένα εντυπωσιακό έργο τέχνης, που φωτίζει το πνεύμα και αξίζει να δεί κανείς. Δεν είναι πιθανόν να το τιμήσουμε όπως του πρέπει, με λόγια». Κατόπιν καταγράφει τα κτίρια του ιδρύματος, ως εξής:

1) το Cami (το τζαμί της Παρασκευής)

2) το Imaret-i daru’z-ziyafe-I me’keli (κουζίνα για σούπα)

3) ο Medrese-I aliman-I mufessirini (θεολογικό σεμινάριο για επιστήμονες)

4) το Sibyan- ipuseran-i ebcedhani (πρωτοβάθμιο σχολείο για τη διδασκαλία της αλφαβήτου σε αγόρια)

5) η Tekye-i pir-i tarik-i derviyani (έδρα για τον ηγέτη των Δερβίσηδων)

6) το Han-i hace-i servdagerani (πανδοχείο για εμπόρους και ταξιδιώτες)

7) το Mesacid ϋ zevayi-i muvahhidani (Μικρό τζαμί για τους πιστούς των Δερβίσιδων)

8) το Carsu-yi bezzazistani (Παζάρι σε κλειστό χώρο)

9) το Hammam-i rahat-i cani (αναπαυτικό λουτρό)

10) το Sebilhane-i atşani (κτίσμα για τη διανομή δωρεάν νερού στους διψασμένους)

11) και το Gayri hayrat hasenatlar (ποικιλία ευσεβών έργων).

Όπως και αν το δει κάποιος, επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό σύνολο οικοδομημάτων, σχεδιασμένο ν’ αντιμετωπίσει τις ανάγκες του πληθυσμού της πόλης. Ο Εβλιγιά, ο οποίος προφανώς εντυπωσιάστηκε από το εύρος του ιδρύματος που έκτισε ο Ibrahim Paşa, συνέχισε λέγοντας: οι σκεπές όλων αυτών των δημόσιων κτηρίων που κατασκεύασε ο Ibrahim Paşa είναι καλυμμένες με μολύβι. Όταν τις βλέπεις από ψηλά και μακριά την πόλη, βλέπεις μιαν καλά αναπτυγμένη πόλη, καλυμμένη με σκούρο μπλε μολύβι….»


Β) Σ΄ ένα συνέδριο που έγινε στο Ρέθυμνο, τον Ιανουάριο του 1994, με θέμα «the Via Egnatia under Ottoman rule, 1380-1699», ο Machiel Kiel, στην ανακοίνωσή του με τίτλο: «Η Οθωμανική οικοδομική δραστηριότητα κατά μήκος της Εγνατίας Οδού - οι περιπτώσεις της Pazargah (Απολλωνίας), της Καβάλας και των Φερών (Ferecik)», είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Στα χρόνια μεταξύ του 1530 και του 1536 το παλιό βυζαντινό κάστρο της Καβάλας επισκευάστηκε κι επεκτάθηκε πολύ, με διαταγές του Σουλτάνου Σουλεϊμάν……. Στο χώρο της ακτής, μέσα στα νέα τείχη της πόλης, ο μεγάλος βεζίρης Ιμπραήμ Πασάς (επίσημα 1523-1536) ίδρυσε ένα αρκετά μεγάλο θολωτό τζαμί, ένα χαμάμ, ένα σταθμό ταξιδιωτών, ένα δημοτικό σχολείο (mekteb) και ιμαρέτ, όπου οι ταξιδιώτες μπορούσαν να σιτιστούν δωρεάν…… Η παλαιότερη διαθέσιμη πηγή για την ανασυγκροτηθείσα πόλη είναι οι ταξιδιωτικές σημειώσεις του Pierre Belon, του 1555. Οι παρατηρήσεις του δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με μια εσκεμμένη πολιτική αστικοποίησης. Στο κεφ. 57, ο Belon σημειώνει πως η Καβάλα: «είναι τώρα ένα υπέροχο μέρος. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήταν έρημη κι ολοκληρωτικά κατεστραμμένη…….. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ξενώνες στην Τουρκία, ας μιλήσουμε και για το μεγάλο κτίριο που ανεγέρθηκε από τον Ιμπραήμ πασά στην Καβάλα, το οποίο οι Τούρκοι αποκαλούν Carbasharra. Έκτισε επίσης ένα τζαμί δίπλα στους ξενώνες, όπου όλοι όσοι περνούν διαμένουν και τρέφονται. Στην ομάδα μας ήμασταν μόνο τρεις, με τα άλογα μας, και μας έδωσαν τροφή για τρεις μέρες, χωρίς να πληρώσουμε τίποτα και χωρίς κανένα πρόβλημα ... Κανείς, Εβραίος, Χριστιανός, ειδωλολάτρης ή Τούρκος δεν είναι ανεπιθύμητος εδώ» (κεφ. 59). Ανακεφαλαιώνοντας, ο Belon προσθέτει: «Αυτός ο πασάς έκανε τέτοιες επισκευές στην Καβάλα, που, εκτός από το να φέρει νερό από την πηγή μέχρι το ψηλότερο σημείο της πόλης, με την κοστοβόρα κατασκευή του, τις αψίδες (καμάρες), έφερε το νερό επίσης και στο τζαμί του και τα λουτρά του, αλλά και σε όλα τα άλλα σημεία της πόλης».


Γ) Η Ιόλη Βιγκοπούλου, στο έργο της «ROUTES ET LOGEMENTS DES VOYAGEURS DANS LA RÉGION DE LA THRACE (XVIe-XIXe SIÈCLES)», αναφέρει: «Στην Καβάλα (τελευταία στάση πριν την περιοχή της Θράκης), ο Belon (1547) παρέμεινε σίγουρα τρεις ημέρες στο «Ιμαρέτ» του Ιμπραήμ Πασά. Με αυτή την ευκαιρία, περιέγραψε το ίδρυμα και τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η φιλοξενία των Τούρκων στα «Ιμαρέτ» και στα «κερβανσαράι», ενώ μας παρέχει επίσης πολύ σημαντικές πληροφορίες για το φαγητό και τα γεύματα που συνήθως προσφέρονται σε αυτά σε κάθε περαστικό, ανεξάρτητα από τη θρησκεία του».


ΙΙ) ΤΟ ΙΜΑΡΕΤ ΤΟΥ ΜΕΧΜΕΤ ΑΛΗ, ΤΕΚΝΟΥ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ


Α) Ο Μεχμέτ (Μουχαμάντ) Αλί Πασά, (1769-1849), γέννημα – θρέμμα της Καβάλας, όταν αναδείχθηκε πρώτος αντιβασιλέας της Αιγύπτου, έδειξε μεγαλόκαρδα την αγάπη του για την γενέτειρά του. Κατασκεύασε το δικό του “Ιμαρέτ” (1817/18-1820/21), που αποτελούσε, για την κλίμακα της τότε μικρής πόλης, τη σημαντικότερη, πολεοδομική επέμβαση όλης της περιόδου εκείνης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο διάσημος νομομαθής, εγκυκλοπαιδιστής, πανεπιστημιακός καθηγητής και περιηγητής Βαρώνος Φράντς Φον Λέχερ «οι Καβαλιώτες παρακάλεσαν τον μεγάλο τους συμπατριώτη, να τους χαρίσει η εύνοιά του ένα Ιμαρέτ, δηλαδή μια μεγάλη αίθουσα συσσιτίου, όπου να δίνουν σε κάθε άπορο, κάθε μέρα, σούπα, πιλάφι και ψωμί και δύο φορές την εβδομάδα από ένα κομμάτι κρέας. Αυτό ακριβώς έκανε ο αγαθός εκείνος αντιβασιλέας, αλλά την ιδέα του ιεροδιδασκαλείου δεν την έβγαλε από το μυαλό του……….Και ξαφνικά έγιναν όλοι οι Καβαλιώτες άποροι. Έτσι, πλούσιος ή φτωχός έπαιρνε το μεσημεριανό του φαγητό από το τσουκάλι του γενναιόδωρου Ιμαρέτ. Αποτέλεσμα; Η έμφυτη οκνηρία τους έγινε ακόμη πιο μεγάλη κι έτσι τώρα, όποιος θέλει να φάει ψάρια πρέπει να τα ψαρέψει μόνος του, γιατί ακόμη και οι ψαράδες ζουν τώρα από το Ιμαρέτ» .


Β) Ο ταγματάρχης του Μηχανικού, Νικόλαος Θ. Σχινάς, στο έργο του «ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΥ, ΝΕΑΣ 0ΡΙΟΘETIΚHΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ», που εκδόθηκε το έτος 1886 και στο κεφάλαιο «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΤΕΥΧΟΣ Β’», αναφέρει τα εξής: «Παρά το τείχος εκτίσθη μέγα Ιμαρέτ ( σχολείον ), έργον του εν ταύτη γεννηθέντος αντιβασιλέως της Αιγύπτου Μεχμετ Αλή, εν ω διαιτώνται περί τούς 600 -700 σοφτάδες, από ηλικίας 17- 40 ετών. Προς συντήρησιν δε, διδασκαλίαν και χορήγησιν εκάστω 30 γροσίων μηνιαίως, δια τας μικράς των ανάγκας, δαπανώνται ετησίως 1200 οθωμανικαί λίραι, εξ αυτού δε τροφοδοτούνται και οι πτωχοί. Άπαντες ούτοι εισίν ως εικός φανατικώτατοι Οθωμανοί και το αίσθημα αυτών μεταδίδουσιν εις τους λοιπούς κατοίκους και περιοίκους. Εις επίμετρον δ’ έχουσιν όπλα τηρούμενα εν αποθήκαις της σχολής, εν ή υπάρχει αποθήκη πολεμεφοδίων ως και ετέρα, τροφών δι’ έξ μήνας, έτι δε αλευρόμυλος δι’ ίππου λειτουργών και κλίβανος παρέχων 1200 οκάδας το ημερονύκτιον».


Γ) Στον Δ’ τόμο του συγγράματος που εκδόθηκε το έτος 1887, από τον Β. Δ. Ζώτο Μολοσσό, με τίτλο «Ηπειρωτικαί Μακεδονικαί Μελέται - τόμος Δ’», υπάρχει κείμενο, που φέρει τον υπότιτλο «Δρομολόγιον της ελληνικής χερσονήσου αρχαιολογικόν, ιστορικόν, γεωγραφικόν, στρατιωτικόν, στατιστικόν και εμπορικόν - Μακεδονία και Σερβία», στο οποίο ο συγγραφέας, αναφερόμενος στην Καβάλα, γράφει ότι η νήσος Θάσος ανήκει στην Αίγυπτο, δωρηθείσα υπό του Μετζίτ, ως πατρίδα του Μεχμέτ Αλή, ο οποίος διατηρεί «σχολήν Κατήδων (ενν. Δικαστών) της Αιγύπτου στην Καβάλα».


Δ) Ο Αββάς E. LE CAMUS, σε σύγγραμμα που εξέδωσε το έτος 1896 υπό τον τίτλο «VOYAGE AUX SEPT EGLISES DE L’ APOCALYPSE», περνώντας από την Καβάλα, αναφέρει ότι «μερικά φιλανθρωπικά ιδρύματα, που συστάθηκαν από τον Μεχμέτ Αλή, τον περίφημο αντιβασιλέα της Αιγύπτου, καταγόμενο από την Καβάλα, παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χαρακτήρα κι ένα μέγεθος που τραβά την προσοχή».


Ε) Το έτος 1897 εκδόθηκε στο Λονδίνο το σύγγραμμα της Mary Adelaide Walker, με τίτλο «Old tracks and new landmarks». Στο έργο της αυτό, η συγγραφέας περιγράφει με τρόπο απαράμιλλο την άφιξή της στην Καβάλα, το έτος 1860 και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «η θέα της πόλης είναι εντυπωσιακή, έτσι όπως αυτή στέκεται κυριαρχικά πάνω σ’ έναν εξέχοντα, βραχώδη όγκο, ο οποίος ανυψώνεται απότομα από τη θάλασσα. Στα μισά αυτού του όγκου, μια μακρά σειρά από λευκά κτίρια με κιονοστοιχίες, θόλους και μιναρέδες, αποτελούν το τουρκικό καθίδρυμα, το οποίο ιδρύθηκε από τον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, που καταγόταν από αυτόν τον τόπο».


ΣΤ) Για το υπό εξέταση θέμα, στην γαλλόφωνη εφημερίδα «JOURNAL DE SALONIQUE», μια δις-εβδομαδιαία έκδοση της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, που υπάρχει ολόκληρη, σε ψηφιακή μορφή, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, υπάρχουν δύο δημοσιεύματα:


1) Στο φύλλο της 8ης Μαϊου του έτους 1899, μια ανταπόκριση του ειδικού ανταποκριτή της εφημερίδας B. S. Levy, με τίτλο «LETTRE DE DEDEAGATCH» (επιστολή από το Ντεντέαγάτς – σημερινή Αλεξανδρούπολη), με το εξής περιεχόμενο:

«Δεκατέσσερις ώρες αγκυροβολημένοι μπροστά από το Dedeagatch, χωρίς να μπορούμε να βγούμε στην ξηρά, δεν είναι κάτι που θα ευχόμουν σε κανέναν. Βρέχει, βρέχει καταρρακτωδώς και ενώ περιμένω την ώρα της αναχώρησης, σας γράφω αυτές τις λίγες γραμμές, για να σας μιλήσω ξανά για την Καβάλλα.

Δεν υπάρχει ταξιδιώτης, που να μην εκδηλώνει, στην Καβάλλα, την επιθυμία να δει το «Ιμαρέ». Το «Ιμαρέ» είναι ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, που ιδρύθηκε από τον αείμνηστο Μεχμέτ Αλή Πασά. Είναι ένα τεράστιο κτίριο, η επιβλητική όψη του οποίου τραβά την προσοχή του ταξιδιώτη που φτάνει από τη θάλασσα. Ολόλευκο, με ένα όμορφο περιστύλιο με στοές μπροστά του, είναι ορατό πάνω από τα ερειπωμένα τείχη της παλιάς πόλης και η λευκότητά του αντανακλάται στα γαλάζια νερά, των οποίων δεσπόζει, από ύψος αρκετών μέτρων.

Στο εσωτερικό του, το «Ιμαρέ» χωρίζεται σε εβδομήντα δωμάτια, επιπλωμένα με καναπέδες.

Περίπου διακόσιοι softas (φοιτητές θεολογίας) ζουν εκεί και τρέφονται με έξοδα του ιδρυτή.

Δύο φορές την εβδομάδα, όλοι οι φτωχοί της πόλης, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνικότητας, έρχονται εκεί για να φάνε το «πιλάφι», που τους διανέμεται σε μεγάλες ποσότητες.

Για τη συντήρηση αυτού του ασύλου, ο Χεβίδης (ενν. τον Μεχμέτ Αλή) στέλνει κάθε μήνα το ποσό των 200 λιρών.

Πριν από λίγες ημέρες, μια πτέρυγα του Imaré διαμορφώθηκε για να χρησιμεύσει ως κοσμικό σχολείο. Οκτώ ευρύχωρες, ευάερες, καθαρές αίθουσες, κατασκευασμένες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υγιεινής, φιλοξενούν περίπου πενήντα μαθητές, που λαμβάνουν δωρεάν κοσμική και ορθολογική εκπαίδευση. Πέντε καθηγητές διδάσκουν τουρκικά, αραβικά, περσικά, γαλλικά, καθώς και αριθμητική, επιστήμες κ.λπ. Μια μεγάλη αυλή έχει διατεθεί. ειδικά για το διάλειμμα και έχουν τοποθετηθεί εκεί όργανα γυμναστικής.

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του σχολείου εισάγονται από την Ευρώπη και ότι τα προγράμματα διδασκαλίας είναι αντίγραφα των προγραμμάτων των ευρωπαϊκών προπαρασκευαστικών σχολείων.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διοίκηση του Ιμαρέ καλύπτει όλες τις ανάγκες των φοιτητών.

Αχ, αν τέτοια ιδρύματα πολλαπλασιάζονταν στην Ανατολή, πόσες υπηρεσίες θα πρόσφεραν στο ευρύ κοινό!

Δεν μας λείπουν οι πλούσιοι στην Τουρκία και η χώρα έχει την τύχη να μετράει, μεταξύ των ευνοημένων από τη μοίρα, πολλούς φιλάνθρωπους.

Τι χρειάζονται αυτοί για ν’ αρχίσουν να εργάζονται; Να τους δείξουμε τα χρήσιμα δημιουργήματα που πρέπει να μιμηθούν; Νομίζω ότι αυτό έχει ήδη γίνει».


2) Στο φύλλο της 6ης Αυγούστου του έτους 1900, μια ανταπόκριση του αυτού ως άνω ειδικού ανταποκριτή της εφημερίδας B. S. Levy, με τίτλο «ΣΤΟΝ ΔΟΥΝΑΒΗ» και με το εξής περιεχόμενο:

«Καβάλα, Σάββατο 28 Ιουλίου (1900)

Γνωρίζουμε ότι ο αείμνηστος Μεχμέτ Αλή Πασά, ο διάσημος ειρηνοποιός της Αιγύπτου, ήταν Καβαλιώτης. Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε φαίνεται ακόμη εδώ και διατηρείται ως πολύτιμο κειμήλιο.

Λόγω του ότι ο επιφανής πολιτικός γεννήθηκε στην Καβάλλα, αυτή έλαβε παροχές, η σημασία των οποίων δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Πριν από πολλά χρόνια, οι αιγυπτιακές αρχές έχτισαν εδώ ένα θεολογικό ινστιτούτο, κοινώς γνωστό ως Ιμαρέ.

Το Ιμαρέ στεγάζει, τρέφει και εκπαιδεύει έναν άπειρο αριθμό νεαρών μουσουλμάνων - κάποιοι λένε πεντακόσιους - που προορίζονται να γίνουν θεολόγοι επιστήμονες. Το Ιμαρέ, με την ημι-αραβική, ημι-βυζαντινή αρχιτεκτονική του, είναι χτισμένο στην άκρη της θάλασσας. Διατηρείται απόλυτα καθαρό. Οι ένοικοι αυτού του ασύλου αφοσιώνονται ευχαρίστως στη μελέτη της λογικής, την αραβική νομολογία, η οποία είναι πολύ βαθιά, το θρησκευτικό δίκαιο, εν ολίγοις σε όλους τους κλάδους, στους οποίους πρέπει ν’ ασκούνται οι πνευματικές ικανότητες των μελλοντικών λειτουργών της (μουσουλμανικής) θρησκείας.

Επισκεπτόμενος το Ιμαρέ, ζήλεψα πολύ την τύχη εκείνων των φοιτητών, που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε, που καταβάλλουν προσπάθειες μόνο για να διεισδύσουν στα μυστήρια των ιερών γραφών. Οι νέοι, που τους απασχολεί κάποιο συνειδησιακό θέμα, πηγαίνουν και ακουμπούν σ’ ένα από τα κρηπιδώματα του τείχους, που είναι χτισμένο πάνω στο βράχο, με θέα τη θάλασσα κι εκεί, βλέποντας τα κύματα να σπάνε, βλέποντας τον καθαρό και διαυγή ορίζοντα στο βάθος, ανακτούν την ηρεμία της ψυχής τους κι επιστρέφουν στο δωμάτιο μελέτης τους, με το πνεύμα ελαφρύ και τον εγκέφαλο έτοιμο να συλλάβει τα μεγαλύτερα προβλήματα της θεολογικής επιστήμης.

Το Ιμαρέ μοιράζει καθημερινά ρύζι και ψωμί στους φτωχούς της Καβάλας. Δύο φορές την εβδομάδα μοιράζει επίσης κρέας και ένα πιάτο με γλυκό. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο κοστίζει η συντήρηση ενός τέτοιου θεσμού.

Μου λένε ότι σε ορισμένες περιόδους του έτους, πλοία γεμάτα με ρύζι και δημητριακά, φορτία με βούτυρο και άλλα υλικά φτάνουν στο Ιμαρέτ, το οποίο αποθηκεύει όλες τις προμήθειες σε τεράστιες αποθήκες.

Υπάρχει επίσης ένας αρκετά μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, που διαχειρίζονται τα συμφέροντα του Ιμαρέ με σχολαστική ακρίβεια, καθώς οι λογαριασμοί ελέγχονται τακτικά και μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ποτέ κανένα παράπονο για τη διαχείριση του ιδρύματος».


Ζ) Ο L. Cogniard (που αναφερόταν και ως «Le P. Cogniard» ή ως «H. de Saint Germain»), στο σύγγραμμα που εξέδωσε το έτος 1902 με τίτλο: «Οrient a vol d’ oiseau, carnet d’ un pelerin. Ηellenisme, Αramaϊsme et Σemitisme, ou la verite sur le voyage de guillaume II», αναφέρει τα εξής: «Η Καβάλλα είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε ο Μεχμέτ – Αλή, ο ιδρυτής της αιγυπτιακής δυναστείας. Αυτός ο άνδρας, γενναιόδωρος, μολονότι βάρβαρος, δώρισε στην γενέθλια πόλη του ένα τέμενος κι ένα σχολείο για ιμάμηδες και ουλεμάδες. Ο οδηγός μου μου δείχνει τους μαθητές του μεγάλου Μεντρεσέ, που αναγνωρίζονται από την ομοιόμορφη ενδυμασία τους. Φυλακισμένοι μέσα στην φαρδιά κάπα τους, ένα είδος μεγάλου μανδύα, με το κεφάλι καλυμμένο μ’ ένα κατακόκκινο τουρμπάνι, έχουν μια μυστικιστική και αυστηρή αύρα, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την λαγνεία (έξαψη) ενός πληθυσμού θορυβώδους και φανταχτερού. Αυτοί αντιμετωπίζουν τον ταξιδιώτη με το βλέμμα ανθρώπων συνηθισμένων να βλέπουν τις χώρες της Δύσης να τους πληρώνουν μεγάλους, εμπορευματικούς φόρους».


Η) Σύμφωνα με τον καθηγητή ιστορίας στο Α.Π.Θ. Απόστολο Βακαλόπουλο, (Ιστορία της Μακεδονίας – 1354-1833, εκδόσεις Βάνιας, 1992), «μετά την λήξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812, ένα απρόοπτο γεγονός μεταβάλλει το πολιτικό καθεστώς ενός μέρους της μακεδονικής γης, της Θάσου. Συγκεκριμένα, στις 30 Μαρτίου ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ παραχωρεί το νησί στον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ύστερα από σχετική αίτησή του, για να τον ευχαριστήση και να τον ανταμείψη για τούς αγώνες του στην περιοχή της Χετζάζης εναντίον των Βαχαβιτών (1807 κέ.), που είχαν επαναστατήσει εναντίον των Τούρκων. Για ποιο λόγο ο Μεχμέτ Αλή ζήτησε να του δωρηθή η Θάσος και όχι κανένα άλλο νησί; Η πιο λογική βέβαια απάντηση είναι ότι η Θάσος βρισκόταν απέναντι από την γενέτειρά του Καβάλα και ήταν σχετικά εύφορη, ώστε με την είσπραξη των φόρων της να μπορή να συντηρή το πτωχοκομείο (ιμαρέτ), που είχε ιδρύσει στην πατρίδα του. Νομίζω όμως ότι στην απόκτηση ειδικά της Θάσου παρακινήθηκε ό Μεχμέτ Αλή και από έναν_άλλο λόγο, από την επιθυμία του να ευεργετήση τους κατοίκους της, από τούς οποίους είχε ευεργετηθή. Γιατί, σύμφωνα με μια σκοτεινή και αόριστη παράδοση, που εξακολουθεί να επιζή, ο Μεχμέτ Αλή έζησε, στην βρεφική του ηλικία, στον Άγιο Γεώργιο Θάσου, κοντά στην ελληνική οικογένεια Καραπαναγιώτη, ως ομογάλακτος του γιου της Θεοδωρούδη και αργότερα, όταν ακόμη ήταν άσημος, καταδιωκόμενος για κάποιο φόνο, βρήκε άσυλο στο ίδιο χωριό και στην ίδια οικογένεια….»


Θ) Τέλος, ο G. F. ABBOT, στο σύγγραμμά του με τίτλο «the tale of a tour in Macedonia», που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1903, σ’ ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, με τίτλο «ΤΕΜΠΕΛΧΑΝΕ Ή Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΟΚΝΗΡΩΝ», αναφέρει τα εξής:

«Το παραπάνω, είναι ένα προσωνύμιο με το οποίο είναι γνωστό το Ιμαρέτ της Καβάλας. Το Ιμαρέτ είναι ένα παράξενο ίδρυμα, ένας συνδυασμός σχολής και κουζίνας. Το τελευταίο, προσφέρει στέγη και τροφή σε περίπου τριακόσιους φτωχούς, άπληστους και ρακένδυτους σοφτάδες, δηλαδή σπουδαστές θεολογίας και δωρεάν πιλάφι σε όλους τους επισκέπτες.

Το πιλάφι είναι το τυπικό φαγητό του Τούρκου. Όπως κι εκείνος, είναι βαρύ, ανιαρό και δύσπεπτο, διαθέτοντας άφθονο σώμα, αλλά σχεδόν εντελώς στερημένο άξιας λόγου ψυχής. Πολύ σύντομα το βαριέσαι. Ωστόσο, δεν έχουν την ίδια άποψη οι φτωχοί της Καβάλας, οι οποίοι συνωστίζονται καθημερινά στις πύλες του Ιμαρέτ, οπλισμένοι με πιάτα, γαβάθες, δίσκους και οποιοδήποτε άλλο δοχείο, όπου μπορεί να τοποθετηθεί πιλάφι και αναμένουν ανυπόμονα ν’ ανοίξουν οι πύλες και ν’ αναδυθεί ο ευχάριστος ατμός, δίνοντάς τους μια πρόγευση του γεύματος που έχουν κερδίσει χωρίς κόπο. Το ρύζι γι’ αυτό το έδεσμα μεταφέρεται με μεγάλα φορτηγά πλοία κατευθείαν από την Αίγυπτο, ενώ η Αραβία προσφέρει τον καρπό του καφεόδεντρου της Μόκας, από τον οποίο παρασκευάζεται το λιτό ποτό που οι Τούρκοι αγαπούν περισσότερο, απ’ ότι οι Σκώτοι το ουίσκι ή οι Σλάβοι τη βότκα. Άλλες μωαμεθανικές χώρες δείχνουν την εκτίμησή τους για την αποστολή του Ιμαρέτ, με περιοδικές δωρεές σε χρήμα ή σε είδος. Ωστόσο, το τακτικό και σημαντικότερο μέρος του εισοδήματος του ιδρύματος προέρχεται από τα έσοδα της Θάσου, με τα οποία το έχει προικοδοτήσει ο ιδρυτής του. Η Θάσος αποτελεί τμήμα της επικράτειας του χεδίβη και κυβερνάται από έναν Αιγύπτιο μπέη και λίγους Αιγύπτιους αξιωματούχους, οι οποίοι μοιράζουν το χρόνο τους μεταξύ των ελαιώνων του νησιού και των καφενείων της ηπειρωτικής χώρας.

Το δημοφιλές παρατσούκλι δεν δυσφημεί καθόλου αυτά τα ιδρύματα. Δύσκολα θα μπορούσε να επινοηθεί πιο γόνιμο φυτώριο, για τη διάδοση της οκνηρίας και της άγνοιας. Οι Σοφτάδες, που μεγάλωσαν στην ανθυγιεινή ατμόσφαιρα τέτοιων ιδρυμάτων, πάντα διακρίνονταν για την άγρια και μισαλλόδοξη διάθεσή τους. Όποτε η κυβέρνηση θεωρεί ότι η σφαγή των χριστιανών είναι πολιτική αναγκαιότητα, βρίσκει σε αυτούς τους φοιτητές θεολογίας έτοιμους και ενθουσιώδεις πράκτορες, για την αφύπνιση αυτού του πνεύματος φανατισμού που, αν αφεθεί ανενόχλητο, κοιμάται ειρηνικά στην καρδιά των Τούρκων. Η εκπαίδευσή τους συνίσταται στην απομνημόνευση επιλεγμένων αποσπασμάτων του Κορανίου, στη σύνταξη στατιστικών στοιχείων, για τα διάφορα γράμματα του αλφαβήτου, που βρίσκονται στις διάφορες Σούρες του «Βιβλίου» και στην κατανάλωση πιλαφιού. Τα διαλείμματα μεταξύ αυτών των ασκήσεων γεμίζουν με προσευχές και καφέ.

Εκτός από τα ισχυρά κίνητρα της δωρεάν διαμονής και διατροφής, το Ιμαρέτ προσφέρει το προνόμιο της απαλλαγής από τη στρατιωτική θητεία. Μόλις γίνεις Σοφτάς, δεν μπορείς να γίνεις στρατιώτης. Καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να σε αναγκάσει ν’ ανταλλάξεις το λευκό τουρμπάνι και τα φαρδιά παντελόνια του φοιτητή με το κόκκινο φέσι και τα στενά παντελόνια του μαχητή. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα κάνουν το Κολλέγιο πολύ δημοφιλές και το λευκό τουρμπάνι είναι ένα διακριτικό που επιζητούν τόσο έντονα οι φιλόδοξοι νέοι της Τουρκίας, όσο το μπλε καπέλο οι φιλόδοξοι νέοι της Αγγλίας…

Τις Πέμπτες και τις Κυριακές, εκτός από το βασικό πιάτο του πιλαφιού, στους επισκέπτες σερβίρεται μια άλλη λιχουδιά, που ονομάζεται ζερντέχ (zerdeh) και παρασκευάζεται από ρύζι αρωματισμένο με ζάχαρη και χρωματισμένο με σαφράν. Επίσης, ένα γλυκό είδος πουρέ, που ονομάζεται φόντλα (fodla) και έχει γεύση σαν το στίχο του Ομάρ Καϊντίν (ο Omar Khayyam ήταν Πέρσης ποιητής).

Κατά τη διάρκεια της διαμονής μου στην Καβάλλα, είχα την ευκαιρία να απολαύσω όλα αυτά τα καλά πράγματα.

Πήγα εκεί γύρω στις δέκα το πρωί και με οδήγησαν πρώτα στην κουζίνα, ένα ευρύχωρο δωμάτιο, με αμμώδες δάπεδο και θολωτή οροφή. Μια σειρά από γιγάντια καζάνια, τοποθετημένα πάνω σε τεράστια, σιδερένια τρίποδα πάνω από φλόγες, έδειχναν, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι γινόταν μαγείρεμα σε τεράστια κλίμακα. Ο αρχιμάγειρας με υποδέχτηκε στην πόρτα και, με μια μεγαλοπρεπή κίνηση της ξύλινης κουτάλας του, έδειξε με υπερηφάνεια τον βραστήρα. Ο «βασιλιάς των ανθρώπων» δεν θα μπορούσε να χειριστεί το σκήπτρο «που του έδωσε ο Δίας» με πιο μεγαλοπρεπή αέρα. Εντυπωσιάστηκα βαθιά.

«Όλα αυτά είναι πιλάφι;» ρώτησα, κάπως αδιάφορα.

«Μα τον Αλλάχ τον Ελεήμονα και τον Συμπονετικό, ναι, είναι!» απάντησε η Αυτού Μεγαλειότης ο μάγειρας.

Ένα λιπαρό χαμόγελο αποκάλυψε μια σειρά από κεχριμπαρένια δόντια, η φωνή του κάλυψε για μια στιγμή το βουητό των καζανιών.

«Και θα είναι έτοιμο μέχρι το μεσημέρι;» ψιθύρισα.

«Αν ο Θεός το θελήσει, ναι, αφέντη!» βρυχήθηκε ο μάγειρας, με τόνο που έρχονταν σε αντίθεση με τη συμβατική σεμνότητα που υπονοούσαν τα λόγια του.

Ο μάγειρας ήταν προφανώς άντρας γεννημένος για να διοικεί.

Πρόσθεσε ότι θα θεωρούσε τιμή του, αν ο επιφανής άπιστος χότζας καταδεχόταν αργότερα να περάσει για μια κουταλιά πιλάφι κι έτσι με αποχαιρέτησε από το βασίλειό του.

Η επόμενη πρόσκλησή μου ήταν σ’ ένα από τα δωμάτια των φοιτητών. Υπήρχαν πάνω από εξήντα τέτοια δωμάτια, το καθένα από τα οποία μοιραζόταν μεταξύ τεσσάρων ή πέντε ατόμων. Στην πόρτα, η ευωδία του mocha berry καφέ, που ήδη ανέφερα, γέμισε τα ρουθούνια μου. Μπήκα δειλά και μέσα από ένα σύννεφο καπνού παρατήρησα τρεις φοιτητές, με τουρμπάνια και γένια, να κάθονται σταυροπόδι, πάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, χωρίς τα παπούτσια τους, πίνοντας με προσήλωση τον καφέ τους και εισπνέοντας νικοτίνη από ένα τσιμπούκι μήκους μιας γιάρδας. Με σοβαρότητα, αλλά ευγενικά, μου έκαναν νόημα να καθίσω ή να σκύψω δίπλα τους. Μ’ ένα κατάλληλο τεμενά – που σημαίνει ότι έσκυψα και σκούπισα τον αέρα με το δεξί μου χέρι και μετά άγγιξα το πηγούνι και το μέτωπό μου – δέχτηκα την πρόσκληση.

Ένας τέταρτος νεαρός, με τουρμπάνι και γένια, περίπου σαράντα ετών, ετοίμαζε εν τω μεταξύ ένα φλιτζάνι καφέ, στη μικρή, κόκκινη ξυλόσομπα που υπήρχε σε κάθε δωμάτιο. Ένα ράφι πάνω από το κεφάλι μου, με δύο ή τρεις τόμους στοιχειώδους αριθμητικής και ένα φθαρμένο χειρόγραφο του Κορανίου, έδειχνε ότι ο χρόνος που αυτοί οι κύριοι μπορούσαν ν αφιερώσουν εκτός από το να πίνουν καφέ, να καπνίζουν τσιμπούκια και να κοιμούνται, αφιερωνόταν επιμελώς στη μελέτη μαθηματικών και θεολογικών προβλημάτων.

Ενώ σκεφτόμουν αυτά τα θέματα, ξαφνιάστηκα από έναν παράξενο θόρυβο — ένα συνδυασμό στεναγμού και γρυλλίσματος — από ψηλά. Σήκωσα τα μάτια μου τρομαγμένος και ιδού! Ψηλά πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε ένας πέμπτος φοιτητής, με τουρμπάνι και γένια, που με κοίταζε σοβαρά μ ένα ζευγάρι σκούρα, ονειρικά, αμυγδαλωτά μάτια. Πρέπει να εξηγήσω γρήγορα ότι ο ευτυχισμένος ιδιοκτήτης αυτών των ματιών δεν είχε, όπως αρχικά σκέφτηκα ανόητα, εμφανιστεί από τον ουρανό, αλλά από ένα είδος παταριού ή εξώστη, που περιέβαλλε το δωμάτιο από τις τρεις πλευρές του και φωτιζόταν αμυδρά από ένα μικρό παράθυρο με σιδερένια κάγκελα. Η σχετική σκοτεινότητα αυτών των υψηλότερων περιοχών και τα σύννεφα καπνού που περιστρέφονταν γύρω τους με είχαν εμποδίσει να παρατηρήσω την ύπαρξη του παταριού πριν.

Αυτός ο «από μηχανής θεός», αφού έκανε αισθητή την παρουσία του μ’ αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο, ήρθε να ενταχθεί στον κύκλο μας, με εξίσου εκκεντρικό τρόπο. Πρώτα εμφανίστηκε ένα χαριτωμένο ζευγάρι πόδια με μάλλινα καλτσάκια, ακολούθησε ένα ζευγάρι πολύ φαρδιά παντελόνια με πολλές δίπλες και σύντομα αυτό το σύνολο από λινό κουλουριάστηκε σε μια γωνία απέναντί μου.

Εν τω μεταξύ, ο καφές μου είχε σερβιριστεί σ’ ένα μικρό φλιτζάνι χωρίς χερούλι, με μέγεθος και σχήμα μισού αυγού, και άρχισα να τον πίνω και να χτυπάω τα χείλη μου, σαν να ήμουν γεννημένος γι’ αυτό. Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι στοματικοί ήχοι, που θεωρούνται ασυγχώρητες παραβάσεις της καλής ανατροφής των ανδρών, από τους Τούρκους θεωρούνται αποδείξεις ευφυΐας και χρησιμοποιούνται επιμελώς. Η γνώση, εκ μέρους μου, της τουρκικής εθιμοτυπίας μ’ ενθουσίασε, αλλά λυπήθηκα τους οικοδεσπότες μου τόσο πολύ, που έπρεπε να καταπιώ ένα καυτό φλιτζάνι, πριν μου επιτραπεί να αποσυρθώ.

Η επόμενη επίσκεψη ήταν στη βιβλιοθήκη, όπου βρήκα χίλια καζάνια πιλάφι και έναν ωκεανό καφέ μαζί. Ποτέ πριν δεν είχα δει τόσο μεγάλο αριθμό αντικειμένων, που θα μπορούσαν να παρασύρουν έναν μελετητή να παραβιάσει την όγδοη εντολή, συγκεντρωμένα σ’ έναν εξίσου μικρό χώρο. Σειρά με σειρά βρίσκονταν τα προσεκτικά επισημασμένα, αν και σπάνια ανοιχτά, χειρόγραφα των Περσών ποιητών και των Αράβων σοφών - το ένα πλουσιότερο από το άλλο, όλα γραμμένα μ’ εξαιρετική γραφή, πάνω στην καλύτερη περγαμηνή που μπορεί να φανταστεί κανείς. Τα δάχτυλά μου μ’ έτρωγαν και οι τσέπες μου άνοιγαν, αλλά οι αρχές μου, ενισχυμένες από την παρουσία μισής ντουζίνας οξυδερκών υπαλλήλων, που συνέχιζαν να κοιτάζουν πάνω από τους ώμους μου, νίκησαν τον πειρασμό και έφυγα από το μέρος εκείνο, χωρίς να έχω γίνει πιο κακός, αν και είχα γίνει πολύ πιο σοφός, από την επίσκεψή μου.

Καθώς έβγαινα, σταμάτησα ξανά στην κουζίνα, όπου ο φίλος μου ο μάγειρας ήταν πολύ ευχαριστημένος κι ενθουσιασμένος, που έβλεπε έναν Φράγκο Χότζα να δοκιμάζει τα πιάτα του με τόση όρεξη και χαρά, σαν να είχε αποφοιτήσει από το Ιμαρέτ. Η τουρκική ψυχραιμία του έσπασε τελικά, υπό το βάρος του ενθουσιασμού του και είχα την ικανοποίηση ν’ ακούσω τους επαίνους μου ν’ απαγγέλλονται, σαν τον θεατρικό ψίθυρο πάνω στην σκηνή, πίσω από την πλάτη μου.

Αυτές οι αναμνήσεις και μερικά κόκκοι ρύζι που είχαν κολλήσει στο γιλέκο μου είναι τα μόνα που πήρα μαζί μου από αυτό τον άνετο οίκο της Μουσουλμανικής Μούσας».


ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ:

Η πρώτη, (που ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα), προέρχεται από το αρχείο του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίντ, το οποίο βρίσκεται στο ISTANBUL UNIVERSITASI και απεικονίζει, σε πρώτο πλάνο το παλιό, Οθωμανικό Τελωνείο και πίσω το φιλανθρωπικό συγκρότημα του Μεχμέτ Αλή, το γνωστό μας Ιμαρέτ.

Η δεύτερη, αλιευμένη από το facebook, απεικονίζει το ίδιο Ιμαρέτ, όπως ήταν το έτος 1912.

Η τρίτη προέρχεται από κάρτ ποστάλ της Καβάλας.

Οι υπόλοιπες φωτογραφίες προέρχονται από τα Γαλλικά, κρατικά αρχεία.