«ΣΚΑΒΑΛΑ, ΧΩΡΑ ΕΡΕΤΡΙΕΩΝ»
Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΠΟΛΗΣ, Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΙΣΙΤΡΑΤΟ, Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ «ΕΣΚΗ (ΠΑΛΑΙΑ) ΚΑΒΑΛΑ» ΚΑΙ «ΚΑΒΑΛΑ»
Α) Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Η αρχαιότερη αναφορά, από τον Θεόπομπο τον Χίο, (ιστορικό του 4ου αιώνα π.Χ.), στο όνομα της πόλης «Σκάβαλα», διασώζεται, ως απόσπασμα, (Fragment 162/151), στο έργο του μεταγενέστερου γεωγράφου, Στεφάνου του Βυζαντίου (και ειδικότερα στο λεξικό του «Εθνικά»).
Το ακριβές, αρχαίο κείμενο της αναφοράς του Στεφάνου Βυζαντίου, όπως συλλέχθηκε στα Digital Fragmenta Historicorum Graecorum (DFHG), είναι το εξής:
«Σκάβαλα, χώρα Ἐρετριέων· Θεόπομπος εἰκοστῷ τετάρτῳ Φιλιππικῶν, το εθνικόν Σκαβαλαίος».
Ο Θεόπομπος, στο 24ο βιβλίο των Φιλιππικών, εξιστορεί τα γεγονότα που έλαβαν χώρα γύρω στο 349–348 π.Χ., κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας στη Χαλκιδική και την Εύβοια (όπου ο Φίλιππος υποκίνησε αποστασίες πόλεων). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ιστορικός καταγράφει τις πόλεις και τις περιοχές που επηρεάζονταν ή καταλαμβάνονταν από τον Μακεδόνα βασιλιά.
Σύμφωνα, συνεπώς, με την πιο πάνω αναφορά του Θεόπομπου, τα Σκάβαλα αποτελούσαν πόλη, αλλά, ενδεχομένως και χώρα (ευρύτερη περιοχή), την οποία είχαν αποικίσει οι Ερετριείς, οι κάτοικοι, δηλαδή, της Ερέτριας, αρχαίας πόλης της Εύβοιας.
Ο Γιάννης – Τάσος Μαγκούτας, στο σύγγραμμά του «ΕΡΕΤΡΙΑ», αναφέρει, μεταξύ, άλλων, τα εξής:
«Πόλη-κράτος ήταν και η Ερέτρια, η οποία συνέβαλε πολύ στην ανάπτυξη και τη διάδοση του ελληνισμού και του ελληνικού πολιτισμού, γι αυτό και κατέχει μια ζηλευτή θέση ανάμεσα στις αρχαίες πόλεις. Βρίσκεται στην Κεντρική Εύβοια και 20 χιλιόμετρα περίπου προς τα ανατολικά-νοτιοανατολικά της Χαλκίδας. Παρουσιάζεται νωρίς στην Ελληνική ιστορία, αφού είχε πάρει μέρος και στον Τρωικό Πόλεμο . Από πολύ παλιά, είχε στην κατοχή της ένα υπέροχο λιμάνι και ένα άριστα οργανωμένο ναυτικό και θεωρείται η σημαντικότερη αρχαία πόλη της Εύβοιας μετά την Χαλκίδα. Με αυτάρκεια πρωτοεμφανίζεται στα μέσα του 8ου π.Χ. αι., οπότε και πρωταγωνιστεί στον αποικισμό τής Μεσογείου. Σημαντικό ρόλο παίζει και στην εξέλιξη των κυριότερων γεγονότων του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα. Ο καθnγητής Νικ. Κoντoλέων, στο άρθρo του για τoυς Αειναύτες της Ερέτριας, επισημαίνει τον κυριoλεκτικά πρώτο ρόλο μεταξύ όλων των Ελλnνικών πόλεων, που διαδραμάτισε η Ερέτρια, ως ναυτική δύναμη, κατά τον 8ο π.Χ.αι. και χαρακτηρίζει τnν πόλn θαλασσοκράτειρα….. «
Ο Κων. Γουναρόπουλος («Ιστορία της νήσου Εύβοιας», σελ. 101, 1979) γράφει πως η περιοχή της Ερέτριας ονομαζόταν και Σκάβαλα, ενώ ο Γάλλος Anville, (στην Αρχαία Γεωγραφία του τ. Α΄, σ.268), λέει, πως τον τόπο όπου βρισκόταν η πόλη της Ερέτριας τον ονόμαζαν «Γκαβαλίνα», ίσως από παραφθορά του αρχαίου ονόματος Σκάβαλα».
Στηριγμένος στο παραπάνω κείμενο, ανέτρεξα στο έργο του Κωνσταντίνου Γουναρόπουλου με τίτλο «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ», που εκδόθηκε το έτος 1930 κι επανεκδόθηκε, ως φωτοτυπική επανέκδοση, από το σύλλογο "Προοδευτική Εύβοια", το έτος 1979 κι από το πιο πάνω σύγγραμμα, στον 1ο τόμο (τον αναφερόμενο στην Ευρώπη) του συγγράμματος με τίτλο «Géographie ancienne abrégée», που εκδόθηκε στο Παρίσι, το έτος 1768, από τον Jean-Baptiste d' Anville (1697-1782), (μέλος της Academie Royale des Belles – Lettres» της Γαλλίας, καθώς και της Ακαδημίας Επιστημών του Petesbourg και γραμματέα του Δούκα της Ορλεάνης). Στη σελίδα 268, λοιπόν, του Α’ τόμου, (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 1η ΚΑΙ 2η), ο Anville αναφέρει τα εξής: «Eretria ne le cedoit en Eubee qu’ a Chalkis: elle en etoit peu distante sur le meme rivage, et un lieu que les Grecs d’ aujouurd’ hui appellant Gravalinais, pourroir y repondre», δηλαδή «Την Ερέτρια δεν την ανέφερε στην Εύβοια, παρά μόνο κοντά στη Χαλκίδα. Βρισκόταν σε μικρή απόσταση από αυτήν, στην ίδια ακτή και ένας τόπος που οι σημερινοί Έλληνες ονομάζουν «Γκραβαλίνα» (;) θα μπορούσε ν’ αντιστοιχεί σ’ αυτήν».
Υπάρχει, ως εκ τούτου, μεγάλη πιθανότητα, το όνομα της αποικίας των Ερετριέων «Σκάβαλα» να έλκει την προέλευσή του από το ίδιο ή παρόμοιο αρχαίο τοπωνύμιο της πόλης – μητρόπολης, της Ερέτριας.
Β) ΠΟΤΕ, ΟΜΩΣ, ΟΙ ΕΡΕΤΡΙΕΙΣ ΙΔΡΥΣΑΝ ΑΠΟΙΚΙΕΣ ΣΤΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ «ΣΚΑΒΑΛ(Λ)Α;
Πρώτος επιχείρησε να δώσει απάντηση στα ερωτήματα αυτά ο Γεώργιος Μπακαλάκης, (1908-1991), αρχαιολόγος και καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο πόνημά του με τίτλο «ΝΕΑΠΟΛΙΣ – ΧΡΙΣΤΟΥΠΟΛΙΣ – ΚΑΒΑΛΑ», (Αρχαιολ. Δελτίο 1936, 39). Ανέφερε, λοιπόν, εν προκειμένω, ο σπουδαίος εκείνος αρχαιολόγος, (που διετέλεσε και Έφορος Αρχαιοτήτων Καβάλας και υπήρξε ο ιδρυτής του Αρχαιολογικού Μουσείου της), τα εξής:
«Εις το περί το Πάγγαιον τμήμα της Θράκης απώκισαν και οι Ερετριείς περιοχήν τινα, ενωρίς και αμέσως μετά τας προς Δυσμάς αποτυχίας των. (Πλουτάρχου Έλλ. Αιτ. 11. έκδ. Βερναρδ. 11 324: «αποσφενδόνητοι οι Ερετριείς εκ των Ιταλικών αποικιών γενόμενοι, ήλθον και κατέσχον την Περίαν». Ούτω είναι δυνατόν να συσχετισθή και η πληροφορία παρά Στεφ. Βυζαντ. περί των (;) Σκαβάλων, ως χώρας των Ερετριέων καί των Σκαβαλαίων τών θρακικών φορολογικών πινάκων. (Στεφ. Βυζ. Σκάβαλα, χώρα Έρετριέων. Θεόπομπος εικοστώ τετάρτω Φιλιππικών, το εθνικόν Σκαβαλαίος. RE λ. Σκάβαλα και Pape. Χρυσοχόος ΙΙεριοδ. Παρνασσός 1892 γεωγραφικόν χάρτην). Ο Tomaschek Die alien Thraker II σ. 82, ετυμολογών το τοπωνύμιον λέγει ότι παράγεται έκ τινος ρίζης σημαινούσης το κοπτερόν, μυτερόν, και ότι πιθανόν να έκειτο επί της ακτής, παραλίας. Ο μακαρίτης ο Σβορώνος απέδωκεν εις την αποικίαν αυτήν την Ερετριακήν εν Θράκη τον α' ευβοϊκόν νομισματικόν τύπον τον ανεπίγραφον, ενώ τον φέροντα μόνον το Α παρά το γοργόνειον εις την Αντισάραν (L’ Hellenisme primitive de la Macedoine κλπ. πίν. IX. 42 και 48)».
Απάντηση στα ίδια ερωτήματα έδωσε και ο Δημήτριος Σαμσάρης, καθηγητής ρωμαϊκής ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο σύγγραμμά του με τίτλο «Ιστορική Γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα, (που εκδόθηκε το έτος 1976, από την Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών). Ανέφερε, ειδικότερα ο Σαμσάρης:
«Πίερες. Οι Πίερες ήταν θρακική φυλή, (Στράβ. VII, 330: «Πιερία γαρ και Όλυμπος και Πίμπλα και Λείβηθρον το παλαιόν ήν Θράκια χωρία και όρη») που ως τον 7ο/6ο π.Χ. αιώνα κατοικούσε στην περιοχή νοτίως του Αλιάκμονα και ως τον Όλυμπο. Από κει εκδιώχτηκαν από τους πρώτους Μακεδόνες βασιλιάδες. Τότε ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ανάμεσα στο Παγγαίο και τη θάλασσα (Θουκυδιδ. ΙΙ, 99, 3). Απ’ αυτούς η περιοχή ονομάστηκε Πιερίδα και ο κόλπος της Νεάπολης (σημ. Καβάλας) Πιερικός. Σύμφωνα με την πληροφορία του Στέφανου Βυζάντιου, οι Πίερες θα πρέπει στα πολύ πρώιμα χρόνια να είχαν επεκταθή ως τους Φιλίππους (Στέφ. Βυζ. «Κρηνίδες, πόλις Πιερίας, ας Φίλιππος μετωνόμασε Φιλίππους»). Αργότερα, όμως, φαίνεται πως, όταν ήρθαν άλλοι, Ηδωνοί, από την Θάσο, απωθήθηκαν και περιορίστηκαν νοτιότερα, δηλ. στην παραλία…
»Στην περιοχή αυτή, από πολύ νωρίς φαίνεται ότι είχαν ιδρύσει αποικίες οι Ερετριείς (Πλουτάρχου Ελληνικά Αίτια, 11ο κεφάλαιο - έκδοση Γρηγορίου Βερναρδάκη, με τίτλο Plutarchi Chaeronensis Moralia, που έγινε στη Λειψία, κεφάλαιο ΙΙ, 324, στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει και επιχειρεί να ερμηνεύσει, ιστορικά, εθιμολογικά ή θρησκευτικά, διάφορες τοπικές παραδόσεις, εορτές, περίεργα ονόματα και τοπικά έθιμα της αρχαίας Ελλάδας): «αποσφενδόνητοι οι Ερετριείς εκ των Ιταλικών αποικιών γενόμενοι, ήλθον και κατέσχον την Πιερίαν» (μετάφραση δική μου: «Οι Ερετριείς, αφού διώχθηκαν κακείν κακώς (σαν να εκσφενδονίστηκαν) από τις αποικίες τους στην Ιταλία, ήρθαν και κατέλαβαν την Πιερία»). Έτσι μπορεί να νοηθή, σύμφωνα με τον Μπακαλάκη (ΑΕ 1936, 39), και η πληροφορία του Στεφ. Βυζαντίου για τα (;) Σκάβαλα, χώρα των Ερετριέων και για τους Σκαβαλαίους των θρακικών φορολ. Καταλόγων…».
Το παραπάνω απόσπασμα, («αποσφενδόνητοι οι Ερετριείς…» που βρίσκεται στο 11ο κεφάλαιο του αναφερθέντος έργου του Πλουτάρχου, το οποίο φέρει τον τίτλο: «Τίνες οι αποσφενδόνητοι;», αφορούσε τα εξής, ιστορικά γεγονότα:
Οι Ερετριείς είχαν ιδρύσει μια αποικία στην Κέρκυρα (την οποία ο Πλούταρχος, στο πιο πάνω κείμενό του, συνδέει με το ευρύτερο δίκτυο των δυτικών/ιταλικών αποικιών), από την οποία τους έδιωξαν οι Κορίνθιοι, με τη βία, («αποσφενδονίστηκαν»). Κατόπιν αυτών, οι Ερετριείς, πήραν τα πλοία τους και επέστρεψαν στην πατρίδα τους, την Ερέτρια της Εύβοιας. Οι κάτοικοι της Ερέτριας, όμως, αρνήθηκαν να τους δεχτούν πίσω στην πόλη. Μάλιστα, παράταχθηκαν στην ακτή και τους εμπόδισαν να αποβιβαστούν, ρίχνοντάς τους πέτρες, με σφενδόνες. Ανήμποροι να επιστρέψουν στα σπίτια τους, οι διωγμένοι άποικοι απέπλευσαν προς τον Βορρά, έφτασαν στα παράλια της Μακεδονίας (στη Θράκη, όπως ονομαζόταν ευρύτερα η περιοχή τότε γεωγραφικά) και κατέλαβαν μια περιοχή «στην Πιερία». Εκεί έχτισαν μια πόλη και την ονόμασαν «Μεθώνη». Οι γύρω πληθυσμοί (οι πρόσοικοι) τους έδωσαν το προσωνύμιο «Αποσφενδόνητοι», επειδή οι ίδιοι οι συμπατριώτες τους τούς είχαν διώξει με τις σφενδόνες. (Αλλά και στην Ιταλία οι Ερετριείς είχαν ιδρύσει μια πρώιμη αποικία, με το όνομα Πιθηκούσσαι - σημερινή Ischia - σε συνεργασία με την Χαλκίδα, γύρω στο 770-750 π.Χ. Σύμφωνα με το Στράβωνα (Γεωγραφικά), ενώ η αποικία εκείνη ευημερούσε, εσωτερικές διαμάχες, (που συνδέονται, πιθανότατα, με τον Ληλάντειο πόλεμο, μεταξύ των δύο Ευβοϊκών μητροπόλεων, στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ.), αλλά και σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις και άλλες φυσικές καταστροφές, στο ηφαιστειογενές νησί, οδήγησαν στην εγκατάλειψη της αποικίας).
Εν συνεχεία, ο Βασίλειος Κολοκοτρώνης, (1880–1926), διπλωμάτης, ιστορικός μελετητής και θεατρικός συγγραφέας, που εργάστηκε ως διευθυντής του Β΄ Πολιτικού Τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών, στο μνημειώδες σύγγραμμά του με τίτλο «La Macédoine et l'hellénisme: étude historique et ethnologique» (δηλ. Η Μακεδονία και ο Ελληνισμός: ιστορική και εθνογραφική μελέτη), που εκδόθηκε στο Παρίσι το έτος 1919, ανέφερε τα εξής: ¨Εκτός από τις Ηδωνικές πόλεις (δηλ. τις πόλεις των Ηδωνών Θρακών) υπήρχαν και αρκετές άλλες: Εννέα Οδοί, στη θέση της οποίας οι Αθηναίοι έκτισαν τη διάσημη Αμφίπολη (σήμερα Νεοχώρι). Κρηνίδες .......... Δάτον, θασιακή αποικία…… Δύο πόλεις με το όνομα Δραβησκός…. Μύρκιnος, …. Σκάβαλα, από την οποία προέρχεται το όνομα της σημερινής πόλης Καβάλας, αποικία της Ερέτριας, που βρισκόταν στη θέση της σημερινής Παλαιάς Καβάλας (Eski-Cavala)».
Και ο Θρακιώτης γιατρός, επίσης, Αχιλλέας Σαμοθράκης, στο περίφημο «ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ» και στο λήμμα «ΣΚΑΒΑΛΛΑ», αναφέρει: «Παράλιος πόλις της Μακεδονίας, κειμένη επί της θέσεως της Παλαιάς Καβάλλας (Εσκή Καβάλλα), εκ της οποίας, κατά πάσαν πιθανότητα, προήλθε το όνομα».
Γ) Ο ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ, ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Η άποψη, όμως, που τοποθετεί τα αρχαία Σκάβαλα στην περιοχή της σημερινής Καβάλας έχει και αντίλογο, διότι κάποιοι επιστήμονες τοποθετούν την αποικία των Ερετριέων στην Χαλκιδική. Αναφέρουν συγκεκριμένα (και την άποψή τους ενστερνίζεται και η αγγλόφωνη «Wikipedia, the free encyclopedia»), ότι «η Σκαβάλα ή Σκάβαλα, γνωστή επίσης και ως Σκάβλα, ήταν πόλη της Χαλκιδικής. Ανήκε ανέκαθεν στην Αθηναϊκή (ή Δήλια) Συμμαχία κι επειδή είναι πιθανό ότι ήταν μία από τις πόλεις που αποστάτησαν από τη συμμαχία, το 432 π.Χ., και σε μία από τις εγγραφές των καταλόγων εισφορών των συμμαχικών πόλεων πλήρωσε φόρο, μαζί με την Όλυνθο και την Άσσα, (IG I³ 259, col. V,6-7), έχει προταθεί ότι βρισκόταν βόρεια της χερσονήσου της Σιθωνίας. Αυτή η πρόταση γίνεται αποδεκτή και από τους επιμελητές του Barrington Atlas of the Greek and Roman World, (Talbert Richard, έκδοση 2000, Princeton University Press. σελ. 51)».
Δ) ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΑΝΤΙΛΟΓΟΥ, ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΣΚΑΒΑΛΩΝ ΣΤΗΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ
Ας δούμε, τώρα, αν μπορούμε ν’ αντικρούσουμε την πιο πάνω άποψη, που τοποθετεί τα Σκάβαλα στην Χαλκιδική.
1. Το επιχείρημα ότι στους φορολογικούς καταλόγους της Αθηναϊκής Συμμαχίας η πόλη αναφέρεται ανάμεσα στην Όλυνθο και την Άσσα δεν είναι αποφασιστικό, διότι η αναφορά αυτή γίνεται όχι μόνο μεταξύ πόλεων της Χαλκιδικής, αλλά και πόλεων της τότε Θράκης και της Λέσβου: «…hαβδερίται, Ολύνθιοι, Σκαβλαίοι, Ασσερίται, Σερμυλείς, Μεκυπερναίοι, Στόλιοι, Πολιχνίται, Σίνγιοι, Θάσιοι». Πλην, όμως, αυτού του αμφιβόλου επιχειρήματος δεν υπάρχουν άλλα επιχειρήματα, ονοματολογικά ή αρχαιολογικά τεκμήρια, που να τοποθετούν, αδιαμφισβήτητα, τα Σκάβαλα στην Χαλκιδική.
2. Ο Πλούταρχος, όπως ήδη ανέφερα, (στα Ελληνικά Αίτια, 11ο κεφάλαιο), έγραψε ότι «αποσφενδόνητοι οι Ερετριείς εκ των Ιταλικών αποικιών γενόμενοι, ήλθον και κατέσχον την Πιερίαν» (μετάφραση δική μου: «Οι Ερετριείς, αφού διώχθηκαν κακείν κακώς (σαν να εκσφενδονίστηκαν) από τις αποικίες τους στην Ιταλία, ήρθαν και κατέλαβαν την Πιερία»). Έτσι μπορεί να νοηθή, σύμφωνα με τον καθηγητή Μπακαλάκη και η πληροφορία του Στεφ. Βυζαντίου για τα (;) Σκάβαλα, χώρα των Ερετριέων και για τους Σκαβαλαίους των θρακικών φορολ. Καταλόγων…». Ποια ήταν, όμως, η Πιερία; Όλοι γνωρίζουμε ότι η Χαλκιδική δεν είχε ποτέ καμία σχέση με την Πιερία. Οι Πίερες Θράκες δεν κατοίκησαν ποτέ στην Χαλκιδική. Αρχικά ζούσαν στην Πιερία του Ολύμπου κι όταν υποχρεώθηκαν, από τους Μακεδόνες βασιλείς, να εγκαταλείψουν την αρχική εκείνη εστία τους, ήρθαν και, νότια του όρους Παγγαίου, ίδρυσαν την «Πιερίδα» (μικρή Πιερία). Το γεγονός, συνεπώς, ότι οι Ερετριείς ίδρυσαν την Μεθώνη, (είτε στην Πιερία του Ολύμπου, κατά την κρατούσα άποψη, είτε στην Πιερία του Παγγαίου, κατ΄ άλλη άποψη – βλ. λ.χ. Ιωάννη Σβορώνο), υποστηρίζει τη σκέψη να ίδρυσαν οι ίδιοι και την αποικία τους «Σκάβαλα» στην περιοχή της Πιερίδος, στον Πιερικό κόλπο.
3. Στα πρώιμα νομίσματα της Ερέτριας, το γοργόνειον (η κεφαλή της Μέδουσας) εμφανίζεται ήδη κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ., αποτελώντας βασική εικονογραφική επιλογή, για την ταύτιση της πόλης, πριν επικρατήσουν τα πιο κλασικά σύμβολα, όπως η αγελάδα και το χταπόδι. Ειδικότερα, τα αργυρά νομίσματα (κυρίως σε ονομαστικές αξίες όπως δραχμές) με αυτή την παράσταση κόπηκαν στην Ερέτρια περίπου στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. (περίπου 480 – 445 π.Χ.) και στο μεν εμπροσθότυπό τους απεικονίζεται το γοργόνειον σε κατά μέτωπο όψη (en face), με τα τυπικά χαρακτηριστικά της αρχαϊκής τέχνης, (στρογγυλό πρόσωπο, ανοιχτό στόμα, εκτεταμένη γλώσσα και συχνά φίδια που πλαισιώνουν το κεφάλι ή είναι δεμένα κάτω από το πηγούνι), στον δε οπισθότυπο απεικονίζεται συνήθως το εμπρόσθιο τμήμα αλόγου (προτομή) ή άλλο γεωμετρικό μοτίβο, τοποθετημένο μέσα σ’ έγκοιλο τετράγωνο.
Νομίσματα, βέβαια που να συνδέονται αδιαμφισβήτητα με την πόλη των Σκαβάλων δεν έχουν βρεθεί, πλην όμως, όπως ήδη είχε επισημάνει ο καθηγητής Γεώργιος Μπακαλάκης, ο νομισματολόγος Ιωάννης Ν. Σβορώνος είχε αποδώσει ευθέως, στην Ερετριακή αυτή αποικία στην Θράκη, δηλαδή στα Σκάβαλα, «τον α' ευβοϊκόν νομισματικόν τύπον τον ανεπίγραφον, ενώ τον φέροντα μόνον το Α παρά το γοργόνειον εις την Αντισάραν».
4. ΑΞΙΖΕΙ, ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, ΝΑ ΠΑΡΑΘΕΣΩ, ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΥΤΟ, ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Ν. ΣΒΟΡΩΝΟΥ, ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΛΟΓΟΥ, ΠΟΥ ΤΙΣ ΕΞΕΘΕΣΕ ΣΤΟ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: «L' HELLENISME PRIMITIF DE LA MACEDOINE, PROUVE PAR LA NUMISMATIQUE ET L'OR DU PANGEE» (Ο ΑΡΧΑΪΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ (ΕΠΙΣΤΗΜΗ) ΚΑΙ Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ).
Ο Ιωάννης Ν. Σβορώνος (1863 – 1922), ήταν διαπρεπής νομισματολόγος. Στάλθηκε ως υπότροφος της ελληνικής κυβέρνησης στην Ευρώπη (Βερολίνο, Παρίσι, Λονδίνο), στο διάστημα 1885-1889, όπου παρακολούθησε διάσημους δασκάλους και εξασκήθηκε στα κυριότερα νομισματολογικά μουσεία και κυρίως στο Βρετανικό Μουσείο. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1899, διορίστηκε διευθυντής του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών και το 1918 εξελέγη καθηγητής Νομισματολογίας στο Πανεπιστήμιο.
Ας δούμε, λοιπόν, τι έγραψε ο Ι. Σβορώνος στο προαναφερθέν, μνημειώδες εκείνο έργο του, που είχε εκδοθεί το έτος 1919 στην Αθήνα, στην γαλλική γλώσσα, σχετικά με τα Σκάβαλα, το χρόνο και τον τόπο ίδρυσής τους, τη μητρόπολή τους, την Ερέτρια και τα εκδοθέντα από τις δύο πόλεις, αρχαϊκά νομίσματα, (χωρίς βέβαια, εγώ, ελλείψει σχετικών, επιστημονικών γνώσεων, να μπορώ να τα αποδεχθώ ή να τα απορρίψω):
Στις σελίδες 68 επόμ. του Α’ Μέρους (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 3η ΕΩΣ 6η):
«Κεφάλαιο XX. ΣΚΑΒΑΛΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΑΡΑ
»Τα αρχαϊκά νομίσματα, του τύπου της κεφαλής της Γοργόνας, που είναι πολυάριθμα, είναι παιονικής κατασκευής και παιονικού βάρους (ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΧ, 31-41· BABELON, l. c., pl. LV, 13-17) και γενικά αποδίδονται στο Δάτον (το Δάτον, ο Δάτος, η Δάτος, το Δατόν, ο Δατός, η Δατός), πλην όμως δεν ανήκουν καθόλου σε αυτό. Το Δάτον δεν είναι το αρχαίο όνομα της Νεάπολης, της πόλης που σήμερα ταυτίζουμε με την Καβάλα…. Αυτή η απόδοση των υπό συζήτηση νομισμάτων βασίζεται στο γεγονός ότι ο τύπος — κεφαλή Γοργόνας, ταυτόσημη με αυτήν των αρχαϊκών νομισμάτων των Ερετριέων της Ευβοίας — είναι ο πρωτότυπος (τύπος) των νομισμάτων της Νεάπολης, που κόπηκαν μετά το 411 π.Χ. με την λέξη NEΩΠ (πίνακας ΙΧ, 44-45) ή ΝΕΟΠΟΛΙΤΕΩΝ ή NEΟΠΟΛΙΤΩΝ. Αυτή η απόδοση, όμως, δεν εξηγεί ούτε τον ίδιο το νομισματικό αυτόν τύπο, (ο οποίος είναι πιστό αντίγραφο, αν όχι το πρωτότυπο των σύγχρονων νομισμάτων των Ερετριέων της Ευβοίας - τα οποία δεν διαφέρουν, παρά μόνο όσον αφορά το αττικό βάρος τους - δεδομένου ότι το Δάτον ήταν αποικία των Θασίων), ούτε την παρουσία του γράμματος Α (ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΧ, 42-43 – ΔΕΙΤΕ 7η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ) σε ορισμένα από αυτά τα νομίσματα, (τα μόνα που φέρουν επιγραφή), πάνω στην κεφαλή της Γοργόνας, στην περίπτωση που αυτό το γράμμα αντιπροσωπεύει εθνικό όνομα, πράγμα βέβαιο για μένα.
»Ιδού, λοιπόν, η λύση που μπορεί κανείς, κατά τη γνώμη μου, να δώσει σε αυτό το πρόβλημα. Το Δάτον, αποικία των Θασίων, δεν ταυτίζεται με τη Νεάπολη: Ο Στράβων (331, 36) διακρίνει τις δυο πόλεις πολύ καθαρά, όταν αναφέρεται στο φύλο των Δατηνών (Δατηνών πόλις Νεάπολις και αυτή το Δάτον), όπως και ο Πλίνιος (IV, 11: Neapolis, Datos). Από την άλλη πλευρά, ο Αππιανός και ο Αρποκρατίων (s. v.) λένε ξεκάθαρα ότι η πόλη των Φιλίππων ονομαζόταν κάποτε Δάτον και πολύ πιο παλιά ακόμα Κρηνίδες. Επιπλέον, αυτή η ταύτιση με τους Φιλίππους συμφωνεί με την περιγραφή του Δάτου από τον Στράβωνα (331, 33), ως κατέχοντος «εύκαρπα πεδία και λίμνην και ποταμούς και ναυπήγια και χρυσεία λυσιτελή, αφ’ ου και παροιμιάζονται «Δάτον αγαθών»………….
»Η Νεάπολη επίσης δεν ταυτίζεται πλέον με την Καβάλα. Αρχικά ο Θράκιος φόρος τοποθετεί τη Νεάπολη «παρ’ Αντισάραν», και από την άλλη η Καβάλα δεν είναι σύγχρονο όνομα, όπως πιστεύουμε γενικά, αλλά, όπως ο μεγάλος χαρτογράφος της Μακεδονίας Χρυσοχόου το έχει ήδη αναγνωρίσει, στον ενδιαφέροντα, μεγάλο χάρτη της Μακεδονίας, είναι ένα όνομα που προέρχεται από τα «Σκάβαλα», τα οποία αναφέρονται από τον Στέφανο τον Βυζάντιο, σύμφωνα με τον Θεόπομπο, ως «μια χώρα που ανήκει στους Ερετριείς» (χώρα Ερετριέων). Κατ’ αρχάς, στην Εύβοια και στην Ερέτρια δεν υπάρχει τόπος με αυτό το όνομα· μετά, ο Θεόπομπος μίλησε για τα Σκάβαλα στους Φιλιππικούς του, που αναφέρονται στις πράξεις του Φιλίππου ΙΙ σε αυτή τη χώρα· τέλος και πάνω απ’ όλα, ο Θράκιος φόρος γνωρίζει (στα 454-436 π.Χ.) τους «Σκαβλαίους», που βρίσκονται συχνά κοντά στη Νεάπολη, τη Μεθώνη (του Παγγαίου) και τα Στάγειρα· μου φαίνεται λοιπόν απόλυτα βέβαιο ότι μεγάλο μέρος των υπό συζήτηση αρχαϊκών νομισμάτων, του τύπου της κεφαλής της Γοργούς (Γοργόνας), που βρίσκονται τόσο συχνά γύρω από την Καβάλα, ανήκουν σε αυτή την αποικία των Ερετριέων, τα Σκάβαλα….. Η Νεάπολις, (νέα πόλη), που αντιγράφει τους ίδιους νομισματικούς τύπους, βρίσκεται «παρ’ Αντισάραν». Μπορώ, εξ αυτού του λόγου, να συμπεράνω ότι αυτή διαδέχτηκε, ως «νέα πόλη», την Αντισάρα ή ότι ήταν τοποθετημένη πιο κοντά στην Αντισάρα από ότι στην Καβάλα (εννοεί τα Σκάβαλα) ή ότι αυτή αντιγράφει τους νομισματικούς τύπους της Αντισάρας μάλλον, παρά αυτούς των Σκαβάλων. Η πόλη της Αντισάρας αναφέρεται, από το Στέφανο Βυζάντιο, ως λιμένας του Δάτου (επίνειον Δατηνών, από το οποίο προερχόταν κατ’ αρχάς ο χρυσός του Παγγαίου, γεγονός που εξηγεί την παρουσία του αυτού τύπου, της κεφαλής της Γοργούς (Γοργόνας), στα αρχαϊκά, χρυσά νομίσματα, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. (Πίνακας ΙΧ, 29-30). Ως εκ τούτου, η Αντισάρα πρέπει να ήταν ένας καλός λιμένας, μια και οι Δατηνοί είχαν μια χώρα πολύ πλούσια και σημαντική. Απ’ όλα αυτά πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρχαν σ’ αυτή την περιοχή δύο πόλεις που έκοβαν αρχαϊκά νομίσματα του τύπου της κεφαλής της Γοργούς: Η αποικία των Ερετριέων Σκάβαλα και η Αντισάρα, το λιμάνι της θασιακής αποικίας του Δάτου. Ως εκ τούτου, όπως έχουμε ήδη πει, τα υπό συζήτηση νομίσματα, που διαφέρουν συχνά ως προς την κατασκευή, εμφανίζουν, μερικές φορές, στο πεδίο, δίπλα στην κεφαλή της Γοργούς, το γράμμα Α και μόνο. Πρέπει, επομένως, να δούμε, πίσω από το γράμμα αυτό, το εθνικό της Αντισάρας, της μιας από τις δύο υπό κρίση πόλεις……. Ο Χρυσοχόος τοποθετεί τα Σκάβαλα στο εσωτερικό των περιοχών στις οποίες αναφερόμαστε, εκεί που βρίσκεται το χωριό Εσκί Καβάλα (παλιά Καβάλα), καθ’ ον χρόνο η ίδια η Καβάλα ταυτίζεται, από τον ίδιο, με την Αντισάρα, το επίνειο του Δάτου. Όσο για τη Νεάπολη «παρ’ Αντισάραν», αυτός την τοποθετεί στ’ ανατολικά της Καβάλας = Αντισάρας, πάνω στην ακτή. Εγώ πιστεύω ότι έχει απόλυτο δίκαιο……
»Πότε οι Ερετριείς έφθασαν στα Σκάβαλα; Και γιατί εγκαταστάθηκαν τόσο μακριά από τις άλλες Ευβοϊκές αποικίες της Χαλκιδικής; Δεν γνωρίζουμε. Οφείλω όμως να υπενθυμίσω εν προκειμένω ένα ιστορικό γεγονός, που μπορεί να το ερμηνεύσει: Οι Ερετριείς, έχοντας, πρώτοι, αποικίσει την Κέρκυρα, εκδιώχθηκαν από αυτήν το 734 π.Χ. από τους Κορινθίους, συμμάχους των εχθρών τους, των Χαλκιδέων της Ευβοίας, επέστρεψαν στη μητρόπολη, από όπου εκδιώχθηκαν και πάλι, πριν καν αποβιβαστούν, με ρίψεις λίθων και σφενδόνων (εξ ου και το όνομα «αποσφενδόνητοι») που έλαβαν, πήγαν και κατέλαβαν με τη βία (κατέσχον) την Μεθώνη της Πιερίας του Παγγαίου. Καθώς, στο μέλλον, δεν τους συναντούμε πια σε αυτή τη χώρα, υποθέτουμε ότι αυτοί, κυνηγημένοι από τους Πίερες ή από τους Χαλκιδείς της Χαλκιδικής, τους εχθρούς τους, αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, στη χώρα των Δατηνών, τα Σκάβαλα. Τολμώ να κάνω αυτή την υπόθεση, λόγω της Γοργούς, του διάσημου αρχαϊκού αετώματος από την Κέρκυρα, που οφειλόταν (προήλθε) πιθανότατα από την επιρροή της λατρείας και από την τοπική τέχνη που είχαν εισαχθεί στην Κέρκυρα από τους πρώτους αποίκους του νησιού, τους Ερετριείς. Αυτή η κεφαλή παρουσιάζει μεγάλη καλλιτεχνική ομοιότητα με αυτή των νομισμάτων των Σκαβάλων και ο C. Robert αναγνώρισε πρόσφατα σ’ αυτήν τον αποτροπαϊκό χαρακτήρα της, που είναι ακριβώς αυτός των νομισμάτων μας.
»Ο BABELON και ο HILL, που ταυτοποιούσαν τη Νεάπολη με τα Σκάβαλα, είχαν ήδη καταλάβει, παρόλο που δεν γνώριζαν το αρχαίο κείμενο που επικαλούμαι, τον Ερετριακό χαρακτήρα της πόλης που έκοψε τα υπό κρίση αρχαϊκά νομίσματα. Έτσι ο πρώτος, υποστηρίζοντας την ταυτότητα του αρχαϊκού, νομισματικού τύπου της θρακομακεδονικής πόλης, με αυτόν της πόλης της Ερέτριας της Ευβοίας, προσθέτει (Traité, 2ο μέρος, Ι, σ. 1191): «Πρέπει να πιστέψουμε, εξ αιτίας αυτής της διαπίστωσης, ότι οι Ερετριείς εγκαταστάθηκαν από τον 6ο αιώνα στη Νεάπολη (= Σκάβαλα), με σκοπό να ιδιοποιηθούν τα έσοδα των μεταλλείων του Παγγαίου;» Το κεφάλαιο XV της «Αθηναίων Πολιτείας» του Αριστοτέλη επιτρέπει την θετική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, όπως πολύ καλά απέδειξε ο Μ. G. Hill (στο άρθρο του Neapolis Datenon, στο Num. Chron., 1893, σ. 255-258). Ο Αριστοτέλης διηγείται ότι ο Πεισίστρατος, εξόριστος από την Αθήνα, εγκαταστάθηκε πρώτα στη Ραίκηλο, στον Θερμαϊκό κόλπο· στη συνέχεια πέρασε στην περιοχή που εκτείνεται γύρω από το όρος Παγγαίο, δηλαδή, στην πραγματικότητα, στη Νεάπολη (Σκάβαλα). «Από εκεί», προσθέτει ο Αριστοτέλης, (ο Πεισίστρατος), έχοντας συγκεντρώσει άργυρο και έχοντας στρατολογήσει στρατιώτες, έπλευσε στην Ερέτρια, δέκα χρόνια μετά την φυγή του από την Αθήνα και προσπάθησε, για πρώτη φορά, καταφεύγοντας στη βία, να αποκτήσει εκ νέου την εξουσία (των Αθηνών). Μεταξύ εκείνων που τον βοήθησαν στο εγχείρημά του ήταν οι Θηβαίοι, ο Λύγδαμις, τύραννος της Νάξου και οι ιππείς, που κατείχαν την εξουσία στην Ερέτρια. Είδαμε πιο πάνω ότι η Ερέτρια, με την αριστοκρατική κυβέρνησή της, των ιππέων, υπήρξε πάντοτε σύμμαχος του Πεισιστράτου και των γιών του και διαπιστώσαμε στους νομισματικούς τύπους τυπικές εγγυήσεις (αποδείξεις) αυτής της συμμαχίας: Σε μια ομάδα νομισμάτων, η κεφαλή της Γοργούς της Ερέτριας συνδέεται με την κεφαλή του ταύρου των Αθηνών (Traite, 1ο μέρος, σελ. 678, αρ. 1063 και σελ. 684). Είναι έτσι πιθανό το ότι, αν η Νεάπολις (Σκάβαλα) τύπωσε πάνω στα πρώτα νομίσματά της την κεφαλή της Γοργούς, αυτό οφείλεται στο ότι αυτή η πόλη είχε άμεσους δεσμούς με την Ερέτρια, της οποίας ήταν αναμφίβολα αποικία. Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο Πεισίστρατος, εξόριστος ων, πηγαίνει στη Νεάπολη (Σκάβαλα), βρίσκει εκεί κατάλληλο κατάλυμα, συγκεντρώνει εκεί κεφάλαια και εκεί συγκροτεί ένα στρατό και σπεύδει αμέσως στην Ερέτρια, αυτό αποδεικνύει αναμφίβολα ότι η Νεάπολις (Σκάβαλα) ήταν πόλη των Ερετριέων. Κατόπιν αυτών, θα συμπεράνουμε, μαζί με τον M. Hill, ότι ο τύπος της Γοργούς των νομισμάτων της Νεαπόλεως αποτελεί άλλο ένα επιχείρημα που προβάλλουμε, προκειμένου να καταδείξουμε ότι τα νομίσματα με ευβοϊκό βάρος, που φέρουν την κεφαλή της Γοργούς είναι ακριβώς νομίσματα της Ερέτριας και όχι των Αθηνών, όπως ενίοτε ισχυρίζονται κάποιοι….»
»ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΑΡΓΥΡΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΣΚΑΒΑΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΑΡΑΣ)
»Ανεπίγραφα νομίσματα» (7η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΑΦΡΙΘΜΟΙ 42-44)
Εδώ ο Σβορώνος περιγράφει μια σειρά από νομίσματα, τα οποία, το έτος 1919, βρίσκονταν σε διάφορα μουσεία ή συλλογές και στα οποία, όλα, διαπιστώνει, (παραθέτοντας και τις ασήμαντες διαφορές τους), ότι είναι φτιαγμένα από άργυρο, στην εμπρόσθια όψη φέρουν κεφαλή Γοργούς μετωπική, που τραβάει τη γλώσσα, με τα μαλλιά σε ίσιες γραμμές και διατεταγμένα σε μπούκλες γύρω από το μέτωπο και στην οπίσθια όψη φέρουνέγκοιλο τετράγωνο, χωρισμένο σε τέσσερα τρίγωνα από δύο διαγωνίους.
4.2. Στις σελίδες 204 επόμ. Του Β’ Μέρους, γράφει:
«Οι πόλεις της Παιονικής ηπείρου απέναντι από τη Θάσο, Σκάβαλα και Αντισάρα, έκοψαν, μόνες ή μαζί με άλλες, γειτονικές πόλεις, μεταξύ των οποίων οι Κρηνίδες – Δάτον, έναν τεράστιο αριθμό αρχαϊκών, αργυρών νομισμάτων, του τύπου της κεφαλής της Γοργούς (γοργόνας) (σελ. 68). Αυτές οι πόλεις, που πρέπει να ήταν επίσης πολύ πλούσιες σε χρυσό, εξ αιτίας της θέσης τους δίπλα στο Δάτον, το Παγγαιικό Eldorado, του οποίου η Αντισάρα υπήρξε το λιμάνι (επίνειο), (δείτε σελ. 71), πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να έκοψαν επίσης χρυσά, αρχέγονα (αρχαϊκά) νομίσματα, μετά το 734 π.Χ., δηλ. μετά τον αποικισμό των Ερετριέων, που έφεραν εκεί τον Ερετριακό, νομισματικό τύπο, με την κεφαλή της Γοργούς των αργυρών νομισμάτων. Έτσι, πάντοτε μεταξύ των αρχαϊκών κομματιών από ήλεκτρο, που ο σοφός μας δάσκαλος και φίλος M. Babelon κατατάσσει στα αβέβαια κομμάτια της βόρειας Ιωνίας, βρίσκεται ο ακόλουθος, «φωκαϊκός» (σύμφωνα με τον Babelon) ημιστατήρας: ΗΛ(ΕΚΤΡΟ) 20 επί 15. Κεφαλή Γοργούς στην εμπρόσθια όψη – Σταυροειδές έγκοιλο τετράγωνο, που περιέχει πέντε μεγάλα σφαιρίδια, που σχηματίζουν σταυρό και ενωμένα με μικρές γραμμές…»
5. ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΚΑΒΑΛΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΚΑΒΑΛΑΣ, «ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ» ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΧΡΥΣΩΡΥΧΕΙΩΝ ΤΗΣ ΣΚΑΠΤΗΣ ΥΛΗΣ
Η δική μου, προσωπική άποψη, στηριγμένη στις επιστημονικές απόψεις που παρέθεσα πιο μπροστά, είναι ότι η αρχαία αποικία των Ερετριέων, τα Σκάβαλα, βρισκόταν κοντά μεν στη σημερινή Καβάλα, πιο κοντά, όμως, στο χωριό Παλαιά Καβάλα. Όταν οι Οθωμανοί κατέκτησαν την περιοχή της τότε βυζαντινής Χριστουπόλεως κι εγκαταστάθηκαν και στο σημερινό χωριό «Παλαιά Καβάλα», βρήκαν εκεί, εν χρήσει, από τους Έλληνες κατοίκους του τόπου, το τοπωνύμιο «Σκάβαλα», το οποίο παρέφρασαν, στην γλώσσα τους, σε «Εσκή Καβάλα», δηλαδή, Παλαιά Καβάλα. Το έτος 1393 οι Οθωμανοί κατέστρεψαν ολοσχερώς τη βυζαντινή Χριστούπολη, η οποία παρέμεινε ακατοίκητη γι’ αρκετές δεκαετίες, όταν, όμως ξανακατοικήθηκε, ήταν πια μια Οθωμανική πόλη, που ονομάστηκε Καβάλα, για να διακρίνεται από την Παλαιά Καβάλα, που ήδη προϋπήρχε.
Αυτή η άποψή μου δεν είναι αυθαίρετη. Τη στηρίζω στην ύπαρξη, κοντά στη σημερινή Παλαιά Καβάλα, μιας ευρείας, οικιστικής εγκατάστασης, (σχετικά κοντά στο μονοπάτι, μήκους 15 χιλιομέτρων, που οδηγεί, από την Παλαιά Καβάλα, στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου της πόλης της Καβάλας), η οποία (εγκατάσταση), αποτελείται από ερείπια κτισμάτων και άφθονη, αρχαία κεραμεική, (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 8η ΕΩΣ 12η), γύρω της δε – και αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό – φαίνονται τα μεγάλα χάσματα των χρυσωρυχείων της Σκαπτής Ύλης (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 13η ΕΩΣ 17η). (Οι ακριβείς συντεταγμένες της εγκατάστασης είναι στην διάθεση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας).
Τολμώ να ισχυριστώ, κατόπιν όλων των προαναφερθέντων, ότι αυτή η οικιστική εγκατάσταση έχει πολλές πιθανότητες να είναι ότι απέμεινε από τα αρχαία Σκάβαλα, την αποικία των Ερετριέων της Εύβοιας!




















































