Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026



ΤΑ «ΙΜΑΡΕΤ» (= ΚΟΥΖΙΝΕΣ ΓΙΑ ΣΟΥΠΑ ΚΑΙ, ΚΑΤ’ ΕΠΕΚΤΑΣΗ, ΣΥΣΣΙΤΙΑ ΑΠΟΡΩΝ) ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ


Ι) ΤΟ ΙΜΑΡΕΤ ΤΟΥ IBRAHIM PASA, ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΕΖΥΡΗ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΟΥΣ


Α) Ο Heath W. Lowry είναι ομότιμος καθηγητής (Atatürk Professor) Οθωμανικών και Σύγχρονων Τουρκικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Princeton κι έχει πραγματοποιήσει εκτενή έρευνα για την οθωμανική ιστορία της Βόρειας Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένης της συμβολής του Ιμπραήμ Πασά (Pargalı Ibrahim Paşa) στη δημιουργία της οθωμανικής Καβάλας. Στις 27 Ιουνίου του 2006, στους χώρους του «ΙΜΑΡΕΤ» της Καβάλας, που έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο, σε ημερίδα του πιο πάνω Πανεπιστημίου, παρουσίασε την εργασία του, με τίτλο «O Ibrahim paşa και η δημιουργία της Οθωμανικής Καβάλας. 1478-1667», στην οποία, ανάμεσα σε πολλά άλλα, εξόχως ενδιαφέροντα, ανέφερε και τα εξής:

«Αν η Καβάλα οφείλει την ευημερία και τη θέση της, το 19° και τον 20° αι., στον καπνό, την ίδια της ύπαρξη την οφείλει στη δραστηριότητα ενός Οθωμανού βεζίρη (Ibrahim Paşa) και δύο σουλτάνων (Σελίμ Α' και Σουλεϊμάν) τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι…..

Με κίνδυνο να υπερβάλλω, θα τολμούσα να πω πως η δεκαετία 1520-1530 ήταν η πιο καθοριστική στην ιστορία της Καβάλας. Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα σε αυτά τα δέκα χρόνια επρόκειτο να σφραγίσουν το μέλλον της πόλης, για τα επόμενα 400 χρόνια. Περιελάμβαναν την οικοδόμηση των κάτω τειχών της πόλης, τη ανοικοδόμηση του Υδραγωγείου και την ίδρυση ενός μεγάλου kulliye (σειρά κτιρίων, μέρος θρησκευτικού καταπιστεύματος), μιας αγοράς με μαγαζιά, ενός τζαμιού, ενός Imaret (κουζίνας για σούπα, για την τροφοδοσία των απόρων, των ταξιδιωτών και των σπουδαστών), ενός μεντρεσέ (μουσουλμανικής, θεολογικής σχολής), ενός Mekteb (πρωτοβάθμιου σχολείου), ενός Tekke (κατοικίας δερβίσηδων) μαζί μ’ ένα Mescit (μικρό τζαμί), ενός Hamam (δημόσιου λουτρού) και ενός sebilhane (κτίσματος, για τη δωρεάν διανομή νερού).

Ενώ όλες αυτές οι εξελίξεις συνέβαιναν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, τα σωζόμενα αρχεία υποδηλώνουν πως όλα αυτά συνδέονται λιγότερο με τον ίδιο το Σουλτάνο και περισσότερο με τον αγαπητό σύντροφό του και Sadrazam (μεγάλο βεζίρη) Ibrahim Paşa. Πράγματι, μπορεί να υποστηριχθεί πως o Ibrahim Paşa δεν έδωσε μόνο την ιδιωτική του περιουσία, για το θρησκευτικό καταπίστευμα, το οποίο αποτέλεσε για την πόλη την υποδομή που ήταν απαραίτητη για μια οθωμανική πόλη ή κώμη, αλλά επίσης ήταν και δική του η πρωτοβουλία, που οδήγησε στην κατασκευή των τειχών της πόλης και του υδραγωγείου, το οποίο παρείχε στους κατοίκους όχι μόνο το απαραίτητο πόσιμο νερό για το φρούριο, αλλά και για την πόλη και τους κατοίκους της.

Αν και τα πρώτα χρόνια του Ibrahim Paşa είναι τυλιγμένα σε πέπλο μυστηρίου, το προφανές ενδιαφέρον που επέδειξε και ο πλούτος που ξόδεψε στην Καβάλα δημιουργεί την ενδιαφέρουσα πιθανότητα πως, αντί να κατάγεται από την Πάργα, μπορεί να είχε γεννηθεί στην Καβάλα. Αν και δεν υπάρχει τρόπος να προωθήσουμε αυτή την σκέψη, πέρα από το χώρο της απλών υποθέσεων, έδειξε ξεκάθαρα ένα κάθε άλλο παρά προσωρινό ενδιαφέρον για την πόλη αυτή, από την μέρα που έγινε Γενικός κυβερνήτης των Βαλκανίων και Μεγάλος Βεζίρης. Μέχρι το 1530, το έργο του στην Καβάλα είχε ολοκληρωθεί και είναι δύσκολο να εξισώσουμε τη μεγαλοπρέπειά του, με την πόλη που, από άποψη πληθυσμού, ήταν λίγο μεγαλύτερη από ένα επαρχιακό χωριό.

Η γενναιοδωρία του Ibrahim Paşa για τους κατοίκους της πόλης δεν περιοριζόταν, κατά καμία άποψη, μόνο στους μουσουλμάνους. Ο Belon (σημείωση δική μου, πρόκειται για το σύγγραμμα του Γάλλου βαρώνου PIERRE BELON DU MANS, που εκδόθηκε το έτος 1553, με τίτλο: «LES OBSERVATIONS DE PLUSIEURS SINGULARITES ET CHOSES MEMORABLES, TROUVEES EN GRECE, ASIE, IUDEE, EGYPTE, ARABIE ET AUTRES PAYS ESTRANGES, REDIGEES EN TROIS LIURES»), ξεκαθαρίζει πως το Ιμαρέτ, η κουζίνα για σούπα, που είχε οικοδομηθεί ως μέρος του βακουφιού (θρησκευτικού καταπιστεύματος), ήταν ανοιχτή σε όλους, ασχέτως τη θρησκείας τους: «Δεδομένης της έλλειψης καταλυμάτων στην Τουρκία, θ’ αναφερθούμε στο μεγάλο κτίσμα του Ibrahim Paşa, το οποίο οικοδόμησε στην Καβάλα και οι Τούρκοι αποκαλούν Carbasharra (εν. Kervansaray). Οικοδόμησε επίσης έναν ξενώνα δίπλα στο τζαμί, όπου μένουν και διατρέφονται και καταλύουν όσοι περνούν. Η ομάδα μας αποτελούνταν μόνο από τρία μέλη με τα άλογα μας και μας έδωσαν φαγητό για τρεις μέρες στη σειρά, χωρίς να πληρώσουμε τίποτα και χωρίς κανένα πρόβλημα .... Σε κανένα δεν αρνούνται, Χριστιανό, Εβραίο ή Μουσουλμάνο ή ειδωλολάτρη».

Αν και έχουμε παρόμοιες καταγραφές από περιηγητές που περιγράφουν Imaret σε άλλες οθωμανικές πόλεις, τα οποία ήταν προσβάσιμα σε μη μουσουλμάνους, ο Belon είναι ο μόνος περιηγητής, που μας δίνει περιγραφή αυτόπτη μάρτυρα, που είχε απολαύσει την φιλοξενία και το δωρεάν φαγητό και κατάλυμα, το οποίο ο ίδιος και οι συνταξιδιώτες του απολάμβαναν στο Ιμαρέτ του Ibrahim Paşa στην Καβάλα.

Γιατί όμως ο Ibrahim Paşa επέδειξε τέτοιο ενδιαφέρον για τη μικρή πόλη - λιμάνι της Καβάλας; Όπως έχει προταθεί νωρίτερα, το ενδιαφέρον μπορεί να προέρχεται από το δικό του προ-οθωμανικό παρελθόν, δηλαδή οι ρίζες του βρίσκονταν ίσως στην περιοχή της Μακεδονίας. Μια άλλη εναλλακτική πρόταση είναι πως ίσως λειτουργούσε με βάση εντολές του Σουλτάνου του (τουλάχιστον όσον αφορά τα τείχη και το υδραγωγείο), ο οποίος αισθανόταν την ανάγκη για ένα καλά τειχισμένο λιμάνι στο Βόρειο Αιγαίο.

Την επόμενη εικόνα από την Οθωμανική Καβάλα μας την παρέχει ένας άλλος περιηγητής, ο Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε την πόλη το 1667. Μας προσφέρει μια λεπτομερή περιγραφή, που καθιστά βέβαιο πως ακόμη και 130 χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του, το ίδρυμα του Ibrahim Paşa έπαιζε κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της πόλης. Στο τέλος αυτού του μακρού καταλόγου των αξιωματούχων που υπηρετούσαν την Καβάλα, ο Εβλιγιά σημειώνει πως όλοι βρίσκονταν υπό την επίβλεψη του Mittevelli (Διοικητή) του Βακουφιού του μακαριστού Ibrahim.

Ο Εβλιγιά μας δίνει και τη λεπτομερέστερη περιγραφή του kulliye, με το οποίο ο Ibrahim Paşa είχε προικίσει την πόλη, όπως το είδε σχεδόν 150 χρόνια μετά την οικοδόμηση: (Το kulliye ήταν ένα αρχιτεκτονικό συγκρότημα κτιρίων, το οποίο αναπτυσσόταν γύρω από ένα κεντρικό τζαμί και λειτουργούσε ως το κοινωνικό, θρησκευτικό και εκπαιδευτικό κέντρο μιας οθωμανικής πόλης. Ήταν αυτοσυντηρούμενο, χρηματοδοτούνταν από βακούφια (vakıf - θρησκευτικά ιδρύματα/δωρεές) και περιελάμβανε μια ποικιλία κτισμάτων): «Στην κάτω τειχισμένη πόλη υπήρχαν πέντε mihrab (γωνίες προσευχής, δηλαδή τζαμιά). Πολύ μεγαλύτερο, με μεγάλο κοινό και με μπλε μολύβι και με ένα σπειροειδή μιναρέ, είναι το ωραίο τζαμί που έκτισε ο Μάρτυρας και Υπερασπιστής της Πίστης Ibrahim Paşa, ο ευνοούμενος (makbut,) ο Μεγάλος Βεζίρης του Σουλτάνου Σουλεΐμάν. Είναι ένα εντυπωσιακό έργο τέχνης, που φωτίζει το πνεύμα και αξίζει να δεί κανείς. Δεν είναι πιθανόν να το τιμήσουμε όπως του πρέπει, με λόγια». Κατόπιν καταγράφει τα κτίρια του ιδρύματος, ως εξής:

1) το Cami (το τζαμί της Παρασκευής)

2) το Imaret-i daru’z-ziyafe-I me’keli (κουζίνα για σούπα)

3) ο Medrese-I aliman-I mufessirini (θεολογικό σεμινάριο για επιστήμονες)

4) το Sibyan- ipuseran-i ebcedhani (πρωτοβάθμιο σχολείο για τη διδασκαλία της αλφαβήτου σε αγόρια)

5) η Tekye-i pir-i tarik-i derviyani (έδρα για τον ηγέτη των Δερβίσηδων)

6) το Han-i hace-i servdagerani (πανδοχείο για εμπόρους και ταξιδιώτες)

7) το Mesacid ϋ zevayi-i muvahhidani (Μικρό τζαμί για τους πιστούς των Δερβίσιδων)

8) το Carsu-yi bezzazistani (Παζάρι σε κλειστό χώρο)

9) το Hammam-i rahat-i cani (αναπαυτικό λουτρό)

10) το Sebilhane-i atşani (κτίσμα για τη διανομή δωρεάν νερού στους διψασμένους)

11) και το Gayri hayrat hasenatlar (ποικιλία ευσεβών έργων).

Όπως και αν το δει κάποιος, επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό σύνολο οικοδομημάτων, σχεδιασμένο ν’ αντιμετωπίσει τις ανάγκες του πληθυσμού της πόλης. Ο Εβλιγιά, ο οποίος προφανώς εντυπωσιάστηκε από το εύρος του ιδρύματος που έκτισε ο Ibrahim Paşa, συνέχισε λέγοντας: οι σκεπές όλων αυτών των δημόσιων κτηρίων που κατασκεύασε ο Ibrahim Paşa είναι καλυμμένες με μολύβι. Όταν τις βλέπεις από ψηλά και μακριά την πόλη, βλέπεις μιαν καλά αναπτυγμένη πόλη, καλυμμένη με σκούρο μπλε μολύβι….»


Β) Σ΄ ένα συνέδριο που έγινε στο Ρέθυμνο, τον Ιανουάριο του 1994, με θέμα «the Via Egnatia under Ottoman rule, 1380-1699», ο Machiel Kiel, στην ανακοίνωσή του με τίτλο: «Η Οθωμανική οικοδομική δραστηριότητα κατά μήκος της Εγνατίας Οδού - οι περιπτώσεις της Pazargah (Απολλωνίας), της Καβάλας και των Φερών (Ferecik)», είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Στα χρόνια μεταξύ του 1530 και του 1536 το παλιό βυζαντινό κάστρο της Καβάλας επισκευάστηκε κι επεκτάθηκε πολύ, με διαταγές του Σουλτάνου Σουλεϊμάν……. Στο χώρο της ακτής, μέσα στα νέα τείχη της πόλης, ο μεγάλος βεζίρης Ιμπραήμ Πασάς (επίσημα 1523-1536) ίδρυσε ένα αρκετά μεγάλο θολωτό τζαμί, ένα χαμάμ, ένα σταθμό ταξιδιωτών, ένα δημοτικό σχολείο (mekteb) και ιμαρέτ, όπου οι ταξιδιώτες μπορούσαν να σιτιστούν δωρεάν…… Η παλαιότερη διαθέσιμη πηγή για την ανασυγκροτηθείσα πόλη είναι οι ταξιδιωτικές σημειώσεις του Pierre Belon, του 1555. Οι παρατηρήσεις του δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με μια εσκεμμένη πολιτική αστικοποίησης. Στο κεφ. 57, ο Belon σημειώνει πως η Καβάλα: «είναι τώρα ένα υπέροχο μέρος. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήταν έρημη κι ολοκληρωτικά κατεστραμμένη…….. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ξενώνες στην Τουρκία, ας μιλήσουμε και για το μεγάλο κτίριο που ανεγέρθηκε από τον Ιμπραήμ πασά στην Καβάλα, το οποίο οι Τούρκοι αποκαλούν Carbasharra. Έκτισε επίσης ένα τζαμί δίπλα στους ξενώνες, όπου όλοι όσοι περνούν διαμένουν και τρέφονται. Στην ομάδα μας ήμασταν μόνο τρεις, με τα άλογα μας, και μας έδωσαν τροφή για τρεις μέρες, χωρίς να πληρώσουμε τίποτα και χωρίς κανένα πρόβλημα ... Κανείς, Εβραίος, Χριστιανός, ειδωλολάτρης ή Τούρκος δεν είναι ανεπιθύμητος εδώ» (κεφ. 59). Ανακεφαλαιώνοντας, ο Belon προσθέτει: «Αυτός ο πασάς έκανε τέτοιες επισκευές στην Καβάλα, που, εκτός από το να φέρει νερό από την πηγή μέχρι το ψηλότερο σημείο της πόλης, με την κοστοβόρα κατασκευή του, τις αψίδες (καμάρες), έφερε το νερό επίσης και στο τζαμί του και τα λουτρά του, αλλά και σε όλα τα άλλα σημεία της πόλης».


Γ) Η Ιόλη Βιγκοπούλου, στο έργο της «ROUTES ET LOGEMENTS DES VOYAGEURS DANS LA RÉGION DE LA THRACE (XVIe-XIXe SIÈCLES)», αναφέρει: «Στην Καβάλα (τελευταία στάση πριν την περιοχή της Θράκης), ο Belon (1547) παρέμεινε σίγουρα τρεις ημέρες στο «Ιμαρέτ» του Ιμπραήμ Πασά. Με αυτή την ευκαιρία, περιέγραψε το ίδρυμα και τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η φιλοξενία των Τούρκων στα «Ιμαρέτ» και στα «κερβανσαράι», ενώ μας παρέχει επίσης πολύ σημαντικές πληροφορίες για το φαγητό και τα γεύματα που συνήθως προσφέρονται σε αυτά σε κάθε περαστικό, ανεξάρτητα από τη θρησκεία του».


ΙΙ) ΤΟ ΙΜΑΡΕΤ ΤΟΥ ΜΕΧΜΕΤ ΑΛΗ, ΤΕΚΝΟΥ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ


Α) Ο Μεχμέτ (Μουχαμάντ) Αλί Πασά, (1769-1849), γέννημα – θρέμμα της Καβάλας, όταν αναδείχθηκε πρώτος αντιβασιλέας της Αιγύπτου, έδειξε μεγαλόκαρδα την αγάπη του για την γενέτειρά του. Κατασκεύασε το δικό του “Ιμαρέτ” (1817/18-1820/21), που αποτελούσε, για την κλίμακα της τότε μικρής πόλης, τη σημαντικότερη, πολεοδομική επέμβαση όλης της περιόδου εκείνης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο διάσημος νομομαθής, εγκυκλοπαιδιστής, πανεπιστημιακός καθηγητής και περιηγητής Βαρώνος Φράντς Φον Λέχερ «οι Καβαλιώτες παρακάλεσαν τον μεγάλο τους συμπατριώτη, να τους χαρίσει η εύνοιά του ένα Ιμαρέτ, δηλαδή μια μεγάλη αίθουσα συσσιτίου, όπου να δίνουν σε κάθε άπορο, κάθε μέρα, σούπα, πιλάφι και ψωμί και δύο φορές την εβδομάδα από ένα κομμάτι κρέας. Αυτό ακριβώς έκανε ο αγαθός εκείνος αντιβασιλέας, αλλά την ιδέα του ιεροδιδασκαλείου δεν την έβγαλε από το μυαλό του……….Και ξαφνικά έγιναν όλοι οι Καβαλιώτες άποροι. Έτσι, πλούσιος ή φτωχός έπαιρνε το μεσημεριανό του φαγητό από το τσουκάλι του γενναιόδωρου Ιμαρέτ. Αποτέλεσμα; Η έμφυτη οκνηρία τους έγινε ακόμη πιο μεγάλη κι έτσι τώρα, όποιος θέλει να φάει ψάρια πρέπει να τα ψαρέψει μόνος του, γιατί ακόμη και οι ψαράδες ζουν τώρα από το Ιμαρέτ» .


Β) Ο ταγματάρχης του Μηχανικού, Νικόλαος Θ. Σχινάς, στο έργο του «ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΥ, ΝΕΑΣ 0ΡΙΟΘETIΚHΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ», που εκδόθηκε το έτος 1886 και στο κεφάλαιο «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΤΕΥΧΟΣ Β’», αναφέρει τα εξής: «Παρά το τείχος εκτίσθη μέγα Ιμαρέτ ( σχολείον ), έργον του εν ταύτη γεννηθέντος αντιβασιλέως της Αιγύπτου Μεχμετ Αλή, εν ω διαιτώνται περί τούς 600 -700 σοφτάδες, από ηλικίας 17- 40 ετών. Προς συντήρησιν δε, διδασκαλίαν και χορήγησιν εκάστω 30 γροσίων μηνιαίως, δια τας μικράς των ανάγκας, δαπανώνται ετησίως 1200 οθωμανικαί λίραι, εξ αυτού δε τροφοδοτούνται και οι πτωχοί. Άπαντες ούτοι εισίν ως εικός φανατικώτατοι Οθωμανοί και το αίσθημα αυτών μεταδίδουσιν εις τους λοιπούς κατοίκους και περιοίκους. Εις επίμετρον δ’ έχουσιν όπλα τηρούμενα εν αποθήκαις της σχολής, εν ή υπάρχει αποθήκη πολεμεφοδίων ως και ετέρα, τροφών δι’ έξ μήνας, έτι δε αλευρόμυλος δι’ ίππου λειτουργών και κλίβανος παρέχων 1200 οκάδας το ημερονύκτιον».


Γ) Στον Δ’ τόμο του συγγράματος που εκδόθηκε το έτος 1887, από τον Β. Δ. Ζώτο Μολοσσό, με τίτλο «Ηπειρωτικαί Μακεδονικαί Μελέται - τόμος Δ’», υπάρχει κείμενο, που φέρει τον υπότιτλο «Δρομολόγιον της ελληνικής χερσονήσου αρχαιολογικόν, ιστορικόν, γεωγραφικόν, στρατιωτικόν, στατιστικόν και εμπορικόν - Μακεδονία και Σερβία», στο οποίο ο συγγραφέας, αναφερόμενος στην Καβάλα, γράφει ότι η νήσος Θάσος ανήκει στην Αίγυπτο, δωρηθείσα υπό του Μετζίτ, ως πατρίδα του Μεχμέτ Αλή, ο οποίος διατηρεί «σχολήν Κατήδων (ενν. Δικαστών) της Αιγύπτου στην Καβάλα».


Δ) Ο Αββάς E. LE CAMUS, σε σύγγραμμα που εξέδωσε το έτος 1896 υπό τον τίτλο «VOYAGE AUX SEPT EGLISES DE L’ APOCALYPSE», περνώντας από την Καβάλα, αναφέρει ότι «μερικά φιλανθρωπικά ιδρύματα, που συστάθηκαν από τον Μεχμέτ Αλή, τον περίφημο αντιβασιλέα της Αιγύπτου, καταγόμενο από την Καβάλα, παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χαρακτήρα κι ένα μέγεθος που τραβά την προσοχή».


Ε) Το έτος 1897 εκδόθηκε στο Λονδίνο το σύγγραμμα της Mary Adelaide Walker, με τίτλο «Old tracks and new landmarks». Στο έργο της αυτό, η συγγραφέας περιγράφει με τρόπο απαράμιλλο την άφιξή της στην Καβάλα, το έτος 1860 και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «η θέα της πόλης είναι εντυπωσιακή, έτσι όπως αυτή στέκεται κυριαρχικά πάνω σ’ έναν εξέχοντα, βραχώδη όγκο, ο οποίος ανυψώνεται απότομα από τη θάλασσα. Στα μισά αυτού του όγκου, μια μακρά σειρά από λευκά κτίρια με κιονοστοιχίες, θόλους και μιναρέδες, αποτελούν το τουρκικό καθίδρυμα, το οποίο ιδρύθηκε από τον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, που καταγόταν από αυτόν τον τόπο».


ΣΤ) Για το υπό εξέταση θέμα, στην γαλλόφωνη εφημερίδα «JOURNAL DE SALONIQUE», μια δις-εβδομαδιαία έκδοση της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, που υπάρχει ολόκληρη, σε ψηφιακή μορφή, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, υπάρχουν δύο δημοσιεύματα:


1) Στο φύλλο της 8ης Μαϊου του έτους 1899, μια ανταπόκριση του ειδικού ανταποκριτή της εφημερίδας B. S. Levy, με τίτλο «LETTRE DE DEDEAGATCH» (επιστολή από το Ντεντέαγάτς – σημερινή Αλεξανδρούπολη), με το εξής περιεχόμενο:

«Δεκατέσσερις ώρες αγκυροβολημένοι μπροστά από το Dedeagatch, χωρίς να μπορούμε να βγούμε στην ξηρά, δεν είναι κάτι που θα ευχόμουν σε κανέναν. Βρέχει, βρέχει καταρρακτωδώς και ενώ περιμένω την ώρα της αναχώρησης, σας γράφω αυτές τις λίγες γραμμές, για να σας μιλήσω ξανά για την Καβάλλα.

Δεν υπάρχει ταξιδιώτης, που να μην εκδηλώνει, στην Καβάλλα, την επιθυμία να δει το «Ιμαρέ». Το «Ιμαρέ» είναι ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, που ιδρύθηκε από τον αείμνηστο Μεχμέτ Αλή Πασά. Είναι ένα τεράστιο κτίριο, η επιβλητική όψη του οποίου τραβά την προσοχή του ταξιδιώτη που φτάνει από τη θάλασσα. Ολόλευκο, με ένα όμορφο περιστύλιο με στοές μπροστά του, είναι ορατό πάνω από τα ερειπωμένα τείχη της παλιάς πόλης και η λευκότητά του αντανακλάται στα γαλάζια νερά, των οποίων δεσπόζει, από ύψος αρκετών μέτρων.

Στο εσωτερικό του, το «Ιμαρέ» χωρίζεται σε εβδομήντα δωμάτια, επιπλωμένα με καναπέδες.

Περίπου διακόσιοι softas (φοιτητές θεολογίας) ζουν εκεί και τρέφονται με έξοδα του ιδρυτή.

Δύο φορές την εβδομάδα, όλοι οι φτωχοί της πόλης, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνικότητας, έρχονται εκεί για να φάνε το «πιλάφι», που τους διανέμεται σε μεγάλες ποσότητες.

Για τη συντήρηση αυτού του ασύλου, ο Χεβίδης (ενν. τον Μεχμέτ Αλή) στέλνει κάθε μήνα το ποσό των 200 λιρών.

Πριν από λίγες ημέρες, μια πτέρυγα του Imaré διαμορφώθηκε για να χρησιμεύσει ως κοσμικό σχολείο. Οκτώ ευρύχωρες, ευάερες, καθαρές αίθουσες, κατασκευασμένες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υγιεινής, φιλοξενούν περίπου πενήντα μαθητές, που λαμβάνουν δωρεάν κοσμική και ορθολογική εκπαίδευση. Πέντε καθηγητές διδάσκουν τουρκικά, αραβικά, περσικά, γαλλικά, καθώς και αριθμητική, επιστήμες κ.λπ. Μια μεγάλη αυλή έχει διατεθεί. ειδικά για το διάλειμμα και έχουν τοποθετηθεί εκεί όργανα γυμναστικής.

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του σχολείου εισάγονται από την Ευρώπη και ότι τα προγράμματα διδασκαλίας είναι αντίγραφα των προγραμμάτων των ευρωπαϊκών προπαρασκευαστικών σχολείων.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διοίκηση του Ιμαρέ καλύπτει όλες τις ανάγκες των φοιτητών.

Αχ, αν τέτοια ιδρύματα πολλαπλασιάζονταν στην Ανατολή, πόσες υπηρεσίες θα πρόσφεραν στο ευρύ κοινό!

Δεν μας λείπουν οι πλούσιοι στην Τουρκία και η χώρα έχει την τύχη να μετράει, μεταξύ των ευνοημένων από τη μοίρα, πολλούς φιλάνθρωπους.

Τι χρειάζονται αυτοί για ν’ αρχίσουν να εργάζονται; Να τους δείξουμε τα χρήσιμα δημιουργήματα που πρέπει να μιμηθούν; Νομίζω ότι αυτό έχει ήδη γίνει».


2) Στο φύλλο της 6ης Αυγούστου του έτους 1900, μια ανταπόκριση του αυτού ως άνω ειδικού ανταποκριτή της εφημερίδας B. S. Levy, με τίτλο «ΣΤΟΝ ΔΟΥΝΑΒΗ» και με το εξής περιεχόμενο:

«Καβάλα, Σάββατο 28 Ιουλίου (1900)

Γνωρίζουμε ότι ο αείμνηστος Μεχμέτ Αλή Πασά, ο διάσημος ειρηνοποιός της Αιγύπτου, ήταν Καβαλιώτης. Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε φαίνεται ακόμη εδώ και διατηρείται ως πολύτιμο κειμήλιο.

Λόγω του ότι ο επιφανής πολιτικός γεννήθηκε στην Καβάλλα, αυτή έλαβε παροχές, η σημασία των οποίων δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Πριν από πολλά χρόνια, οι αιγυπτιακές αρχές έχτισαν εδώ ένα θεολογικό ινστιτούτο, κοινώς γνωστό ως Ιμαρέ.

Το Ιμαρέ στεγάζει, τρέφει και εκπαιδεύει έναν άπειρο αριθμό νεαρών μουσουλμάνων - κάποιοι λένε πεντακόσιους - που προορίζονται να γίνουν θεολόγοι επιστήμονες. Το Ιμαρέ, με την ημι-αραβική, ημι-βυζαντινή αρχιτεκτονική του, είναι χτισμένο στην άκρη της θάλασσας. Διατηρείται απόλυτα καθαρό. Οι ένοικοι αυτού του ασύλου αφοσιώνονται ευχαρίστως στη μελέτη της λογικής, την αραβική νομολογία, η οποία είναι πολύ βαθιά, το θρησκευτικό δίκαιο, εν ολίγοις σε όλους τους κλάδους, στους οποίους πρέπει ν’ ασκούνται οι πνευματικές ικανότητες των μελλοντικών λειτουργών της (μουσουλμανικής) θρησκείας.

Επισκεπτόμενος το Ιμαρέ, ζήλεψα πολύ την τύχη εκείνων των φοιτητών, που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε, που καταβάλλουν προσπάθειες μόνο για να διεισδύσουν στα μυστήρια των ιερών γραφών. Οι νέοι, που τους απασχολεί κάποιο συνειδησιακό θέμα, πηγαίνουν και ακουμπούν σ’ ένα από τα κρηπιδώματα του τείχους, που είναι χτισμένο πάνω στο βράχο, με θέα τη θάλασσα κι εκεί, βλέποντας τα κύματα να σπάνε, βλέποντας τον καθαρό και διαυγή ορίζοντα στο βάθος, ανακτούν την ηρεμία της ψυχής τους κι επιστρέφουν στο δωμάτιο μελέτης τους, με το πνεύμα ελαφρύ και τον εγκέφαλο έτοιμο να συλλάβει τα μεγαλύτερα προβλήματα της θεολογικής επιστήμης.

Το Ιμαρέ μοιράζει καθημερινά ρύζι και ψωμί στους φτωχούς της Καβάλας. Δύο φορές την εβδομάδα μοιράζει επίσης κρέας και ένα πιάτο με γλυκό. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο κοστίζει η συντήρηση ενός τέτοιου θεσμού.

Μου λένε ότι σε ορισμένες περιόδους του έτους, πλοία γεμάτα με ρύζι και δημητριακά, φορτία με βούτυρο και άλλα υλικά φτάνουν στο Ιμαρέτ, το οποίο αποθηκεύει όλες τις προμήθειες σε τεράστιες αποθήκες.

Υπάρχει επίσης ένας αρκετά μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, που διαχειρίζονται τα συμφέροντα του Ιμαρέ με σχολαστική ακρίβεια, καθώς οι λογαριασμοί ελέγχονται τακτικά και μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ποτέ κανένα παράπονο για τη διαχείριση του ιδρύματος».


Ζ) Ο L. Cogniard (που αναφερόταν και ως «Le P. Cogniard» ή ως «H. de Saint Germain»), στο σύγγραμμα που εξέδωσε το έτος 1902 με τίτλο: «Οrient a vol d’ oiseau, carnet d’ un pelerin. Ηellenisme, Αramaϊsme et Σemitisme, ou la verite sur le voyage de guillaume II», αναφέρει τα εξής: «Η Καβάλλα είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε ο Μεχμέτ – Αλή, ο ιδρυτής της αιγυπτιακής δυναστείας. Αυτός ο άνδρας, γενναιόδωρος, μολονότι βάρβαρος, δώρισε στην γενέθλια πόλη του ένα τέμενος κι ένα σχολείο για ιμάμηδες και ουλεμάδες. Ο οδηγός μου μου δείχνει τους μαθητές του μεγάλου Μεντρεσέ, που αναγνωρίζονται από την ομοιόμορφη ενδυμασία τους. Φυλακισμένοι μέσα στην φαρδιά κάπα τους, ένα είδος μεγάλου μανδύα, με το κεφάλι καλυμμένο μ’ ένα κατακόκκινο τουρμπάνι, έχουν μια μυστικιστική και αυστηρή αύρα, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την λαγνεία (έξαψη) ενός πληθυσμού θορυβώδους και φανταχτερού. Αυτοί αντιμετωπίζουν τον ταξιδιώτη με το βλέμμα ανθρώπων συνηθισμένων να βλέπουν τις χώρες της Δύσης να τους πληρώνουν μεγάλους, εμπορευματικούς φόρους».


Η) Σύμφωνα με τον καθηγητή ιστορίας στο Α.Π.Θ. Απόστολο Βακαλόπουλο, (Ιστορία της Μακεδονίας – 1354-1833, εκδόσεις Βάνιας, 1992), «μετά την λήξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812, ένα απρόοπτο γεγονός μεταβάλλει το πολιτικό καθεστώς ενός μέρους της μακεδονικής γης, της Θάσου. Συγκεκριμένα, στις 30 Μαρτίου ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ παραχωρεί το νησί στον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ύστερα από σχετική αίτησή του, για να τον ευχαριστήση και να τον ανταμείψη για τούς αγώνες του στην περιοχή της Χετζάζης εναντίον των Βαχαβιτών (1807 κέ.), που είχαν επαναστατήσει εναντίον των Τούρκων. Για ποιο λόγο ο Μεχμέτ Αλή ζήτησε να του δωρηθή η Θάσος και όχι κανένα άλλο νησί; Η πιο λογική βέβαια απάντηση είναι ότι η Θάσος βρισκόταν απέναντι από την γενέτειρά του Καβάλα και ήταν σχετικά εύφορη, ώστε με την είσπραξη των φόρων της να μπορή να συντηρή το πτωχοκομείο (ιμαρέτ), που είχε ιδρύσει στην πατρίδα του. Νομίζω όμως ότι στην απόκτηση ειδικά της Θάσου παρακινήθηκε ό Μεχμέτ Αλή και από έναν_άλλο λόγο, από την επιθυμία του να ευεργετήση τους κατοίκους της, από τούς οποίους είχε ευεργετηθή. Γιατί, σύμφωνα με μια σκοτεινή και αόριστη παράδοση, που εξακολουθεί να επιζή, ο Μεχμέτ Αλή έζησε, στην βρεφική του ηλικία, στον Άγιο Γεώργιο Θάσου, κοντά στην ελληνική οικογένεια Καραπαναγιώτη, ως ομογάλακτος του γιου της Θεοδωρούδη και αργότερα, όταν ακόμη ήταν άσημος, καταδιωκόμενος για κάποιο φόνο, βρήκε άσυλο στο ίδιο χωριό και στην ίδια οικογένεια….»


Θ) Τέλος, ο G. F. ABBOT, στο σύγγραμμά του με τίτλο «the tale of a tour in Macedonia», που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1903, σ’ ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, με τίτλο «ΤΕΜΠΕΛΧΑΝΕ Ή Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΟΚΝΗΡΩΝ», αναφέρει τα εξής:

«Το παραπάνω, είναι ένα προσωνύμιο με το οποίο είναι γνωστό το Ιμαρέτ της Καβάλας. Το Ιμαρέτ είναι ένα παράξενο ίδρυμα, ένας συνδυασμός σχολής και κουζίνας. Το τελευταίο, προσφέρει στέγη και τροφή σε περίπου τριακόσιους φτωχούς, άπληστους και ρακένδυτους σοφτάδες, δηλαδή σπουδαστές θεολογίας και δωρεάν πιλάφι σε όλους τους επισκέπτες.

Το πιλάφι είναι το τυπικό φαγητό του Τούρκου. Όπως κι εκείνος, είναι βαρύ, ανιαρό και δύσπεπτο, διαθέτοντας άφθονο σώμα, αλλά σχεδόν εντελώς στερημένο άξιας λόγου ψυχής. Πολύ σύντομα το βαριέσαι. Ωστόσο, δεν έχουν την ίδια άποψη οι φτωχοί της Καβάλας, οι οποίοι συνωστίζονται καθημερινά στις πύλες του Ιμαρέτ, οπλισμένοι με πιάτα, γαβάθες, δίσκους και οποιοδήποτε άλλο δοχείο, όπου μπορεί να τοποθετηθεί πιλάφι και αναμένουν ανυπόμονα ν’ ανοίξουν οι πύλες και ν’ αναδυθεί ο ευχάριστος ατμός, δίνοντάς τους μια πρόγευση του γεύματος που έχουν κερδίσει χωρίς κόπο. Το ρύζι γι’ αυτό το έδεσμα μεταφέρεται με μεγάλα φορτηγά πλοία κατευθείαν από την Αίγυπτο, ενώ η Αραβία προσφέρει τον καρπό του καφεόδεντρου της Μόκας, από τον οποίο παρασκευάζεται το λιτό ποτό που οι Τούρκοι αγαπούν περισσότερο, απ’ ότι οι Σκώτοι το ουίσκι ή οι Σλάβοι τη βότκα. Άλλες μωαμεθανικές χώρες δείχνουν την εκτίμησή τους για την αποστολή του Ιμαρέτ, με περιοδικές δωρεές σε χρήμα ή σε είδος. Ωστόσο, το τακτικό και σημαντικότερο μέρος του εισοδήματος του ιδρύματος προέρχεται από τα έσοδα της Θάσου, με τα οποία το έχει προικοδοτήσει ο ιδρυτής του. Η Θάσος αποτελεί τμήμα της επικράτειας του χεδίβη και κυβερνάται από έναν Αιγύπτιο μπέη και λίγους Αιγύπτιους αξιωματούχους, οι οποίοι μοιράζουν το χρόνο τους μεταξύ των ελαιώνων του νησιού και των καφενείων της ηπειρωτικής χώρας.

Το δημοφιλές παρατσούκλι δεν δυσφημεί καθόλου αυτά τα ιδρύματα. Δύσκολα θα μπορούσε να επινοηθεί πιο γόνιμο φυτώριο, για τη διάδοση της οκνηρίας και της άγνοιας. Οι Σοφτάδες, που μεγάλωσαν στην ανθυγιεινή ατμόσφαιρα τέτοιων ιδρυμάτων, πάντα διακρίνονταν για την άγρια και μισαλλόδοξη διάθεσή τους. Όποτε η κυβέρνηση θεωρεί ότι η σφαγή των χριστιανών είναι πολιτική αναγκαιότητα, βρίσκει σε αυτούς τους φοιτητές θεολογίας έτοιμους και ενθουσιώδεις πράκτορες, για την αφύπνιση αυτού του πνεύματος φανατισμού που, αν αφεθεί ανενόχλητο, κοιμάται ειρηνικά στην καρδιά των Τούρκων. Η εκπαίδευσή τους συνίσταται στην απομνημόνευση επιλεγμένων αποσπασμάτων του Κορανίου, στη σύνταξη στατιστικών στοιχείων, για τα διάφορα γράμματα του αλφαβήτου, που βρίσκονται στις διάφορες Σούρες του «Βιβλίου» και στην κατανάλωση πιλαφιού. Τα διαλείμματα μεταξύ αυτών των ασκήσεων γεμίζουν με προσευχές και καφέ.

Εκτός από τα ισχυρά κίνητρα της δωρεάν διαμονής και διατροφής, το Ιμαρέτ προσφέρει το προνόμιο της απαλλαγής από τη στρατιωτική θητεία. Μόλις γίνεις Σοφτάς, δεν μπορείς να γίνεις στρατιώτης. Καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να σε αναγκάσει ν’ ανταλλάξεις το λευκό τουρμπάνι και τα φαρδιά παντελόνια του φοιτητή με το κόκκινο φέσι και τα στενά παντελόνια του μαχητή. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα κάνουν το Κολλέγιο πολύ δημοφιλές και το λευκό τουρμπάνι είναι ένα διακριτικό που επιζητούν τόσο έντονα οι φιλόδοξοι νέοι της Τουρκίας, όσο το μπλε καπέλο οι φιλόδοξοι νέοι της Αγγλίας…

Τις Πέμπτες και τις Κυριακές, εκτός από το βασικό πιάτο του πιλαφιού, στους επισκέπτες σερβίρεται μια άλλη λιχουδιά, που ονομάζεται ζερντέχ (zerdeh) και παρασκευάζεται από ρύζι αρωματισμένο με ζάχαρη και χρωματισμένο με σαφράν. Επίσης, ένα γλυκό είδος πουρέ, που ονομάζεται φόντλα (fodla) και έχει γεύση σαν το στίχο του Ομάρ Καϊντίν (ο Omar Khayyam ήταν Πέρσης ποιητής).

Κατά τη διάρκεια της διαμονής μου στην Καβάλλα, είχα την ευκαιρία να απολαύσω όλα αυτά τα καλά πράγματα.

Πήγα εκεί γύρω στις δέκα το πρωί και με οδήγησαν πρώτα στην κουζίνα, ένα ευρύχωρο δωμάτιο, με αμμώδες δάπεδο και θολωτή οροφή. Μια σειρά από γιγάντια καζάνια, τοποθετημένα πάνω σε τεράστια, σιδερένια τρίποδα πάνω από φλόγες, έδειχναν, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι γινόταν μαγείρεμα σε τεράστια κλίμακα. Ο αρχιμάγειρας με υποδέχτηκε στην πόρτα και, με μια μεγαλοπρεπή κίνηση της ξύλινης κουτάλας του, έδειξε με υπερηφάνεια τον βραστήρα. Ο «βασιλιάς των ανθρώπων» δεν θα μπορούσε να χειριστεί το σκήπτρο «που του έδωσε ο Δίας» με πιο μεγαλοπρεπή αέρα. Εντυπωσιάστηκα βαθιά.

«Όλα αυτά είναι πιλάφι;» ρώτησα, κάπως αδιάφορα.

«Μα τον Αλλάχ τον Ελεήμονα και τον Συμπονετικό, ναι, είναι!» απάντησε η Αυτού Μεγαλειότης ο μάγειρας.

Ένα λιπαρό χαμόγελο αποκάλυψε μια σειρά από κεχριμπαρένια δόντια, η φωνή του κάλυψε για μια στιγμή το βουητό των καζανιών.

«Και θα είναι έτοιμο μέχρι το μεσημέρι;» ψιθύρισα.

«Αν ο Θεός το θελήσει, ναι, αφέντη!» βρυχήθηκε ο μάγειρας, με τόνο που έρχονταν σε αντίθεση με τη συμβατική σεμνότητα που υπονοούσαν τα λόγια του.

Ο μάγειρας ήταν προφανώς άντρας γεννημένος για να διοικεί.

Πρόσθεσε ότι θα θεωρούσε τιμή του, αν ο επιφανής άπιστος χότζας καταδεχόταν αργότερα να περάσει για μια κουταλιά πιλάφι κι έτσι με αποχαιρέτησε από το βασίλειό του.

Η επόμενη πρόσκλησή μου ήταν σ’ ένα από τα δωμάτια των φοιτητών. Υπήρχαν πάνω από εξήντα τέτοια δωμάτια, το καθένα από τα οποία μοιραζόταν μεταξύ τεσσάρων ή πέντε ατόμων. Στην πόρτα, η ευωδία του mocha berry καφέ, που ήδη ανέφερα, γέμισε τα ρουθούνια μου. Μπήκα δειλά και μέσα από ένα σύννεφο καπνού παρατήρησα τρεις φοιτητές, με τουρμπάνια και γένια, να κάθονται σταυροπόδι, πάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, χωρίς τα παπούτσια τους, πίνοντας με προσήλωση τον καφέ τους και εισπνέοντας νικοτίνη από ένα τσιμπούκι μήκους μιας γιάρδας. Με σοβαρότητα, αλλά ευγενικά, μου έκαναν νόημα να καθίσω ή να σκύψω δίπλα τους. Μ’ ένα κατάλληλο τεμενά – που σημαίνει ότι έσκυψα και σκούπισα τον αέρα με το δεξί μου χέρι και μετά άγγιξα το πηγούνι και το μέτωπό μου – δέχτηκα την πρόσκληση.

Ένας τέταρτος νεαρός, με τουρμπάνι και γένια, περίπου σαράντα ετών, ετοίμαζε εν τω μεταξύ ένα φλιτζάνι καφέ, στη μικρή, κόκκινη ξυλόσομπα που υπήρχε σε κάθε δωμάτιο. Ένα ράφι πάνω από το κεφάλι μου, με δύο ή τρεις τόμους στοιχειώδους αριθμητικής και ένα φθαρμένο χειρόγραφο του Κορανίου, έδειχνε ότι ο χρόνος που αυτοί οι κύριοι μπορούσαν ν αφιερώσουν εκτός από το να πίνουν καφέ, να καπνίζουν τσιμπούκια και να κοιμούνται, αφιερωνόταν επιμελώς στη μελέτη μαθηματικών και θεολογικών προβλημάτων.

Ενώ σκεφτόμουν αυτά τα θέματα, ξαφνιάστηκα από έναν παράξενο θόρυβο — ένα συνδυασμό στεναγμού και γρυλλίσματος — από ψηλά. Σήκωσα τα μάτια μου τρομαγμένος και ιδού! Ψηλά πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε ένας πέμπτος φοιτητής, με τουρμπάνι και γένια, που με κοίταζε σοβαρά μ ένα ζευγάρι σκούρα, ονειρικά, αμυγδαλωτά μάτια. Πρέπει να εξηγήσω γρήγορα ότι ο ευτυχισμένος ιδιοκτήτης αυτών των ματιών δεν είχε, όπως αρχικά σκέφτηκα ανόητα, εμφανιστεί από τον ουρανό, αλλά από ένα είδος παταριού ή εξώστη, που περιέβαλλε το δωμάτιο από τις τρεις πλευρές του και φωτιζόταν αμυδρά από ένα μικρό παράθυρο με σιδερένια κάγκελα. Η σχετική σκοτεινότητα αυτών των υψηλότερων περιοχών και τα σύννεφα καπνού που περιστρέφονταν γύρω τους με είχαν εμποδίσει να παρατηρήσω την ύπαρξη του παταριού πριν.

Αυτός ο «από μηχανής θεός», αφού έκανε αισθητή την παρουσία του μ’ αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο, ήρθε να ενταχθεί στον κύκλο μας, με εξίσου εκκεντρικό τρόπο. Πρώτα εμφανίστηκε ένα χαριτωμένο ζευγάρι πόδια με μάλλινα καλτσάκια, ακολούθησε ένα ζευγάρι πολύ φαρδιά παντελόνια με πολλές δίπλες και σύντομα αυτό το σύνολο από λινό κουλουριάστηκε σε μια γωνία απέναντί μου.

Εν τω μεταξύ, ο καφές μου είχε σερβιριστεί σ’ ένα μικρό φλιτζάνι χωρίς χερούλι, με μέγεθος και σχήμα μισού αυγού, και άρχισα να τον πίνω και να χτυπάω τα χείλη μου, σαν να ήμουν γεννημένος γι’ αυτό. Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι στοματικοί ήχοι, που θεωρούνται ασυγχώρητες παραβάσεις της καλής ανατροφής των ανδρών, από τους Τούρκους θεωρούνται αποδείξεις ευφυΐας και χρησιμοποιούνται επιμελώς. Η γνώση, εκ μέρους μου, της τουρκικής εθιμοτυπίας μ’ ενθουσίασε, αλλά λυπήθηκα τους οικοδεσπότες μου τόσο πολύ, που έπρεπε να καταπιώ ένα καυτό φλιτζάνι, πριν μου επιτραπεί να αποσυρθώ.

Η επόμενη επίσκεψη ήταν στη βιβλιοθήκη, όπου βρήκα χίλια καζάνια πιλάφι και έναν ωκεανό καφέ μαζί. Ποτέ πριν δεν είχα δει τόσο μεγάλο αριθμό αντικειμένων, που θα μπορούσαν να παρασύρουν έναν μελετητή να παραβιάσει την όγδοη εντολή, συγκεντρωμένα σ’ έναν εξίσου μικρό χώρο. Σειρά με σειρά βρίσκονταν τα προσεκτικά επισημασμένα, αν και σπάνια ανοιχτά, χειρόγραφα των Περσών ποιητών και των Αράβων σοφών - το ένα πλουσιότερο από το άλλο, όλα γραμμένα μ’ εξαιρετική γραφή, πάνω στην καλύτερη περγαμηνή που μπορεί να φανταστεί κανείς. Τα δάχτυλά μου μ’ έτρωγαν και οι τσέπες μου άνοιγαν, αλλά οι αρχές μου, ενισχυμένες από την παρουσία μισής ντουζίνας οξυδερκών υπαλλήλων, που συνέχιζαν να κοιτάζουν πάνω από τους ώμους μου, νίκησαν τον πειρασμό και έφυγα από το μέρος εκείνο, χωρίς να έχω γίνει πιο κακός, αν και είχα γίνει πολύ πιο σοφός, από την επίσκεψή μου.

Καθώς έβγαινα, σταμάτησα ξανά στην κουζίνα, όπου ο φίλος μου ο μάγειρας ήταν πολύ ευχαριστημένος κι ενθουσιασμένος, που έβλεπε έναν Φράγκο Χότζα να δοκιμάζει τα πιάτα του με τόση όρεξη και χαρά, σαν να είχε αποφοιτήσει από το Ιμαρέτ. Η τουρκική ψυχραιμία του έσπασε τελικά, υπό το βάρος του ενθουσιασμού του και είχα την ικανοποίηση ν’ ακούσω τους επαίνους μου ν’ απαγγέλλονται, σαν τον θεατρικό ψίθυρο πάνω στην σκηνή, πίσω από την πλάτη μου.

Αυτές οι αναμνήσεις και μερικά κόκκοι ρύζι που είχαν κολλήσει στο γιλέκο μου είναι τα μόνα που πήρα μαζί μου από αυτό τον άνετο οίκο της Μουσουλμανικής Μούσας».


ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ:

Η πρώτη, (που ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα), προέρχεται από το αρχείο του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίντ, το οποίο βρίσκεται στο ISTANBUL UNIVERSITASI και απεικονίζει, σε πρώτο πλάνο το παλιό, Οθωμανικό Τελωνείο και πίσω το φιλανθρωπικό συγκρότημα του Μεχμέτ Αλή, το γνωστό μας Ιμαρέτ.

Η δεύτερη, αλιευμένη από το facebook, απεικονίζει το ίδιο Ιμαρέτ, όπως ήταν το έτος 1912.

Η τρίτη προέρχεται από κάρτ ποστάλ της Καβάλας.

Οι υπόλοιπες φωτογραφίες προέρχονται από τα Γαλλικά, κρατικά αρχεία.










 







Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026


Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ (ΚΑΙ Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΙ ΑΛΛΩΝ ΕΡΓΩΝ)



Στις ηλεκτρονικές σελίδες της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας,(gallica.bnf.fr/Biblioteque Nationale de France) είναι αναρτημένα τα περίπου επτακόσια ογδόντα (780) φύλλα μιας εφημερίδας, που εκδιδόταν, δυο φορές την εβδομάδα, στην γαλλική γλώσσα, με φροντίδα της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, από το έτος 1895 έως το 1910, υπό τον τίτλο «JOURNAL DE SALONIQUE».

Στο τεύχος της 27ης-10-1902 της εφημερίδας, δημοσιεύθηκε το ακόλουθο άρθρο του τότε εκδότη της εφημερίδας, Saadi Levy, που έχει τίτλο: PROMENADES ET VISITES A KAVALLA (ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ)

Πρόκειται για ένα άρθρο, στο οποίο ο εκδότης της εφημερίδας επαινεί τον τότε Οθωμανό καϊμακάμη (πολιτικό Διοικητή) της Καβάλας, για την θεμελίωση, στις 31 Αυγούστου του έτους 1900, του νέου οθωμανικού νοσοκομείου της πόλης, δυναμικότητας σαράντα (40) κλινών.

Όσον αφορά το ύφος του άρθρου και ειδικότερα τους υπερβολικούς επαίνους του εκδότη της εφημερίδας προς τον Οθωμανό Διοικητή της πόλης, ας μη το κρίνουμε με σημερινά κριτήρια, αλλά μέσα στα πλαίσια μιας ιδιαίτερα σκληρής εποχής, στην οποία οι υπόδουλοι στους Οθωμανούς όφειλαν να δίνουν συχνά «διαπιστευτήρια της νομιμότητάς τους», προκειμένου οι κατακτητές να τους επιτρέπουν να ζουν και ν’ αναπτύσσονται χωρίς σοβαρά προβλήματα.

Το άρθρο, μετά από την πιο πάνω επισήμανση, έχει ως εξής:

«Οι τελευταίες γιορτές μου έδωσαν λίγο ελεύθερο χρόνο, καθώς τα γραφεία της «La Epoca» έκλεισαν (σημείωση δική μου: Επρόκειτο, μάλλον, για το τυπογραφείο της εφημερίδας) και, κατά συνέπεια, η εφημερίδα Journal de Salonique δεν μπόρεσε να εκδοθεί για δύο συνεχόμενες Πέμπτες. Το να κάθομαι και να «μουχλιάζω» δεν ήταν ποτέ του γούστου μου. Έτσι, αφού έφτιαξα τις βαλίτσες μου, πήρα την άμαξα κι έφυγα να περιπλανηθώ στην ύπαιθρο, κάνοντας δύο μεγάλες στάσεις, στην Καβάλα και στην Κωνσταντινούπολη.

Η Καβάλα έχει την τύχη να κυβερνάται από τον Εξοχότατο Εμίν Πασά, έναν καϊμακάμη μ’ εκπληκτική δραστηριότητα, η οποία αποβαίνει εξ ολοκλήρου προς όφελος των κατοίκων της περιοχής και της ίδιας της περιοχής.

Το 1900, ο Εμίν Πασάς συνέλαβε την πολύ αξιέπαινη ιδέα, να τιμήσει επάξια την ευτυχή επέτειο της ενθρόνισης της Αυτού Μεγαλειότητας, του Σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό, σχεδίασε την ανέγερση ενός πολιτικού νοσοκομείου σαράντα (40) κλινών και, όπως πάντα, συμβουλεύτηκε τους υψηλούς αξιωματούχους και τους σημαντικότερους παράγοντες της Καβάλας. Παντού συνάντησε την πιο θερμή υποστήριξη και στις 31 Αυγούστου 1900, ημέρα της γιορτής του αυτοκρατορικού Ιωβηλαίου, η τοποθέτηση του πρώτου λίθου πραγματοποιήθηκε, μ’ εξαιρετική λαμπρότητα.

Απέμενε να βρεθούν όλοι οι απαραίτητοι πόροι, για την ολοκλήρωση του έργου που είχε αναληφθεί. Συγκροτήθηκε μια ανώτατη επιτροπή, με την ακόλουθη σύνθεση: Ο Εξοχότατος Εμίν Πασάς, πρόεδρος, ο αξιότιμος Χαφίζ Εφέντι, πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, αντιπρόεδρος, ο κ. Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, πρόξενος της Γαλλίας και της Ρωσίας, οι κ.κ. MM. II. Misrachi, διευθυντής της Commercial Company, A. Wix, διευθυντής του Οίκου Herzog, Izbiraki, ναζίρης της La Régie, Grumwald, ταμίας του Οίκου Herzog, Keleb Yanli Ibrahim και Ηassan effendi, επιφανείς προσωπικότητες της Καβάλας. Η υψηλή αυτή επιτροπή άνοιξε μια δημόσια εγγραφή, η οποία απέφερε περισσότερες από 2000 τουρκικές λίρες και το κτίριο μπόρεσε να κατασκευαστεί.

Το νοσοκομείο, που λειτουργεί εδώ και πέντε μήνες, βρίσκεται ανατολικά της Καβάλας, σ’ ένα απομονωμένο ακρωτήρι, που πλαισιώνεται από μιζα βραχώδη ακτή, η οποία υψώνεται πάνω από την απέραντη θάλασσα.

Στους πρόποδες αυτής της βραχώδους ακτής, τα κύματα σκάζουν με απαλό μουρμουρητό, όταν η θάλασσα είναι ήρεμη και με απειλητικό βρυχηθμό, όταν αυτή είναι οργισμένη.

Στα δεξιά βρίσκεται η πόλη, κλεισμένη μέσα στα τείχη της και σχηματίζοντας εσοχές, εκεί όπου οι γειτονιές μοιάζουν υπερβολικά «πνιγμένες». Ένας δρόμος, που η σκαπάνη έχει σκαλίσει στο βράχο, οδηγεί στην είσοδο της μνημειώδους κατασκευής, της οποίας τα σχέδια, που έδωσε ο κ. Grumwald, μοιάζουν με αυτά του Νοσοκομείου Rothschild της Βιέννης. Το πρωτότυπο (Νοσοκομείο της Βιέννης) δεν έχει (όμως την υπέροχη θέα προς τη θάλασσα, η οποία κάνει το Νοσοκομείο της Καβάλας να μοιάζει με ναό της υγείας.

Ο Εξοχότατος Emin Pacha θέλησε να με ξεναγήσει ο ίδιος στο ναό αυτόν, για τον οποίο ο ίδιος νιώθει (σχεδόν) θρησκευτική τφρυφερότητα.

Στο κατώφλι, μας υποδέχονται τρεις αδελφές της αγάπης, από τις οποίες δύο ήρθαν από τη Βιέννη και η τρίτη από την Κωνσταντινούπολη. Αυτές οι τρεις γενναίες γυναίκες, με τη βοήθεια του κύριου και του βοηθητικού προσωπικού, που διοικούνται με αυστηρότητα, διατηρούν το νοσοκομείο απόλυτα καθαρό. Αυτό σε κάνει να θέλεις να... αρρωστήσεις, για να απολαύσεις την περιποίηση και τις τρυφερές φροντίδες, να ζήσεις την αγάπη και ν’ απολαύσεις τη μαγευτική θέα.

Δεν χρειάζεται ν’ αναφερθούμε λεπτομερώς στην κατάσταση των κοιτώνων, των τραπεζαριών, του φαρμακείου, του χειρουργείου, των ιδιωτικών δωματίων, των σαλονιών και των άλλων βοηθητικών χώρων. Όλα είναι υπέροχα, επειδή είναι απλά και συμμορφώνονται με τις πιο πρόσφατες εφαρμογές (αρχές) της υγιεινής. Ας πούμε μόνο ότι όλο το περιεχόμενο του χειρουργείου προέρχεται από τα καλύτερα εργοστάσια του Βερολίνου και έχει εισαχθεί από τον Οίκο Herzog.

Ένας γιατρός, ο κ. Calendjé Yanco (Καλέντζης Γιάνκος;), απασχολείται στο Νοσοκομείο. Η ιατρική περίθαλψη εξασφαλίζεται, επιπλέον, από τους γιατρούς της πόλης, οι οποίοι, εκ περιτροπής, παρέχουν εξάμηνη περίθαλψη (ο καθένας) στους ασθενείς. Αυτή τη στιγμή, ο Δρ Louis προσφέρει την ευγενική του βοήθεια στον Δρ Calendjé.

Το ίδρυμα λειτουργεί σήμερα μ’ ένα κεφάλαιο 600 τουρκικών λιρών, που η δημοτική αρχή ανέλαβε να προσφέρει για τον πρώτο χρόνο. Από τον μήνα Μάρτιο του επόμενου έτους, ημερομηνία λήξης της οικονομικής περιόδου, η Εξοχότητά του, ο Εμίν Πασάς, ελπίζει να μπορέσει να εξασφαλίσει στο νοσοκομείο ένα ετήσιο εισόδημα 1000 τουρκικών λιρών. (Για το σκοπό αυτόν), περίπου σαράντα (40) καταστήματα πρόκειται ν’ ανεγερθούν στη βάση του μεγάλου υδραγωγείου της Καβάλας. Τα ενοίκια αυτών των καταστημάτων, τα έσοδα από το GRAND HOTEL, που διαθέτει ζυθοποιία και κήπο και του οποίου η ανέγερση έχει ήδη εγκριθεί, καθώς και άλλα ειδικά έσοδα, θα διατεθούν για τη συντήρηση του νοσοκομείου, το οποίο θα επεκτείνεται σταδιακά, ανάλογα με τους πόρους που θα υπάρχουν.

Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, ένα κομμάτι τοίχου που έκλεινε τον δρόμο μακριά, έξω από την περίφραξη, τράβηξε την προσοχή μας. Η Εξοχότητά του, ο Εμίν Πασάς, αντιληφθείς την έκπληξή μας, είπε τότε:

- Αυτός ο τοίχος φαίνεται να σας ξαφνιάζει. Τον έφτιαξα εκεί, προκειμένου να σώσω τη ζωή κάποιων ανθρώπινων πλασμάτων. Κάθε χρόνο, απερίσκεπτοι λουόμενοι κατέβαιναν από αυτήν την πλαγιά για να κάνουν το μπάνιο τους στην απόκρημνη ακτή. Ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο υπάρχει ένα ισχυρό υποθαλάσσιο ρεύμα, που παρασέρνει τους κολυμβητές και τους πνίγει· έτσι, πολλοί άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους μέσα σε λίγα χρόνια. Όλες οι παρατηρήσεις μου, όλες οι εκκλήσεις μου δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Αναγκάστηκα λοιπόν να αποκλείσω αυτό το μοιραίο (επικίνδυνο) σημείο, υψώνοντας εκεί ένα εμπόδιο.

Ο άγρυπνος κυβερνήτης της Καβάλας ενδιαφέρεται διαρκώς, για καθετί που μπορεί να συμβάλει στην πρόοδο της πόλης και στην αύξηση της ευημερίας των κατοίκων της. Η ηρεμία είναι απόλυτη· οι δρόμοι απολύτως ασφαλείς· τα δυσάρεστα γεγονότα αποτελούν σπάνια εξαίρεση. Εδώ πρέπει να υπογραμμιστούν οι προσπάθειες και ο ζήλος του διοικητή της χωροφυλακής της Καβάλας, ταγματάρχη Χουσεΐν Εφέντη, ο οποίος εκτελεί το καθήκον του με τρόπο που ικανοποιεί τους πάντες.

Έχουμε μιλήσει περισσότερες από μία φορές για την έλλειψη πόσιμου νερού στην Καβάλα. Ο Εμίν Πασάς, σε συνεννόηση με τις δημοτικές αρχές, αποφάσισε να φέρει το νερό στην πόλη και είναι άνθρωπος που υλοποιεί τα σχέδιά του, πριν ακόμη προκύψει ένα πρόβλημα.

- Αν ο Θεός μου χαρίσει ζωή, έλεγε ο ευγενής και σοβαρός αυτός λειτουργός, καθώς με συνόδευε, υπό την προστασία του Σεβαστού Κυρίου μας (εννοεί το Σουλτάνο), ελπίζω να μπορέσω να δημιουργήσω στην Καβάλα και στα περίχωρά της μια σειρά καλλωπιστικών έργων. Με το νερό, θα μπορέσω να δημιουργήσω λίγη σκιά δένδρων. Θέλω επίσης να ενισχύσω τους δρόμους, για να γίνουν οι μεταφορές λιγότερο δαπανηρές. Αλλά το όνειρό μου θα ήταν, αφού πρώτα πραγματοποιήσω τις πιο απαραίτητες βελτιώσεις, να προικίσω την Καβάλα με μια γραμμή τραμ και μια προκυμαία. Όταν λάμψουν εκείνες οι όμορφες μέρες για την πόλη αυτή, η ευημερία της θα διπλασιαστεί, ο πληθυσμός της επίσης και όλοι θα υμνούν τον μονάρχη των Οθωμανών.

Τότε, συνέχισε ο Εμίν Πασάς, ευτυχής και υπερήφανος για τη δική μου μικρή συνεισφορά στο έργο της προόδου, θ’ αποσυρθώ στη Θεσσαλονίκη, για να περάσω εκεί τα γηρατειά μου, ερχόμενος μία ή δύο φορές τον χρόνο να περάσω μερικές εβδομάδες ανάμεσα στους καλούς μου φίλους της Καβάλας.

Είθε αυτό το τόσο απλό όνειρο, το όνειρο ενός γενναίου ανθρώπου, ενός έντιμου πολίτη και ενός πιστού υπηρέτη της πατρίδας, να πραγματοποιηθεί το συντομότερο, για το καλό της Καβάλας και όλων των κατοίκων της».

Στην 1η φωτογραφία, του έτους 1907, που προέρχεται από το αρχείο του καλού μου φίλου, του Νίκου Τσουμπάκη, φαίνεται το Οθωμανικό Νοσοκομείο, ενώ στις δύο άλλες φωτογραφίες η εφημερίδα που περιείχε το πιο πάνω άρθρο.








Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

 

ΕΝΑ ΑΡΧΑΙΟ ΟΡΥΧΕΙΟ, ΒΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΛΙΜΝΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΒΑΛΑΣ, ΕΡΜΑΙΟ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΡΥΣΟΘΗΡΩΝ!

Οι ορεινοί όγκοι που σήμερα εμπίπτουν μέσα στα όρια της Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας, (όρη Παγγαίο και Σύμβολο, όρη Λεκάνης), ήδη από την απώτερη αρχαιότητα αποτέλεσαν πηγές απίστευτου πλούτου, για τις φυλές και τους λαούς που κατοίκησαν γύρω και πάνω απ’ αυτούς. Για αιώνες, τα πλούσια μεταλλεία του Παγγαίου και των ορέων της Λεκάνης (Σκαπτή Ύλη, άσυλα Διονύσου), παρείχαν, σε μεγάλη αφθονία, τον χρυσό και τον άργυρο, για να κάνουν

τον μεν Ηρόδοτο να λέει (VII, 112), "το Πάγγαιον ούρος, εόν μέγα τε και υψηλόν, εν τώ χρύσεά τε και αργύρεα ένι μέταλλα, τά νέμονται, Πίερές τε και Οδόμαντοι και μάλιστα Σάτραι",

τον Στράβωνα (Γεωγραφικά, 7ο βιβλίο), "ότι πλείστα μέταλλά εστι χρυσού εν ταις Κρηνίσιν, όπου νυν Φίλιπποι πόλις ίδρυται, πλησίον του Παγγαίου όρους. Και αυτό δε το Παγγαίον χρυσεία και αργυρεία έχει μέταλλα, και η πέραν και η εντός του Στρυμόνος ποταμού μέχρι Παιονίας. Φασί δε και τους την Παιονίαν γην αρούντας ευρίσκειν χρυσού τινα μόρια",

τον Ευρυπίδη, στην τραγωδία του "Ρήσος", να ονομάσει το Παγγαίο «όρος με τους όγκους χρυσού, του οποίου η γη κρύβει άργυρο»

και τον Αππιανό, Ρωμαίο ιστορικό, (De bello civile IV, 105) ν’ αναφέρει ότι «Φιλίππων μεν ουν έστιν έτερος λόφος ου μακράν, ον Διονύσου λέγουσιν, εν ω και τα χρυσεία έστι τα Άσυλα καλούμενα».

Είναι, έτσι, ευνόητο ότι όταν κάποιος περιηγείται στα προαναφερθέντα όρη, συναντά αναρίθμητες επιφανειακές και υπόγειες θέσεις εξορυκτικής δραστηριότητας.

Η ευρύτερη, ορεινή περιοχή, γύρω από τις δημοτικές κοινότητες Βουνοχωρίου, Λιμνιάς και Λυκοστόμου ενέπιπτε στην μεταλλοφόρα περιοχή των «Ασύλων Διονύσου» και, ως εκ τούτου, είναι κι εδώ ορατές, σε κάθε βήμα του ορεινού περιηγητή, οι εξορυκτικές δραστηριότητες που ασκήθηκαν, επί δεκάδες αιώνων.

Τον Απρίλιο του 2008 έτους περπατούσα στην ορεινή περιοχή που εκτείνεται βόρεια του οικισμού της Λιμνιάς, στον καλοφτιαγμένο, δασικό δρόμο που διασχίζει ένα υπέροχο δάσος οξιάς (δείτε φωτογραφίες 1η έως 4η). Πολύ κοντά στον δρόμο αυτόν διέκρινα μια δολίνη, (φυσικό σχηματισμό, σαν μικρό κρατήρα, που δημιουργήθηκε από ασβεστολιθική κατακρήμνιση), περιμέτρου περίπου 150 μέτρων και βάθους 10-20 μέτρων.

Εκείνο που πρώτα τράβηξε την προσοχή μου ήταν το γεγονός ότι όλη αυτή η δολίνη περιβαλλόταν από χαμηλό τοιχίο, κατασκευασμένο από αργούς λίθους, χωρίς συγκολλητικό κονίαμα («ξερολιθιά») (φωτογραφίες 5η έως και 7η). Για ποιον λόγο να περιφράξει κάποιος τη συγκεκριμένη δολίνη, που αποτελεί μία από πάμπολλες δολίνες, που υπάρχουν στα όρη της Λεκάνης;

Την απάντηση στην απορία μου έλαβα, όταν κατέβηκα στο βάθος της δολίνης, όπου αντίκρισα την μικρή είσοδο μιας στοάς ορυχείου, γύρω από την οποία υπήρχαν όστρακα αρχαίων αγγείων, που μαρτυρούσαν κάποια εξορυκτική δραστηριότητα, (φωτογραφίες 8η έως και 10η).

Όπως προανέφερα, είσοδοι σε μεταλλευτικές στοές υπάρχουν άπειρες στα συγκεκριμένη όρη, με εμφανή, γύρω τους, τεκμήρια ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Κοντά, εξ άλλου, (στην γειτονική περιοχή της δημοτικής ενότητας Λυκοστόμου), υπάρχουν απομεινάρια λίθινων κατασκευών (ρηχές λεκάνες, λαξευμένες στους βράχους), που χρησίμευαν για μια πρώτη πλύση και καθαρισμό του εξορυσσόμενου υλικού, (δείτε τις τέσσερις τελευταίες φωτογραφίες, 21η έως και 24η).

Λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2008 επισκέφθηκα και πάλι την δολίνη με την στενή είσοδο της μεταλλευτικής στοάς, τώρα, όμως, τα πράγματα είχαν αλλάξει: Χρυσοθήρες «είχαν εγκατασταθεί» στην δολίνη, είχαν διανοίξει αρκετά τη στενή είσοδο που είχα δει πριν μήνες και είχαν σκάψει σε βάθος, αποκαλύπτοντας μέρος της μεταλλευτικής στοάς, την οποία συγκρατούσαν πανάρχαια τμήματα κορμών δένδρων. Είναι προφανές ότι η άγνοια των ανθρώπων αυτών, σε συνδυασμό με την δίψα τους για εύκολο πλουτισμό, τους οδήγησε στο να προκαλέσουν φθορές σ’ ένα αρχαίο ορυχείο, πολύ ενδιαφέρον για την ιστορική και την αρχαιολογική επιστήμη, το οποίο, εξ ορισμού, ήταν αδύνατο να τους προσφέρει το παραμικρό! (Δείτε το διανοιγμένο ορυχείο, στις φωτογραφίες 11η έως και 19η, ενώ στην 20ή φωτογραφία δείτε αυτά που άφησαν πίσω τους οι χρυσοθήρες).

Αυτός, ακριβώς, είναι ο λόγος των αναρτήσεών μου σαν τη σημερινή, αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ αναγκαία την διδασκαλία της τοπικής ιστορίας στα σχολεία, προκειμένου να πάψει η άγνοιά της, να οδηγεί στην καταστροφή των αρχαίων μνημείων του τόπου μας!


























Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026


Ο ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΕΞΑΣΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ, ΚΩΜΟΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1922, ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΑΙΩΝΙΕΣ ΕΣΤΙΕΣ ΤΟΥΣ



Τον Ιούνιο του 1920 ο ελληνικός στρατός, έχοντας επικεφαλής τον Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, απελευθέρωσε τη Δυτική Θρά­κη και κατευθύνθηκε προς την Ανατολική, όπου, ήδη από τον Απρίλιο του 1920, είχε εκδηλωθεί στασιαστικό κίνημα κατά του σουλτάνου, εκ μέρους του διοικητή του Α’ τουρκικού σώματος, Τζαφέρ Ταγιάρ. Σύντομα (τον Ιούλιο του 1920) οι ελληνικές δυνάμεις υποχρέωσαν τον Ταγιάρ να συνθηκολογή­σει και αμέσως κατέλαβαν την Αδριανούπολη, ενώ μέχρι το τέλος Ιουλίου επεκτάθηκαν σ’ ολό­κληρη την Ανατολική Θράκη, εκτός από μια μικρή περιοχή ανατολικά της γραμμής Μήδειας-Τσατάλτζας και τη Θρακική χερσόνησο. Ακολούθησε η έλευση του τότε Έλληνα μονάρχη, Αλεξάνδρου, στη Ραιδεστό, τις Σαράντα Εκκλησιές και στην Αδριανούπολη και στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 υπογράφτηκε η συνθήκη των Σεβρών, η οποία παραχώρησε στην Ελλάδα ολόκληρη την Δυτική Θράκη και την Ανατολική με την Καλλίπολη μέχρι την Τσατάλτζα (γραμμή Ποδήματος-Στράντζας-Ηράκλειας). Στις 9 Αυγούστου του 1920 ο Βενιζέλος έστειλε τηλεγράφημα στον ύπατο αρμοστή της Ελλάδας στην Θράκη, Αντ. Σαχτούρη, με το οποίο του ζητούσε να λάβει αμέσως ουσιαστικά μέτρα, για την αναδιοργάνωση των νέων, ελληνικών εδαφών και την εφαρμογή ενός σχεδίου που θα ενέπνεε εμπιστοσύνη σε όλες τις εθνότητες, θα εξα­σφάλιζε την ισονομία και την ισοπολιτεία, θα επέβαλε την λήθη στα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί και θα συνέβαλλε στην άμεση επιστροφή των εκτοπισμένων, ελληνικών πληθυσμών. Σταδιακά άρχισε, έτσι, η εγκατάσταση των ελληνικών, διοικητικών αρχών στην Θράκη και οι Τούρκοι προϊστάμενοι των υπηρεσιών της Αδριανουπόλεως και των διοικήσεων Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών και Καλλιπόλεως παρέδωσαν τις διοικήσεις τους στους Έλληνες, με τακτικά πρωτόκολλα.

Η ελληνική διοίκηση στην Ανατολική και στη Δυτική Θράκη οργανώθηκε με αργά, αλλά σταθερά βήματα. Γενικός διοικητής των δύο επαρχιών ορίσθηκε αρχικά ο ύπατος αρμο­στής Αντ. Σαχτούρης. Με τον νόμο 2492 της 10ης Σεπτεμβρίου 1920 ενσωματώθηκε και τυπικά στο ελληνικό κράτος η κατεχό­μενη στρατιωτικά Ανατολική και Δυτική Θράκη και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος.

Η Ανατολική Θράκη διαιρέθηκε σε 4 νομούς και 23 υποδιοικήσεις. Αργότερα, μετά την διοικητική ένωση και της Δυτικής Θράκης, η Θράκη χωρίσθηκε σε 6 νομούς (Αδριανουπόλεως, Καλλιπόλεως, Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών, 'Εβρου και Ροδόπης). Οι πρωτεύουσες των νομών και των υποδιοικήσεων πήραν ελληνικές ονομασίες όπως π.χ. Νίκη (Χάφσα), Μακρά Γέφυρα (Ουζούν-Κιοπρού), Περίσταση (Σάρκιοϊ), Αρτισκός (Βαβά εσκή) κλπ., ενώ, παράλληλα με την εσωτερική οργάνωση των κοινοτήτων της Ανα­τολικής Θράκης, η ελληνική διοίκηση κατέβαλλε τεράστιες προσπάθειες για την οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών.

Τα δικαιώματα των μειονοτήτων της Θράκης έγιναν σεβαστά, στα τοπικά, διοικητικά συμβούλια και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Οι εκπρό­σωποι των εθνικών μειονοτήτων αντιπροσωπεύθηκαν τόσο στα δημοτικά συμβούλια όσο και στην εκτελεστική εξουσία. Στις εκλογές του ελληνι­κού κράτους της 1ης Νοεμβρίου 1920 συμμετείχε και η ελεύθερη πια Θράκη. Στην ελληνική Βουλή, το ελληνικό στοιχείο αντιπροσωπευόταν από 30 βουλευτές, το μουσουλμανικό από 20, το εβραϊκό από 1 και το αρμενικό επίσης από 1 βουλευτή.

Το πολύμοχθο έργο, όμως, της ελληνικής διοίκησης στην ενιαία, ελληνική Θράκη, αλλά και οι ελπίδες εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων δεν μπόρεσαν να δικαιωθούν. Η Θράκη βρέθηκε στη δίνη του κεμαλικού κινήματος, της απαξίωσης της ελληνικής πολιτικής και διπλωματίας από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής και της εσω­τερικής διάσπασης των συμμάχων, οι οποίοι ενεργούσαν ανάλογα με τα εθνικά τους συμφέροντα απέναντι στους Τούρκους.

Εκείνο που θα βοηθούσε στη διεκδίκηση των ελληνικών κεκτημένων στη Θρά­κη θα ήταν η σθεναρή, ελληνική, στρατιωτική και πολιτική παρουσία στην περιοχή, όμως η αρνητική, πολιτική εξέλιξη του Νοεμβρίου του 1920, η απουσία του Βενιζέλου από την πολιτική σκηνή και η κομματική διαίρεση, που αντανακλούσε στην ελληνική κοινωνία, δεν έδινε ελπίδες για την αναστροφή του κλίματος. Προτεραιότητα στο μέτωπο της Θράκης δόθηκε πολύ αργά, από τους πρωτεργάτες του επαναστατικού κινήματος, που εκδηλώθηκε μετά τη μικρασιατική κατάρρευση, Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά, με τη συγκρότηση ισχυρού στρατού στη Θράκη, υπό τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Ήταν όμως αργά για τη σωτηρία της Ανατολικής Θράκης.

Ένας αξιωματικός, πρωταγωνιστής των βαλκανικών πολέμων και του μικρασιατικού μετώπου, ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, που βρέθηκε στο Παρίσι ένα χρόνο πριν την καταστροφή, έγραφε προφητικά: «Φοβούμαι ότι και τη Θράκη θα χάσωμεν. Από ότι βλέπω, εκεί βαδίζομεν. Η Γαλλία και η Ιταλία είναι άσπονδοι εχθροί μας, αλλά μήπως και η Αγγλία πάει πίσω; Σήμερον έχει συμφέρον να παρατείνει αυτήν την κατάστασιν, θέλει τας ελληνικάς λόγχας. Όταν αύριον δεν θα τας έχει ανάγκην, διότι θα τα φκιάσει με τον Κεμάλ, τότε θα μας δώσει την κλωτσιά κατάστηθα και ευρισκόμεθα πολύ πλησίον της εποχής αυτής», σημειώνει με απογοήτευση και προφητική επισήμανση ο αγωνιστής αξιωματι­κός.

Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1921 είχε παγιωθεί η εκτίμηση, στους κόλπους των συμμάχων, ότι η Ανατολική Θράκη θ’ αποδοθεί στην Τουρκία, διότι πλέον τα γεωπολιτικά συμφέροντα των δυνάμεων της συμμαχίας, της Αντάντ, αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν μεταστραφεί υπέρ του νέου, ισχυρού, τουρκικού παρά­γοντα, του Μουσταφά Κεμάλ. Οι άλλοτε σύμμαχοί μας στην Αντάντ, με μυστικές συμφωνίες που συνήψαν, καθένας τους ξεχωριστά, με τον Κεμάλ, με την υπο­νομευτική, εν γένει και προδοτική συμπεριφορά τους, ξεπούλησαν τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία κι ενώ είχαν την πολιτική και στρατιωτική δύναμη να διατηρήσουν το καθεστώς της ελληνικής επικράτειας στην Ανατολική Θράκη, «καθάρισαν» την υπόθεση εσπευσμένα, σύμφωνα με τη βούληση το νέου ισχυρού παράγοντα της Ανατολής και τα δικά τους συμφέροντα στην πρώην οθωμανική αυτοκρατορία. Η χαριστική βολή δόθηκε από τη Γαλλία, τον Οκτώβριο του 1921, η οποία υπέγραψε μυστικά με τους κεμαλιστές τη Συμφωνία της Άγκυρας, που δεν ήταν τίποτα άλ­λο παρά η αρχή μιας γαλλοκεμαλικής συνεργασίας, η οποία διέλυε στην πράξη το γεωπολιτικό καθεστώς της Συνθήκης των Σεβρών.

Δεν ήταν όμως μόνο οι Γάλλοι και οι Ιταλοί που έδωσαν γη και ύδωρ στον Κε­μάλ. Ήταν και οι Άγγλοι, που κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων για τη Θράκη είχαν κάνει μυστικές επαφές με τον Κεμάλ, όπως διαβεβαίωνε ο Τούρκος ισχυρός άνδρας σε συνεργάτη του.

Η εύλογη αναταραχή, η οποία είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης, από τις πληροφορίες που έφθαναν σ’ αυτούς, προκάλεσε, τον Σεπτέμβριο του 1922, την κορύφωση της ένοπλης, τουρκικής και βουλγαρι­κής δραστηριότητας σε βάρος του ελληνικού στοιχείου, που είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Διασυμμαχική επιτροπή ανακοί­νωσε, στις 23 Σεπτεμβρίου, στον Έλληνα και στον Αρμένιο μητροπολίτη της Αδριανουπόλεως, ότι οι Τούρκοι επρόκειτο ν' ανακαταλάβουν την Θράκη και ότι θα έπρεπε να προετοιμάσουν ψυχολογικά τα πνεύματα των συμπατριωτών τους, ώστε ν' αποφεύγονταν δυσάρεστες καταστάσεις, εκ­φράζοντας παράλληλα υπαινιγμούς για ενδεχόμενη αυτονόμηση της Θρά­κης. Ανάλογες επαφές είχαν οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κρατών και με τον Βούλγαρο επίσκοπο και τον μουφτή Αδριανουπόλεως.

Στις 25 Σεπτεμβρίου ο Ελ. Βενιζέλος έστειλε ένα συνταρακτικό τηλεγράφημα προς τους πληρεξούσιους Θράκες στα Μουδανιά, ανακοινώνοντας την απώλεια της ελληνικής, Ανατολικής Θράκης: «Ανακοινώσατε, παρακαλώ, τηλεγράφημα εις πληρεξουσίους Θράκης. Ανατολική Θράκη απωλέσθη ατυχώς δι' Ελλάδα και επανέρχεται εις άμεσον κυριαρχίαν Τουρκίας, αποκλειόμενης πάσης διαμέσου λύσεως, οία υπονοούμε­νη εις τηλεγράφημα σας. Επί πλέον υποχρεούμεθα να εκκενώσωμεν από τούδε Θράκην. Ολόκληρος προσπάθειά μου στρέφεται πως χάνοντες Θράκην να σώσωμεν εν μετρώ δυνατώ Θράκας. Γνωρίζετε ότι πάσαι αι εγγυήσεις, ας συνθήκη ειρήνης ηδύνατο να πρόϊδη και ας Τούρκοι θα εδέχοντο, ουδεμίαν ασφάλειαν πραγματικήν αποτελούσι δια χριστιανούς και χαίρω, διότι επί τούτω συμφωνείτε εντελώς. Όσον τραγικόν και αν είνε, ανάγκη Θράκες να εγκαταλείψωσι την γην, ην από τόσων αιώνων κατοικούσιν αυτοί και προγονοί των, δεν υπάρχει άλλο μέσον σωτηρίας δι' αυτούς μετά την θριαμβευτικήν επιστροφήν των Τούρκων εις Ευρώπην. Κάμνω ό,τι δυνατόν, όπως επιτύχω, ίνα την αποχώρηση της Ελληνικής Διοικήσεως μη επακολούθηση αμέσως επαναφορά Τουρκικής Διοικήσεως και Χωροφυλακής, αλλά συμμαχικά στρατεύματα αναλάβωσι προσωρινώς διοίκησιν, ίνα δοθή καιρός εις θέλοντας εκ των κατοίκων να μετοικήσωσιν αποκομίζοντες την κινητήν περιουσίαν των……………..»

Το τηλεγράφημα αυτό δεν αποτέλεσε «κεραυνό εν αιθρία» για τους Θράκες, αφού, ήδη από τις αρχές του Σεπτεμβρίου, ο αντίκτυπος της Μικρασιατικής καταστροφής στον γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Θράκης είχε αρχίσει να γίνεται έντονα αισθητός. Περιγράφει, σχετικά, ο αναπλη­ρωτής γενικός διοικητής Θράκης, Κώστας Γεραγάς, στις «Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922»: «Τα πλοία απεβίβαζον εις Ραιδεστόν, κυρίως ειπείν, πετούσαν έξω, ημέραν και νύκτα τα θύματα της συμφοράς πάσης φυλής και θρησκεύματος, Έλληνας, Αρμενίους και Τούρκους και Κιρκασίους. Μυριάδες γυμνών, πειναλέων και διψαλέων, αλλοφρονούντων κατέκλυζαν την προκυμαίαν, τα κέντρα, τας οδούς της πόλεως, η οποία επήρκει δια ζωήν και κίνησιν μερικών χιλιάδων ανθρώπων. Εις την μορφήν των εφαίνετο ζωηρά ο τρόμος και η αγωνία, την οποία εδοκίμασαν, έως ότου πηδήσουν εις μίαν λέμβον και εκείθεν εις πλοίον και αφήσουν οπίσω μακράν τας ακτάς της Μ. Ασίας, τα ιερά των χώματα, τα οποία αυτήν την φοράν τοις έλεγον, σωθήτε! Και υπήρξαν πολλοί, οι οποίοι δεν επρόλαβον να περάσουν την θάλασσαν του Μαρμαρά και του Ευξείνου. ……. Μαζί με τους πρόσφυγας απεβιβάζετο εις Ραιδεστόν και το Γ' Σώμα Στρατού, όχι βέβαια εν απολύτω τάξει και πειθαρχία……….. Η κατάστασις εν Ραιδεστώ δεν έπαυσε να είνε πολύ δύσκολος. Ο αριθμός των προσφύγων ανήρχετο εις 80.000. Προέκυψεν αμέσως γενική κρίσις και πρώτον ύδατος και άρτου……. Επεβάλλετο και ήρχισεν επειγόντως η αραίωσις δια μετακινήσεως των προσφύγων εις το εσωτερικόν της Θράκης. Και κατά το τελευταίον δεκαήμερον του Σεπτεμβρίου η Ραιδεστός είχεν εκκενωθή υπό των προσφύγων, πολύ δε πρότερον υπό των περισσοτέρων μονάδων του στρατού. Η μεταφορά και η εγκατάστασις των προσφύγων εγίνετο εις το εσωτερι­κόν της Ανατολικής Θράκης, ωσεί μη υπήρχε φόβος άλλης τόσον προσεχούς μετακινήσεως…………….. Αντιθέτω,ς οι εν Ραιδεστώ ξένοι καταλλήλως παρετήρουν ότι προτιμότερον ήτον να κατευθύνωνται οι πρόσφυγες προς την Μακεδονίαν. Μετά την συμφοράν, η χαρά των Μουσουλμά­νων δυσκόλως ηδύνατο να αποκρυβή, επίστευον δε πλέον ακραδάντως εις επάνοδον της Τουρκίας. Δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία ότι οι Τούρκοι, ευκαι­ρίας διδομένης, θα εδεικνύοντο οίοι είνε. Τα επακολουθήσαντα κατά την εκκένωσιν γεγονότα διεπίστωσαν τούτο. Το ελληνικόν στοιχείον κατελήφθη υπό συγκινήσεως δια την συμφοράν και υπό αισθημάτων αγωνίας, μετά τας αγρίας σφαγάς της Σμύρνης, μάλιστα δε πάντων οι πρόσφυγες, οι οποίοι, μετά τόσας δοκιμασίας, απώλεσαν την ευψυχίαν και εζήτουν να μεταφερθώσιν εις Μακεδονίαν. Η συγκίνησις, αν μη ο πανικός των πρώτων ημερών ηδύνατο να διαλυθή, να παρέλθη, αν αποκαθίστατο η πεποίθησις του λαού επί τον στρατόν. Τούτο όμως δεν συνέβαινε και περιττόν να εκταθή κανείς περισσότερον εις πενθίμους σελίδας επί του ζητήματος».

Η ύπουλη τακτική των συμμάχων, την οποία ήδη περιγράψαμε και ο συνεχιζόμενος, εσωτερικός διχασμός, προκάλεσε, τελικά, τη σύνταξη κι υπογραφή του περίφημου Πρωτοκόλλου των Μουδανιών, στις 11 Οκτω­βρίου 1922, όπου Τούρκοι και σύμμαχοι (Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί) υπόγραψαν την τελική λύση της Θράκης: δηλαδή, μέσα σε 15 μέρες ο ελληνικός στρατός έπρεπε να εγκαταλείψει τη Θράκη και να παραδώσει τη διοίκηση στους συμμάχους, οι οποίοι αυθημερόν θα την παρέδιδαν στους Τούρκους.

Η συμπεριφορά των άλλοτε συμμάχων μας, η έλλειψη συντονισμού της ελληνικής διπλωματίας, οι αλλοπρόσαλλες εντολές της κεντρικής διοίκησης προς την ελληνική αντιπροσωπεία στα Μουδανιά, οδήγησαν στην υπογραφή του επαίσχυντου εκείνου Πρωτοκόλλου. Η κυβέρνηση της Αθήνας, μετά την αποχώρηση του Αλ. Μαζαράκη από τη διάσκεψη, έδωσε εντολή να υπογράψει τη συμφωνία ο αρμοστής της Κωνσταντινούπολης, Ευάγγελος Κανελλόπουλος, ο οποίος έβαλε, με βαριά καρδιά, εκ μέρους της Ελλάδας την υπογραφή του στο κατάπτυστο πρωτόκολλο εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης.

Το ζοφερό κλίμα στο δίμηνο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου του 1922, με τον καταιγισμό των φημών και την ανύπαρ­κτη, επίσημη ενημέρωση, εξηγεί η αφήγηση ενός πρόσφυγα της πρώτης γενιάς, του Φωτίου Αποστολίδη, από την κωμόπολη Τσαντώ, στην περιφέρεια Σηλυβρίας και Τυρολόης, όπως την κατέγραψε ο δημοσιογράφος Χρήστος Ζαφείρης στο έργο του «ΜΝΗΜΗΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ – ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ»: «Οι Θράκες αφυπνίσθησαν έντρομοι από τον κρότον της ειδήσεως περί της υπογραφής του απαίσιου πρωτοκόλλου των Μουδανιών και αντελήφθησαν διαμιάς όλην την τραγικότητα της καταστάσεως, η οποία δεν επεδέχετο πλέον ουδεμίαν αναβολήν και θεραπείαν. Έπαθαν δε τότε μίαν απότομον ψυχολογικήν μεταστροφήν. Έπεσαν ακριβώς εις το αντίθετον άκρον, της τελείας απογνώσεως, χωρίς να γνωρίζουν τι κάμνουν, χωρίς να θέλουν ν' ακούσουν τίποτε, ένα μόνον εκοίταζαν, πώς να φύγουν μίαν ώραν αρχύτερα, εγκαταλείποντες τα πάντα. Έτσι μόνον είναι δυνατόν να εξηγηθή το παράδοξον γεγονός ότι η εκκένωσις της Ανατολικής Θράκη, μολονότι ημπορούσε να γίνη με κάποιαν ψυχραιμίαν και τάξιν εντός των ωρισμένων προθεσμιών, όπως ήτο κανονισμένον με τας σχετικάς συμφωνίας, έγινε, απεναντίας, τόσο παραζαλισμένη και βιαστική και τόσας επέφερεν οικονομικάς απωλείας, ώστε ν' αμιλλάται προς ταύτην την απερίγραπτον συμφοράν της Μικρασίας... Μόλις συνήφθη η σύμβασις των Μουδανιών, η ιδέα της φυγής επικράτησεν απ' άκρου εις άκρον της Θράκης και οι πλέον εκτεθειμένοι εις τον κίνδυνον, αψηφούντες εκ του φόβου των τα υπάρχοντα αυτών και ουδέ στιγμή σκεφθέντες τους βωμούς, τα ιερά και τους τάφους των πατέρων τους, ήρπασαν ότι έτυχεν εμπρός των και ερρίφθησαν έξω φρενών εις τους δρόμους, αρκούμενοι να σώσουν έστω και μόνη την ζωήν των..».

Αυτό το κλίμα πανικού που, περιγράφει ο Αποστολίδης, είχε καταλάβει όλους σχε­δόν τους Θρακιώτες το φθινόπωρο του 1922, αμέσως μετά την απόφαση για την εκκένωση της Θράκης, με το Πρωτόκολλο των Μουδανιών, μετά την υπογραφή του οποίου ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε, όπως προανέφερα, μέσα σε 15 μέρες να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη και ν' αποσυρθεί δυτικά του Έβρου. Συμμαχικές δυνάμεις ανέλαβαν να μεταβιβάσουν τις πολιτι­κές εξουσίες στις τουρκικές αρχές, 30 μέρες μετά την εκκένωση της Ανα­τολικής Θράκης από τους κατοίκους της. Τότε ο πανικός των ντόπιων και των προσφυγικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης έγινε πια απέραντος κι ανεξέλεγκτος. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1922 ο αναπληρωτής του γενικού διοικητή Θράκης Κ. Γεραγάς ανέλαβε επίσημα να συντονίσει το άχαρο έργο του ξεριζωμού του ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης κι έστειλε τηλεγρά­φημα στις ελληνικές πολιτικές, διοικητικές και στρατιωτικές αρχές, με το οποίο τους υποδείκνυε τους έλεγε ότι η αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη θ' αρχίσει την 1η Οκτωβρίου, μέχρι την 7η Οκτωβρίου αυτά θα έχουν αποσυρθεί από τις περιφέρειες των Υποδιοικήσεων 40 Εκκλησιών, Αρκαδιουπόλεως, Μυριοφύτου, Περιστάσεως, Αρτισκού, Μαλγάρων, Κεσσάνης, Μακράς Γέφυρας, Νί­κης, Δρογγυλίου και την 15η Οκτωβρίου θα είναι συγκεντρωμένα στη δυτική όχθη του ποταμού 'Εβρου. Στη συνέχεια έδινε οδηγίες για τα σημεία προς τα οποία έπρεπε να κατευθυνθούν οι κάτοικοι των περιφερειών της Ανατολικής Θράκης, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Υποδείκνυε, τέλος, στις αρχές της Ανατολικής Θράκης, το εθνικό καθήκον που είχαν, ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση με ψυχραιμία και να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να προλάβουν τον πανικό και τις τυχόν υπερβασίες εκ μέρους κακοποιών στοιχείων.

Στις 2 Οκτωβρίου του 1922 έφτασε στην Αδριανούπολη κι ανέλαβε καθήκοντα γενικού διοικητή ο υποστράτηγος Γ. Κατεχάκης, ήδη, όμως, είχε ήδη εγκαταλείψει ο μισός σχεδόν πληθυσμός τις προπατορικές εστίες του και βρισκόταν στη φάση της φυγής. Οι Έλληνες αξιωματικοί συμβούλευαν τον κόσμο να φύγει όσο το δυνατό συντομότερα και η ακέ­φαλη ακόμη γενική διοίκηση Θράκης όριζε, με αλλεπάλληλες κοινοποιή­σεις, τους σταθμούς και τα λιμάνια όπου όφειλε να συγκεντρωθεί ο πληθυ­σμός, ανάλογα με περιφέρεια προέλευσής του. Η ολιγοήμερη προ­θεσμία που είχε δοθεί, μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου των Μουδανιών για την αποχώρηση του ελληνικού στρατού, καθιστούσε επισφαλέ­στερη ιδιαίτερα τη θέση των ελληνικών στρατιωτικών μονάδων των παραμεθορίων επαρχιών Σηλυβρίας, Σεραγιού και Τυρολόης, που ήταν υπο­χρεωμένες ν’ αποχωρήσουν από την πρώτη κιόλας μέρα του χρονοδια­γράμματος.

Ο Κατεχάκης βρέθηκε, αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα, μπροστά σε μια τραγική κατάστα­ση, καθώς έφταναν συγκινητικές εκκλήσεις για την απο­στολή πλοίων στη Μήδεια, όπου είχαν συγκεντρωθεί 4.000 περίπου Έλληνες, οι οποίοι αντιμετώπιζαν δυσμενέστατες, καιρικές συνθήκες, αλλά και άμεσο κίνδυνο να εξοντωθούν. Η στρατιωτική εκκένωση της Μήδειας και της Θυνιάδας (Αινειάδας) έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι την επομένη, 3η Οκτω­βρίου. Την μέρα εκείνη, ο Κατεχάκης οριστικοποί­ησε το σχέδιο εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης, υποδεικνύοντας τα σημεία κα τους τρόπους αναχώρησης των προσφύγων, ανάλογα με τις περιοχές προέλευσής τους. Όσοι έμεναν σε περιοχές κοντά στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και της Προποντίδας, θα συγκεντρώνονταν και θ’ αποχωρούσαν από τα λιμάνια της Αινιάδας, της Μήδειας, του Εξάστερου, των Επιβατών, της Σηλύβριας, της Ηράκλειας, της Ραιδεστού, του Μυριοφύτου, της Περιστάσεως και άλλων μικρών όρμων της Προποντίδας. Υπολογίζονταν ότι 6.000 Έλληνες επρό­κειτο ν' αποπλεύσουν από τον Εύξεινο Πόντο και 100.000 από την Προποντίδα. Οι Θράκες που ζούσαν σε περιοχές που γειτνίαζαν με το Αιγαίο θα συγκεντρώνονταν στον κόλπο του Ξηρού (περίπου 30.000) και στον όρμο της Αίνου (περίπου 5.000) και θα κατευθύνονταν, οι μεν αστικοί πληθυσμοί στην Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα, οι δε αγροτικοί στην Κασσάνδρα και στην μονή του Αγ. Νικήτα. Παράλληλα, σε όσους είχαν τη δυνατότητα να το πραγματοποιήσουν, συστήθηκε να κατευθυνθούν οδικά στις διαβάσεις του Έβρου προς την Δυτική Θράκη. Αντίθετα εκεί­νοι, οι οποίοι δεν είχαν την δυνατότητα, όφειλαν να συγκεντρωθούν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς Σαράντα Εκκλησιών, Αρτίσκου και Αρκαδιουπόλεως, όπου θα είχαν την προστασία της ελληνικής Χωροφυ­λακής, μέχρι να επιβιβασθούν στα τραίνα.

Έτσι, όλοι οι κάτοικοι των πόλεων και των κωμοπόλεων της ενδοχώρας της Θράκης κατευθύνθηκαν, από τις αρχές Οκτωβρίου, προς τους εγγύτερους, σιδηροδρομικούς σταθμούς. Άρκεσε να δοθεί το σύνθημα της φυγής, για ν’ αδειάσουν αμέσως σπίτια, χωριά, πόλεις και κωμοπόλεις. Έτσι π.χ. η Τσαντώ, η γειτονική προς το Εξάστερο και μεγαλύτερη κωμόπολη της περιφέρειας Σηλυβρίας, "διελύθη ενκολώτερον από όσον εκπνέει άνθρωπος". Πίσω τους εγκατέλειπαν πλού­το και ρούχα, έπιπλα, σκεύη, εργαλεία, δημητριακά και άλλα προϊόντα. Ήταν πραγματικά σπαρακτικό το έργο του βίαιου χωρισμού των ανθρώπων από τις γενέτειρές τους, όπου είχαν μεγα­λώσει και βιώσει. Η στάση των Ελλήνων στρατιωτικών έναντι του ελληνικού στοιχείου δεν υπήρξε η ενδεδειγμένη και η αρμόζουσα σε ανάλογες περιστάσεις. Παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλλη­λα μέτρα, για τη συστηματική και σταδιακή εκκένωση των πληθυσμών, μεριμνώντας μόνο για τη φόρτωση του πολεμικού υλικού είτε στους συρμούς των σιδηροδρόμων είτε στα ατμόπλοια των παραλίων. Μέσα σε άθλιες, καιρικές συνθήκες, λόγω πυκνότατων βροχοπτώσεων, αναζητούσαν οι ελ­ληνικοί πληθυσμοί κάρα για τη μεταφορά τους. Η σημασία της απόκτησης ενός κάρου, κατά τις μέρες της εξόδου, ισοδυναμούσε με βέβαιη σωτηρία, γιατί το τελευταίο αποτελούσε το πολυτιμότερο αγαθό και το πιο πολυπόθητο με­ταφορικό μέσο. Ήταν αδύνατο να ζωγραφιστεί ο ψυχικός σπαραγμός στα πρόσωπα των ξεριζωμένων έπειτα από όσα διαδραματίζονταν. Το υπερβολικό αίσθημα της αυτοσυντήρησης είχε εξαλείψει την ανθρώπινη κοινωνικότητα και ο πρωτογονισμός γνώριζε το μεγαλείο του. Η θλίψη και η κατήφεια μεγάλωναν στη διάρκεια της διαδρομής.

Οι χρονικές προθεσμίες ήταν απλά και μόνο θεωρητικές, γιατί συχνά ακυρώνονταν λόγω της έλλειψης μεταφορικών μέσων και του αναποτελεσματικού συντονισμού των επιχειρήσεων. Ο σπουδαιότερος όμως α­κυρωτικός παράγοντας όλων των χρονικών προθεσμιών και των οδηγιών, υπήρξε ο πανικός των Ανατολικοθρακών, οι οποίοι αναζητούσαν αλλόφρονες την ταχύτερη οδό διαφυγής ενώ είχε δοθεί προθεσμία 45 ημερών για την εγκατάσταση των τουρκικών αρχών. Στην πραγματικότητα, πριν λήξει το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η έξοδος των περισσότερων Ελλήνων και των Αρμενίων της Ανατολικής Θράκης. Στις 3/16 Οκτωβρίου έφτασαν στη Ραιδεστό τα πρώτα βρετανικά στρατεύματα. Η έλευση της τουρκικής Χωροφυλακής στην Ανατολική Θράκη είχε προσδιοριστεί όχι πριν την 15η Νοεμβρίου ενώ η ελληνική πολιτική διοίκηση δεν θα μεταβιβαζόταν πριν την ημερομηνία εκείνη[1]. Στην πράξη όμως, όπως θα φανεί στη συνέχεια αλλά και στο επόμενο κε­φάλαιο, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά και οι διαδικασίες υπήρ­ξαν ταχύτατες.

Το απαίσιο θέαμα της εξόδου των προσφύγων περιγράφει με μελαγχολικό λυρισμό ο Κώστας Γεραγάς, αναπληρωτής γενικός διοικητής της Θράκης, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε: «Επί πολλάς ημέρας η αμαξιτή οδός Αρκαδιουπόλεως και πολύ πέραν αυτής μέχρι το Κάραγατς εκαλύπτετο υπό συνεχούς σειράς αραμπάδων, εκ των οποίων έκαστος κατά κανόνα μετέφερεν ανά μίαν οικογένειαν μετά των κινητών της. Την τραγικήν σιωπήν ετάρασσεν ο ιδιόρρυθμος ήχος των τριζόντων τροχών των οχημάτων με τους πελιδνούς άφωνους οδηγούς, κινούντας αδιακόπως προς την οδόν της σωτηρίας. Αν εσταμάτα ιδίως εκ βλάβης των τροχών εις αραμπάς, όλη η όπισθεν πένθιμος συνοδεία έπρεπε να σταματήση και όλοι προσεπάθουν να επιδιορθώσουν την βλάβην. Έλαβον χωράν και τοκετοί καθ' οδόν και θάνατοι με απλοποιημένας, στιγμιαίας κηδείας...».

Ο υποδιοικητής της Μακράς Γέφυρας, Αποστολίδης, στη δική του έκθεση, γράφει τα εξής: «Η έξοδος αύτη παριστά σπαραξικάρδιον θέαμα. Δια της πόλεως Μ. Γέφυρας, κεντρικής οδού πολλών περιφερειών, επί ημέρας και νύκτας πολλάς διήρχοντο μυριάδες προσφύγων της Μ. Ασίας και Θράκης. Θρήνοι και οδυρμοί και αραί στυγεραί κατά των υπαιτίων της τραγι­κής συμφοράς επλήρουν τους αιθέρας. Κατά σατανικήν σύμπτωσιν βροχή ρα­γδαία και χάλαζα χονδρά έπλητταν τους ατυχείς τούτους πληθυσμούς. Θα έλεγε τις ότι και αυτά τα στοιχεία της φύσεως συνώμοσαν μετά των φανερών και κρύφιων εχθρών της φυλής προς εξόντωσιν αυτής. Το θέαμα προυξένησε βαθυτάτην αίσθησιν και εις την Διασυμμαχικήν Επιτροπήν, η οποία μετά καταφα­νούς ψυχικής οδύνης παρηκολούθει άφωνος τας ατέρμονας συνοδείας των προσφύγων. Οι πληθυσμοί φεύγοντες εγκατέλειπον κινητήν περιουσίαν εις εμπορεύματα, σιτηρά και έπιπλα αξίας ανυπολογίστου. Μάτην αι αρχαί ετόνιζον ότι παρέχεται μηνιαία και πλέον προθεσμία ελευθέρας εξόδου, εις μάτην συνίστων ψυχραιμίαν. Αι σκηναί της Μ. Ασίας, η αγρία και προκλητική στάσις των Τούρκων και αι επιθέσεις αυτών κατά την διέλευσιν εκ της υπαίθρου χώρας εναντίον των προσφύγων ενέσπειρον τον τρόμον και την απόγνωσιν. Έφευγαν εγκαταλείποντες τα πάντα, με την ελπίδα ότι μετά την απομάκρυνσιν των γυναικόπαιδων θα ηδύναντο επανερχόμενοι ν' αποκομίσωσι σιτηρά και ζώα των, δεν εφαντάζοντο ότι άμα τη αποχωρήσει του στρατού θα σχηματισθώσιν ένοπλοι, τουρκικαί συμμορίαι εν τη υπαίθρω. Ωσεί μη ήρκουν ταύτα, ο προσφυγικός κόσμος επέπρωτο να δοκιμάση και αιματηράς περιπέτειας κατά την οδόν του μαρτυρίου του (και παραθέτει η έκθεσις σειρά εγκληματικών πράξεων των Τούρκων κατά των αποχωρούντων προσφύγων). Υπό τοιαύτας λοιπόν τραγικάς και καταστρεπτικάς συνθήκας έλαβε χώραν η έξοδος των κατοίκων της Θράκης, ως πάλαι ποτέ των Εβραίων εξ Αιγύπτου! Λαός, κατοικών την χώραν ταύτην από αμνημονεύτων χρόνων, αναγκάζεται να εγκατάλει­ψη την γην των πατέρων του, μεθ' ης συνδέεται δι' αρρήκτων ιστορικών και εθνολογικών δεσμών, εις το άκουσμα της επανόδου των Τούρκων, ως έφευγαν άλλοτε οι Λαοί της Ανατολής και ανατολικής Ευρώπης κατά την εξόρμηση των βαρβάρων, ούς εξήμει ο άγριος βορράς εκ των εγκάτων της Ασίας...»

Ο Υποδιοικητής Αρκαδιουπόλεως κ. Λέφας, στην έκθεσή του, αναφέρει: «Η είδησις περί των εν Μουδανίοις ληφθεισών αποφάσεων ελήφθη εν τη περιφερεία Αρκαδιουπόλεως την 27 Σεπτεμβρίου παρά των επί τούτω σταλέντων υπό του Στρατηγείου εκ Ραιδεστού κ. Αγγελοπούλου, υπαλλήλου της Γενικής Διοικήσεως και κ. Γεωργαντοπούλου, λοχαγού. Την αυτήν νύκτα ήρξαντο οι οδυρμοί και η ημέρα αύτη δέον να θεωρηθή η απαρχή της τεραστίας τραγωδίας. Ουδείς των ομογε­νών, ουδείς των Αρμενίων ευρέθη εκφράζων γνώμην διάφορον της γενικώς επικρατούσης. Κοινή αντιλήψει και μια φωνή υπεδεικνύετο εν μέτρον και διετυπώθη ως σύνθημα: Να φύγωμεν!! Παρά της υποδιοικήσεως εζητείτο η μόνη πληροφορία ημέρας και νυκτός. Πόσας ημέρας ακόμη έχομεν δια να φύγωμεν; Παρά τας νουθεσίας ημών και προσπαθείας, όπως πείσωμεν τους πληθυσμούς ότι υπάρχει καιρός προς εκκένωσιν της Ανατολικής Θράκης, μία ήτο η απόφασις, περί αμέσου αναχωρήσεως. Και έφευγαν οι άνθρωποι σιδηροδρομικώς, επί αμαξών, πεζή, όπως έκαστος ηδύνατο. Οι αστοί, πλούσιοι και πτωχοί, μεγάλοι και μικροί, παιδία, ηγωνίζοντο να περισυλλέξωσιν ότι ηδύνατο να μεταφερθή, όπως εύρωσιν αμάξας και, επιβιβάζοντες γυναίκας, τέκνα και όσα εκ των κινητών επέτρεπαν τα μεταγωγικά μέσα, φύγωσι το ταχύτερον. Έτι τραγική ήτο η θέσις των αγροτικών πληθυσμών, οι οποίο,ι σχηματίζοντες καραβάνια, διέσχιζαν την περιφέρειαν με διεύθυνσιν προς τον 'Εβρον, αίροντες τον σταυ­ρόν του μαρτυρίου... Είδον γυναίκα πεσούσαν εξ εξαντλήσεως από την υπερπληρωμένην άμαξαν και εκπνεύσασαν. Είδον πρόσφυγα εξ ατονίας μη συγκρατηθέντα επί των ποδών του και πεσόντα άπνουν εκ του βαγονίου. Είδον βρέφη αποθανόντα εξ ασφυξίας εις τας αγκάλας δυστυχών χωρικών μητέρων... Εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν, εν αναμονή των βαγονιών και της χορηγίας θέ­σεων., οι πρόσφυγες έμεναν εκτεθειμένοι εις τας ιδιοτροπίας του θρακικού φθι­νοπώρο,υ με τον άγριον άνεμον και την βροχήν. Βηξ, στόνοι και κλαυθμοί ηκούοντο διαρκώς. Φωναί ως από τάφων εζήτουν επίσπευσιν της αναχωρή­σεως, ενώ χείρες ικέτιδες των ιερέων ηυλόγουν δια τελευταίαν φοράν την γενέτειραν γην και τους τάφους των προγόνων. Οι ασθενείς κατέκειντο υπό βρεγμένα εφαπλώματα πυρέσσοντες. Ο εκ της Διασυμμαχικής επιτροπής αντι­συνταγματάρχης της Γαλλικής Χωροφυλακής κ. Αλλάρ, ουχί άπαξ βλέπων τα γινόμενα εκ του παραθύρου του, εθεάθη δακρύων και λέγων: «Απαίσιον θέαμα, δεν αντέχω να βλέπω τα βάσανα των δυστυχών τούτων». Επί πολλάς ημέρας η αμαξιτή οδός Αρκαδιουπόλεως και πολύ πέραν αυτής μέχρι Καραγάτς εκαλύπτετο υπό συνεχούς σειράς αραμπάδων, εκ των οποίων έκαστος κατά κανόνα μετέφερεν ανά μίαν οικογένειαν μετά των κινητών της. Την τραγικήν σιωπήν ετάρασσεν ο ιδιόρρυθμος ήχος των τριζόντων τροχών των οχημάτων, με πε­λιδνούς, αφώνους οδηγούς, κινούντας αδιακόπως προς την οδόν της σωτηρίας. Αν εσταμάτα ιδίως εκ βλάβης των τροχών είς αραμπάς, όλη η όπισθεν πένθι­μος συνοδεία έπρεπε να σταματήση και όλοι προσεπάθουν να επιδιορθώσουν την βλάβην. 'Ελαβον χωράν και τοκετοί καθ' οδόν και θάνατοι με απλοποιημέ-νας στιγμιαίας κηδείας. Εις την συνοδείαν αυτήν ενεμφανίσθη μίαν ημέραν και η εν Αδριανουπόλει Διασυμμαχική επιτροπή προς εξέτασιν του ζητήματος των λαμβανομένων τουρκικών αραμπάδων μετά των ζώων. Τόσον όμως βαθείαν εντύπωσιν προυξένησεν η δυστυχία εκείνη και τόσον προσήκοντας πικρούς λόγους ήκουσεν από ένα αναξιοπαθούντα λαόν, ώστε απήλθε, χωρίς να εξέταση ή να διάταξη τα όσα εμελέτα μέτρα προς έλεγχαν των οχημάτων».

Η πιο δραματική όμως περιγραφή, για τη σιωπηλή και μακάβρια έξοδο των Θρα­κών το φθινόπωρο του 1922 είναι μια δημοσιογραφική ανταπόκριση απεσταλμέ­νου αμερικανικής εφημερίδας, που κάλυψε εκείνα τα μοιραία χρόνια την ελληνοτουρκική σύγκρουση και τα κοσμογονικά, ευρωπαϊκά γεγονότα. Είναι η ανταπόκριση του δημοσιογράφου και αργότερα διάσημου πεζογράφου, βραβευμένου με Νόμπελ, του 'Ερνεστ Χέμινγουεϊ: «Σε μια ατέλειωτη, ιλιγγιώδη πορεία ο χριστιανικός πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης στριμώχνεται στους δρόμους προς τη Μακεδονία. Η κυρία φάλαγγα, που περνάει τον ποταμό Έβρο, έχει μήκος τριάντα δυο χιλιομέτρων. Μια φάλαγγα τριάντα δύο χιλιομέτρων, με κάρα που τα σέρνουν αγελάδες, ταύροι και λασπωμένοι νεροβούβαλοι, ενώ δίπλα τους, εξουθενωμένοι και ζαλισμένοι άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κουβέρτες πάνω από τα κεφάλια τους, περπατούν στα τυφλά κάτω από τη βροχή, δίπλα στα εγκόσμια αγαθά τους. Τα κύριο αυτό ρεύμα τροφοδοτείται από ολόκληρη την ενδοχώρα. Δεν ξέρουν που πάνε. Άφησαν τα κτήματά τους, τα χωριά τους και τα ώριμα, σκουρόχρωμα χωράφια τους, για να προστεθούν στο κύριο ρεύμα των προσφύγων, όταν άκουσαν ότι έρχεται ο Τούρκος. Τώρα, το μόνο που μπορούν να κάνουν, είναι να κρατούν τη φρικαλέα φάλαγγα, ενώ το πιτσιλισμένο με λάσπες ελληνικό ιππικό τους οδηγεί όπως οι γελαδάρηδες τα γελάδια...».

«Είναι μια σιωπηλή φάλαγγα», συνεχίζει. «Ούτε που γκρινιάζει κανένας. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να συνεχίσουν να κινούνται. Οι όμορφες, τοπικές τους ενδυμασίες είναι βρεγμένες και λασπωμένες. Κοτόπουλα κρέμονται από τα πόδια στα κάρα. Τα μοσχαράκια μαζεύονται γύρω από τα ζεμένα βόδια, κάθε φορά που ένα φρακάρισμα σταματάει τη φάλαγγα. Ένας γέρος περπατάει γέρνοντας από το βάρος ενός γουρουνιού, ενός δρεπανιού κι ενός όπλου, με ένα κοτόπουλο κρεμασμένο στο δρεπάνι. Ένας άντρας απλώνει μια κουβέρτα πάνω από μια γυναίκα που δουλεύει πάνω σ' ένα κάρο, για να την προστατεύσει από τη βροχή. Εκείνη είναι ο μόνος άνθρωπος που κάνει κάποιο θόρυβο. Η μικρή της κόρη την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η φάλαγγα συνεχίζει να κινείται. Μόνο από την Ανατολική Θράκη πρέπει να απομακρυνθούν 250 χιλιάδες χριστιανοί πρόσφυγες. Σχεδόν μισό εκατομμύριο πρόσφυγες βρίσκονται τώρα στη Μακεδονία. Πώς θα τραφούν; Κανείς δεν ξέρει. Τον άλλο μήνα όμως όλος ο χριστιανικός κόσμος θα ακούσει την κραυγή: "Ελάτε στη Μακεδονία να μας βοηθήσετε"... Περπάτησα οχτώ χιλιόμετρα με τη φάλαγγα των προσφύγων πάνω στο δρόμο, αποφεύγοντας τις καμήλες που κινούνταν και προχωρούσαν απρόθυμα, δίπλα από χαλασμένα κάρα με ψηλές στοίβες από κουβέρτες, καθρέπτες, έπιπλα, δεμένα γουρούνια, μάνες χωμένες κάτω από τις κουβέρτες με τα μωρά τους, γέρους και γριές που ακουμπούσαν στα κάρα και απλώς κουνούσαν τα πόδια τους πάνω στο δρόμο, με κεφάλια σκυφτά, μουλάρια που κουβαλούσαν πυρομαχικά, τουφέκια δεμένα σε δέσμες σαν δεμάτια από σιτάρι και, πότε πότε, ένα σαραβαλιασμένο Φορντ με Έλληνες επιτελικούς αξιωματικούς, με κόκκινα και βρόμικα από την αϋπνία μάτια, και πάντα την αργή, μουσκεμένη αγροτιά της Θράκης, που βάδιζε με κόπο μέσα στη βροχή, αφήνοντας πίσω τα σπίτια της...».

Κι αλλού: «Ο στρατός περίμενε, μη πιστεύοντας ότι η κυβέρνηση του θα υπέγραφε τη Συνθήκη των Μουδανιών. Το έκανε όμως και ο στρατός, όντας στρατός υπάκουσε στην ηγεσία του. Όλη μέρα περνούσα από δίπλα τους, από βρόμικους, κουρασμένους, αξύριστους, ανεμοδαρμένους στρατιώτες που περπατούσαν στα μονοπάτια της καφετιάς, ατέλειωτης, γυμνής, λοφοσκέπαστης θρακικής υπαίθρου. Φορτηγά κάρα με βαριές ρόδες, που σέρνονται από λασπωμένα βουβάλια με κέρατα γυρτά προς τα πίσω, κινούνται κοπιαστικά στο σκονισμένο δρόμο. Μερικοί φαντάροι είναι ξαπλωμένοι πάνω στα μπαγκάζια, ενώ άλλοι οδηγούν τα βουβάλια. Μπροστά και πίσω από τα φορτηγά απλώνονται τα στρατεύματα. Αυτό είναι το τέλος της ελληνικής στρατιωτικής περιπέτειας. Ούτε ορχήστρες ούτε σταθμοί οργανώσεων βοήθειας, ούτε άδειες. Τίποτα άλλο από ψείρες, βρόμικες κουβέρτες και κουνούπια για τις νύχτες. Είναι οι τελευταίοι της ελληνικής δόξας, της δόξας που ήταν κάποτε η Ελλάδα. Αυτό είναι το τέλος του δεύτερου Τρωικού πολέμου τους... Το τι θα μπορούσε να γίνει, πιθανότητες και δυνατότητες, είναι μια θλιβερή ιστορία, όπως και το τέλος της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος. Δεν φταίει όμως ο απλός Έλληνας στρατιώτης. Ακόμη και στην υποχώρηση, οι Έλληνες φαντάροι φάνηκαν καλοί στρατιώτες. Φάνηκαν σκληρά καρύδια, αποφασισμένοι, πράγμα που σήμαινε ότι θα δυσκόλευαν τα πράγματα για τον Τούρκο, αν ο κεμαλικός στρατός ήταν υποχρεωμένος να πολεμήσει για τη Θράκη, αντί να την πάρει σαν δώρο στα Μουδανιά...».

Από κάθε πόλη που αποχωρούσε ο ελληνικός στρατός, οι τοπικές, ελληνικές αρχές παρέδιδαν τα αρχεία τους και την εξουσία στις συμμαχικές διοικήσεις, οι οποίες τα παρέδιδαν εν συνεχεία στην τουρκική διοίκηση, που καταλάμβανε την περιοχή. Παρά τις υποσχέσεις των αρχών, ότι η αποχώρηση των Ελλήνων θα γινόταν με ηρε­μία, ο πανικός τους έδινε φτερά. Οι διασυμμαχικές επιτροπές που επιτηρούσαν την ομαλή έξοδο των Ελλήνων αδυνατούσαν να παρεμποδίσουν τα μιλιούνια των προσφύγων, που κατέβαιναν αλλόφρονες στα λιμάνια και τους σταθμούς. Όλοι, παρά τις διαφορετικές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στη Θράκη, φοβούνταν τις σφαγές και τις πυρπολήσεις της Σμύρνης, γι' αυτό και έτρεχαν πανικοβλημένοι να σωθούν. Στα λιμάνια της Ραιδεστού, της Σηλύβριας και του Μυριόφυτου είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο, από τους χιλιάδες πρόσφυγες που στοιβάζονταν στα ελάχιστα διαθέσιμα ατμόπλοια. Οι εικόνες που αποτυπώθηκαν, στα ίδια σχεδόν θύματα και στα ίδια λιμάνια πριν εφτά χρόνια, επαναλαμβάνονταν, πιο έντονα και οριστικά πλέον, για το θρακιώτικο ελληνισμό.

Οι συνθήκες εγκατάλειψης, όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, ήταν δραματικές. Παρά τις υπομνήσεις των συμμαχικών επιτροπών για συντεταγμένη αποχώρηση, ο πανικός άλλαξε το κλίμα και η εγκατάλειψη γινόταν με ταχύτατες ενέργειες. Σε μερικά χωριά, που κάποιοι Έλληνες αρνήθηκαν να απομακρυνθούν, περικυκλώθηκαν από ένοπλους Τούρκους και εγκατέλειψαν κι αυτοί φοβισμένοι τα σπίτια τους, για ν’ αποφύγουν τα χειρότερα. Σε αυτήν την άναρχη κατάσταση, οι Έλληνες προσπαθούσαν να απομακρυνθούν από τις πατρίδες τους, πριν εγκα­ταλείψει οριστικά ο ελληνικός στρατός τη Θράκη.

Η υποστολή της ελληνικής σημαίας, στις θρακικές πόλεις και τα χωριά, ο ύστατος χαιρετισμός του εθνικού συμβόλου, ήταν από τις πιο δραματικές διαδικασίες της αποχώρησης. Αυτό το θλιβερό καθήκον το είχαν κυρίως οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι και χωροφύλακες που είχαν διαταχθεί από τη διοίκηση της Θράκης να μείνουν στις έδρες τους, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Πρωτοκόλλου των Μουδανιών, για να παραδώσουν τις πόλεις στη Διασυμμαχική Επιτροπή, η οποία στη συνέχεια θα τις παρέδιδε στους Τούρκους. Ήταν η τελεσίδικη εγκατάλειψη της πατρογονικής γης, η πιο θλιβερή πράξη έμπρακτης υπογραφής για μια εποχή που έκλεινε οριστικά. Μέσα στη μαυρίλα της επώδυνης πορείας τους στόμωνε το παράπονο κι ο θρήνος κι έπιαναν μακρόσυρτα μοιρολόγια, που ήταν το ξέσπασμα του καημού, του ξεριζωμού και της καταραμένης προσφυγιάς.

Αυτή τη σκληρή ώρα της οριστικής υποστολής του εθνικού συμβόλου περιγρά­φει ο Αδριανουπολίτης στρατιωτικός Αγγελος Γερμίδης: «Στις 18 Οκτωβρίου, τα τελευταία ελληνικά τμήματα εγκατέλειπαν την Αδριανούπολη, αφήνοντας τη φύλαξή της στους Γάλλους στρατιώτες. Στις 10 το πρωί της ημέρας αυτής γινόταν στο Στρατηγείο της Στρατιάς Θράκης η υποστολή της ελληνικής σημαίας και η έπαρσις της τουρκικής. Παρατεταγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, ένας λόχος του 50ού Συντάγματος Πεζικού υπό τον τότε λοχαγόν Δράκον Γιαννουκάκο και ένας τουρκικός που είχε εισέλθει συμβολικά στην πόλη. Οι δυο λόχοι παρουσιάζουν όπλα. Στιγμές εξόχως συγκινητικές για τους Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες και ασφαλώς και για τους Τούρκους, με αντίθετα ασφαλώς συναισθήματα. Η ελληνική σημαία κατεβαίνει αργά - αργά από τον ιστό, ενώ οι αξιωματικοί και οπλίτες του λόχου, με τα μάτια δακρυσμένα, με κόπο συγκρατούνται για να μην ξεσπάσουν σε γοερό κλάμα. Ακολούθησεν η έπαρσις της τουρκικής σημαίας, που επισημοποιούσε την επάνοδο της τουρκικής κυριαρχίας στη μαρτυρική πόλη. Και μέχρι που ζούσε ακόμα, αντισυνταγματάρχης εν αποστρατεία και σεβαστός πρεσβύτης ο λοχαγός του 1922 Δράκος Γιαννουκάκος, με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυα του όταν μου αφηγείτο τις δραματικές εκείνες στιγμές της στρατιωτικής του ζωής...».

Όπως αντιλαμβάνεστε αγαπητοί μου συμπατριώτες – Ανατολικοθρακιώτες, η μαύρη μοίρα, που περιέγραψαν, με τα πιο μελανά χρώματα, όσοι προανέφερα, περίμενε και τους κατοίκους του Εξάστερου, μιας πλούσιας και όμορφης κωμόπολης των θρακικών ακτών της Προποντίδας, που απείχε μόλις 35 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη.

Δεν αποτελεί, φυσικά, αντικείμενο της σημερινής ομιλίας μου η περιγραφή του ελληνικού Εξάστερου και η λεπτομερής παράθεση της ιστορίας του. Αυτό θα μπορούσε ν’ αποτελέσει το θέμα για μια μελλοντική, ολότελα διαφορετική ομιλία. Θα περιοριστώ, κατόπιν τούτου, θα παραθέσω μόνο λίγα στοιχεία, για όποιους δεν γνωρίζουν τίποτε για το Εξάστερο και θα εστιάσω στην αναχώρηση των Ξασγερινών και των άλλων κατοίκων της θρακικής παραλίας της Προποντίδας από τα πατρογονικά εδάφη τους.



Το Εξάστερο (Ξάστερο, Εξάστρο, Ξάστρο ή Σάστρο και για τους Οθωμανούς Σάχτερος) ήταν ελληνική κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης, που διοικητικά υπαγόταν στην Επαρχία Μετρών και εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Σηλυβρίας, της οποίας αποτελούσε έναν από τους 12 Χριστιανικούς οικισμούς. Απείχε περίπου 35 χιλιόμετρα δυτικά της Κωνσταντινούπολης και γειτόνευε με τα χωριά Κερμένι, Οικονομείο, Επιβάτες, Νιχώρι και Γιαλούς. Απείχε 1 χιλιόμετρο από την ακτή της Προποντίδας και ήταν κτισμένο σε υψόμετρο 57 μέτρα.

Το χωριό ήταν χτισμένο στο μέσο μιας περιοχής, η οποία οριζόταν από τρεις λόφους. Το λοφώδες ανάγλυφο δημιουργούσε μεταξύ των λόφων ρεματιές, οι οποίες ήταν πλούσιες σε νερό, γι' αυτό και η περιοχή είχε αρκετές πηγές, οι οποίες ονομάζονταν "μπουνάρια", πηγάδια, αγιάσματα, αλλά και δύο νερόμυλους, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων. Αν και δεν έλειπαν τα δέντρα, τα οποία συγκεντρώνονταν στις ρεματιές και γύρω από παρεκκλήσια και αγιάσματα, η βλάστηση ήταν κυρίως ποώδης, η δε περιοχή γενικότερα ήταν αξιοποιημένη αγροτικά.

Στα νότια του οικισμού το έδαφος κατηφόριζε ομαλά μέχρι τη θάλασσα, η οποία διαθέτει αμμώδη παραλία. Εκεί βρισκόταν ο "Καζάρμας", ουσιαστικά το επίνειο του Εξαστέρου, με στοιχειώδεις υποδομές για την εξυπηρέτηση των καϊκιών, που μετέφεραν προϊόντα από και προς την Κωνσταντινούπολη.[5]

Ο ίδιος ο οικισμός απλωνόταν χωρίς κανένα ιδιαίτερο ρυμοτομικό σχεδιασμό, τουλάχιστον μέχρι την πυρκαγιά του 1909, γύρω από τρεις πλατείες.

Τα σπίτια ήταν ξύλινα, με βάση περίπου ενός μέτρου από πωρόλιθο και τούβλα. Λίγες μόνο οικίες ήταν εξολοκλήρου λιθόκτιστες, ενώ το μέγεθος και η πολυτέλειά τους εξαρτιόταν από την οικονομική δυνατότητα του καθενός. Ιδιαίτερα μετά την πυρκαγιά του Απριλίου του 1909 το χωριό διακρίνει ένας νέος αέρας λόγω της σχεδόν εξ αρχής ανοικοδόμησής του.

Το Εξάστερο διέθετε δύο εκκλησίες: παλαιότερη ήταν η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (1844) που βρισκόταν εκτός του οικισμού, εντός δασυλλίου, και πανηγύριζε στις 2 Αυγούστου (ανακομιδή των λειψάνων). Η δεύτερη ήταν αφιερωμένη στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη (21 Μαΐου) και κάηκε ολοσχερώς, κατά τη διάρκεια μεγάλης πυρκαγιάς που κατέκαψε το μεγαλύτερο μέρος της κωμόπολης.

Η κωμόπολη κατοικούνταν αποκλειστικά από ελληνικές οικογένειες. Σύμφωνα με την απογραφή του Οκτωβρίου 1920 οι κάτοικοί του ανέρχονταν στους 1696 κατοίκους, ενώ το Σεπτέμβριο του 1922 είχε 1535 κατοίκους.

Επαγγελματικά οι κάτοικοι ασχολούνταν ως επί το πλείστον με τη γεωργία και συγκεκριμένα με την αμπελουργία. Τα σταφύλια του Εξάστερου (ποικιλίες: "γιαπουντζάκια" και "τσαούσια") φημίζονταν στην Πόλη, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η παραγωγή σε κρασιά, τα οποία μαζί με αυτά των Επιβατών εξάγονταν στη Γαλλία (μέση ετήσια παραγωγή: 3.000.000 οκάδες). Φημισμένα επίσης ήταν τα πεπόνια και ιδιαίτερα τα "χειμωνιάτικα", που γίνονταν ανάρπαστα στην Πόλη. Λιγότεροι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και ακόμη λιγότεροι με την αλιεία.[12]

Το Εξάστερο, όπως και άλλα χωριά της Ανατολικής Θράκης υπέστη όλες τις τρομερές συνέπειες των γεγονότων των αρχών του 20ού αιώνα. Η ανακατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς, κατά την υποχώρηση των Βουλγάρων, που είχαν καταλάβει την Ανατολική Θράκη, στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, συνοδεύτηκε από σφαγές. Αμέσως μετά τη σφαγή στο γειτονικό Οικονομείο, στα τέλη του Ιανουαρίου του 1913, οι Τούρκοι μετέβησαν στο Εξάστερο, όπου συγκέντρωσαν τους άρρενες κατοίκους άνω των πέντε ετών στο καφενείο του Θεμιστοκλή Θέμου και ζήτησαν το ποσό των είκοσι χρυσών λιρών, προκειμένου να περιθάλψουν τα ορφανά του Οικονομείου, από τα οποία οι ίδιοι είχαν στερήσει τους πατέρες τους. Ο τελικός απολογισμός της σφαγής στο Εξάστερο ήταν δεκαπέντε άνδρες και μια γυναίκα. Η σφαγή επηρέασε τη ζωή πολλών οικογενειών, όμως το χωριό κατάφερε να γενικά να συνέλθει, σε αντίθεση με το Οικονομείο, όπου μπορούμε να μιλάμε για πραγματική γενοκτονία.

Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικονομική δραστηριότητα περιορίστηκε τόσο, που υπήρξε ακόμη και πείνα. Το ηθικό των κατοίκων αναπτερώθηκε μετά τη Συνθήκη των Σεβρών, όταν το Εξάστερο περιήλθε στην υποδιοίκηση Σηλυβρίας του νομού Ραιδεστού. Το φθινόπωρο όμως του 1920 το Εξάστερο βρέθηκε σε μια γκρίζα περιοχή, αφού ούτε οθωμανικές αρχές υπήρχαν πλέον, ούτε ο ελληνικός στρατός τη δεδομένη εκείνη στιγμή ήταν παρών, παρόλο που κανονικά η περιοχή βρισκόταν εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του.

Όπως και παραπάνω άφησα να εννοηθεί, πριν ακόμη υπογραφεί το πρωτόκολλο των Μουδανιών, αντιλήφθηκαν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης την τραγικότητα της κατάστασης και άρχισαν να εξοικειώνονται, αργά αλλά σταδιακά, με την ιδέα της αναχώρησης από τις εστίες τους. Από τη χαρά της ελευθερίας, που ελάχι­στα είχαν γευθεί, βυθίστηκαν σε τελεία απόγνωση, δεδομένης και της πα­ρουσίας χιλιάδων Μικρασιατών προσφύγων. Η ιδέα της φυγής επικράτησε απ’ άκρου εις άκρον της Θρακικής γης. Όλοι άρπαζαν ότι έβρισκαν μπροστά τους κι εγκατέλειπαν τα σπίτια τους. Ακόμη και οι λιγοστοί τολ­μηροί, τόσο στις Σαράντα Εκκλησίες όσο και στην Αδριανούπολη, που δια­τείνονταν ότι επρόκειτο να παραμείνουν και ν’ αντισταθούν, μετέβαλαν ριζικά τις απόψεις τους. Τα χωριά άδειασαν αμέσως γιατί η παραμονή στην ύπαιθρο εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους ή ισοδυναμούσε με σίγουρη σφαγή, από την ανεξέλεγκτη στάση των ενόπλων μουσουλμάνων. Οι Έλληνες της Σηλυβρίας, που διατηρούσαν αρμονικές σχέσεις με τους Τούρκους, σκέφτηκαν προς στιγμήν να παραμείνουν στη γενέτειρά τους, αλλά τελικά μεταπείστηκαν. Οι κάτοικοι του Εξάστερου κατευθύνθηκαν προς την παραλία για ν’ αναχωρήσουν, αλλά επέστρεψαν στα σπίτια τους, γιατί ο μουτεσαρίφης Μέτρων τους προέτρεψε να μην εκπατριστούν, όταν όμως πληροφορήθηκαν την αθρόα φυγή όλων των περίοικων, από τους Επιβάτες, τους Δελλιώνες, το Φανάρι και τα άλλα χωριά, δεν άργησαν να μεταβάλουν την άποψή τους.

Ενώ αποχωρούσε ο ελληνικός στρατός, διογκωνόταν ο συνωστισμός του ελληνικού στοιχείου, τόσο στα παραλιακά κέντρα, όσο και στους σιδη­ροδρομικούς σταθμούς. Αθρόες επιθέσεις ενόπλων, τουρκικών ομάδων επέτειναν τη σύγχυση και τον πανικό. Στις 4 Οκτωβρίου η παραλία της Σηλυβρίας κατακλυζόταν από χιλιάδες κατοίκων της περιφέρειας. Μέχρι τις 10 Οκτωβρίου είχαν ως επί το πλείστον εκκενωθεί η Σηλύβρια, το Μουγάνδος, το Μπουγιούκ-Τσεκμετζέ, οι Αιγιαλοί, το Εξάστερο, η Πανα­γία και η Ηράκλεια, και στις 13 του ίδιου μήνα ολοκληρωνόταν η επιβίβα­ση των κατοίκων του Εξάστερου, των Επιβατών και των Δελλιώνων. Στις 7 Οκτωβρίου ξεριζώθηκαν και οι κάτοικοι του Σιδηροχωρίου, οι οποίοι ε­ξαναγκάστηκαν αλλόφρονες να περπατήσουν μέχρι τη Θυνιάδα για να προλάβουν τα πλοία. Συγκεχυμένες φήμες κυκλοφορούσαν στη γενέτειρά τους για ενδεχόμενη εισβολή βουλγαρικών σωμάτων καθώς προετοιμάζο­νταν να εισέλθουν πολυάριθμοι Βούλγαροι πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης στο τουρκικό έδαφος.

Κάποιες από τις πιο πλούσιες, ελληνικές κοινότητες, όπως αυτές των Δελλιώνων, των Επιβατών, του Εξάστερου, ναύλωσαν οι ίδιες, δια εκπροσώπων τους, πλοία, από ελληνικές, ναυτιλιακές εταιρίες, που τους μετέφεραν με ασφάλεια στο Ελληνικό έδαφος. Και ναι μεν, δεν μπόρεσα να βρω στο αρχείο μου το συμβόλαιο ναύλωσης πλοίου του εφοπλιστή Γιαννουλάτου, από την κοινότητα των Ξαστερινών, βρήκα, όμως και σας παρουσιάζω το συμβόλαιο νύλωσης πλοίου από τους κατοίκους των Δελλιώνων, (ελληνικής κωμόπολης, γειτονικής προς το Εξάστερο), με τον εφοπλιστή Ε. Λεβαντή, που έδρευε στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης και το οποίο υπογράφηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1922. Τα περιεχόμενα αυτών των συμφωνητικών ήταν, σε γενικές γραμμές, όμοια. Η κοινότητα όριζε εκπρόσωπό της, που υπέγραφε το συμφωνητικό για λογαριασμό της, καταβάλλοντας στον εφοπλιστή ένα σεβαστό, χρηματικό ποσό, (οι κάτοικοι των Δελλιώνων κατέβαλαν στον Λεβαντή 1.225 τουρκικές λίρες, για τη ναύλωση πλοίου χωρητικότητας 720 τόνων, την άμεση παραλαβή, την επομένη κιόλας της υπογραφής του συμβολαίου, όσων κατοίκων της κωμόπολης χωρούσαν στο πλοίο, με τα υπάρχοντά τους και την μεταφορά και αποβίβασή τους στο λιμάνι του Πόρτο Λάγος).

Νοτιοδυτικά από τη Σηλυβρία βρίσκονταν τα αμιγώς ελληνικά Γανόχωρα, σ’ ένα εκ των οποίων, τον Γάνο, γεννήθηκε ο πατέρας μου. Κατά τον εκπατρισμό τους, οι Γανοχωρίτες ακολούθησαν δύο δρόμους. Οι κάτοικοι των παραλιακών κωμοπόλεων και χωριών, μερικών χωριών που ήταν στις προς την Προποντίδα πλαγιές του Ιερού Όρους, καθώς και μερι­κών από τα ορεινά χωριά των βορειοδυτικών πλαγιών του, πού ανήκαν στην Εκκλησιαστική Επαρχία Γάνου και Χώρας, (Καστάμπολις, Ιντζέκιοϊ, Σιμιτλή), ακολούθησαν τον θαλάσσιο δρόμο, μεταφερθέντες με πλοία, πού διέθετε το Ελληνικό Κράτος (όπως ήταν, λ.χ., το μεγάλο πλοίο ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ, που μετέφερε τους Γανοχωρίτες από το Μυριόφυτο στην Καβάλα) και μερικοί με ναυλωμένα από τους ίδιους, από τα λιμάνια των Δελλιώνων, της Ραιδεστού, Κουμβάου, Γάνου, Χώρας, Ηρακλείτσας, Μυριοφύτου και Περι­στάσεως στην Θεσσαλονίκη, Καβάλα και Εύβοια. Οι κάτοικοι των μεσογειακών χωριών της Εκκλησιαστικής Επαρχίας Μυριοφύτου και Περιστάσεως (Λιμνίσκης, Καλόδενδρου) και αυτής Γάνου και Χώρας (Σεντουκίου, Παλαμουτίου), ακολούθησαν τον δρόμο της ξηράς, πού περνούσε από το Κούρου Ντάγ - Κεσσάνη, ή Μάλγαρα - Κεσσάνη και εν συνεχεία τα Ύψαλα, τον Έβρο με πορθμεία (μεγάλες πλάβες) έφθασαν στην Αλεξανδρούπολη, από την οποία προωθήθηκαν σε διάφορα μέρη της Βορείου Ελλάδος.

Από τους τελευταίους Έλληνες που άφησαν τη Θράκη ήταν οι κάτοικοι της Καλλίπολης, πατρίδας των προγόνων μου από την πλευρά της μητέρας μου. Οι σύμμαχοι κατέλαβαν τη Καλλίπολη στις αρχές Νοεμβρίου του 1922 κι έδωσαν εικοσαήμερη προθεσμία στους Έλληνες να εγκαταλείψουν τη χερσόνησο. Με προκλήσεις των Τούρκων και την ανοχή της συμμαχικής διοίκησης 25.000 κάτοικοι της χερσονήσου μπήκαν στα πλοία και πήραν το δρόμο της οριστικής προσφυγιάς.

Οι τελευταίοι Θρακιώτες που άφησαν συντεταγμένα την πατρίδα τους ήταν οι κάτοικοι του φημισμένου προαστίου της Αδριανούπολης, του Κάραγατς, της παλιάς Ορεστιάδας. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν απέναντι απότην Αδριανούπολη, ιδρύοντας τη Νέα Ορεστιάδα, την προσφυγική πολιτεία που θέριεψε στην περιοχή του Βόρειου Έβρου, βλέποντας προς την ανοιχτή πεδιάδα, πίσω από τα καραγάτσια του Έβρου, την παλιά πατρίδα.

«Στις 9 Οκτωβρίου, γράφει ο Άγγελος Γερμίδης, γινόταν στον μητροπολιτικό ναό Αδριανουπόλεως η τελευταία λειτουργία, σαν εκείνη την τελευταία λειτουργία της Αγίας Σοφίας την παραμονή της Αλώσεως. Και με δάκρυα στα μάτια οι παρευρισκόμενοι σ’ αυτήν ακούγανε τον γέρο μητροπολίτη Πολύκαρπο να αναπέμπει με διακοπτόμενη από συγκίνηση φωνή τη στερνή προς τον Ύψιστο επίκληση. Ήταν ο τελευταίος μητροπολίτης της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Αδριανουπόλεως, Υπέρτιμος και Έξαρχος παντός Αιμιμόντου", που κατά μια μοιραία σύμπτωση είχε το ίδιο όνομα με τον τελευταίο μητροπολίτη του 1361, τότε που για πρώτη φορά οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αδριανούπολη……

Ως το 1924 οι εναπομείναντες Θρακιώτες έφτασαν με την ανταλλαγή στην Ελλάδα, ολοκληρώνοντας το μεγάλο ελληνικό εκπατρισμό. Ο ελληνισμός της ανατολικής Θράκης μετεγκαταστάθηκε με τη βούληση των ισχυρών αναγκαστικά στην Ελλάδα, αναζωογονώντας με την πολιτισμική παράδοση και την εργατικότητα άλλα ελληνικά μέρη. Η ελληνική ενδοχώρα αναδημιουργήθηκε με τις πολιτισμικές αξίες και την αξιοσύνη του θρακιώτικου ελληνισμού.

Μετά από όλα όσα εκθέσαμε, απομένει ανοιχτό το απλό ερώτημα, που τίθεται στην καρδιά του κάθε απλού Έλληνα, ακόμη κι ύστερα από έναν περίπου αιώνα, αν θα μπορούσε να κρατηθεί η Ανατολική Θράκη υπό την ελληνική διοίκηση, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Η άποψη του ελευθερωτή της Θράκης στρατηγού Αλέξανδρου Μαζαράκη-Αινιάνος, που συμμετείχε στις διαπραγ­ματεύσεις του Πρωτοκόλλου των Μουδανιών, δίνει μια απάντηση: «Κι αν ακόμη υπήρχε μια μικρή πιθανότητα να διασωθεί η Ανατολική Θράκη (παρά την κατάπτωση του ηθικού του ελληνικού στρατού και την αποδιοργάνωση του), φρόντισαν τόσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι όσο και η επαναστατική κυβέρνηση στην Αθήνα, να δώσουν τη χαριστική βολή, γιατί αποδέχτηκαν αμέσως και μάλιστα την άμεση εκκένωση της». Αυτή ήταν η απάντηση του Αλ. Μαζαράκη-Αινιάνος στο ερώτημα «Ηδυνάμεθα να σώσωμεν την Θράκην;».

Παρακολουθώντας τις διπλωματικές ενέργειες, λίγους μήνες πριν από το Πρωτόκολλο των Μουδανιών, διαπιστώνει και ο πιο αρχάριος σε ιστορικά και πολιτικά ζητήματα, πως η Ανατολική Θράκη έπεσε θύμα πολιτικής ανευθυνότητας, πολιτικών διαπλοκών, απαράδεκτων υποχωρήσεων από την ελληνική πλευρά και άγνοιας της συγκυρίας. Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όπως φαίνεται από τα αρχεία, είχε αποδεχτεί την εκχώρηση της Θράκης στους Τούρκους, υποκινούμενος από μια ρεαλιστική αντιμετώπιση, ενώ η ελληνική αντιπροσωπεία στη Διάσκεψη των Μουδανιών ήταν ολότελα παρείσακτη, παρακολουθούσε από μακριά τις διαπραγματεύσεις κι ενημερωνόταν για τα τεκταινόμενα από την αγγλική αντιπροσωπεία!

Αυτό ήταν το τέλος του προαιώνιου Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης κι η αρχή του αφελληνισμού του πανάρχαιου εκείνου κομματιού της ελληνικής γης. Απομένει σε μας το μεγάλο χρέος, να διατηρήσουμε άσβεστη την ιστορική μνήμη μας, να παραδειγματιστούμε από τα δικά μας λάθη και τις συμφερολοντολογικές συμπεριφορές των ξένων, κύρια των «συμμάχων» μας και να επιτύχουμε και να διατηρήσουμε σαν κόρη οφθαλμού την ενότητα του λαού μας, ιδιαίτερα τώρα, που το Έθνος μας περνάει και πάλι δύσκολες στιγμές.