Ο ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΕΞΑΣΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ, ΚΩΜΟΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1922, ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΑΙΩΝΙΕΣ ΕΣΤΙΕΣ ΤΟΥΣ
Τον Ιούνιο του 1920 ο ελληνικός στρατός, έχοντας επικεφαλής τον Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, απελευθέρωσε τη Δυτική Θράκη και κατευθύνθηκε προς την Ανατολική, όπου, ήδη από τον Απρίλιο του 1920, είχε εκδηλωθεί στασιαστικό κίνημα κατά του σουλτάνου, εκ μέρους του διοικητή του Α’ τουρκικού σώματος, Τζαφέρ Ταγιάρ. Σύντομα (τον Ιούλιο του 1920) οι ελληνικές δυνάμεις υποχρέωσαν τον Ταγιάρ να συνθηκολογήσει και αμέσως κατέλαβαν την Αδριανούπολη, ενώ μέχρι το τέλος Ιουλίου επεκτάθηκαν σ’ ολόκληρη την Ανατολική Θράκη, εκτός από μια μικρή περιοχή ανατολικά της γραμμής Μήδειας-Τσατάλτζας και τη Θρακική χερσόνησο. Ακολούθησε η έλευση του τότε Έλληνα μονάρχη, Αλεξάνδρου, στη Ραιδεστό, τις Σαράντα Εκκλησιές και στην Αδριανούπολη και στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 υπογράφτηκε η συνθήκη των Σεβρών, η οποία παραχώρησε στην Ελλάδα ολόκληρη την Δυτική Θράκη και την Ανατολική με την Καλλίπολη μέχρι την Τσατάλτζα (γραμμή Ποδήματος-Στράντζας-Ηράκλειας). Στις 9 Αυγούστου του 1920 ο Βενιζέλος έστειλε τηλεγράφημα στον ύπατο αρμοστή της Ελλάδας στην Θράκη, Αντ. Σαχτούρη, με το οποίο του ζητούσε να λάβει αμέσως ουσιαστικά μέτρα, για την αναδιοργάνωση των νέων, ελληνικών εδαφών και την εφαρμογή ενός σχεδίου που θα ενέπνεε εμπιστοσύνη σε όλες τις εθνότητες, θα εξασφάλιζε την ισονομία και την ισοπολιτεία, θα επέβαλε την λήθη στα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί και θα συνέβαλλε στην άμεση επιστροφή των εκτοπισμένων, ελληνικών πληθυσμών. Σταδιακά άρχισε, έτσι, η εγκατάσταση των ελληνικών, διοικητικών αρχών στην Θράκη και οι Τούρκοι προϊστάμενοι των υπηρεσιών της Αδριανουπόλεως και των διοικήσεων Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών και Καλλιπόλεως παρέδωσαν τις διοικήσεις τους στους Έλληνες, με τακτικά πρωτόκολλα.
Η ελληνική διοίκηση στην Ανατολική και στη Δυτική Θράκη οργανώθηκε με αργά, αλλά σταθερά βήματα. Γενικός διοικητής των δύο επαρχιών ορίσθηκε αρχικά ο ύπατος αρμοστής Αντ. Σαχτούρης. Με τον νόμο 2492 της 10ης Σεπτεμβρίου 1920 ενσωματώθηκε και τυπικά στο ελληνικό κράτος η κατεχόμενη στρατιωτικά Ανατολική και Δυτική Θράκη και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος.
Η Ανατολική Θράκη διαιρέθηκε σε 4 νομούς και 23 υποδιοικήσεις. Αργότερα, μετά την διοικητική ένωση και της Δυτικής Θράκης, η Θράκη χωρίσθηκε σε 6 νομούς (Αδριανουπόλεως, Καλλιπόλεως, Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών, 'Εβρου και Ροδόπης). Οι πρωτεύουσες των νομών και των υποδιοικήσεων πήραν ελληνικές ονομασίες όπως π.χ. Νίκη (Χάφσα), Μακρά Γέφυρα (Ουζούν-Κιοπρού), Περίσταση (Σάρκιοϊ), Αρτισκός (Βαβά εσκή) κλπ., ενώ, παράλληλα με την εσωτερική οργάνωση των κοινοτήτων της Ανατολικής Θράκης, η ελληνική διοίκηση κατέβαλλε τεράστιες προσπάθειες για την οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών.
Τα δικαιώματα των μειονοτήτων της Θράκης έγιναν σεβαστά, στα τοπικά, διοικητικά συμβούλια και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Οι εκπρόσωποι των εθνικών μειονοτήτων αντιπροσωπεύθηκαν τόσο στα δημοτικά συμβούλια όσο και στην εκτελεστική εξουσία. Στις εκλογές του ελληνικού κράτους της 1ης Νοεμβρίου 1920 συμμετείχε και η ελεύθερη πια Θράκη. Στην ελληνική Βουλή, το ελληνικό στοιχείο αντιπροσωπευόταν από 30 βουλευτές, το μουσουλμανικό από 20, το εβραϊκό από 1 και το αρμενικό επίσης από 1 βουλευτή.
Το πολύμοχθο έργο, όμως, της ελληνικής διοίκησης στην ενιαία, ελληνική Θράκη, αλλά και οι ελπίδες εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων δεν μπόρεσαν να δικαιωθούν. Η Θράκη βρέθηκε στη δίνη του κεμαλικού κινήματος, της απαξίωσης της ελληνικής πολιτικής και διπλωματίας από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής και της εσωτερικής διάσπασης των συμμάχων, οι οποίοι ενεργούσαν ανάλογα με τα εθνικά τους συμφέροντα απέναντι στους Τούρκους.
Εκείνο που θα βοηθούσε στη διεκδίκηση των ελληνικών κεκτημένων στη Θράκη θα ήταν η σθεναρή, ελληνική, στρατιωτική και πολιτική παρουσία στην περιοχή, όμως η αρνητική, πολιτική εξέλιξη του Νοεμβρίου του 1920, η απουσία του Βενιζέλου από την πολιτική σκηνή και η κομματική διαίρεση, που αντανακλούσε στην ελληνική κοινωνία, δεν έδινε ελπίδες για την αναστροφή του κλίματος. Προτεραιότητα στο μέτωπο της Θράκης δόθηκε πολύ αργά, από τους πρωτεργάτες του επαναστατικού κινήματος, που εκδηλώθηκε μετά τη μικρασιατική κατάρρευση, Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά, με τη συγκρότηση ισχυρού στρατού στη Θράκη, υπό τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Ήταν όμως αργά για τη σωτηρία της Ανατολικής Θράκης.
Ένας αξιωματικός, πρωταγωνιστής των βαλκανικών πολέμων και του μικρασιατικού μετώπου, ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, που βρέθηκε στο Παρίσι ένα χρόνο πριν την καταστροφή, έγραφε προφητικά: «Φοβούμαι ότι και τη Θράκη θα χάσωμεν. Από ότι βλέπω, εκεί βαδίζομεν. Η Γαλλία και η Ιταλία είναι άσπονδοι εχθροί μας, αλλά μήπως και η Αγγλία πάει πίσω; Σήμερον έχει συμφέρον να παρατείνει αυτήν την κατάστασιν, θέλει τας ελληνικάς λόγχας. Όταν αύριον δεν θα τας έχει ανάγκην, διότι θα τα φκιάσει με τον Κεμάλ, τότε θα μας δώσει την κλωτσιά κατάστηθα και ευρισκόμεθα πολύ πλησίον της εποχής αυτής», σημειώνει με απογοήτευση και προφητική επισήμανση ο αγωνιστής αξιωματικός.
Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1921 είχε παγιωθεί η εκτίμηση, στους κόλπους των συμμάχων, ότι η Ανατολική Θράκη θ’ αποδοθεί στην Τουρκία, διότι πλέον τα γεωπολιτικά συμφέροντα των δυνάμεων της συμμαχίας, της Αντάντ, αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν μεταστραφεί υπέρ του νέου, ισχυρού, τουρκικού παράγοντα, του Μουσταφά Κεμάλ. Οι άλλοτε σύμμαχοί μας στην Αντάντ, με μυστικές συμφωνίες που συνήψαν, καθένας τους ξεχωριστά, με τον Κεμάλ, με την υπονομευτική, εν γένει και προδοτική συμπεριφορά τους, ξεπούλησαν τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία κι ενώ είχαν την πολιτική και στρατιωτική δύναμη να διατηρήσουν το καθεστώς της ελληνικής επικράτειας στην Ανατολική Θράκη, «καθάρισαν» την υπόθεση εσπευσμένα, σύμφωνα με τη βούληση το νέου ισχυρού παράγοντα της Ανατολής και τα δικά τους συμφέροντα στην πρώην οθωμανική αυτοκρατορία. Η χαριστική βολή δόθηκε από τη Γαλλία, τον Οκτώβριο του 1921, η οποία υπέγραψε μυστικά με τους κεμαλιστές τη Συμφωνία της Άγκυρας, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η αρχή μιας γαλλοκεμαλικής συνεργασίας, η οποία διέλυε στην πράξη το γεωπολιτικό καθεστώς της Συνθήκης των Σεβρών.
Δεν ήταν όμως μόνο οι Γάλλοι και οι Ιταλοί που έδωσαν γη και ύδωρ στον Κεμάλ. Ήταν και οι Άγγλοι, που κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων για τη Θράκη είχαν κάνει μυστικές επαφές με τον Κεμάλ, όπως διαβεβαίωνε ο Τούρκος ισχυρός άνδρας σε συνεργάτη του.
Η εύλογη αναταραχή, η οποία είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης, από τις πληροφορίες που έφθαναν σ’ αυτούς, προκάλεσε, τον Σεπτέμβριο του 1922, την κορύφωση της ένοπλης, τουρκικής και βουλγαρικής δραστηριότητας σε βάρος του ελληνικού στοιχείου, που είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Διασυμμαχική επιτροπή ανακοίνωσε, στις 23 Σεπτεμβρίου, στον Έλληνα και στον Αρμένιο μητροπολίτη της Αδριανουπόλεως, ότι οι Τούρκοι επρόκειτο ν' ανακαταλάβουν την Θράκη και ότι θα έπρεπε να προετοιμάσουν ψυχολογικά τα πνεύματα των συμπατριωτών τους, ώστε ν' αποφεύγονταν δυσάρεστες καταστάσεις, εκφράζοντας παράλληλα υπαινιγμούς για ενδεχόμενη αυτονόμηση της Θράκης. Ανάλογες επαφές είχαν οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κρατών και με τον Βούλγαρο επίσκοπο και τον μουφτή Αδριανουπόλεως.
Στις 25 Σεπτεμβρίου ο Ελ. Βενιζέλος έστειλε ένα συνταρακτικό τηλεγράφημα προς τους πληρεξούσιους Θράκες στα Μουδανιά, ανακοινώνοντας την απώλεια της ελληνικής, Ανατολικής Θράκης: «Ανακοινώσατε, παρακαλώ, τηλεγράφημα εις πληρεξουσίους Θράκης. Ανατολική Θράκη απωλέσθη ατυχώς δι' Ελλάδα και επανέρχεται εις άμεσον κυριαρχίαν Τουρκίας, αποκλειόμενης πάσης διαμέσου λύσεως, οία υπονοούμενη εις τηλεγράφημα σας. Επί πλέον υποχρεούμεθα να εκκενώσωμεν από τούδε Θράκην. Ολόκληρος προσπάθειά μου στρέφεται πως χάνοντες Θράκην να σώσωμεν εν μετρώ δυνατώ Θράκας. Γνωρίζετε ότι πάσαι αι εγγυήσεις, ας συνθήκη ειρήνης ηδύνατο να πρόϊδη και ας Τούρκοι θα εδέχοντο, ουδεμίαν ασφάλειαν πραγματικήν αποτελούσι δια χριστιανούς και χαίρω, διότι επί τούτω συμφωνείτε εντελώς. Όσον τραγικόν και αν είνε, ανάγκη Θράκες να εγκαταλείψωσι την γην, ην από τόσων αιώνων κατοικούσιν αυτοί και προγονοί των, δεν υπάρχει άλλο μέσον σωτηρίας δι' αυτούς μετά την θριαμβευτικήν επιστροφήν των Τούρκων εις Ευρώπην. Κάμνω ό,τι δυνατόν, όπως επιτύχω, ίνα την αποχώρηση της Ελληνικής Διοικήσεως μη επακολούθηση αμέσως επαναφορά Τουρκικής Διοικήσεως και Χωροφυλακής, αλλά συμμαχικά στρατεύματα αναλάβωσι προσωρινώς διοίκησιν, ίνα δοθή καιρός εις θέλοντας εκ των κατοίκων να μετοικήσωσιν αποκομίζοντες την κινητήν περιουσίαν των……………..»
Το τηλεγράφημα αυτό δεν αποτέλεσε «κεραυνό εν αιθρία» για τους Θράκες, αφού, ήδη από τις αρχές του Σεπτεμβρίου, ο αντίκτυπος της Μικρασιατικής καταστροφής στον γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Θράκης είχε αρχίσει να γίνεται έντονα αισθητός. Περιγράφει, σχετικά, ο αναπληρωτής γενικός διοικητής Θράκης, Κώστας Γεραγάς, στις «Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922»: «Τα πλοία απεβίβαζον εις Ραιδεστόν, κυρίως ειπείν, πετούσαν έξω, ημέραν και νύκτα τα θύματα της συμφοράς πάσης φυλής και θρησκεύματος, Έλληνας, Αρμενίους και Τούρκους και Κιρκασίους. Μυριάδες γυμνών, πειναλέων και διψαλέων, αλλοφρονούντων κατέκλυζαν την προκυμαίαν, τα κέντρα, τας οδούς της πόλεως, η οποία επήρκει δια ζωήν και κίνησιν μερικών χιλιάδων ανθρώπων. Εις την μορφήν των εφαίνετο ζωηρά ο τρόμος και η αγωνία, την οποία εδοκίμασαν, έως ότου πηδήσουν εις μίαν λέμβον και εκείθεν εις πλοίον και αφήσουν οπίσω μακράν τας ακτάς της Μ. Ασίας, τα ιερά των χώματα, τα οποία αυτήν την φοράν τοις έλεγον, σωθήτε! Και υπήρξαν πολλοί, οι οποίοι δεν επρόλαβον να περάσουν την θάλασσαν του Μαρμαρά και του Ευξείνου. ……. Μαζί με τους πρόσφυγας απεβιβάζετο εις Ραιδεστόν και το Γ' Σώμα Στρατού, όχι βέβαια εν απολύτω τάξει και πειθαρχία……….. Η κατάστασις εν Ραιδεστώ δεν έπαυσε να είνε πολύ δύσκολος. Ο αριθμός των προσφύγων ανήρχετο εις 80.000. Προέκυψεν αμέσως γενική κρίσις και πρώτον ύδατος και άρτου……. Επεβάλλετο και ήρχισεν επειγόντως η αραίωσις δια μετακινήσεως των προσφύγων εις το εσωτερικόν της Θράκης. Και κατά το τελευταίον δεκαήμερον του Σεπτεμβρίου η Ραιδεστός είχεν εκκενωθή υπό των προσφύγων, πολύ δε πρότερον υπό των περισσοτέρων μονάδων του στρατού. Η μεταφορά και η εγκατάστασις των προσφύγων εγίνετο εις το εσωτερικόν της Ανατολικής Θράκης, ωσεί μη υπήρχε φόβος άλλης τόσον προσεχούς μετακινήσεως…………….. Αντιθέτω,ς οι εν Ραιδεστώ ξένοι καταλλήλως παρετήρουν ότι προτιμότερον ήτον να κατευθύνωνται οι πρόσφυγες προς την Μακεδονίαν. Μετά την συμφοράν, η χαρά των Μουσουλμάνων δυσκόλως ηδύνατο να αποκρυβή, επίστευον δε πλέον ακραδάντως εις επάνοδον της Τουρκίας. Δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία ότι οι Τούρκοι, ευκαιρίας διδομένης, θα εδεικνύοντο οίοι είνε. Τα επακολουθήσαντα κατά την εκκένωσιν γεγονότα διεπίστωσαν τούτο. Το ελληνικόν στοιχείον κατελήφθη υπό συγκινήσεως δια την συμφοράν και υπό αισθημάτων αγωνίας, μετά τας αγρίας σφαγάς της Σμύρνης, μάλιστα δε πάντων οι πρόσφυγες, οι οποίοι, μετά τόσας δοκιμασίας, απώλεσαν την ευψυχίαν και εζήτουν να μεταφερθώσιν εις Μακεδονίαν. Η συγκίνησις, αν μη ο πανικός των πρώτων ημερών ηδύνατο να διαλυθή, να παρέλθη, αν αποκαθίστατο η πεποίθησις του λαού επί τον στρατόν. Τούτο όμως δεν συνέβαινε και περιττόν να εκταθή κανείς περισσότερον εις πενθίμους σελίδας επί του ζητήματος».
Η ύπουλη τακτική των συμμάχων, την οποία ήδη περιγράψαμε και ο συνεχιζόμενος, εσωτερικός διχασμός, προκάλεσε, τελικά, τη σύνταξη κι υπογραφή του περίφημου Πρωτοκόλλου των Μουδανιών, στις 11 Οκτωβρίου 1922, όπου Τούρκοι και σύμμαχοι (Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί) υπόγραψαν την τελική λύση της Θράκης: δηλαδή, μέσα σε 15 μέρες ο ελληνικός στρατός έπρεπε να εγκαταλείψει τη Θράκη και να παραδώσει τη διοίκηση στους συμμάχους, οι οποίοι αυθημερόν θα την παρέδιδαν στους Τούρκους.
Η συμπεριφορά των άλλοτε συμμάχων μας, η έλλειψη συντονισμού της ελληνικής διπλωματίας, οι αλλοπρόσαλλες εντολές της κεντρικής διοίκησης προς την ελληνική αντιπροσωπεία στα Μουδανιά, οδήγησαν στην υπογραφή του επαίσχυντου εκείνου Πρωτοκόλλου. Η κυβέρνηση της Αθήνας, μετά την αποχώρηση του Αλ. Μαζαράκη από τη διάσκεψη, έδωσε εντολή να υπογράψει τη συμφωνία ο αρμοστής της Κωνσταντινούπολης, Ευάγγελος Κανελλόπουλος, ο οποίος έβαλε, με βαριά καρδιά, εκ μέρους της Ελλάδας την υπογραφή του στο κατάπτυστο πρωτόκολλο εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης.
Το ζοφερό κλίμα στο δίμηνο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου του 1922, με τον καταιγισμό των φημών και την ανύπαρκτη, επίσημη ενημέρωση, εξηγεί η αφήγηση ενός πρόσφυγα της πρώτης γενιάς, του Φωτίου Αποστολίδη, από την κωμόπολη Τσαντώ, στην περιφέρεια Σηλυβρίας και Τυρολόης, όπως την κατέγραψε ο δημοσιογράφος Χρήστος Ζαφείρης στο έργο του «ΜΝΗΜΗΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ – ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ»: «Οι Θράκες αφυπνίσθησαν έντρομοι από τον κρότον της ειδήσεως περί της υπογραφής του απαίσιου πρωτοκόλλου των Μουδανιών και αντελήφθησαν διαμιάς όλην την τραγικότητα της καταστάσεως, η οποία δεν επεδέχετο πλέον ουδεμίαν αναβολήν και θεραπείαν. Έπαθαν δε τότε μίαν απότομον ψυχολογικήν μεταστροφήν. Έπεσαν ακριβώς εις το αντίθετον άκρον, της τελείας απογνώσεως, χωρίς να γνωρίζουν τι κάμνουν, χωρίς να θέλουν ν' ακούσουν τίποτε, ένα μόνον εκοίταζαν, πώς να φύγουν μίαν ώραν αρχύτερα, εγκαταλείποντες τα πάντα. Έτσι μόνον είναι δυνατόν να εξηγηθή το παράδοξον γεγονός ότι η εκκένωσις της Ανατολικής Θράκη, μολονότι ημπορούσε να γίνη με κάποιαν ψυχραιμίαν και τάξιν εντός των ωρισμένων προθεσμιών, όπως ήτο κανονισμένον με τας σχετικάς συμφωνίας, έγινε, απεναντίας, τόσο παραζαλισμένη και βιαστική και τόσας επέφερεν οικονομικάς απωλείας, ώστε ν' αμιλλάται προς ταύτην την απερίγραπτον συμφοράν της Μικρασίας... Μόλις συνήφθη η σύμβασις των Μουδανιών, η ιδέα της φυγής επικράτησεν απ' άκρου εις άκρον της Θράκης και οι πλέον εκτεθειμένοι εις τον κίνδυνον, αψηφούντες εκ του φόβου των τα υπάρχοντα αυτών και ουδέ στιγμή σκεφθέντες τους βωμούς, τα ιερά και τους τάφους των πατέρων τους, ήρπασαν ότι έτυχεν εμπρός των και ερρίφθησαν έξω φρενών εις τους δρόμους, αρκούμενοι να σώσουν έστω και μόνη την ζωήν των..».
Αυτό το κλίμα πανικού που, περιγράφει ο Αποστολίδης, είχε καταλάβει όλους σχεδόν τους Θρακιώτες το φθινόπωρο του 1922, αμέσως μετά την απόφαση για την εκκένωση της Θράκης, με το Πρωτόκολλο των Μουδανιών, μετά την υπογραφή του οποίου ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε, όπως προανέφερα, μέσα σε 15 μέρες να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη και ν' αποσυρθεί δυτικά του Έβρου. Συμμαχικές δυνάμεις ανέλαβαν να μεταβιβάσουν τις πολιτικές εξουσίες στις τουρκικές αρχές, 30 μέρες μετά την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τους κατοίκους της. Τότε ο πανικός των ντόπιων και των προσφυγικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης έγινε πια απέραντος κι ανεξέλεγκτος. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1922 ο αναπληρωτής του γενικού διοικητή Θράκης Κ. Γεραγάς ανέλαβε επίσημα να συντονίσει το άχαρο έργο του ξεριζωμού του ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης κι έστειλε τηλεγράφημα στις ελληνικές πολιτικές, διοικητικές και στρατιωτικές αρχές, με το οποίο τους υποδείκνυε τους έλεγε ότι η αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη θ' αρχίσει την 1η Οκτωβρίου, μέχρι την 7η Οκτωβρίου αυτά θα έχουν αποσυρθεί από τις περιφέρειες των Υποδιοικήσεων 40 Εκκλησιών, Αρκαδιουπόλεως, Μυριοφύτου, Περιστάσεως, Αρτισκού, Μαλγάρων, Κεσσάνης, Μακράς Γέφυρας, Νίκης, Δρογγυλίου και την 15η Οκτωβρίου θα είναι συγκεντρωμένα στη δυτική όχθη του ποταμού 'Εβρου. Στη συνέχεια έδινε οδηγίες για τα σημεία προς τα οποία έπρεπε να κατευθυνθούν οι κάτοικοι των περιφερειών της Ανατολικής Θράκης, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Υποδείκνυε, τέλος, στις αρχές της Ανατολικής Θράκης, το εθνικό καθήκον που είχαν, ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση με ψυχραιμία και να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να προλάβουν τον πανικό και τις τυχόν υπερβασίες εκ μέρους κακοποιών στοιχείων.
Στις 2 Οκτωβρίου του 1922 έφτασε στην Αδριανούπολη κι ανέλαβε καθήκοντα γενικού διοικητή ο υποστράτηγος Γ. Κατεχάκης, ήδη, όμως, είχε ήδη εγκαταλείψει ο μισός σχεδόν πληθυσμός τις προπατορικές εστίες του και βρισκόταν στη φάση της φυγής. Οι Έλληνες αξιωματικοί συμβούλευαν τον κόσμο να φύγει όσο το δυνατό συντομότερα και η ακέφαλη ακόμη γενική διοίκηση Θράκης όριζε, με αλλεπάλληλες κοινοποιήσεις, τους σταθμούς και τα λιμάνια όπου όφειλε να συγκεντρωθεί ο πληθυσμός, ανάλογα με περιφέρεια προέλευσής του. Η ολιγοήμερη προθεσμία που είχε δοθεί, μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου των Μουδανιών για την αποχώρηση του ελληνικού στρατού, καθιστούσε επισφαλέστερη ιδιαίτερα τη θέση των ελληνικών στρατιωτικών μονάδων των παραμεθορίων επαρχιών Σηλυβρίας, Σεραγιού και Τυρολόης, που ήταν υποχρεωμένες ν’ αποχωρήσουν από την πρώτη κιόλας μέρα του χρονοδιαγράμματος.
Ο Κατεχάκης βρέθηκε, αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα, μπροστά σε μια τραγική κατάσταση, καθώς έφταναν συγκινητικές εκκλήσεις για την αποστολή πλοίων στη Μήδεια, όπου είχαν συγκεντρωθεί 4.000 περίπου Έλληνες, οι οποίοι αντιμετώπιζαν δυσμενέστατες, καιρικές συνθήκες, αλλά και άμεσο κίνδυνο να εξοντωθούν. Η στρατιωτική εκκένωση της Μήδειας και της Θυνιάδας (Αινειάδας) έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι την επομένη, 3η Οκτωβρίου. Την μέρα εκείνη, ο Κατεχάκης οριστικοποίησε το σχέδιο εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης, υποδεικνύοντας τα σημεία κα τους τρόπους αναχώρησης των προσφύγων, ανάλογα με τις περιοχές προέλευσής τους. Όσοι έμεναν σε περιοχές κοντά στα παράλια του Εύξεινου Πόντου και της Προποντίδας, θα συγκεντρώνονταν και θ’ αποχωρούσαν από τα λιμάνια της Αινιάδας, της Μήδειας, του Εξάστερου, των Επιβατών, της Σηλύβριας, της Ηράκλειας, της Ραιδεστού, του Μυριοφύτου, της Περιστάσεως και άλλων μικρών όρμων της Προποντίδας. Υπολογίζονταν ότι 6.000 Έλληνες επρόκειτο ν' αποπλεύσουν από τον Εύξεινο Πόντο και 100.000 από την Προποντίδα. Οι Θράκες που ζούσαν σε περιοχές που γειτνίαζαν με το Αιγαίο θα συγκεντρώνονταν στον κόλπο του Ξηρού (περίπου 30.000) και στον όρμο της Αίνου (περίπου 5.000) και θα κατευθύνονταν, οι μεν αστικοί πληθυσμοί στην Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα, οι δε αγροτικοί στην Κασσάνδρα και στην μονή του Αγ. Νικήτα. Παράλληλα, σε όσους είχαν τη δυνατότητα να το πραγματοποιήσουν, συστήθηκε να κατευθυνθούν οδικά στις διαβάσεις του Έβρου προς την Δυτική Θράκη. Αντίθετα εκείνοι, οι οποίοι δεν είχαν την δυνατότητα, όφειλαν να συγκεντρωθούν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς Σαράντα Εκκλησιών, Αρτίσκου και Αρκαδιουπόλεως, όπου θα είχαν την προστασία της ελληνικής Χωροφυλακής, μέχρι να επιβιβασθούν στα τραίνα.
Έτσι, όλοι οι κάτοικοι των πόλεων και των κωμοπόλεων της ενδοχώρας της Θράκης κατευθύνθηκαν, από τις αρχές Οκτωβρίου, προς τους εγγύτερους, σιδηροδρομικούς σταθμούς. Άρκεσε να δοθεί το σύνθημα της φυγής, για ν’ αδειάσουν αμέσως σπίτια, χωριά, πόλεις και κωμοπόλεις. Έτσι π.χ. η Τσαντώ, η γειτονική προς το Εξάστερο και μεγαλύτερη κωμόπολη της περιφέρειας Σηλυβρίας, "διελύθη ενκολώτερον από όσον εκπνέει άνθρωπος". Πίσω τους εγκατέλειπαν πλούτο και ρούχα, έπιπλα, σκεύη, εργαλεία, δημητριακά και άλλα προϊόντα. Ήταν πραγματικά σπαρακτικό το έργο του βίαιου χωρισμού των ανθρώπων από τις γενέτειρές τους, όπου είχαν μεγαλώσει και βιώσει. Η στάση των Ελλήνων στρατιωτικών έναντι του ελληνικού στοιχείου δεν υπήρξε η ενδεδειγμένη και η αρμόζουσα σε ανάλογες περιστάσεις. Παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, για τη συστηματική και σταδιακή εκκένωση των πληθυσμών, μεριμνώντας μόνο για τη φόρτωση του πολεμικού υλικού είτε στους συρμούς των σιδηροδρόμων είτε στα ατμόπλοια των παραλίων. Μέσα σε άθλιες, καιρικές συνθήκες, λόγω πυκνότατων βροχοπτώσεων, αναζητούσαν οι ελληνικοί πληθυσμοί κάρα για τη μεταφορά τους. Η σημασία της απόκτησης ενός κάρου, κατά τις μέρες της εξόδου, ισοδυναμούσε με βέβαιη σωτηρία, γιατί το τελευταίο αποτελούσε το πολυτιμότερο αγαθό και το πιο πολυπόθητο μεταφορικό μέσο. Ήταν αδύνατο να ζωγραφιστεί ο ψυχικός σπαραγμός στα πρόσωπα των ξεριζωμένων έπειτα από όσα διαδραματίζονταν. Το υπερβολικό αίσθημα της αυτοσυντήρησης είχε εξαλείψει την ανθρώπινη κοινωνικότητα και ο πρωτογονισμός γνώριζε το μεγαλείο του. Η θλίψη και η κατήφεια μεγάλωναν στη διάρκεια της διαδρομής.
Οι χρονικές προθεσμίες ήταν απλά και μόνο θεωρητικές, γιατί συχνά ακυρώνονταν λόγω της έλλειψης μεταφορικών μέσων και του αναποτελεσματικού συντονισμού των επιχειρήσεων. Ο σπουδαιότερος όμως ακυρωτικός παράγοντας όλων των χρονικών προθεσμιών και των οδηγιών, υπήρξε ο πανικός των Ανατολικοθρακών, οι οποίοι αναζητούσαν αλλόφρονες την ταχύτερη οδό διαφυγής ενώ είχε δοθεί προθεσμία 45 ημερών για την εγκατάσταση των τουρκικών αρχών. Στην πραγματικότητα, πριν λήξει το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η έξοδος των περισσότερων Ελλήνων και των Αρμενίων της Ανατολικής Θράκης. Στις 3/16 Οκτωβρίου έφτασαν στη Ραιδεστό τα πρώτα βρετανικά στρατεύματα. Η έλευση της τουρκικής Χωροφυλακής στην Ανατολική Θράκη είχε προσδιοριστεί όχι πριν την 15η Νοεμβρίου ενώ η ελληνική πολιτική διοίκηση δεν θα μεταβιβαζόταν πριν την ημερομηνία εκείνη[1]. Στην πράξη όμως, όπως θα φανεί στη συνέχεια αλλά και στο επόμενο κεφάλαιο, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά και οι διαδικασίες υπήρξαν ταχύτατες.
Το απαίσιο θέαμα της εξόδου των προσφύγων περιγράφει με μελαγχολικό λυρισμό ο Κώστας Γεραγάς, αναπληρωτής γενικός διοικητής της Θράκης, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε: «Επί πολλάς ημέρας η αμαξιτή οδός Αρκαδιουπόλεως και πολύ πέραν αυτής μέχρι το Κάραγατς εκαλύπτετο υπό συνεχούς σειράς αραμπάδων, εκ των οποίων έκαστος κατά κανόνα μετέφερεν ανά μίαν οικογένειαν μετά των κινητών της. Την τραγικήν σιωπήν ετάρασσεν ο ιδιόρρυθμος ήχος των τριζόντων τροχών των οχημάτων με τους πελιδνούς άφωνους οδηγούς, κινούντας αδιακόπως προς την οδόν της σωτηρίας. Αν εσταμάτα ιδίως εκ βλάβης των τροχών εις αραμπάς, όλη η όπισθεν πένθιμος συνοδεία έπρεπε να σταματήση και όλοι προσεπάθουν να επιδιορθώσουν την βλάβην. Έλαβον χωράν και τοκετοί καθ' οδόν και θάνατοι με απλοποιημένας, στιγμιαίας κηδείας...».
Ο υποδιοικητής της Μακράς Γέφυρας, Αποστολίδης, στη δική του έκθεση, γράφει τα εξής: «Η έξοδος αύτη παριστά σπαραξικάρδιον θέαμα. Δια της πόλεως Μ. Γέφυρας, κεντρικής οδού πολλών περιφερειών, επί ημέρας και νύκτας πολλάς διήρχοντο μυριάδες προσφύγων της Μ. Ασίας και Θράκης. Θρήνοι και οδυρμοί και αραί στυγεραί κατά των υπαιτίων της τραγικής συμφοράς επλήρουν τους αιθέρας. Κατά σατανικήν σύμπτωσιν βροχή ραγδαία και χάλαζα χονδρά έπλητταν τους ατυχείς τούτους πληθυσμούς. Θα έλεγε τις ότι και αυτά τα στοιχεία της φύσεως συνώμοσαν μετά των φανερών και κρύφιων εχθρών της φυλής προς εξόντωσιν αυτής. Το θέαμα προυξένησε βαθυτάτην αίσθησιν και εις την Διασυμμαχικήν Επιτροπήν, η οποία μετά καταφανούς ψυχικής οδύνης παρηκολούθει άφωνος τας ατέρμονας συνοδείας των προσφύγων. Οι πληθυσμοί φεύγοντες εγκατέλειπον κινητήν περιουσίαν εις εμπορεύματα, σιτηρά και έπιπλα αξίας ανυπολογίστου. Μάτην αι αρχαί ετόνιζον ότι παρέχεται μηνιαία και πλέον προθεσμία ελευθέρας εξόδου, εις μάτην συνίστων ψυχραιμίαν. Αι σκηναί της Μ. Ασίας, η αγρία και προκλητική στάσις των Τούρκων και αι επιθέσεις αυτών κατά την διέλευσιν εκ της υπαίθρου χώρας εναντίον των προσφύγων ενέσπειρον τον τρόμον και την απόγνωσιν. Έφευγαν εγκαταλείποντες τα πάντα, με την ελπίδα ότι μετά την απομάκρυνσιν των γυναικόπαιδων θα ηδύναντο επανερχόμενοι ν' αποκομίσωσι σιτηρά και ζώα των, δεν εφαντάζοντο ότι άμα τη αποχωρήσει του στρατού θα σχηματισθώσιν ένοπλοι, τουρκικαί συμμορίαι εν τη υπαίθρω. Ωσεί μη ήρκουν ταύτα, ο προσφυγικός κόσμος επέπρωτο να δοκιμάση και αιματηράς περιπέτειας κατά την οδόν του μαρτυρίου του (και παραθέτει η έκθεσις σειρά εγκληματικών πράξεων των Τούρκων κατά των αποχωρούντων προσφύγων). Υπό τοιαύτας λοιπόν τραγικάς και καταστρεπτικάς συνθήκας έλαβε χώραν η έξοδος των κατοίκων της Θράκης, ως πάλαι ποτέ των Εβραίων εξ Αιγύπτου! Λαός, κατοικών την χώραν ταύτην από αμνημονεύτων χρόνων, αναγκάζεται να εγκατάλειψη την γην των πατέρων του, μεθ' ης συνδέεται δι' αρρήκτων ιστορικών και εθνολογικών δεσμών, εις το άκουσμα της επανόδου των Τούρκων, ως έφευγαν άλλοτε οι Λαοί της Ανατολής και ανατολικής Ευρώπης κατά την εξόρμηση των βαρβάρων, ούς εξήμει ο άγριος βορράς εκ των εγκάτων της Ασίας...»
Ο Υποδιοικητής Αρκαδιουπόλεως κ. Λέφας, στην έκθεσή του, αναφέρει: «Η είδησις περί των εν Μουδανίοις ληφθεισών αποφάσεων ελήφθη εν τη περιφερεία Αρκαδιουπόλεως την 27 Σεπτεμβρίου παρά των επί τούτω σταλέντων υπό του Στρατηγείου εκ Ραιδεστού κ. Αγγελοπούλου, υπαλλήλου της Γενικής Διοικήσεως και κ. Γεωργαντοπούλου, λοχαγού. Την αυτήν νύκτα ήρξαντο οι οδυρμοί και η ημέρα αύτη δέον να θεωρηθή η απαρχή της τεραστίας τραγωδίας. Ουδείς των ομογενών, ουδείς των Αρμενίων ευρέθη εκφράζων γνώμην διάφορον της γενικώς επικρατούσης. Κοινή αντιλήψει και μια φωνή υπεδεικνύετο εν μέτρον και διετυπώθη ως σύνθημα: Να φύγωμεν!! Παρά της υποδιοικήσεως εζητείτο η μόνη πληροφορία ημέρας και νυκτός. Πόσας ημέρας ακόμη έχομεν δια να φύγωμεν; Παρά τας νουθεσίας ημών και προσπαθείας, όπως πείσωμεν τους πληθυσμούς ότι υπάρχει καιρός προς εκκένωσιν της Ανατολικής Θράκης, μία ήτο η απόφασις, περί αμέσου αναχωρήσεως. Και έφευγαν οι άνθρωποι σιδηροδρομικώς, επί αμαξών, πεζή, όπως έκαστος ηδύνατο. Οι αστοί, πλούσιοι και πτωχοί, μεγάλοι και μικροί, παιδία, ηγωνίζοντο να περισυλλέξωσιν ότι ηδύνατο να μεταφερθή, όπως εύρωσιν αμάξας και, επιβιβάζοντες γυναίκας, τέκνα και όσα εκ των κινητών επέτρεπαν τα μεταγωγικά μέσα, φύγωσι το ταχύτερον. Έτι τραγική ήτο η θέσις των αγροτικών πληθυσμών, οι οποίο,ι σχηματίζοντες καραβάνια, διέσχιζαν την περιφέρειαν με διεύθυνσιν προς τον 'Εβρον, αίροντες τον σταυρόν του μαρτυρίου... Είδον γυναίκα πεσούσαν εξ εξαντλήσεως από την υπερπληρωμένην άμαξαν και εκπνεύσασαν. Είδον πρόσφυγα εξ ατονίας μη συγκρατηθέντα επί των ποδών του και πεσόντα άπνουν εκ του βαγονίου. Είδον βρέφη αποθανόντα εξ ασφυξίας εις τας αγκάλας δυστυχών χωρικών μητέρων... Εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν, εν αναμονή των βαγονιών και της χορηγίας θέσεων., οι πρόσφυγες έμεναν εκτεθειμένοι εις τας ιδιοτροπίας του θρακικού φθινοπώρο,υ με τον άγριον άνεμον και την βροχήν. Βηξ, στόνοι και κλαυθμοί ηκούοντο διαρκώς. Φωναί ως από τάφων εζήτουν επίσπευσιν της αναχωρήσεως, ενώ χείρες ικέτιδες των ιερέων ηυλόγουν δια τελευταίαν φοράν την γενέτειραν γην και τους τάφους των προγόνων. Οι ασθενείς κατέκειντο υπό βρεγμένα εφαπλώματα πυρέσσοντες. Ο εκ της Διασυμμαχικής επιτροπής αντισυνταγματάρχης της Γαλλικής Χωροφυλακής κ. Αλλάρ, ουχί άπαξ βλέπων τα γινόμενα εκ του παραθύρου του, εθεάθη δακρύων και λέγων: «Απαίσιον θέαμα, δεν αντέχω να βλέπω τα βάσανα των δυστυχών τούτων». Επί πολλάς ημέρας η αμαξιτή οδός Αρκαδιουπόλεως και πολύ πέραν αυτής μέχρι Καραγάτς εκαλύπτετο υπό συνεχούς σειράς αραμπάδων, εκ των οποίων έκαστος κατά κανόνα μετέφερεν ανά μίαν οικογένειαν μετά των κινητών της. Την τραγικήν σιωπήν ετάρασσεν ο ιδιόρρυθμος ήχος των τριζόντων τροχών των οχημάτων, με πελιδνούς, αφώνους οδηγούς, κινούντας αδιακόπως προς την οδόν της σωτηρίας. Αν εσταμάτα ιδίως εκ βλάβης των τροχών είς αραμπάς, όλη η όπισθεν πένθιμος συνοδεία έπρεπε να σταματήση και όλοι προσεπάθουν να επιδιορθώσουν την βλάβην. 'Ελαβον χωράν και τοκετοί καθ' οδόν και θάνατοι με απλοποιημέ-νας στιγμιαίας κηδείας. Εις την συνοδείαν αυτήν ενεμφανίσθη μίαν ημέραν και η εν Αδριανουπόλει Διασυμμαχική επιτροπή προς εξέτασιν του ζητήματος των λαμβανομένων τουρκικών αραμπάδων μετά των ζώων. Τόσον όμως βαθείαν εντύπωσιν προυξένησεν η δυστυχία εκείνη και τόσον προσήκοντας πικρούς λόγους ήκουσεν από ένα αναξιοπαθούντα λαόν, ώστε απήλθε, χωρίς να εξέταση ή να διάταξη τα όσα εμελέτα μέτρα προς έλεγχαν των οχημάτων».
Η πιο δραματική όμως περιγραφή, για τη σιωπηλή και μακάβρια έξοδο των Θρακών το φθινόπωρο του 1922 είναι μια δημοσιογραφική ανταπόκριση απεσταλμένου αμερικανικής εφημερίδας, που κάλυψε εκείνα τα μοιραία χρόνια την ελληνοτουρκική σύγκρουση και τα κοσμογονικά, ευρωπαϊκά γεγονότα. Είναι η ανταπόκριση του δημοσιογράφου και αργότερα διάσημου πεζογράφου, βραβευμένου με Νόμπελ, του 'Ερνεστ Χέμινγουεϊ: «Σε μια ατέλειωτη, ιλιγγιώδη πορεία ο χριστιανικός πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης στριμώχνεται στους δρόμους προς τη Μακεδονία. Η κυρία φάλαγγα, που περνάει τον ποταμό Έβρο, έχει μήκος τριάντα δυο χιλιομέτρων. Μια φάλαγγα τριάντα δύο χιλιομέτρων, με κάρα που τα σέρνουν αγελάδες, ταύροι και λασπωμένοι νεροβούβαλοι, ενώ δίπλα τους, εξουθενωμένοι και ζαλισμένοι άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κουβέρτες πάνω από τα κεφάλια τους, περπατούν στα τυφλά κάτω από τη βροχή, δίπλα στα εγκόσμια αγαθά τους. Τα κύριο αυτό ρεύμα τροφοδοτείται από ολόκληρη την ενδοχώρα. Δεν ξέρουν που πάνε. Άφησαν τα κτήματά τους, τα χωριά τους και τα ώριμα, σκουρόχρωμα χωράφια τους, για να προστεθούν στο κύριο ρεύμα των προσφύγων, όταν άκουσαν ότι έρχεται ο Τούρκος. Τώρα, το μόνο που μπορούν να κάνουν, είναι να κρατούν τη φρικαλέα φάλαγγα, ενώ το πιτσιλισμένο με λάσπες ελληνικό ιππικό τους οδηγεί όπως οι γελαδάρηδες τα γελάδια...».
«Είναι μια σιωπηλή φάλαγγα», συνεχίζει. «Ούτε που γκρινιάζει κανένας. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να συνεχίσουν να κινούνται. Οι όμορφες, τοπικές τους ενδυμασίες είναι βρεγμένες και λασπωμένες. Κοτόπουλα κρέμονται από τα πόδια στα κάρα. Τα μοσχαράκια μαζεύονται γύρω από τα ζεμένα βόδια, κάθε φορά που ένα φρακάρισμα σταματάει τη φάλαγγα. Ένας γέρος περπατάει γέρνοντας από το βάρος ενός γουρουνιού, ενός δρεπανιού κι ενός όπλου, με ένα κοτόπουλο κρεμασμένο στο δρεπάνι. Ένας άντρας απλώνει μια κουβέρτα πάνω από μια γυναίκα που δουλεύει πάνω σ' ένα κάρο, για να την προστατεύσει από τη βροχή. Εκείνη είναι ο μόνος άνθρωπος που κάνει κάποιο θόρυβο. Η μικρή της κόρη την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η φάλαγγα συνεχίζει να κινείται. Μόνο από την Ανατολική Θράκη πρέπει να απομακρυνθούν 250 χιλιάδες χριστιανοί πρόσφυγες. Σχεδόν μισό εκατομμύριο πρόσφυγες βρίσκονται τώρα στη Μακεδονία. Πώς θα τραφούν; Κανείς δεν ξέρει. Τον άλλο μήνα όμως όλος ο χριστιανικός κόσμος θα ακούσει την κραυγή: "Ελάτε στη Μακεδονία να μας βοηθήσετε"... Περπάτησα οχτώ χιλιόμετρα με τη φάλαγγα των προσφύγων πάνω στο δρόμο, αποφεύγοντας τις καμήλες που κινούνταν και προχωρούσαν απρόθυμα, δίπλα από χαλασμένα κάρα με ψηλές στοίβες από κουβέρτες, καθρέπτες, έπιπλα, δεμένα γουρούνια, μάνες χωμένες κάτω από τις κουβέρτες με τα μωρά τους, γέρους και γριές που ακουμπούσαν στα κάρα και απλώς κουνούσαν τα πόδια τους πάνω στο δρόμο, με κεφάλια σκυφτά, μουλάρια που κουβαλούσαν πυρομαχικά, τουφέκια δεμένα σε δέσμες σαν δεμάτια από σιτάρι και, πότε πότε, ένα σαραβαλιασμένο Φορντ με Έλληνες επιτελικούς αξιωματικούς, με κόκκινα και βρόμικα από την αϋπνία μάτια, και πάντα την αργή, μουσκεμένη αγροτιά της Θράκης, που βάδιζε με κόπο μέσα στη βροχή, αφήνοντας πίσω τα σπίτια της...».
Κι αλλού: «Ο στρατός περίμενε, μη πιστεύοντας ότι η κυβέρνηση του θα υπέγραφε τη Συνθήκη των Μουδανιών. Το έκανε όμως και ο στρατός, όντας στρατός υπάκουσε στην ηγεσία του. Όλη μέρα περνούσα από δίπλα τους, από βρόμικους, κουρασμένους, αξύριστους, ανεμοδαρμένους στρατιώτες που περπατούσαν στα μονοπάτια της καφετιάς, ατέλειωτης, γυμνής, λοφοσκέπαστης θρακικής υπαίθρου. Φορτηγά κάρα με βαριές ρόδες, που σέρνονται από λασπωμένα βουβάλια με κέρατα γυρτά προς τα πίσω, κινούνται κοπιαστικά στο σκονισμένο δρόμο. Μερικοί φαντάροι είναι ξαπλωμένοι πάνω στα μπαγκάζια, ενώ άλλοι οδηγούν τα βουβάλια. Μπροστά και πίσω από τα φορτηγά απλώνονται τα στρατεύματα. Αυτό είναι το τέλος της ελληνικής στρατιωτικής περιπέτειας. Ούτε ορχήστρες ούτε σταθμοί οργανώσεων βοήθειας, ούτε άδειες. Τίποτα άλλο από ψείρες, βρόμικες κουβέρτες και κουνούπια για τις νύχτες. Είναι οι τελευταίοι της ελληνικής δόξας, της δόξας που ήταν κάποτε η Ελλάδα. Αυτό είναι το τέλος του δεύτερου Τρωικού πολέμου τους... Το τι θα μπορούσε να γίνει, πιθανότητες και δυνατότητες, είναι μια θλιβερή ιστορία, όπως και το τέλος της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος. Δεν φταίει όμως ο απλός Έλληνας στρατιώτης. Ακόμη και στην υποχώρηση, οι Έλληνες φαντάροι φάνηκαν καλοί στρατιώτες. Φάνηκαν σκληρά καρύδια, αποφασισμένοι, πράγμα που σήμαινε ότι θα δυσκόλευαν τα πράγματα για τον Τούρκο, αν ο κεμαλικός στρατός ήταν υποχρεωμένος να πολεμήσει για τη Θράκη, αντί να την πάρει σαν δώρο στα Μουδανιά...».
Από κάθε πόλη που αποχωρούσε ο ελληνικός στρατός, οι τοπικές, ελληνικές αρχές παρέδιδαν τα αρχεία τους και την εξουσία στις συμμαχικές διοικήσεις, οι οποίες τα παρέδιδαν εν συνεχεία στην τουρκική διοίκηση, που καταλάμβανε την περιοχή. Παρά τις υποσχέσεις των αρχών, ότι η αποχώρηση των Ελλήνων θα γινόταν με ηρεμία, ο πανικός τους έδινε φτερά. Οι διασυμμαχικές επιτροπές που επιτηρούσαν την ομαλή έξοδο των Ελλήνων αδυνατούσαν να παρεμποδίσουν τα μιλιούνια των προσφύγων, που κατέβαιναν αλλόφρονες στα λιμάνια και τους σταθμούς. Όλοι, παρά τις διαφορετικές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στη Θράκη, φοβούνταν τις σφαγές και τις πυρπολήσεις της Σμύρνης, γι' αυτό και έτρεχαν πανικοβλημένοι να σωθούν. Στα λιμάνια της Ραιδεστού, της Σηλύβριας και του Μυριόφυτου είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο, από τους χιλιάδες πρόσφυγες που στοιβάζονταν στα ελάχιστα διαθέσιμα ατμόπλοια. Οι εικόνες που αποτυπώθηκαν, στα ίδια σχεδόν θύματα και στα ίδια λιμάνια πριν εφτά χρόνια, επαναλαμβάνονταν, πιο έντονα και οριστικά πλέον, για το θρακιώτικο ελληνισμό.
Οι συνθήκες εγκατάλειψης, όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, ήταν δραματικές. Παρά τις υπομνήσεις των συμμαχικών επιτροπών για συντεταγμένη αποχώρηση, ο πανικός άλλαξε το κλίμα και η εγκατάλειψη γινόταν με ταχύτατες ενέργειες. Σε μερικά χωριά, που κάποιοι Έλληνες αρνήθηκαν να απομακρυνθούν, περικυκλώθηκαν από ένοπλους Τούρκους και εγκατέλειψαν κι αυτοί φοβισμένοι τα σπίτια τους, για ν’ αποφύγουν τα χειρότερα. Σε αυτήν την άναρχη κατάσταση, οι Έλληνες προσπαθούσαν να απομακρυνθούν από τις πατρίδες τους, πριν εγκαταλείψει οριστικά ο ελληνικός στρατός τη Θράκη.
Η υποστολή της ελληνικής σημαίας, στις θρακικές πόλεις και τα χωριά, ο ύστατος χαιρετισμός του εθνικού συμβόλου, ήταν από τις πιο δραματικές διαδικασίες της αποχώρησης. Αυτό το θλιβερό καθήκον το είχαν κυρίως οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι και χωροφύλακες που είχαν διαταχθεί από τη διοίκηση της Θράκης να μείνουν στις έδρες τους, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Πρωτοκόλλου των Μουδανιών, για να παραδώσουν τις πόλεις στη Διασυμμαχική Επιτροπή, η οποία στη συνέχεια θα τις παρέδιδε στους Τούρκους. Ήταν η τελεσίδικη εγκατάλειψη της πατρογονικής γης, η πιο θλιβερή πράξη έμπρακτης υπογραφής για μια εποχή που έκλεινε οριστικά. Μέσα στη μαυρίλα της επώδυνης πορείας τους στόμωνε το παράπονο κι ο θρήνος κι έπιαναν μακρόσυρτα μοιρολόγια, που ήταν το ξέσπασμα του καημού, του ξεριζωμού και της καταραμένης προσφυγιάς.
Αυτή τη σκληρή ώρα της οριστικής υποστολής του εθνικού συμβόλου περιγράφει ο Αδριανουπολίτης στρατιωτικός Αγγελος Γερμίδης: «Στις 18 Οκτωβρίου, τα τελευταία ελληνικά τμήματα εγκατέλειπαν την Αδριανούπολη, αφήνοντας τη φύλαξή της στους Γάλλους στρατιώτες. Στις 10 το πρωί της ημέρας αυτής γινόταν στο Στρατηγείο της Στρατιάς Θράκης η υποστολή της ελληνικής σημαίας και η έπαρσις της τουρκικής. Παρατεταγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, ένας λόχος του 50ού Συντάγματος Πεζικού υπό τον τότε λοχαγόν Δράκον Γιαννουκάκο και ένας τουρκικός που είχε εισέλθει συμβολικά στην πόλη. Οι δυο λόχοι παρουσιάζουν όπλα. Στιγμές εξόχως συγκινητικές για τους Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες και ασφαλώς και για τους Τούρκους, με αντίθετα ασφαλώς συναισθήματα. Η ελληνική σημαία κατεβαίνει αργά - αργά από τον ιστό, ενώ οι αξιωματικοί και οπλίτες του λόχου, με τα μάτια δακρυσμένα, με κόπο συγκρατούνται για να μην ξεσπάσουν σε γοερό κλάμα. Ακολούθησεν η έπαρσις της τουρκικής σημαίας, που επισημοποιούσε την επάνοδο της τουρκικής κυριαρχίας στη μαρτυρική πόλη. Και μέχρι που ζούσε ακόμα, αντισυνταγματάρχης εν αποστρατεία και σεβαστός πρεσβύτης ο λοχαγός του 1922 Δράκος Γιαννουκάκος, με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυα του όταν μου αφηγείτο τις δραματικές εκείνες στιγμές της στρατιωτικής του ζωής...».
Όπως αντιλαμβάνεστε αγαπητοί μου συμπατριώτες – Ανατολικοθρακιώτες, η μαύρη μοίρα, που περιέγραψαν, με τα πιο μελανά χρώματα, όσοι προανέφερα, περίμενε και τους κατοίκους του Εξάστερου, μιας πλούσιας και όμορφης κωμόπολης των θρακικών ακτών της Προποντίδας, που απείχε μόλις 35 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη.
Δεν αποτελεί, φυσικά, αντικείμενο της σημερινής ομιλίας μου η περιγραφή του ελληνικού Εξάστερου και η λεπτομερής παράθεση της ιστορίας του. Αυτό θα μπορούσε ν’ αποτελέσει το θέμα για μια μελλοντική, ολότελα διαφορετική ομιλία. Θα περιοριστώ, κατόπιν τούτου, θα παραθέσω μόνο λίγα στοιχεία, για όποιους δεν γνωρίζουν τίποτε για το Εξάστερο και θα εστιάσω στην αναχώρηση των Ξασγερινών και των άλλων κατοίκων της θρακικής παραλίας της Προποντίδας από τα πατρογονικά εδάφη τους.
Το Εξάστερο (Ξάστερο, Εξάστρο, Ξάστρο ή Σάστρο και για τους Οθωμανούς Σάχτερος) ήταν ελληνική κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης, που διοικητικά υπαγόταν στην Επαρχία Μετρών και εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Σηλυβρίας, της οποίας αποτελούσε έναν από τους 12 Χριστιανικούς οικισμούς. Απείχε περίπου 35 χιλιόμετρα δυτικά της Κωνσταντινούπολης και γειτόνευε με τα χωριά Κερμένι, Οικονομείο, Επιβάτες, Νιχώρι και Γιαλούς. Απείχε 1 χιλιόμετρο από την ακτή της Προποντίδας και ήταν κτισμένο σε υψόμετρο 57 μέτρα.
Το χωριό ήταν χτισμένο στο μέσο μιας περιοχής, η οποία οριζόταν από τρεις λόφους. Το λοφώδες ανάγλυφο δημιουργούσε μεταξύ των λόφων ρεματιές, οι οποίες ήταν πλούσιες σε νερό, γι' αυτό και η περιοχή είχε αρκετές πηγές, οι οποίες ονομάζονταν "μπουνάρια", πηγάδια, αγιάσματα, αλλά και δύο νερόμυλους, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων. Αν και δεν έλειπαν τα δέντρα, τα οποία συγκεντρώνονταν στις ρεματιές και γύρω από παρεκκλήσια και αγιάσματα, η βλάστηση ήταν κυρίως ποώδης, η δε περιοχή γενικότερα ήταν αξιοποιημένη αγροτικά.
Στα νότια του οικισμού το έδαφος κατηφόριζε ομαλά μέχρι τη θάλασσα, η οποία διαθέτει αμμώδη παραλία. Εκεί βρισκόταν ο "Καζάρμας", ουσιαστικά το επίνειο του Εξαστέρου, με στοιχειώδεις υποδομές για την εξυπηρέτηση των καϊκιών, που μετέφεραν προϊόντα από και προς την Κωνσταντινούπολη.[5]
Ο ίδιος ο οικισμός απλωνόταν χωρίς κανένα ιδιαίτερο ρυμοτομικό σχεδιασμό, τουλάχιστον μέχρι την πυρκαγιά του 1909, γύρω από τρεις πλατείες.
Τα σπίτια ήταν ξύλινα, με βάση περίπου ενός μέτρου από πωρόλιθο και τούβλα. Λίγες μόνο οικίες ήταν εξολοκλήρου λιθόκτιστες, ενώ το μέγεθος και η πολυτέλειά τους εξαρτιόταν από την οικονομική δυνατότητα του καθενός. Ιδιαίτερα μετά την πυρκαγιά του Απριλίου του 1909 το χωριό διακρίνει ένας νέος αέρας λόγω της σχεδόν εξ αρχής ανοικοδόμησής του.
Το Εξάστερο διέθετε δύο εκκλησίες: παλαιότερη ήταν η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (1844) που βρισκόταν εκτός του οικισμού, εντός δασυλλίου, και πανηγύριζε στις 2 Αυγούστου (ανακομιδή των λειψάνων). Η δεύτερη ήταν αφιερωμένη στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη (21 Μαΐου) και κάηκε ολοσχερώς, κατά τη διάρκεια μεγάλης πυρκαγιάς που κατέκαψε το μεγαλύτερο μέρος της κωμόπολης.
Η κωμόπολη κατοικούνταν αποκλειστικά από ελληνικές οικογένειες. Σύμφωνα με την απογραφή του Οκτωβρίου 1920 οι κάτοικοί του ανέρχονταν στους 1696 κατοίκους, ενώ το Σεπτέμβριο του 1922 είχε 1535 κατοίκους.
Επαγγελματικά οι κάτοικοι ασχολούνταν ως επί το πλείστον με τη γεωργία και συγκεκριμένα με την αμπελουργία. Τα σταφύλια του Εξάστερου (ποικιλίες: "γιαπουντζάκια" και "τσαούσια") φημίζονταν στην Πόλη, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η παραγωγή σε κρασιά, τα οποία μαζί με αυτά των Επιβατών εξάγονταν στη Γαλλία (μέση ετήσια παραγωγή: 3.000.000 οκάδες). Φημισμένα επίσης ήταν τα πεπόνια και ιδιαίτερα τα "χειμωνιάτικα", που γίνονταν ανάρπαστα στην Πόλη. Λιγότεροι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και ακόμη λιγότεροι με την αλιεία.[12]
Το Εξάστερο, όπως και άλλα χωριά της Ανατολικής Θράκης υπέστη όλες τις τρομερές συνέπειες των γεγονότων των αρχών του 20ού αιώνα. Η ανακατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς, κατά την υποχώρηση των Βουλγάρων, που είχαν καταλάβει την Ανατολική Θράκη, στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, συνοδεύτηκε από σφαγές. Αμέσως μετά τη σφαγή στο γειτονικό Οικονομείο, στα τέλη του Ιανουαρίου του 1913, οι Τούρκοι μετέβησαν στο Εξάστερο, όπου συγκέντρωσαν τους άρρενες κατοίκους άνω των πέντε ετών στο καφενείο του Θεμιστοκλή Θέμου και ζήτησαν το ποσό των είκοσι χρυσών λιρών, προκειμένου να περιθάλψουν τα ορφανά του Οικονομείου, από τα οποία οι ίδιοι είχαν στερήσει τους πατέρες τους. Ο τελικός απολογισμός της σφαγής στο Εξάστερο ήταν δεκαπέντε άνδρες και μια γυναίκα. Η σφαγή επηρέασε τη ζωή πολλών οικογενειών, όμως το χωριό κατάφερε να γενικά να συνέλθει, σε αντίθεση με το Οικονομείο, όπου μπορούμε να μιλάμε για πραγματική γενοκτονία.
Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικονομική δραστηριότητα περιορίστηκε τόσο, που υπήρξε ακόμη και πείνα. Το ηθικό των κατοίκων αναπτερώθηκε μετά τη Συνθήκη των Σεβρών, όταν το Εξάστερο περιήλθε στην υποδιοίκηση Σηλυβρίας του νομού Ραιδεστού. Το φθινόπωρο όμως του 1920 το Εξάστερο βρέθηκε σε μια γκρίζα περιοχή, αφού ούτε οθωμανικές αρχές υπήρχαν πλέον, ούτε ο ελληνικός στρατός τη δεδομένη εκείνη στιγμή ήταν παρών, παρόλο που κανονικά η περιοχή βρισκόταν εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του.
Όπως και παραπάνω άφησα να εννοηθεί, πριν ακόμη υπογραφεί το πρωτόκολλο των Μουδανιών, αντιλήφθηκαν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης την τραγικότητα της κατάστασης και άρχισαν να εξοικειώνονται, αργά αλλά σταδιακά, με την ιδέα της αναχώρησης από τις εστίες τους. Από τη χαρά της ελευθερίας, που ελάχιστα είχαν γευθεί, βυθίστηκαν σε τελεία απόγνωση, δεδομένης και της παρουσίας χιλιάδων Μικρασιατών προσφύγων. Η ιδέα της φυγής επικράτησε απ’ άκρου εις άκρον της Θρακικής γης. Όλοι άρπαζαν ότι έβρισκαν μπροστά τους κι εγκατέλειπαν τα σπίτια τους. Ακόμη και οι λιγοστοί τολμηροί, τόσο στις Σαράντα Εκκλησίες όσο και στην Αδριανούπολη, που διατείνονταν ότι επρόκειτο να παραμείνουν και ν’ αντισταθούν, μετέβαλαν ριζικά τις απόψεις τους. Τα χωριά άδειασαν αμέσως γιατί η παραμονή στην ύπαιθρο εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους ή ισοδυναμούσε με σίγουρη σφαγή, από την ανεξέλεγκτη στάση των ενόπλων μουσουλμάνων. Οι Έλληνες της Σηλυβρίας, που διατηρούσαν αρμονικές σχέσεις με τους Τούρκους, σκέφτηκαν προς στιγμήν να παραμείνουν στη γενέτειρά τους, αλλά τελικά μεταπείστηκαν. Οι κάτοικοι του Εξάστερου κατευθύνθηκαν προς την παραλία για ν’ αναχωρήσουν, αλλά επέστρεψαν στα σπίτια τους, γιατί ο μουτεσαρίφης Μέτρων τους προέτρεψε να μην εκπατριστούν, όταν όμως πληροφορήθηκαν την αθρόα φυγή όλων των περίοικων, από τους Επιβάτες, τους Δελλιώνες, το Φανάρι και τα άλλα χωριά, δεν άργησαν να μεταβάλουν την άποψή τους.
Ενώ αποχωρούσε ο ελληνικός στρατός, διογκωνόταν ο συνωστισμός του ελληνικού στοιχείου, τόσο στα παραλιακά κέντρα, όσο και στους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Αθρόες επιθέσεις ενόπλων, τουρκικών ομάδων επέτειναν τη σύγχυση και τον πανικό. Στις 4 Οκτωβρίου η παραλία της Σηλυβρίας κατακλυζόταν από χιλιάδες κατοίκων της περιφέρειας. Μέχρι τις 10 Οκτωβρίου είχαν ως επί το πλείστον εκκενωθεί η Σηλύβρια, το Μουγάνδος, το Μπουγιούκ-Τσεκμετζέ, οι Αιγιαλοί, το Εξάστερο, η Παναγία και η Ηράκλεια, και στις 13 του ίδιου μήνα ολοκληρωνόταν η επιβίβαση των κατοίκων του Εξάστερου, των Επιβατών και των Δελλιώνων. Στις 7 Οκτωβρίου ξεριζώθηκαν και οι κάτοικοι του Σιδηροχωρίου, οι οποίοι εξαναγκάστηκαν αλλόφρονες να περπατήσουν μέχρι τη Θυνιάδα για να προλάβουν τα πλοία. Συγκεχυμένες φήμες κυκλοφορούσαν στη γενέτειρά τους για ενδεχόμενη εισβολή βουλγαρικών σωμάτων καθώς προετοιμάζονταν να εισέλθουν πολυάριθμοι Βούλγαροι πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης στο τουρκικό έδαφος.
Κάποιες από τις πιο πλούσιες, ελληνικές κοινότητες, όπως αυτές των Δελλιώνων, των Επιβατών, του Εξάστερου, ναύλωσαν οι ίδιες, δια εκπροσώπων τους, πλοία, από ελληνικές, ναυτιλιακές εταιρίες, που τους μετέφεραν με ασφάλεια στο Ελληνικό έδαφος. Και ναι μεν, δεν μπόρεσα να βρω στο αρχείο μου το συμβόλαιο ναύλωσης πλοίου του εφοπλιστή Γιαννουλάτου, από την κοινότητα των Ξαστερινών, βρήκα, όμως και σας παρουσιάζω το συμβόλαιο νύλωσης πλοίου από τους κατοίκους των Δελλιώνων, (ελληνικής κωμόπολης, γειτονικής προς το Εξάστερο), με τον εφοπλιστή Ε. Λεβαντή, που έδρευε στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης και το οποίο υπογράφηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1922. Τα περιεχόμενα αυτών των συμφωνητικών ήταν, σε γενικές γραμμές, όμοια. Η κοινότητα όριζε εκπρόσωπό της, που υπέγραφε το συμφωνητικό για λογαριασμό της, καταβάλλοντας στον εφοπλιστή ένα σεβαστό, χρηματικό ποσό, (οι κάτοικοι των Δελλιώνων κατέβαλαν στον Λεβαντή 1.225 τουρκικές λίρες, για τη ναύλωση πλοίου χωρητικότητας 720 τόνων, την άμεση παραλαβή, την επομένη κιόλας της υπογραφής του συμβολαίου, όσων κατοίκων της κωμόπολης χωρούσαν στο πλοίο, με τα υπάρχοντά τους και την μεταφορά και αποβίβασή τους στο λιμάνι του Πόρτο Λάγος).
Νοτιοδυτικά από τη Σηλυβρία βρίσκονταν τα αμιγώς ελληνικά Γανόχωρα, σ’ ένα εκ των οποίων, τον Γάνο, γεννήθηκε ο πατέρας μου. Κατά τον εκπατρισμό τους, οι Γανοχωρίτες ακολούθησαν δύο δρόμους. Οι κάτοικοι των παραλιακών κωμοπόλεων και χωριών, μερικών χωριών που ήταν στις προς την Προποντίδα πλαγιές του Ιερού Όρους, καθώς και μερικών από τα ορεινά χωριά των βορειοδυτικών πλαγιών του, πού ανήκαν στην Εκκλησιαστική Επαρχία Γάνου και Χώρας, (Καστάμπολις, Ιντζέκιοϊ, Σιμιτλή), ακολούθησαν τον θαλάσσιο δρόμο, μεταφερθέντες με πλοία, πού διέθετε το Ελληνικό Κράτος (όπως ήταν, λ.χ., το μεγάλο πλοίο ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ, που μετέφερε τους Γανοχωρίτες από το Μυριόφυτο στην Καβάλα) και μερικοί με ναυλωμένα από τους ίδιους, από τα λιμάνια των Δελλιώνων, της Ραιδεστού, Κουμβάου, Γάνου, Χώρας, Ηρακλείτσας, Μυριοφύτου και Περιστάσεως στην Θεσσαλονίκη, Καβάλα και Εύβοια. Οι κάτοικοι των μεσογειακών χωριών της Εκκλησιαστικής Επαρχίας Μυριοφύτου και Περιστάσεως (Λιμνίσκης, Καλόδενδρου) και αυτής Γάνου και Χώρας (Σεντουκίου, Παλαμουτίου), ακολούθησαν τον δρόμο της ξηράς, πού περνούσε από το Κούρου Ντάγ - Κεσσάνη, ή Μάλγαρα - Κεσσάνη και εν συνεχεία τα Ύψαλα, τον Έβρο με πορθμεία (μεγάλες πλάβες) έφθασαν στην Αλεξανδρούπολη, από την οποία προωθήθηκαν σε διάφορα μέρη της Βορείου Ελλάδος.
Από τους τελευταίους Έλληνες που άφησαν τη Θράκη ήταν οι κάτοικοι της Καλλίπολης, πατρίδας των προγόνων μου από την πλευρά της μητέρας μου. Οι σύμμαχοι κατέλαβαν τη Καλλίπολη στις αρχές Νοεμβρίου του 1922 κι έδωσαν εικοσαήμερη προθεσμία στους Έλληνες να εγκαταλείψουν τη χερσόνησο. Με προκλήσεις των Τούρκων και την ανοχή της συμμαχικής διοίκησης 25.000 κάτοικοι της χερσονήσου μπήκαν στα πλοία και πήραν το δρόμο της οριστικής προσφυγιάς.
Οι τελευταίοι Θρακιώτες που άφησαν συντεταγμένα την πατρίδα τους ήταν οι κάτοικοι του φημισμένου προαστίου της Αδριανούπολης, του Κάραγατς, της παλιάς Ορεστιάδας. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν απέναντι απότην Αδριανούπολη, ιδρύοντας τη Νέα Ορεστιάδα, την προσφυγική πολιτεία που θέριεψε στην περιοχή του Βόρειου Έβρου, βλέποντας προς την ανοιχτή πεδιάδα, πίσω από τα καραγάτσια του Έβρου, την παλιά πατρίδα.
«Στις 9 Οκτωβρίου, γράφει ο Άγγελος Γερμίδης, γινόταν στον μητροπολιτικό ναό Αδριανουπόλεως η τελευταία λειτουργία, σαν εκείνη την τελευταία λειτουργία της Αγίας Σοφίας την παραμονή της Αλώσεως. Και με δάκρυα στα μάτια οι παρευρισκόμενοι σ’ αυτήν ακούγανε τον γέρο μητροπολίτη Πολύκαρπο να αναπέμπει με διακοπτόμενη από συγκίνηση φωνή τη στερνή προς τον Ύψιστο επίκληση. Ήταν ο τελευταίος μητροπολίτης της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Αδριανουπόλεως, Υπέρτιμος και Έξαρχος παντός Αιμιμόντου", που κατά μια μοιραία σύμπτωση είχε το ίδιο όνομα με τον τελευταίο μητροπολίτη του 1361, τότε που για πρώτη φορά οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αδριανούπολη……
Ως το 1924 οι εναπομείναντες Θρακιώτες έφτασαν με την ανταλλαγή στην Ελλάδα, ολοκληρώνοντας το μεγάλο ελληνικό εκπατρισμό. Ο ελληνισμός της ανατολικής Θράκης μετεγκαταστάθηκε με τη βούληση των ισχυρών αναγκαστικά στην Ελλάδα, αναζωογονώντας με την πολιτισμική παράδοση και την εργατικότητα άλλα ελληνικά μέρη. Η ελληνική ενδοχώρα αναδημιουργήθηκε με τις πολιτισμικές αξίες και την αξιοσύνη του θρακιώτικου ελληνισμού.
Μετά από όλα όσα εκθέσαμε, απομένει ανοιχτό το απλό ερώτημα, που τίθεται στην καρδιά του κάθε απλού Έλληνα, ακόμη κι ύστερα από έναν περίπου αιώνα, αν θα μπορούσε να κρατηθεί η Ανατολική Θράκη υπό την ελληνική διοίκηση, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Η άποψη του ελευθερωτή της Θράκης στρατηγού Αλέξανδρου Μαζαράκη-Αινιάνος, που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις του Πρωτοκόλλου των Μουδανιών, δίνει μια απάντηση: «Κι αν ακόμη υπήρχε μια μικρή πιθανότητα να διασωθεί η Ανατολική Θράκη (παρά την κατάπτωση του ηθικού του ελληνικού στρατού και την αποδιοργάνωση του), φρόντισαν τόσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι όσο και η επαναστατική κυβέρνηση στην Αθήνα, να δώσουν τη χαριστική βολή, γιατί αποδέχτηκαν αμέσως και μάλιστα την άμεση εκκένωση της». Αυτή ήταν η απάντηση του Αλ. Μαζαράκη-Αινιάνος στο ερώτημα «Ηδυνάμεθα να σώσωμεν την Θράκην;».
Παρακολουθώντας τις διπλωματικές ενέργειες, λίγους μήνες πριν από το Πρωτόκολλο των Μουδανιών, διαπιστώνει και ο πιο αρχάριος σε ιστορικά και πολιτικά ζητήματα, πως η Ανατολική Θράκη έπεσε θύμα πολιτικής ανευθυνότητας, πολιτικών διαπλοκών, απαράδεκτων υποχωρήσεων από την ελληνική πλευρά και άγνοιας της συγκυρίας. Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όπως φαίνεται από τα αρχεία, είχε αποδεχτεί την εκχώρηση της Θράκης στους Τούρκους, υποκινούμενος από μια ρεαλιστική αντιμετώπιση, ενώ η ελληνική αντιπροσωπεία στη Διάσκεψη των Μουδανιών ήταν ολότελα παρείσακτη, παρακολουθούσε από μακριά τις διαπραγματεύσεις κι ενημερωνόταν για τα τεκταινόμενα από την αγγλική αντιπροσωπεία!
Αυτό ήταν το τέλος του προαιώνιου Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης κι η αρχή του αφελληνισμού του πανάρχαιου εκείνου κομματιού της ελληνικής γης. Απομένει σε μας το μεγάλο χρέος, να διατηρήσουμε άσβεστη την ιστορική μνήμη μας, να παραδειγματιστούμε από τα δικά μας λάθη και τις συμφερολοντολογικές συμπεριφορές των ξένων, κύρια των «συμμάχων» μας και να επιτύχουμε και να διατηρήσουμε σαν κόρη οφθαλμού την ενότητα του λαού μας, ιδιαίτερα τώρα, που το Έθνος μας περνάει και πάλι δύσκολες στιγμές.














































