Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026



ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΦΙΛΟΙ, ΣΕ ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ ΜΟΥ Θ’ ΑΝΑΦΕΡΘΩ ΣΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΘΕΟΤΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΑΚΗ.



ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΥΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΩ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ, ΜΕ ΤΙΤΛΟ: «ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ, ΟΡΕΙΝΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΑΚΗ», ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΚΥΡΙΩΣ: Α) Η ΘΕΑ ΚΥΒΕΛΗ – ΡΗΣΚΥΝΘΙΣ ΚΑΙ Β) Η ΘΕΑ ΓΑΝΗΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΟΡΟΥΣ ΤΟΥ ΓΑΝΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ.



Το άρθρο αυτό, το οποίο έγραψε, στην αγγλική γλώσσα και δημοσίευσε στο διεθνές, επιστημονικό περιοδικό KERNOS (15 – 2002), ο Nikola Theodossiev: Department of Archaeology - Sofia University St. Kliment Ohridski - bul. Tsar Osvoboditel 15 - Sofia 1000 – Bulgaria), αφορά όλους τους Θρακιώτες και όλους τους Έλληνες, κυρίως, όμως, εμάς, που καταγόμαστε από τον Γάνο της Ανατολικής Θράκης και από το παρακείμενο, ομώνυμο, Ιερό όρος, όπου λατρευόταν η θεά Γανήα.

(Για διευκόλυνση των αναγνωστών, όλες τις παραπομπές του άρθρου, που τις βλέπετε μέσα στο κείμενο, ως αριθμούς μέσα σε παρενθέσεις, τις έβαλα, μεταφρασμένες, κάτω (μετά από) το κείμενο).

Στις τέσσερις πρώτες φωτογραφίες βλέπετε το Ιερό όρος, στο οποίο λατρευόταν η Θεά Γανήα, όπως φαίνεται από τον Γάνο και στην τελευταία το Μηλιό, ένα από τα Γανόχωρα, κτισμένο στην αγκαλιά του Ιερού όρους.

Αν κάποιος φίλος ενδιαφέρεται για το πρωτότυπο (αγγλικό) κείμενο του άρθρου, μπορώ να του το στείλω.



ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ, ΟΡΕΙΝΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΑΚΗ



Το ευρύτερο πλαίσιο

Οι αρχαίοι συγγραφείς συνδέουν συχνά τη λατρεία της Φρυγικής Κυβέλης με τα βουνά και τα βραχώδη υψίπεδα. Η θεά ονομαζόταν μάλιστα «Μήτηρ Όρεία» ή «Μήτηρ των Ορέων», όπως μαρτυρούν τόσο οι λογοτεχνικές πηγές όσο και τα επιγραφικά ευρήματα. Ωστόσο, άλλες αναφορές μας παρέχουν πληροφορίες ότι τέτοιου είδους θρησκευτικές αντιλήψεις δεν περιορίζονταν στη Μικρά Ασία και ότι δύο γυναικείες θεότητες στην αρχαία Θράκη συνδέονταν επίσης με τα βουνά, όπως και η Κυβέλη. Και παρόλο που δεν υπάρχει γραπτή πηγή, που να μαρτυρά ότι αυτές οι θρακικές θεές έφεραν το όνομα «Μήτηρ των Ορέων», ορισμένα στοιχεία ενδέχεται να υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι αυτές εμφανίζονταν ως θεότητες των βουνών.

Η πιο σημαντική, εν προκειμένω, είναι η λατρεία της θεάς με το όνομα «Ρησκυνθίς», που συνδέεται με την ελληνική Ήρα, την οποία τιμούσαν στο ιερό «Ρησκύνθιον» όρος, κοντά στις εκβολές του ποταμού Έβρου, στη Νοτιοανατολική Θράκη, όπως μαρτυρούν ο Νίκανδρος και ο σχολιαστής του (1). Αυτή η θεά του βουνού λατρευόταν, μαζί με τον άνδρα σύντροφό της, τον Ζηρύνθιο (Zerynthius), τον οποίο οι Έλληνες αποκαλούσαν Απόλλωνα και η λατρεία αυτή πραγματοποιούνταν σ’ ένα ναό που βρισκόταν στο Ρησκύνθιον όρος. Η λατρεία της Ρησκυνθίδος και του Ζηρυνθίου σχετιζόταν προφανώς με τη λατρεία μιας άλλης θηλυκής θεότητας — της θεάς Ζηρυνθίας, γνωστής από διάφορα αρχαία, λογοτεχνικά κείμενα και ταυτιζόμενης με την Εκάτη, την Αφροδίτη ή τη Ρέα. Ήταν μια χθόνια θεότητα, που την τιμούσαν με θυσίες σκύλων, οι οποίες τελούνταν σ’ ένα ιερό σπήλαιο που ονομαζόταν Ζήρυνθον (Ζηρύνθιον, Ζήρινθον), το οποίο οι αρχαίοι συγγραφείς τοποθετούσαν σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες – είτε στη Σαμοθράκη είτε στην απέναντι ενδοχώρα, κοντά στις εκβολές του ποταμού Έβρου (4) Μια παρόμοια σύγχυση, μεταξύ των ονομάτων των γυναικείων θεοτήτων, του ιερού όρους (αυτών) και του σπηλαίου, μας θυμίζουν οι πληροφορίες του Ησύχιου, ο οποίος περιέγραψε την θεά Κύβελα ως «ένα βουνό στη Φρυγία, καθώς και σπήλαια και τάφους» (5).

Η δεύτερη θεότητα στη Θράκη, που συνδεόταν μ’ ένα βουνό είναι η θεά «Γανήα», (που μας είναι) γνωστή από μια αναθηματική (αφιερωματική) επιγραφή, σ’ ένα μικρό βωμό, που χρονολογείται στην περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (6). Ο βωμός αφιερώθηκε στη θεά από τον Απολλώνιο, γιο του Σεύθη, ο οποίος προφανώς ήταν Θράκας, λαμβάνοντας υπόψη το όνομα του πατέρα του (7). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο βωμός βρέθηκε στην περιοχή του Γάνου (8), του περίφημου ιερού βουνού στη Νοτιοανατολική Θράκη, που ονομάζεται «Ιερόν όρος» από τους Έλληνες συγγραφείς και αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ξενοφώντα στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. (9). Και σ’ αυτή την περίπτωση, η θεά και το ιερό βουνό έχουν και πάλι ταυτόσημα ονόματα, γεγονός που ενισχύει το συμπέρασμα ότι η γυναικεία θεότητα συνδέεται με το βουνό. Ταυτόχρονα, η σημασία του τόπου επιβεβαιώνεται από τον Δημοσθένη (10) και τον Αισχίνη (11), οι οποίοι περιέγραψαν μια κατοικία και ένα θησαυροφυλάκιο των Οδρυσών βασιλέων Κότυος και Κερσοβλέπτου, το οποίο βρισκόταν στο Ιερό Όρος. Και ακόμη περισσότερο: Σε μεταγενέστερη περίοδο, ο Στράβων (12) έγραψε ότι οι ντόπιοι λάτρευαν το ιερό βουνό. Αυτή η πληροφορία πιθανώς αντανακλά τη λατρεία της θεάς «Γανήας».

Πράγματι, μερικές λογοτεχνικές αναφορές παρέχουν σαφείς πληροφορίες, σχετικά με άλλα βουνά στην αρχαία Θράκη, που ήταν γνωστά ως ιερά υψίπεδα, στα οποία διεξάγονταν διάφορες λατρευτικές δραστηριότητες. Μεταξύ των πιο γνωστών είναι το Κωγαίονον, ένα ιερό βουνό στη βορειοανατολική Θράκη, στο οποίο λατρευόταν η ανδρική θεότητα «Ζάλμοξις» (13) (Σημ. δική μου: Το Κωγαίον_ον (στα αρχαία ελληνικά: Κωγαίονον, στην εκλαϊκευμένη ρουμανική μορφή Kogaion ή Kogaionon) ήταν το ιερό βουνό των Γετών και των Δακών, δύο αρχαίων λαών που ανήκαν στον ευρύτερο, θρακικό πολιτισμικό κύκλο).

Ένα άλλο σημαντικό βουνό ήταν το Πάνγαιον (Πάγγαιον) όρος, που βρισκόταν στη νοτιοδυτική Θράκη, το οποίο συνδέεται στενά με τη λατρεία του Ορφέα και του μυθικού βασιλιά των Ηδωνών (Θρακών) Ρήσου (14).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το όρος Σάος, (Σάμος, Σαόκε), το ψηλό βουνό της Σαμοθράκης, όπου τελούνταν τα μυστήρια των Μεγάλων Θεών, καθώς και άλλων θεοτήτων που λατρεύονταν στο νησί (15).

Ο κατάλογος των βουνών που συνδέονται με διάφορες λατρείες στην αρχαία Θράκη θα μπορούσε να επεκταθεί, αλλά δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες ότι (οι λατρείες αυτές) συνδέονταν άμεσα με γυναικείες θεότητες. Επομένως, μπορεί κανείς μόνο να υποθέσει ότι αυτά τα βουνά ενδεχομένως αντιπροσώπευαν ανεικονικές απεικονίσεις ορεινών θεαινών (γυναικείων θεοτήτων), όπως συνέβαινε με το Ρησκύνθιον και το όρος Γάνος. Στο πλαίσιο όλων αυτών των γραπτών πηγών, ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο μεγάλος αριθμός θρακικών ιερών που βρίσκονται σε βουνά και βραχώδεις ορεινές περιοχές, τα οποία καταδεικνύουν σαφώς τον ιερό χαρακτήρα των τόπων αυτών (16). Επίσης, είναι δυνατόν να υποθέσουμε ότι οι πολυάριθμοι τύμβοι της αρχαίας Θράκης ενδέχεται να συμβόλιζαν ιερά βουνά και, αν ισχύει αυτό, αυτά τα ταφικά μνημεία θα μπορούσαν να σχετίζονται με ορισμένες λατρείες γυναικείων θεοτήτων των βουνών, πέρα από τις ταφικές τους λειτουργίες (17).

Παρόμοιες θρησκευτικές αντιλήψεις στην αρχαία Θράκη θα πρέπει να μελετηθούν σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο. Φυσικά, οι πιο στενές παραλληλίες ενδέχεται να βρίσκονται στη λατρεία της φρυγικής Μεγάλης Θεάς Κυβέλης, η οποία συνήθως ταυτίζεται μ’ ένα βουνό που φέρει το ίδιο όνομα (18). Σε μια σειρά επιγραφικών μαρτυριών από τη Μικρά Ασία, που χρονολογούνται στον 4ο–3ο αιώνα π.Χ. και στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, η θεά ονομαζόταν Μήτηρ Όρεία (19). Ο Διόδωρος επίσης μαρτυρεί ότι η Κυβέλη ήταν γνωστή ως «Ορεία Μήτηρ» (20) και περιγράφει ένα βουνό που ονομαζόταν Κύβελος, η θεά δε, πήρε το όνομά της από αυτό το βουνό (21). Τα Όρη «Κυβέλοι» αναφέρονται στα «Ορφικά Αργοναυτικά» (22), ενώ ο Ηρωδιανός περιέγραψε την «Κύβελα» ως «πόλις εις την Φρυγίαν και όρος Ιερόν» (23) και ανέφερε επίσης το ιερό όρος «Κυβέλοι» (24). Αργότερα, οι πληροφορίες του Ηρωδιανού επαναλήφθηκαν από τον Στέφανο τον Βυζάντιο (25), ενώ ο Ησύχιος περιέγραψε την Κυβέλη ως «ένα βουνό στη Φρυγία, με σπηλιές και τάφους» (26), όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Όλες αυτές οι πηγές καταδεικνύουν σαφώς τη ορεινή διάσταση της θεάς.

Σύμφωνα με αυτές τις ιδέες, ορισμένα επίθετα της Μεγάλης Θεάς στη Μικρά Ασία είναι επίσης σημαντικά. Ο Στράβων έγραψε ότι σ’ έναν λόφο κοντά στην Λάμψακο υπήρχε ένα ιερό της «Μητρός Θεών», που ονομαζόταν Τήρεια (27). Ταυτόχρονα, το βουνό της θεάς Τηρείας βρισκόταν κοντά στην Κύζικο, ήταν γνωστό στον Όμηρο (28) και περιγράφηκε εκ νέου από το Στράβωνα (29). Αργότερα, ο Ησύχιος έγραψε ότι η Τηρεία ήταν ένα βουνό στην Τρωάδα (30). Πολύ σαφείς ενδείξεις προέρχονται επίσης από ορισμένες επιγραφικές μαρτυρίες. Έτσι, σε πολυάριθμες επιγραφές η Μήτηρ Θεών ονομαζόταν «Σιπυληνή» (31), όνομα που προφανώς προέρχεται από το όρος Σίπυλος, και με παρόμοιο τρόπο η Μεγάλη Θεά ονομαζόταν με μια άλλη επίκληση βουνού: «Δινδυμήνη» (31), που προέρχεται από το Δίνδυμον (Δίνδυμα). Πράγματι, αυτός ο τρόπος, με τον οποίο αποδίδεται στη θεά ένα όνομα που προέρχεται από διάφορα βουνά της Μικράς Ασίας, περιγράφεται αναλυτικά από τον Στράβωνα (33).

Όλα αυτά τα τεκμήρια σχετικά με τις λατρείες των θεών των βουνών πιθανώς αντανακλούν κάποιες σχέσεις μεταξύ των αρχαίων Φρυγών και των Θρακών, και ίσως μάλιστα να υποδηλώνουν ότι οι ρίζες του φρυγικού λαού βρίσκονται στα Βόρεια Βαλκάνια, όπως μαρτυρούν λογοτεχνικές πηγές και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από αρχαιολογικό υλικό από το Γόρδιο (34). Από την άλλη πλευρά, η φρυγική «Μήτηρ Όρεία» φαίνεται να επηρεάζει έντονα την ελληνική λογοτεχνία και λατρεία, κάτι που επιβεβαιώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στην εικόνα της θεάς Ρέας, η οποία αποκαλείται «Ορεία Μήτηρ». Μια παρόμοια συγκρητική διαδικασία μπορεί να ανιχνευθεί στα λογοτεχνικά έργα του τέλους του 5ου αιώνα π.Χ. Έτσι, ο Αριστοφάνης (35) και ο Ευριπίδης (36) περιέγραψαν τη Ρέα (που σχετιζόταν με την Κυβέλη) ως «Μήτηρ (Μάτηρ) Όρεία», ενώ σε μια άλλη τραγωδία του Ευριπίδη, η θεά αποκαλούνταν «Όρεία Μάτηρ θεών» (37). Στην πραγματικότητα, η λογοτεχνική εικόνα της Ρέας ως «Ορείας Μητρός» δημιουργήθηκε πιθανόν στις ζώνες αλληλεπίδρασης της Μικράς Ασίας, όπου την ιδέα αυτή (οι Έλληνες) είχαν δανειστεί από μη ελληνικούς λαούς. Μια παρόμοια υπόθεση μπορεί να υποστηριχθεί από ένα σχόλιο στον Απολλώνιο τον Ρόδιο (38), που αναφέρεται σ ένα ιερό της Όρείας Μητρός στο Σαγγάριο (ποταμό), το οποίο περιγράφεται από τον Έλληνα λογογράφο Ξάνθο από τη Λυδία, ο οποίος έζησε τον 6ο-5ο αιώνα π.Χ.

Η λογοτεχνική εικόνα της «Ορείας Μητρός» επιβίωσε μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική περίοδο, όπως μαρτυρεί ο Αντίστιος (39): «Όρεία Μήτηρ θεών», καθώς και στους Ορφικούς Ύμνους, όπου η Ρέα περιγράφεται ως «Μήτηρ Όρειομανής». Είναι ενδιαφέρον ότι σ’ έναν άλλο Ορφικό Ύμνο, η Γαία θεωρούνταν επίσης, με παρόμοιο τρόπο, «Μήτηρ Όρέων», και σε μεταγενέστερη περίοδο ο Ευσέβιος (42) αποκαλούσε την Θεά «Παμμήτωρ Ορέων».

Όλοκληρώνοντας αυτό το άρθρο, αξίζει ν’ αναφερθεί μια ακόμη επιγραφική μαρτυρία. Σ΄ ένα αργυρό κύπελλο της Ύστερης Ελληνιστικής περιόδου, από τη Συλλογή των Barbara και Lawrence Fleischman, είναι χαραγμένη μια σύντομη επιγραφή: Κοτεους Μητρός Όρέας – που μεταφράζεται ως «Κοτέους [γιου/υπηρέτη] της Μητέρας του Βουνού». Και παρότι η προέλευση του θησαυρού είναι άγνωστη, είναι πιθανό να υποθέσουμε ότι το σκεύος προέρχεται είτε από τη Μικρά Ασία είτε από την αρχαία Θράκη. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, η επιγραφή αυτή αποτελεί αξιοσημείωτη μαρτυρία για τις θρησκευτικές αντιλήψεις και τις λατρείες που σχετίζονται με την ορεινή μορφή της θεάς. Μια μελλοντική σύγκριση, μεταξύ των γραπτών πηγών που αναφέρονται εδώ και του αρχαιολογικού υλικού, μπορεί να συμβάλει στο σαφέστερο προσδιορισμό της λατρείας των ορεινών γυναικείων θεοτήτων στην αρχαία Θράκη και της σχέσης τους με άλλες γυναικείες θεότητες, που λατρεύονταν στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



(1) Νίκανδρος, Θηριακά, Ι, 459-462 Gow-Scholfield· Σχόλια Νικάνδρου, Θηριακά, Ι, 459-462 Gow-Scholfield.

(2) Ο.π.· Τίτος Λίβιος, XXXVIII, 41, 4 Muller.

(3) Οι κύριες πηγές για τη Ζηρύνθια συγκεντρώνονται στο: D. Detschew, Die thrakischen Sprachreste, Βιέννη, 19762, σ. 184-185· βλ. επίσης Λυκόφρωνος, Αλεξάνδρα, 72-80 Scheer· Νίκανδρος, Θηριακά., I, 462-463 Gow-Scholfield· Σχόλια στον Αριστοφάνη, Pax, 277-278, Koster· Νόννος, «Διoνυσιακά», XIII, 400, Keydell.

(4) Ο.π.

(5) Ησύχιος, λήμμα «Κυβέλα», Alberti.

(6) A. Dumont, «Melanges d' archeologie et d’epigraphie», Παρίσι, 1892, σ. 420, σημ. 88α.

(7) Σχετικά με το θρακικό προσωπικό όνομα Σεύθης, βλ. Detschew, ο.π. (σημ. 3), σ. 434-437.

(8) Ό. π., σ. 99 με τις πηγές σχετικά με το όρος Γάνος και τη γύρω περιοχή, που ονομάζεται Γανιάδα· για τη Γανιάδα και έναν οικισμό που ονομάζεται Γάνος βλ. Ξενοφ. Ανάβ., VII, 5, 8 Masqueray και Αισχίν., Κατά Κτησιφώντος. ΙΙΙ, 82, 6 Blass.

(9) Ξενοφ., «Ανάβαση», VII, 1, 14 Masqueray· βλ. επίσης N. Theodossiev, «The Sacred Mountain of the Ancient Thracians», στο Studia in honorem Alexandri Fol, Σερδική, 1995 (Thracia 11), σ. 371-384.

(10) Δημοσθένης, «Κατά Αριστοκράτους», 104 Blass· Philip, ΙΙΙ, 15 Croiset.

(11) Αισχίνης, II. Περί της παραπρεσβείας, 90 Martin-Bude,

(12) Στράβων, VII, αποσπ. 56 Meineke.

(13) Detschew, ο.π. (σημ. 3), σ. 273 σχετικά με το όρος Κογαίονον και σ. 173-175 σχετικά με τη λατρεία του Ζάλμοξη.

(14) Ο.π., σ. 349-350 σχετικά με το όρος Πάγγαιον και σ. 395-397 σχετικά με τον Ρήσο· βλ. επίσης [Ευριπίδου], Ρήσος, 963-973 Ebener σχετικά με τη λατρεία του Ρήσου στο Πάγγαιον και Αισχύλ., Βασσαρίδες, αποσπ. 83, Mette, σχετικά με τον Ορφέα, που τιμά τον Ήλιο-Απόλλωνα στο Πάγγαιο

(15) N. Lewis, Samothrace, The Ancient Literary Sources, Νέα Υόρκη, 1958 (Samothrace I), σ. 4, σημ. 7, σ. 7, σημ. 16-18, σ. 18-19, σημ. 39, σ. 20, σημ. 42, σ. 21-22, σημ. 45-46 και σ. 38-39, σημ. 83 σχετικά με το όρος Σάος και διάσπαρτα σημεία με αρχαία λογοτεχνικά κείμενα για τις λατρείες της Σαμοθράκης· σχετικά με τα μυστήρια των Μεγάλων Θεών βλ.: S.G. Cole, Theoi Megaloi. The Cult of the Great Gods at Samothrace, Leiden, 1984, διάσπαρτα σημεία.

(16) M. Domaradzki, «Sanctuaires thraces du IIe - Ier millénaire av. n.e.», Acta Archaeologica Carpathica 23 (1986), σ. 89-100· ο ίδιος, «Les lieux de culte thraces (deuxième moitié du IIe - Ier mill. av. J.C.)», Helis 3, 1 (1994), σ. 69-108.

(17) Για μια τέτοια πιθανότητα, βλ. Theodossiev, «The Sacred Mountain» (σημ. 9)· ο ίδιος, North-Western Thrace from the Fifth to First Centuries BC, Οξφόρδη, 2000 (BAR Inter. Ser. 859), σ. 53-55.

(18) C. Brixhe, «Le nom de Cybele», Die Sprache 25 (1979), σ. 40-45· L. Zgusta, «Weiteres zum Namen der Kybele», Die Sprache 28 (1982), σ. 171-172.

(19) M.J. Vermaseren, Corpus Cultus Cybelae Attidisque. I. Asia Minor, Leiden, 1987, σ. 79, σημ. 242 από την Χαλκηδόνα· σ.

(20) Διόδωρος Σικελιώτης, ΙΙΙ, 58, 3 Vogel.

(21) Ο.π., ΙΙΙ, 58, 1 Vogel.

(22) Ορφέως Αργοναυτικά, 21-23 Abel.

(23) Ηρωδιανού, Περί καθολικής προσόδου, Ι, 381 Lentz.

(24) Ο.π., I, 322 Lentz.

(25) Στέφανος ο Βυζάντιος, λ.τ. ΚΥΒΕΛΕΙΑ Meineke.

(26) Ησύχιος, λ.τ. Κύβελα Alberti.

(27) Στράβων, XIII, 1, 17 Meineke· βλ. A.B. Cook, Zeus. A Study in Ancient Religion. II, Κέιμπριτζ, 1925, σ. 697.

(28) Όμηρος, Ιλ. II, 828-830 Ameis-Hentze.

(29) Στράβων, XII, 4, 6· XIII, 1, 10 και 17 Meineke.

(30) Ησύχιος, λ.τ. Τήρεια, Alberti.

(31) Vermaseren, ο.π. (σημ. 19), σ. 31, σημ. 80 από τον Geveze· σ. 101-163, σημ. 543-546, σ. 164-165, σημ. 549-551, σ. 167, σημ. 555, σ. 169, σημ. 564, σ. 171-172, σημ. 571, σ. 172-173, σημ. 575-576, σ. 174-175, σημ. 580, σ. 175-176, σημ. 582-584 από τη Σμύρνη.

(32) Ο.π., σ. 81, σημ. 251 από την Απάμεια Μυρλέα (;); σ. 96, σημ. 290 από την Κύζικο· σ. 230-231, σημ. 765 από το Καρίκ Σαράι· σ. 238-239, σημ. 791 από τη Λαοδίκεια Κομβούστα· βλ. Ηρωδιανός, περί καθολικής προσόδου, I, 333 και 382, Lentz και Στέφανος ο Βυζάντιος, s.v. Δίνδυμα, Meineke.

(33) Στράβων, X, 3, 12, Meineke.

(34) L.E. Roller, «Phrygian Mother Goddess and her Thracian Connections» (Η φρυγική μητέρα-θεά και οι θρακικές της συνδέσεις), στο Όγδοο Διεθνές Συνέδριο Θρακολογίας. Θράκη και Αιγαίο (Περιλήψεις), Σόφια - Γιάμπολ, 2000, σ. 76-77· O.W. Muscarella, «The Iron Age Background to the Formation of the Phrygian State», BASOR 299-300 (1995), σ. 91-101.

(35) Αριστοφάνης, Όρνιθες., 746 Hall-Geldart.

(36) Ευρυπίδη, Κρήσσαι., αποσπ. 472 Nauck 2· Ιππόλυτος, 143-144 Nauck.

(37) Ευρ., Ελένη, 1301-1302 Kannicht.

(38) Παλαιός σχολιαστής στον Απολλώνιο Ρόδιο, Αργοναυτικά, II, 7

(39) Antist, «Ep», 1-2 Waltz.

(40) Ορφικοί Ύμνοι, XXXI. Ύμνος στους Κούρητες, 5 Quandt.

(41) Ορφικοί Ύμνοι, XV. Διός, 4 Quandt.

(42) Ευσέβ., Προετοιμασίες για το Ευαγγέλιο, III, 9, σ. 100α-105δ, Dindorf.

(43) A Passion for Antiquities. Ancient Art from the Collection of Barbara and Lawrence Fleischman, Malibu, 1994, σ. 229-231· βλ. μια λεπτομερή μελέτη των επιγραφών στο N. Theodossiev, «KOTEOYC ΗΛΙΟΥ και KOTEOYC MHTPOC OPEAC», Hermes 129, 2 (2001), σ. 279-283.







Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026



ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΓΑΝΟΥ (ΠΑΡΑΛΙΑΣ ΚΩΜΟΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ), ΟΙ ΑΜΦΟΡΕΙΣ (ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΆΣ ΤΟΥ) ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ



Αγαπητοί φίλοι, (και απευθύνομαι ιδιαίτερα σε όσους έλκετε την καταγωγή σας από την Ανατολική Θράκη και κυρίως από τα Γανόχωρα της Προποντίδας), αναρτώ σήμερα, σε δική μου μετάφραση, την παρακάτω επιστημονική εργασία της Nergis Gunsenin, που δημοσιεύτηκε, σε γαλλική γλώσσα, στην Academia.edu., μετά από άδεια που μου παραχώρησε ευγενικά η αξιόλογη αυτή επιστήμονας.

Είναι, κατόπιν αυτού, μεγάλη η τιμή και ιδιαίτερη η χαρά μου, που παρά τις μακρόχρονες έρευνές μου για την ιστορία του τόπου καταγωγής μου, ήρθε στα χέρια μου μια τέτοια επιστημονική εργασία, που περιέχει πλήθος άγνωστων σε μένα και, πιστεύω, σε όλους σας, ιστορικών στοιχείων, σχετικά με την παραγωγή και εμπορία κρασιού στον Γάνο (και κατ’ επέκταση και) στα υπόλοιπα Γανόχωρα της Ανατολικής Θράκης.

Πριν όμως σας παραθέσω την επιστημονική μελέτη, οφείλω να πω λίγα λόγια για την επιστήμονα που την εκπόνησε:

Η Nergis Gunsenin αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης με πτυχίο στην Κλασική Αρχαιολογία και απέκτησε το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό της δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού Ι Panthéon-Sorbonne στη Βυζαντινή Ιστορία και Αρχαιολογία (υπό την επίβλεψη των Hélene Ahrweiler και Jean-Pierre Sodini) καθώς και στη Ναυτική Αρχαιολογία (υπό την επίβλεψη του Eric Rieth). Η διδακτορική της διατριβή με τίτλο «Βυζαντινοί αμφορείς (10ος–13ος αιώνας): Τυπολογία, Παραγωγή και Κυκλοφορία με βάση τις Τουρκικές Συλλογές» αναγνωρίζεται διεθνώς, ενώ οι αμφορείς αυτών των περιόδων —είκοσι οκτώ τύποι— φέρουν το όνομά της (τέσσερις κύριοι τύποι αμφορέων).

Από το 1991 διεξάγει έρευνα σχετικά με τους κλιβάνους αμφορέων και τα ναυάγια του Μεσαίωνα στην περιοχή της θάλασσας του Μαρμαρά (αρχαία Προποντίδα). Χάρη στις μελέτες της, διαθέτουμε πλέον έναν λεπτομερή υποβρύχιο αρχαιολογικό χάρτη της θάλασσας αυτής. Τα αποτελέσματα της έρευνάς της έχουν παρουσιαστεί προφορικά σε διάφορα διεθνή συνέδρια και έχουν δημοσιευτεί ευρέως σε επιστημονικά και ευρέως διαδεδομένα έντυπα.

Η Δρ. Gunsenin διδάσκει υποβρύχια αρχαιολογία στο Πρόγραμμα Υποβρύχιας Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης από το 1991, ενώ από το 1994 έως το 1999 δίδαξε «Ανατολικούς Πολιτισμούς» στο Πανεπιστήμιο Bogazici. Είναι επίσης συνεργάτιδα ερευνήτρια του Ιδρύματος Γαλλικών Ανατολικών Σπουδών στην Τουρκία, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Ναυτικής Αρχαιολογίας (INA), Συμβουλευτική Συντάκτρια στο Διεθνές Περιοδικό Ναυτικής Αρχαιολογίας (IJNA) και έχει διδάξει ως προσκεκλημένη καθηγήτρια σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια.

Αφού συμμετείχε σε πολλές υποβρύχιες ανασκαφές σε όλη την Ευρώπη, διεξήγαγε την πρώτη υποβρύχια ανασκαφή στην Τουρκία, στο ναυάγιο «ÇAMALTI BURNU I». Τα μέλη της ομάδας της στο Çamaltı διεξάγουν τώρα τις ανασκαφές στο Yenikapı, στο Portus Theodosiacus (Θεοδοσιανό λιμένα) της Κωνσταντινούπολης, όπου η ίδια διετέλεσε πανεπιστημιακή σύμβουλος κατά τα έτη 2006 και 2007 (http://www.yenikapiwrecks.com).

Αν σας ενδιαφέρουν οι υποβρύχιες έρευνες της προαναφερθείσας επιστήμονα, μπείτε στην ιστοσελίδα της: https://www.nautarch.org

Όσον αφορά το περιεχόμενο της μελέτης, σας επισημαίνω ιδιαίτερα τις πρώτες έρευνες που έγιναν από την κ. Nergis Gunsenin στα Μοναστήρια του Γάνου, που βρίσκονταν στο καλούμενο Ιερό Όρος, καθώς και στην ελληνική επιγραφή που βλέπετε στην τελευταία φωτογραφία της μελέτης, η οποία, φυσικά, δεν βρίσκεται στην αρχική θέση της στον Γάνο, αλλά σε κάποιο μουσείο και στην οποία αναφέρονται τα εξής:

AYTH H ΒΡΥΣΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΕ ΜΕ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΑΝΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΑΣ ΚΥΡΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΣΥΓΓΕΛΟΥ ΚΥΡ ΣΑΜΟΥΗΛ, ΩΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΥΠΕΡ ΑΥΤΩΝ: 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1755

ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Ο ΟΙΝΟΣ ΤΟΥ ΓΑΝΟΥ:

ΟΙ ΑΜΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Της Nergis GUNSENIN

Αυτές οι σελίδες αποτελούν μια μικρή απόδειξη της ευγνωμοσύνης μου προς την κυρία Ahrweiler (πρόκειται για την κ. Ελένη Γλυκατζή – Αρβελέρ), η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευσή μου, ως αρχαιολόγου με ειδίκευση στο Μεσαίωνα. Ιδιαίτερα η ανάγνωση του βιβλίου της με τίτλο «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η θάλασσα» μου επέτρεψε να κατανοήσω την οικονομική σημασία της θάλασσας και με ώθησε να ξεκινήσω υποβρύχιες έρευνες στη θάλασσα του Μαρμαρά, προκειμένου ν αναδείξω το βυζαντινό θαλάσσιο εμπόριο κατά τον 11ο και 12ο αιώνα.

Θα ήθελα να την ευχαριστήσω ειλικρινά, για τον χρόνο και την προσοχή που μου αφιέρωσε. Οι συμβουλές της μου έδιναν πάντα νέα ώθηση στις έρευνές μου.

Το (όρος) Γάνος, στη βόρεια ακτή της Προποντίδας, ήταν ένα ιερό βουνό κατά τον Μεσαίωνα, το οποίο λατρεύονταν από τους ναυτικούς που διέσχιζαν τα στενά. (Σημ. δική μου: Πρόκειται για το Ιερόν όρος, το οποίο οι Οθωμανοί ονόμαζαν Tekfur dag). Στην ίδια την τοποθεσία του (όρους) Γάνος, το σημερινό Gazikoy (εννοεί το χωριό Γάνος), υπήρχε από τον 10ο αιώνα ένα σημαντικό μοναστικό κέντρο, συγκρίσιμο μ’ εκείνα της Βιθυνίας και του Αγίου Όρους. Ωστόσο, τα σωζόμενα έγγραφα, σχετικά με αυτές τις (μοναστικές) κοινότητες είναι ελάχιστα: Mερικές αναφορές σε κείμενα και μερικές αποσπασματικές σφραγίδες αποτελούσαν μέχρι σήμερα το σύνολο των γνώσεών μας για την ιστορία του (1).

Οι έρευνες που πραγματοποίησα στην περιοχή του (όρους) Γάνος μας επιτρέπουν σταδιακά να γνωρίσουμε καλύτερα την υλική ζωή της περιοχής, από τη μεσοβυζαντινή εποχή και μετά.



Γάνος: οι αμπελώνες

Είναι πλέον σαφές ότι η περιοχή του Γάνου αποτελούσε ένα μεγάλο κέντρο οινοπαραγωγής, (που ήταν) υπό τη διαχείριση των μοναχών, αν και οι πηγές δεν παρέχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με αυτό το θέμα (2). Αυτή η ευημερία, που οφειλόταν εν μέρει στην αμπελουργία, ήταν ακόμη εμφανής κατά την οθωμανική εποχή, όταν οι ελληνικές πόλεις Περίστασις (Sarkoy), Μιριόφυτο (Murefte) και Χώρα (Hoskoy) απλώνονταν κατά μήκος της ακτής. Ακόμη και σήμερα, η αμπελουργία αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους της περιοχής. Μονάδες παραγωγής κρασιού λειτουργούν στην ακτή, υπό τη διαχείριση του τουρκικού κράτους (TEKEL) και ιδιωτικών εταιρειών (DOLUCA, KUTMAN, MELEN). Καλλιεργούνται τοπικές ποικιλίες σταφυλιών (Yapikcak, Cavus kurt, Karalahana), καθώς και ποικιλίες γαλλικής προέλευσης (Cardinale, Amphonse, Muscat, Gamay, Saint-Emilion).

Η πιο παραγωγική αμπελουργική περιοχή είναι το τρίγωνο Hoskoy – Gazikoy (Χώρας - Γάνου) (ολόκληρη η ακτή) και Guzelkoy ή Melen (Μηλιό), ένα ορεινό χωριό, που βρίσκεται ανάμεσα στο Γάνο και την Χώρα (Gazikoy – Hoskoy). Οι κοιλάδες, που ανηφορίζουν από αυτά τα δύο χωριά προς το Μηλιό έχουν τις πλαγιές τους καλυμμένες με αμπέλια. Το καλοκαίρι του 1993, πραγματοποίησα δύο ερευνητικές αποστολές σε αυτά τα βουνά, για να εντοπίσω τα ερείπια μοναστηριών. Ξεκίνησα από τις δύο κοίτες του ποταμού του Γάνου (Gazikoy), που είναι ξερές κατά τη διάρκεια της ζεστής περιόδου. Στα βουνά εντόπισα πολλά υπολείμματα περιφράξεων και αναβαθμίδων, που αντιστοιχούν σ’ εγκαταλελειμμένους αγρούς και οι οποίες θα μπορούσαν, τελικά, να χρονολογούνται από την εποχή των μεσαιωνικών μοναστηριών. Πιο διεξοδικές έρευνες θα επέτρεπαν αναμφίβολα τον εντοπισμό των βυζαντινών αμπελώνων. Όσον αφορά τα ίδια τα μοναστήρια, τελικά βρήκα μόνο λίγα ίχνη των κτιρίων τους. Αναμφίβολα θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί μια πραγματική αναγνώριση και ίσως ανασκαφές, για να γνωρίσουμε καλύτερα τη θέση και την αρχιτεκτονική των μοναστηριών.



Γάνος: κέντρο παραγωγής κεραμικών

Αντίθετα, η παραγωγή κρασιού αναδεικνύεται από τη μελέτη των δοχείων τους, των αμφορέων. Πράγματι, κατάφερα να συσχετίσω τον αρχαιολογικό χώρο του Γάνου με τον τύπο Ι της ονοματολογίας που κατάρτισα στη διατριβή μου για τους βυζαντινούς αμφορείς (3). Με πηλό έντονου κόκκινου-πορτοκαλί χρώματος ή μπεζ καφέ, ενίοτε εύθρυπτο, οι αμφορείς αυτού του τύπου χαρακτηρίζονται από το μικρό τους μέγεθος (ύψος περίπου 40 εκ.), το κοντόχοντρο, ελαφρώς αχλαδόσχημο σχήμα τους, τον κοντό λαιμό τους, τις παχιές λαβές που συνδέουν το λαιμό με τον ώμο και το μεσαίο τμήμα του αγγείου, το οποίο είναι καλυμμένο με πυκνές ραβδώσεις που αραιώνουν προς τον πυθμένα και το λαιμό. Μια ελαφρά στένωση σηματοδοτεί τη σύνδεση μεταξύ του σώματος και του στρογγυλεμένου πυθμένα. Ορισμένοι αμφορείς φέρουν σφραγίδα σε μορφή μονογράμματος ή μεμονωμένων γραμμάτων (ονόματα αγγειοπλαστών;) στον ώμο ή στο χερούλι (εικ. 1). Έχουμε τη βεβαιότητα ότι αυτοί οι αμφορείς περιείχαν κρασί, καθώς, σε ορισμένα ναυάγια, σπασμένες αμφορείς αυτού του τύπου αποκαλύπτουν στο εσωτερικό τους μια επίστρωση ρητίνης, που εξασφάλιζε τη στεγανότητά τους.

Η μαζική παρουσία αυτών των αμφορέων σε μια αποθήκη της περιοχής (του Γάνου), τη οποία αποκάλυψε η διάνοιξη ενός σύγχρονου δρόμου, επέτρεψε τη σύνδεση του αμφορέα με την περιοχή. Οι επιφανειακές έρευνες και η γεωφυσική ανίχνευση έριξαν φως στη σπουδαιότητα της παραγωγής της περιοχής. Οι σημερινοί οικισμοί Hoskoy (Χώρα) και Gazikoy (Γάνος) ιδρύθηκαν πάνω στα εργαστήρια. Αυτά εκτείνονται επίσης στους αγρούς μεταξύ των δύο χωριών, σε μια απόσταση 5 χιλιομέτρων. Το νερό των βουνών στην περιοχή του Γάνου είναι πολύ πλούσιο σε μέταλλα. Αυτή η φυσική ιδιαιτερότητα θα μπορούσε επίσης να αποτελεί έναν από τους λόγους της συνέχειας της κεραμικής παραγωγής, που προκύπτει, για τους αμφορείς, από οθωμανικά έγγραφα (4). Ο μοναδικός κεραμίστας του Hoskoy (Χώρας) που εξακολουθεί να δραστηριοποιείται, αναφέρει ότι, λόγω αυτού του πλούτου, δεν χρειάζεται να προσθέσει κανένα απολιπαντικό στον πηλό (εικ. 2). Απομιμήσεις αυτών των αμφορέων κατασκευάζονταν επίσης στο νησί Μαρμαρά (Προκόννησος): Εκεί έχουν εντοπιστεί δύο κλίβανοι (5) (χάρτης Α).

Είναι, ως εκ τούτου βέβαιο ότι η αμπελουργία, την οποία ξεκίνησαν οι μοναχοί στο όρος του Γάνου οδήγησε στη δημιουργία ενός χωριού και στη μαζική παραγωγή αμφορέων, που προορίζονταν για το εμπόριο κρασιού. Ωστόσο, οι κλίβανοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης, και για μεγάλο χρονικό διάστημα, για την παραγωγή άλλων ειδών κεραμικών, και ιδίως πολλών εφυαλωμένων κεραμικών, όπως κατέδειξε μια έρευνα που διεξήγαγα μαζί με τον P. Armstrong. Η παραγωγή εφυαλωμένων κεραμικών στο Γάνο ξεκίνησε, με μια μικρή καθυστέρηση σε σχέση με την παραγωγή των αμφορέων, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλέξιου Κομνηνού. Οι αγγειοπλάστες αφομοίωσαν γρήγορα τις βασικές τεχνικές κατασκευής αυτών των νέων προϊόντων, αλλά δεν κατάφεραν ν’ αναπαράγουν τα κομψά μοτίβα των πιο πολυτελών σκευών (όπως, για παράδειγμα, τα κουφικά μοτίβα - σημ. δική μου: πρόκειται για διακοσμητικά σχέδια, που μιμούνται την αρχαία αραβική – κουφική - γραφή). Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει μάλλον μια τοπική διάδοση. Και πάλι, η παραγωγή πρέπει να συνεχίστηκε μέχρι τις μέρες μας, με μια σύντομη διακοπή στο τέλος της βυζαντινής περιόδου, πιθανότατα λόγω των αναταραχών που προκάλεσαν οι επιδρομές των Καταλανών μισθοφόρων.



Το λιμάνι του Γάνου και η διανομή του κρασιού

Το λιμάνι του Γάνου πρέπει να βρισκόταν στον πρώτο κόλπο του Gazikoy (εννοεί το σημερινό χωριό, δηλ. τον άλλοτε ελληνικό Γάνο), στην έξοδο από την Ραιδεστό (στα βορειοανατολικά), ο οποίος (κόλπος) προστατεύεται από τα όρη του Γάνου. Οι καταδύσεις στον κόλπο, σε βάθος δεκαπέντε μέτρων και σε απόσταση διακοσίων μέτρων, αποκάλυψαν την ύπαρξη λαξευμένων λίθων, που βρίσκονται σε βάθος 2 έως 6 μέτρων και φαίνεται να προορίζονταν για την κατασκευή μιας τεχνητής προβλήτας. Δεν είναι ορατό κανένα άλλο αρχαιολογικό εύρημα: Επρόκειτο απλώς για ένα καταφύγιο για τα σκάφη, χωρίς κατοικίες (οι μοναχοί διέμεναν στα μοναστήρια του όρους Γάνος).

Προκειμένου να προσδιορίσουμε τη θέση του λιμανιού του Γάνου, πραγματοποιήσαμε υποβρύχιες καταδύσεις γύρω από το στενό του Μαρμαρά, με σκοπό να εντοπίσουμε τυχόν ναυάγια, που θα μπορούσαν να περιέχουν αμφορείς προερχόμενους από τον Γάνο: Πράγματι – όπως θα δούμε στη συνέχεια – αυτοί οι αμφορείς ήταν πολύ διαδεδομένοι όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στις πόλεις της Μαύρης Θάλασσας. Η μόνη δυνατή διαδρομή, που επέτρεπε σ’ αυτούς τους αμφορείς να φτάσουν σ’ αυτές τις πόλεις ήταν η δίοδος του Βοσπόρου. Δεδομένου ότι τα νησιά της θάλασσας του Μαρμαρά είναι οι μόνες πιθανές στάσεις και ότι συχνά πνέει ισχυρός βόρειος άνεμος, υπέθεσα ότι θα ήταν δυνατό να βρεθούν στην περιοχή ναυάγια φορτωμένα με αμφορείς από το Γάνο. Οι καταδύσεις που πραγματοποιήσαμε γύρω από το νησί του Μαρμαρά επιβεβαίωσαν αυτή την υπόθεση. Σε μόλις δύο ερευνητικές εκστρατείες (καλοκαίρια του 1993 και 1994), εντοπίσαμε επτά ναυάγια, που περιείχαν αμφορείς από τον Γάνο, εκ των οποίων ένα ήταν φορτωμένο με χιλιάδες τεμάχια, δηλαδή ήταν το σημαντικότερο φορτίο που είναι γνωστό, μέχρι σήμερα, από τη βυζαντινή εποχή (εικ. 3) (6).

Αυτοί οι αμφορείς απαντώνται επίσης, σε μεγάλο αριθμό, στην Κωνσταντινούπολη, σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάποτε θεωρήθηκε ότι κατασκευάζονταν στην πόλη αυτή. Συγκεκριμένα, βρίσκονται σε μεγάλο αριθμό στο Παλάτι και στην εκκλησία των Μαγγάνων, στα θαλάσσια τείχη, καθώς και στις ανασκαφές του Sarahane (Άγιος Πολύευκτος). Υπάρχουν επίσης επαρκείς ενδείξεις για την ύπαρξή τους στα μουσεία του Tekirdag (Ραιδεστού), της Σινώπης και της Σαμψούντας. Κυκλοφορούσαν πολύ, καθώς βρίσκονται στην Αντιόχεια, στην Πάφο (της Κύπρου), στην Παλαιστίνη, στην Ελλάδα (Αθήνα), στην Ιταλία (Οτράντο) και κυρίως στη Μαύρη Θάλασσα, στη Βουλγαρία (Sozopol - Σωζόπολη, Pliska, Varna, Preslav, Silistra...), στη Ρουμανία (Dinogetia, Mangalia, Capidava, Pacuilullui Soare κλπ.) και στα βόρεια της Μαύρης Θάλασσας (Χερσόνησος, Κερτς). Επίσης, είναι παρόντες στο ναυάγιο του Serce Limani, το οποίο χρονολογείται στις αρχές του 11ου αιώνα, σύμφωνα με τα βυζαντινά νομίσματα και τα γυάλινα βάρη ζύγισης της εποχής των Φατιμιδών (7). Αυτή η χρονολόγηση είναι παρόμοια μ’ εκείνη που προτείνει ο J. Hayes για τα ευρήματα του Sarahane (10ος-11ος αιώνας) (8) (χάρτης Β).

Με λίγη τύχη, μια τυπολογική μελέτη — αυτή των μεσαιωνικών αμφορέων στην Κωνσταντινούπολη και στη Μικρά Ασία — οδήγησε γρήγορα στην ανακάλυψη κλιβάνων, καθώς και μιας γεωργικής έκτασης (σημ. δική μου: αμπελώνων). Αυτή η τελευταία δεν είναι ασήμαντη. Πρόκειται για ένα σημαντικό μοναστικό κέντρο, που εξασφάλισε, όπως και οι μεγάλοι Ρωμαίοι (εννοεί τους Βυζαντινούς) γαιοκτήμονες γύρω από τις επαύλεις τους, την αξιοποίηση μιας εκτεταμένης γεωργικής έκτασης. Βρίσκουμε λοιπόν, όπως και στην Τυνησία ή στην Herault, την ίδια σχέση μεταξύ της παραγωγής αμφορέων και της αξιοποίησης μιας περιοχής (9). Σε μεταγενέστερο στάδιο, παράχθηκαν, κατόπιν τούτου, τοπικές παραλλαγές επιτραπέζιων, εφυαλωμένων σκευών, κάπως σαν τα εκλεκτά σκεύη στις ρωμαϊκές επαρχίες της Τυνησίας (10). Τέλος, η ανακάλυψη ναυαγίων με φορτία αμφορέων επιτρέπει την κατανόηση των μηχανισμών διάδοσης (εννοεί, αυτών και του κρασιού που περιείχαν). Ίσως μάλιστα στο μέλλον να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε την προέλευση του πλοίου που μετέφερε αυτό το κρασί σε αμφορείς, μέσω διαδρομών που χρησιμοποιούσαν συχνά οι Γενουάτες.

Ωστόσο, απομένει ακόμη πολύς δρόμος να διανυθεί, μέχρι ν’ αποκτήσουμε μια καλύτερη εικόνα αυτών των σταδίων μιας σημαντικής, περιφερειακής, οικονομικής διαδικασίας. Μόνο μια διεπιστημονική ομάδα θα καταφέρει να την κατανοήσει, σε όλη της την πολυπλοκότητα (εικ. 4).



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

I. Έδωσα μια γενική εικόνα αυτών των αποτελεσμάτων στο N. GUNSENIN, «Γάνος, κέντρο παραγωγής αμφορέων κατά τη βυζαντινή εποχή», Anatolia Antiqua 2, 1993, σ. 193-201, EAD. Γάνος: Αποτελέσματα των ανασκαφικών εκστρατειών του 1992 και του 1993, Anatolia Antiqua 3, 1995, σ. 165-178 και στο P. ARMSTRONG, N. GUNSENIN, Παραγωγή εφυαλωμένων αγγείων στον Γάνο, ibid., σ. 179-201. Byzantina Sorbonensia 16

2. Σχετικά με την αγροτική ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, βλ. M. KAPLAN, «Οι άνθρωποι και η γη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από τον 5ο έως τον 10ο αιώνα». Παρίσι 1992 (Byzantina Sorbonensia 10).

3. Βλ. ston N. GUNSENIN, «Οι βυζαντινoί αμφορείς (10ος-13ος αιώνας): τυπολογία, παραγωγή, κυκλοφορία, σύμφωνα με τις τουρκικές συλλογές», διδακτορική διατριβή του Πανεπιστημίου Παρίσι Ι (Πάνθεον-Σορβόννη), Παρίσι 1990, Εθνικό Εργαστήριο Αναπαραγωγής Διατριβών της Λιλ ΙΙΙ.

4. Πρόκειται για ένα έγγραφο που περιλαμβάνεται σε μητρώο της βασιλείας του Σελίμ Α΄. Βλ. GUNSENIN, «Γάνος, κέντρο παραγωγής», όπως αναφέρεται παραπάνω, σημ. 1, σ. 196.

5. Με μια πρώτη ματιά, ανήκουν σε μικρά εργαστήρια, που μιμούνται τα προϊόντα του Γάνου. Βλ. N. Gunsenin, H. Hatcher, «Συγκριτικές χημικές αναλύσεις των αμφορέων του Γάνου, του νησιού του Μαρμαρά και του ναυαγίου του Sercet Limani (Glass-Wreck)», Anatolia Antiqua 5, 1977, σ. 249-260.

5. Το ναυάγιο του Serce Limani αποτελεί τη μοναδική ανασκαφική μαρτυρία που χρονολογείται στον 11ο* αιώνα: βλ. G. F. BASS, F. H. VAN DOORNINCK, Jr., «An 11th century Shipwreck at Serce Limani, Turkey», IJNA 1978, 7, τεύχ. 2, σ. 119-132. Σύμφωνα με την ανακατασκευή του, το πλοίο είχε μήκος περίπου 15,36 μ. Εκτός από το φορτίο των τριών τόνων γυαλιού και διαφόρων υλικών, ανασύρθηκαν εκατόν δέκα αμφορείς, μεταξύ των οποίων ορισμένοι προέρχονταν από την παραγωγή του Γάνου (βλ. GUNSENIN-HATCHER, Χημικές αναλύσεις [αναφέρεται στην προηγούμενη σημείωση], ενώ, στο ναυάγιο του νησιού Μαρμαρά, εκτιμώ ότι υπήρχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες αμφορείς. Αυτή η ανακάλυψη, η οποία είναι προφανώς πολύ μεγαλύτερη, από άποψη μεγέθους, από εκείνη του Serce Limani, ανοίγει νέες προοπτικές για τη μελέτη των διαστάσεων και της χωρητικότητας των εμπορικών πλοίων της εποχής. Οι έρευνες στο ναυάγιο συνεχίζονται. Μια προκαταρκτική έκθεση (Πρόσφατες ανακαλύψεις στο νησί Μαρμαρά [Προκόννησος] κατά τη βυζαντινή εποχή: ναυάγια και σημεία φόρτωσης) πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του 7ου Διεθνούς Συμποσίου Ναυτικής Αρχαιολογίας, τα οποία θα εκδοθούν από τις Εκδόσεις του CNRS, σε ειδικό τεύχος του περιοδικού Archaeonautica.

7. G. F. BASS, F. H. VAN DOORNINCK, Jr., ό.π.

8. J. W. HAYES, Excavations at Saraghane in Istanbul. Τόμος 2, The Pottery, Πρίνστον 1992, σ. 70, εικ. 1 και σ. 73.

9. F. LAUBENHEIMER, Η παραγωγή αμφορέων στη Ναρβονική Γαλατία, Παρίσι 1985· D. P. S. PEACOCK, F. BEJAOUI και N. BEN LAZREG, Roman Pottery Production in Central Tunisia, Journ. Rom. Arch. 3, 1990, σ. 58-84.

10. D. P. S. PEACOCK, «Roman Pottery Production»· M. MACKENSEN, «Die spätantiken Sigillata- und Lampentöpfe von El Mahrine (Βόρεια Τυνησία)»








Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026


ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΦΙΛΟΙ, ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ, «ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ» ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΑ ΟΚΤΩ (48) ΜΟΝΟ ΚΕΙΜΗΛΙΩΝ, ΑΠΟ ΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΕΙΜΗΛΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΜΟΝΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, ΠΟΥ ΚΛΑΠΗΚΑΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ, ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ ΚΑΤΟΧΗΣ, ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1917:

Α) ΣΑΣ ΠΑΡΑΘΕΤΩ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ, ΩΣ ΑΠΛΟΥ, ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ, ΠΡΙΝ ΔΕΚΑΟΚΤΩ (18) ΧΡΟΝΙΑ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΚΕΙΜΗΛΙΩΝ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ

Β) ΣΑΣ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΩ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑ ΤΟΤΕ, ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ κ. ΜΙΧΑΛΗ ΛΙΑΠΗ.

Γ) ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΕΤΕ, ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΟΥΤΟΥ, ΙΔΙΟΙΣ ΟΜΜΑΣΙ, ΟΤΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΔΕΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΣΤΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑ ΤΟΤΕ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟ ΤΟΝ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ, ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ!



Κατά το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας του έτους 2008, (7 έως 10-3-2008), ο Πολιτιστικός Σύλλογος της Ελευθερούπολης πραγματοποίησε εκδρομή στη Σόφια της Βουλγαρίας, στην οποία συμμετείχα. Στη Σόφια, μεταξύ άλλων, επισκεφθήκαμε και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας και σε κάποιες από τις αίθουσές του είδαμε, εμβρόντητοι, να εκτίθενται, ΣΑΝ Ν’ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, κάποιοι από τους κλεμμένους θησαυρούς της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης του όρους Παγγαίου, (την βλέπετε στην 1η φωτογραφία που αναρτώ), οι περισσότεροι από τους οποίους φέρουν απλώς την υπόμνηση ότι προέρχονται από κάποιο Μοναστήρι με τ’ όνομα «Κοσίνιτζα» (πρόκειται για παραφθορά του ονόματος της Μονής, που χρησιμοποιήθηκε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας), χωρίς ν’ αναφέρεται η χώρα από την οποία προέρχονται και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο βρέθηκαν στα χέρια των Βουλγάρων!

Ταραγμένος σφόδρα, μόλις επέστρεψα στην Ελευθερούπολη συνέταξα και απέστειλα στον τότε Πρωθυπουργό, κ. Κώστα Καραμανλή, την παρακάτω επιστολή μου, (την οποία βλέπετε και στις 2η έως και 4η από τις αναρτώμενες φωτογραφίες), ενώ όμοια επιστολή απέστειλα και στον τότε Νομάρχη Δράμας και συνάδελφό μου δικηγόρο, κ. Κώστα Ευμοιρίδη, (την βλέπετε στις 5η και 6η από τις αναρτώμενες φωτογραφίες).

Η επιστολή που απέστειλα στον κ. Πρωθυπουργό είχε το εξής περιεχόμενο:



«ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ Ελευθερούπολη, 25 Απριλίου 2008

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΚΥΡΙΟ

ΙΩΑΝΝΗ ΦΟΥΣΤΕΡΗ 2 ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

64100 ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ ΜΕΓΑΡΟ ΜΑΞΙΜΟΥ

ΤΗΛ. 25920-23273, 6945-231646, ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ 19

2510-836603 106 74 ΑΘΗΝΑ

E-MAIL: trillon@otenet.gr



Κύριε Πρωθυπουργέ,

είμαι γέννημα – θρέμμα Παγγαιορείτης και εκτός από την ενασχόλησή μου ως δικηγόρου, ασχολούμαι αρκετά με την ιστορία του τόπου μου. (Σας εσωκλείω, μάλιστα κι ένα αντίτυπο ενός ιστορικού έργου που έγραψα σε συνεργασία με την φιλόλογο κ. Ελένη Γαραντούδη κι αφορά την ιστορία και τη μυθολογία του Παγγαίου).

Στα πλαίσια της ενασχόλησής μου με την ιστορία του τόπου μου ασχολήθηκα, φυσικά και με την ιστορία της Ιεράς Μονής Εικοσιφοίνισσας του Παγγαίου, καθώς και με την κλοπή εκατοντάδων χειρογράφων, πολύτιμων αντικειμένων κι εκκλησιαστικών κειμηλίων της, από τους Βούλγαρους κατακτητές της Ανατολικής Μακεδονίας, μια κλοπή η οποία έλαβε χώρα τη Μεγάλη Δευτέρα, 27η Μαρτίου του έτους 1917, από μια ληστρική ομάδα Βουλγάρων, καθοδηγούμενη από τον Βούλγαρο κομιτατζή Πανίτσα και υπό την καθοδήγηση κάποιου Τσέχου, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, (ουσιαστικά όμως αρχαιοκαπήλου), ονόματι Valdemar Sihs.

Με το άρθρο 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ, η οποία κυρώθηκε από το Ελληνικό Κράτος με το νόμο 2434 της 25 Μαρτ./23 Ιουλ. 1920, «περί κυρώσεως της μεταξύ των συμμάχων και συνησπισμένων Δυνάμεων και της Βουλγαρίας συνθήκης περί ειρήνης της 14/27 Νοεμ. 1919 (συνομολογηθείσης εν Νεϊγύ)», η Βουλγαρία ανέλαβε την υποχρέωση, να φροντίσει για την επιστροφή στην Ελλάδα, Ρουμανία και στο Σερβο-κροατο-σλοβενιακό κράτος, αντίστοιχα, οποιωνδήποτε εγγράφων προελθόντων από αρχεία και οποιωνδήποτε αντικειμένων αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού και ιστορικού ενδιαφέροντος, τα οποία πάρθηκαν και απομακρύνθηκαν από περιοχές αυτών των χωρών, στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Ανέλαβε, συνεπώς, την υποχρέωση να επιστρέψει στην Ελλάδα και ό,τι είχε κλέψει από την προαναφερθείσα ιστορική Μονή (και όχι μόνο, αλλά και από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών κλπ.)

Στα πλαίσια της εφαρμογής του προαναφερθέντος όρου της Διεθνούς Συνθήκης, μετέβη στη Σόφια, το Μάιο του 1923, ο τότε έφορος βυζαντινών αρχαιοτήτων και αργότερα καθηγητής της βυζαντινής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεώργιος Σωτηρίου και παρέλαβε μόνο 259 χειρόγραφα, που είχαν αφαιρεθεί από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών, κανένα όμως από τα χειρόγραφα και τα κειμήλια που είχαν κλαπεί από την Ιερά Μονή της Εικοσιφοίνισσας, τα οποία «εμφανίστηκαν» για πρώτη φορά στο ίδρυμα IVAN DUJCEV της Σόφιας μόλις κατά το έτος 1990.

Το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας τρέχοντος έτους, (7 έως 10-3-2008) ο Πολιτιστικός Σύλλογος της Ελευθερούπολης πραγματοποίησε εκδρομή στη Σόφια της Βουλγαρίας, όπου, μεταξύ άλλων επισκεφθήκαμε και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας και σε κάποιες από τις αίθουσές του είδαμε, εμβρόντητοι, να εκτίθενται, ΣΑΝ Ν’ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, κάποιοι από τους κλεμμένους θησαυρούς της Εικοσιφοίνισσας, οι περισσότεροι από τους οποίους φέρουν απλώς την υπόμνηση ότι προέρχονται από κάποιο Μοναστήρι με τ’ όνομα «Κοσίνιτζα» (πρόκειται για παραφθορά του ονόματος της Μονής, που χρησιμοποιήθηκε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας), χωρίς ν’ αναφέρεται η χώρα από την οποία προέρχονται και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο βρέθηκαν στα χέρια των Βουλγάρων!

Κύριε Πρωθυπουργέ,

ως έλκων την καταγωγή σας από το Παγγαίου, αντιλαμβάνεστε πόσο άσχημα αισθανθήκαμε όλοι εμείς οι Ελευθερουπολίτες, οι γεννημένοι στη σκιά του Παγγαίου, όταν είδαμε να παρουσιάζονται, σαν ν’ αποτελούν τμήμα της εθνικής ιστορίας των Βουλγάρων, οι κλεμμένοι θησαυροί του αγαπημένου μας Μοναστηριού! Από τους συμπολίτες μου λοιπόν πήρα εγώ την πρωτοβουλία να σας μεταφέρω το αίτημά μας, που είναι, ασφαλώς και αίτημα όλων των απανταχού Παγγαιορειτών και όλων των φιλοπάτριδων Ελλήνων, να ζητήσετε από την κυβέρνηση αυτής της χώρας που φιλοδοξεί να είναι μέλος της πολιτισμένης Ευρώπης, να σεβαστεί επί τέλους, μέσα στο διάβα της ιστορίας, έστω και μια από τις διεθνείς αλλά και τις ηθικές υποχρεώσεις της και να σπεύσει να επιστρέψει στην πατρίδα μας τους θησαυρούς της ιστορικής Ιεράς Μονής της Εικοσιφοίνισσας του Παγγαίου, τους οποίους τόσο αναίσχυντα έκλεψε το 1917 και τόσο υποκριτικά έκρυψε και κατακράτησε για πολλές δεκαετίες, κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου και ηθικής, που πρέπει να διέπει τις πολιτισμένες χώρες.

Μ ε τ ι μ ή

ΘΟΔΩΡΟΣ Δ. ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ»



Το Πολιτικό γραφείο του κ. Πρωθυπουργού, με το υπ’ αρ. πρωτ. Κ 4064/5-5-2008 έγγραφό του, (το οποίο βλέπετε στην 7η φωτογραφία), διαβίβασε την επιστολή μου στον τότε Υπουργό Πολιτισμού, κ. Μιχάλη Λιάπη, λόγω αρμοδιότητος.

Ο Υπουργός Πολιτισμού, με το υπ’ αρ. πρωτ. ΕΜΠ.Πρωτ. 316/9-5-2008 έγγραφό του, (το οποίο βλέπετε στην 8η από τις φωτογραφίες που αναρτώ), διαβίβασε, με τη σειρά του, την επιστολή μου στην Διεύθυνση Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Υπουργείου του, επίσης λόγω αρμοδιότητος.

Η πιο πάνω Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού μου απέστειλε, εν συνεχεία, το υπ’ αρ. πρωτ. ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΔΜΕΕΠ/Γ2/Φ41/54570/1138/11-6-2008 έγγραφο, (το οποίο βλέπετε στην 9η, αναρτώμενη φωτογραφία) και το οποίο ανέφερε τα εξής, εξόχως ενδιαφέροντα:

«…Η διεκδίκηση ελληνικών ιερών κειμηλίων από τη γείτονα, αποτελεί θέμα ιδιαίτερης σημασίας, το οποίο έχει επανειλημμένως επισημανθεί από την ελληνική πλευρά και συμπεριλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη των συνομιλιών με τη βουλγαρική πλευρά σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η μεθόδευση τέτοιων θεμάτων και ο χειρισμός των σχετικών διαδικασιών έχουν έως σήμερα αναληφθεί κυρίως από την Α3 Διεύθυνση Χωρών Νοτιοανατολικής Ευρώπης του Υπουργείου Εξωτερικών, σε συνεργασία οπωσδήποτε με το Υπουργείο Πολιτισμού».

Τέλος, το Γραφείο του Υπουργού Πολιτισμού, με το υπ’ αρ. πρωτ. Ε.Μ.Π./316/08.05.08/20-6-2008 έγγραφό του, (το οποίο βλέπετε στην τελευταία από τις αναρτώμενες φωτογραφίες), μ’ ενημέρωσε ότι «αποτελεί πάγια θέση του Υπουργείου Πολιτισμού η διεκδίκηση αντικειμένων της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς που έχουν απομακρυνθεί από τις εστίες τους. Προς το σκοπό αυτό το Υπουργείο Πολιτισμού προβαίνει στις εκάστοτε απαραίτητες κινήσεις. Το θέμα έχει επανειλημμένως επισημανθεί, τόσο σε υπηρεσιακό όσο και πολιτικό επίπεδο από τις ελληνικές αρχές, αποτελεί δε σταθερό θέμα στην ημερήσια διάταξη των συνομιλιών με την βουλγαρική πλευρά, σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων».













Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026



ΕΝΑ ΠΡΟΪΣΛΑΜΙΚΟ (;) ΕΘΙΜΟ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ, ΣΤΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΑ, ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΚΑΝΗΣ (ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΒΑΛΑΣ)



Εδώ και αρκετές δεκαετίες, μαζί με αγαπητούς φίλους, πεζοπορούμε συχνά στα πανέμορφα, ορεινά μονοπάτια των βουνών της Λεκάνης, (τα οποία, οι Οθωμανοί, στα χρόνια της κυριαρχίας τους στον τόπο μας, αποκαλούσαν Τσάλ-νταγ). Τα βουνά αυτά, στην πραγματικότητα, αποτελούν την δυτική απόληξη της οροσειράς της Ροδόπης, εκτεινόμενα από τα τενάγη των Φιλίππων μέχρι τον ποταμό Νέστο κι από την θάλασσα μέχρι τις κοιλάδες του Νικηφόρου και του Παρανεστίου.

Καρπός αυτών των πολυάριθμων πεζοποριών στ’ αγαπημένα μου βουνά αποτελούν: α) ένα πλήθος κειμένων και φωτογραφιών, που έχω αναρτήσει, αφενός στο μπλογκ που διατηρώ (http://lymperakis-theodoros.blogspot.com) κι αφετέρου στη σελίδα μου στο FACEBOOK και β) ένα βιβλίο, που συνέγραψα γι’ αυτά τα βουνά, από κοινού με τον αγαπητό φίλο και συνοδοιπόρο Στέλιο Βαρυπάτη και το οποίο βρίσκεται ήδη στο τυπογραφείο.

Όπως ήταν φυσικό, στις περιηγήσεις μου συναντούσα συχνά, παλιά, εγκαταλειμμένα, μουσουλμανικά νεκροταφεία, που ανήκαν άλλοτε στους πολλούς, μουσουλμανικούς οικισμούς, που υπήρχαν στα βουνά της Λεκάνης, μέχρι τη σύναψη της συνθήκης της Λωζάνης και της συμφωνίας ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που έγινε στις αρχές του έτους 1923. (Η περιοχή είχε συμπαγή, τουρκόφωνο, μουσουλμανικό πληθυσμό - κυρίως γεωργούς και κτηνοτρόφους – μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Στα πλαίσια εκείνης της συμφωνίας, οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι των οικισμών των βουνών της Λεκάνης εγκατέλειψαν τις εστίες τους, μέχρι το έτος 1924 και στους οικισμούς τους το Ελληνικό Κράτος εγκατέστησε Έλληνες, Χριστιανούς πρόσφυγες, που έφθασαν εδώ από την Ανατολική Θράκη και ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Έκτοτε, πολλοί μουσουλμανικοί οικισμοί ερημώθηκαν ή μετονομάστηκαν, τα νεκροταφεία τους εγκαταλείφθηκαν κι έμειναν χωρίς συντήρηση και όσα απ’ αυτά δεν βρίσκονται κοντά ή μέσα σε οικισμούς που κατοικούνται σήμερα ή δεν έχουν, εν γένει, καταστραφεί, για οποιονδήποτε λόγο, αποτελούν μέχρι σήμερα πραγματικές χρονοκάψουλες, που διασώζουν πλήθος πληροφοριών για τις ταυτότητες των νεκρών, για τα θρησκευτικά και λαογραφικά στοιχεία των επιτύμβιων επιγραφών, για τα διακοσμητικά στοιχεία που κοσμούν πολλές, επιτύμβιες στήλες, κυρίως όμως για τους νεκρούς, τα γενετικά τους χαρακτηριστικά και τα ταφικά τους έθιμα!

Τα μουσουλμανικά νεκροταφεία των βουνών της Λεκάνης έχουν, κατ’ αρχάς, ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η επιλογή υπερυψωμένων θέσεων για την τοποθέτησή τους, η περίφραξη με τοιχίο από ξερολιθιά, συνάντησα, όμως, και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που τράβηξαν την προσοχή μου:

1. Σε αρκετά από αυτά, από τους Μουσουλμάνους κατοίκους της υπό εξέταση περιοχής είχαν φυτευτεί δένδρα δρυός, τα οποία σήμερα, μετά από τουλάχιστον 130 χρόνια, είναι πανύψηλα και σχηματίζουν πυκνά δάση, μέσα στα οποία είναι διασκορπισμένοι οι τάφοι, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 1η έως και 16η, που αναρτώ, (εκ των οποίων οι 1η έως 3η είναι από το νεκροταφείο του μουσουλμανικού χωριού ΠΥΡΓΙΣΚΟΣ (KULADZIK), οι 4η έως και 7η από το μουσουλμανικό χωριό ΛΥΚΙΑ (KURCALAR), η 8η από το μουσουλμ. χωριό ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ (DEMIRDJOYANNI OR DEMIRDJI – URUN) και οι 9η έως και 16η από το μουσουλμ. χωριό ΚΑΤΩΧΩΡΙ (KIOSELER ZEIR)

2. Σε ορισμένα από αυτά τα νεκροταφεία παρατήρησα ότι κάποιες επιτύμβιες στήλες είχαν, σκόπιμα, τοποθετηθεί, κατά τον ενταφιασμό των νεκρών, πίσω και σ’ επαφή με το κεφάλι του νεκρού ή δίπλα σ’ αυτό, κατά τρόπον ώστε, στην πρώτη περίπτωση, όταν το δένδρο μεγάλωνε, «αγκάλιαζε» ή «άγγιζε» ή «πλησίαζε» την επιτύμβια στήλη, η οποία (και, κατ’ επέκταση, ο νεκρός) ταυτιζόταν με το δένδρο, γεγονός που είναι εμφανές στις φωτογραφίες 17η έως και 31η που επίσης αναρτώ, (εκ των οποίων οι 17η έως και 22η είναι από το νεκροταφείο του μουσουλμανικού χωριού ΠΥΡΓΙΣΚΟΣ (KULADZIK), οι 23η έως 25η από το μουσουλμανικό χωριό ΛΥΚΙΑ (KURCALAR), οι 26η και 27η από το μουσουλμ. χωριό ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ (DEMIRDJOYANNI OR DEMIRDJI – URUN) και οι 28η έως και 31η από το μουσουλμ. χωριό ΚΑΤΩΧΩΡΙ (KIOSELER ZEIR)

Επειδή αυτό το περίεργο (για μένα) έθιμο το συνάντησα σε αρκετά νεκροταφεία, ρώτησα γι’ αυτό ένα φίλο Μουσουλμάνο, που ζει στην Περιφερειακή Ενότητα Ροδόπης κι εκείνος μου είπε ότι οι Τούρκοι, πριν τον εξισλαμισμό τους, όταν είχαν ως θρησκεία τους τον Τενγκρισμό, συνήθιζαν να φυτεύουν ένα δέντρο σ’ έναν τάφο, πιστεύοντας ότι η ψυχή του νεκρού ανεβαίνει στον ουρανό, μέσω της ταφής και του δέντρου. Μου είπε επίσης ότι αυτό το παγανιστικό έθιμο διατηρήθηκε και αφού οι Τούρκοι εξισλαμίστηκαν κι εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία.

Μετά από εκείνες τις πρώτες πληροφορίες, αποφάσισα ν’ ασχοληθώ περισσότερο με το συγκεκριμένο έθιμο, άρχισα ν’ αναζητώ πληροφορίες στο διαδίκτυο και με την βοήθεια και της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) κατέληξα στα ακόλουθα συμπεράσματα, (τα οποία, φυσικά, δεδομένου ότι δεν είμαι επιστήμονας, ειδικός στα μουσουλμανικά, ταφικά έθιμα, με χαρά θα δεχθώ να συμπληρωθούν – διορθωθούν, από ειδικούς επιστήμονες):

Κατ΄ αρχάς, οι Τούρκοι, (και κυρίως αυτοί του Τουρκικού Χαγανάτου, καθώς και άλλοι τουρκο-μογγολικοί λαοί της στέπας, όπως οι Ούννοι, οι Βούλγαροι, οι Χάζαροι κλπ.), προτού εξισλαμιστούν, (πράγμα που έγινε στο χρονικό διάστημα από τη μάχη του Τάλας, το 751, έως και τον 10ο αιώνα μ.Χ.), είχαν υιοθετήσει μια θρησκευτική κοσμοθεωρία, τον Τενγκρισμό (ή Τενγκριανισμό), μία από τις αρχαιότερες, πνευματικές παραδόσεις της Ευρασίας, με ρίζες που φτάνουν χιλιάδες χρόνια πίσω.

Η

κεντρική ιδέα της κοσμοθεωρίας αυτής ήταν η εξής:

Ο Τενγκρί (Tengri) ήταν ο υπέρτατος θεός, ο «Γαλάζιος Ουρανός» (Gök Tengri). Θεωρούνταν δημιουργός του σύμπαντος και ήταν αιώνιος και παντοδύναμος.

Βασικά χαρακτηριστικά:

Σαμανισμός και Ανιμισμός: Οι σαμάνοι (που ονομάζονταν kam ή baksı) λειτουργούσαν ως μεσάζοντες μεταξύ ανθρώπων, πνευμάτων και του Τενγκρί. Επικοινωνούσαν με τα πνεύματα της φύσης, μέσω τελετουργιών, τυμπάνων και χορού.

Σεβασμός στη Φύση: Τα πάντα θεωρούνταν ότι έχουν πνεύμα (ποταμοί, βουνά, δέντρα, ζώα, ουρανός). Η αρμονία με τη φύση ήταν θεμελιώδης αρχή.

Τα δένδρα, στην αρχαία εκείνη κοσμοθεωρία, είχαν κεντρική θέση: Συγκεκριμένα: α) Υπήρχε το Κοσμικό Δέντρο (World Tree / Tree of Life), που συνέδεε τους τρεις κόσμους: ουρανό (Tengri), γη και κάτω κόσμο. Αποτελούσε άξονα του κόσμου και δρόμο προς τον ουρανό, για τις ψυχές, τους σαμάνους και τα πνεύματα. β) Οι

ψυχές θεωρούνταν πως συνδέονταν με δένδρα· σε κάποιες παραδόσεις, μετά τον θάνατο η ψυχή (can ή süns) μπορούσε να μεταβεί στο δέντρο, πριν επανενσαρκωθεί ή ανεβεί στον ουρανό. Υπήρχαν, μάλιστα και ταφές επάνω σε δέντρα, σε ορισμένες τουρκικές φυλές. Γ) Κάποια ι

ερά δέντρα, τέλος, στα οποία γίνονταν προσφορές (με κουρέλια ρούχων, ταινίες κλπ.) και ο ιδιαίτερος σεβασμός προς τη φύση αποτελούσαν, επίσης, χαρακτηριστικά του Τενγκρισμού.



Με τον εξισλαμισμό των Τούρκων, (ιδίως από τον 10ο αιώνα και μετά), πολλά από τα παραπάνω στοιχεία ενσωματώθηκαν στον λαϊκό Ισλαμισμό τους, ιδίως στη Μικρά Ασία. Η φύτευση δέντρων στους τάφους συνεχίστηκε, ως σύμβολο αιωνιότητας και σεβασμού, ακόμα κι αν η επίσημη Ισλαμική θεολογία δεν το επέβαλλε πλέον. Έτσι, σε πολλά παλιά οθωμανικά ή τουρκικά νεκροταφεία (ιδίως στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη) φυτεύονταν (κι εξακολουθούν να φυτεύονται) δέντρα (κυρίως κυπαρίσσια, αλλά και πεύκα, ιτιές, μουριές κ.ά.) στο κεφαλάρι του τάφου, δίπλα ή πίσω από την ταφόπλακα. Με τον καιρό, καθώς αυτά μεγαλώνουν, συχνά «αγκαλιάζουν» ή περιβάλλουν την πέτρα. (Τα κυπαρίσσια, όπου ευδοκιμούν, είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: συμβολίζουν την αθανασία της ψυχής, την αιωνιότητα και την υποταγή στο θέλημα του Θεού. Είναι αειθαλή, προσφέρουν σκιά και με την βοήθεια του ανέμου παράγουν ήχο, που συχνά ερμηνεύεται ως προσευχή).

Ως εκ τούτου, το έθιμο της φύτευσης δέντρου δίπλα ή πίσω από την επιτύμβια στήλη είναι, προφανώς, κλασικό τουρκο-οθωμανικό έθιμο, που συνδυάζει την αρχαία, παγανιστική, τενγκριστική παράδοση, (όπου το δέντρο αποτελούσε τον «δρόμο» της ψυχής προς τον ουρανό) και τον μεταγενέστερο ισλαμικό συμβολισμό (όπου το κυπαρίσσι συμβόλιζε την αιωνιότητα, την αθανασία της ψυχής) και η παρουσία του στα μουσουλμανικά νεκροταφεία των βουνών της Λεκάνης αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα της διατήρησης προ-ισλαμικών τουρκικών εθίμων, μέσα στον οθωμανικό/μουσουλμανικό κόσμο της Βαλκανικής, ένα ζωντανό, ιστορικό τεκμήριο της οθωμανικής παρουσίας στην Ανατολική Μακεδονία, με βαθιές ρίζες στις προ-ισλαμικές τουρκικές παραδόσεις, μια και εδώ τα δέντρα συνεχίζουν να «ζουν» μαζί με τις πέτρινες, επιτύμβιες στήλες, ακόμα και 130 χρόνια μετά την εγκατάλειψη των μουσουλμανικών νεκροταφείων! Βέβαια, εν προκειμένω, στην ορεινή περιοχή του Νέστου, δεν φυτεύτηκαν κυπαρίσσια, αλλά χρησιμοποιήθηκαν τοπικά δέντρα (πιθανότατα βελανιδιές ή άλλα σκληρά δέντρα του δάσους), που ήταν άφθονα στην περιοχή.

Συμπέρασμα: Τα εγκαταλειμμένα αυτά, μουσουλμανικά νεκροταφεία των βουνών της Λεκάνης αποτελούν ζωντανά αρχαιολογικά και πολιτιστικά τεκμήρια, σπάνια και πολύτιμα, ζωντανά, ιστορικά μνημεία του τόπου μας. Τα δέντρα που βλέπουμε να έχουν «αγκαλιάσει» ή να έχουν φυτευτεί δίπλα στις επιτύμβιες στήλες δεν είναι τυχαία — είναι η συνέχεια μιας παράδοσης χιλιάδων ετών, από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας μέχρι τα βουνά της Βόρειας Ελλάδας.



A PRE-ISLAMIC (?) CUSTOM OF THE OTTOMANS, IN THE ABANDONED, MUSLIM CEMETERIES, ON THE MOUNTAINS OF LEKANI (IN THE REGIONAL UNIT OF KAVALA)



For several decades now, together with dear friends, I have been hiking the beautiful mountain trails of the Lekani range (known to the Ottomans as Çal-dağ). These mountains form the western edge of the Rhodope massif, stretching from the Philippi marshes to the Nestos River and from the sea up to the valleys of Nikiforos and Paranesti.

These walks have given birth to many texts and photographs that I have shared on my blog (http://lymperakis-theodoros.blogspot.com) and on Facebook, as well as to a book I co-wrote with my friend and fellow walker Stelios Varypatis, which is currently at the printers.

During these rambles I often came across old, abandoned Muslim cemeteries. They once belonged to the numerous Turkish-speaking Muslim settlements that existed in the Lekani mountains until the population exchange of 1923–1924. After the Treaty of Lausanne, the Muslim inhabitants left for Turkey and Greek Christian refugees from Eastern Thrace and Asia Minor took their place. Many of these villages were deserted or renamed. Their cemeteries were abandoned and left untended. Those that survive today, away from modern settlements, are true time capsules. They still preserve information about the identities of the dead, the religious and folk elements of the inscriptions, the decorative motifs on the tombstones, and above all the burial customs themselves.

These cemeteries share certain common features: they are usually placed on elevated ground and enclosed by dry-stone walls. But two particular characteristics especially caught my attention:

First, in several of these areas, the Muslim inhabitants of the region in question had planted oak trees, which today, after at least 130 years, are towering and form dense forests, within which the graves are scattered, as shown in photos 1 through 16, which I am posting, (of which photos 1 through 3 are from the cemetery of the Muslim village of PYRGISKOS (KULADZIK), photos 4 through 7 from the Muslim village of LYKIA (KURCALAR), the 8th is from the Muslim village of PERISTERIA (DEMIRDJOYANNI OR DEMIRDJI – URUN), and the 9th through 16th are from the Muslim village of KATOCHORI (KIOSELER ZEIR)

Second, In some of these cemeteries, I observed that certain gravestones had been deliberately placed, at the time of burial, behind and in contact with the deceased’s head or next to it, so that, in the first case, as the tree grew, it would “envelop” or “touch” or “approach” the gravestone, which (and, by extension, the deceased) was identified with the tree—a fact evident in photos 17 through 31, which I am also posting, (of which photos 17 through 22 are from the cemetery of the Muslim village of PYRGISKOS (KULADZIK), photos 23 through 25 from the Muslim village of LYKIA (KURCALAR), photos 26 and 27 are from the Muslim village of PERISTERIA (DEMIRDJOYANNI OR DEMIRDJI – URUN), and photos 28 through 31 are from the Muslim village of KATOCHORI (KIOSELER ZEIR)

I asked a Muslim friend from the Rhodope region about this custom. He explained that before their conversion to Islam the Turks followed Tengrism. According to that ancient belief, a tree was planted on a grave so that the soul of the deceased could ascend to the sky through it. The custom survived after the Turks became Muslims and settled in Asia Minor.

Curious to learn more, I researched the subject further (with the help of online sources and AI). Here is a summary of what I found:

Before Islam (roughly from the 8th to the 10th century), the Turks and other Turko-Mongolic steppe peoples practised Tengrism, one of the oldest spiritual traditions of Eurasia.

At its centre stood Tengri, the eternal Blue Sky, creator of the universe.

Basic characteristics

The worldview combined shamanism, animism and deep respect for nature.

Everything — rivers, mountains, animals, trees — was believed to possess a spirit.

Trees held a special place. The Cosmic Tree (World Tree or Tree of Life) connected the three worlds: the sky, the earth and the underworld. It served as a path for souls, shamans and spirits. In some traditions the soul of the dead was thought to move into a tree before ascending or being reborn. There were even cases of tree burials among certain tribes. Sacred trees were also places of offerings (cloth strips, ribbons, etc.).

After the Turks converted to Islam, many of these older beliefs were absorbed into popular Islamic practice, especially in Anatolia. Planting a tree at the head of a grave continued as a symbol of eternity and respect, even though official Islamic theology did not require it. In old Ottoman cemeteries one still sees cypresses (and sometimes pines, willows or mulberries) planted beside or behind the tombstones. Over time the growing trees often envelop the stones. Cypresses in particular came to symbolise the immortality of the soul and submission to God’s will.

Thus the custom of planting a tree behind or beside the tombstone is a classic Turko-Ottoman tradition that blends the ancient Tengrist idea of the tree as a path for the soul with later Islamic symbolism of eternity. Its presence in the abandoned Muslim cemeteries of the Lekani mountains is a clear example of how pre-Islamic Turkic practices survived within the Ottoman world of the Balkans. Here the trees continue to grow together with the stone markers more than 130 years after the cemeteries were abandoned. In this mountainous region, instead of cypresses, the locals used the abundant native oaks and other forest trees.

Conclusion

These abandoned Muslim cemeteries of the Lekani mountains are living archaeological and cultural monuments — rare and precious historical testimonies of our land. The trees that have grown around or beside the tombstones are not accidental. They are the continuation of a tradition that stretches back thousands of years, from the steppes of Central Asia all the way to the mountains of northern Greece.