ΤΑ «ΙΜΑΡΕΤ» (= ΚΟΥΖΙΝΕΣ ΓΙΑ ΣΟΥΠΑ ΚΑΙ, ΚΑΤ’ ΕΠΕΚΤΑΣΗ, ΣΥΣΣΙΤΙΑ ΑΠΟΡΩΝ) ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ
Ι) ΤΟ ΙΜΑΡΕΤ ΤΟΥ IBRAHIM PASA, ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΕΖΥΡΗ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΟΥΣ
Α) Ο Heath W. Lowry είναι ομότιμος καθηγητής (Atatürk Professor) Οθωμανικών και Σύγχρονων Τουρκικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Princeton κι έχει πραγματοποιήσει εκτενή έρευνα για την οθωμανική ιστορία της Βόρειας Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένης της συμβολής του Ιμπραήμ Πασά (Pargalı Ibrahim Paşa) στη δημιουργία της οθωμανικής Καβάλας. Στις 27 Ιουνίου του 2006, στους χώρους του «ΙΜΑΡΕΤ» της Καβάλας, που έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο, σε ημερίδα του πιο πάνω Πανεπιστημίου, παρουσίασε την εργασία του, με τίτλο «O Ibrahim paşa και η δημιουργία της Οθωμανικής Καβάλας. 1478-1667», στην οποία, ανάμεσα σε πολλά άλλα, εξόχως ενδιαφέροντα, ανέφερε και τα εξής:
«Αν η Καβάλα οφείλει την ευημερία και τη θέση της, το 19° και τον 20° αι., στον καπνό, την ίδια της ύπαρξη την οφείλει στη δραστηριότητα ενός Οθωμανού βεζίρη (Ibrahim Paşa) και δύο σουλτάνων (Σελίμ Α' και Σουλεϊμάν) τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι…..
Με κίνδυνο να υπερβάλλω, θα τολμούσα να πω πως η δεκαετία 1520-1530 ήταν η πιο καθοριστική στην ιστορία της Καβάλας. Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα σε αυτά τα δέκα χρόνια επρόκειτο να σφραγίσουν το μέλλον της πόλης, για τα επόμενα 400 χρόνια. Περιελάμβαναν την οικοδόμηση των κάτω τειχών της πόλης, τη ανοικοδόμηση του Υδραγωγείου και την ίδρυση ενός μεγάλου kulliye (σειρά κτιρίων, μέρος θρησκευτικού καταπιστεύματος), μιας αγοράς με μαγαζιά, ενός τζαμιού, ενός Imaret (κουζίνας για σούπα, για την τροφοδοσία των απόρων, των ταξιδιωτών και των σπουδαστών), ενός μεντρεσέ (μουσουλμανικής, θεολογικής σχολής), ενός Mekteb (πρωτοβάθμιου σχολείου), ενός Tekke (κατοικίας δερβίσηδων) μαζί μ’ ένα Mescit (μικρό τζαμί), ενός Hamam (δημόσιου λουτρού) και ενός sebilhane (κτίσματος, για τη δωρεάν διανομή νερού).
Ενώ όλες αυτές οι εξελίξεις συνέβαιναν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, τα σωζόμενα αρχεία υποδηλώνουν πως όλα αυτά συνδέονται λιγότερο με τον ίδιο το Σουλτάνο και περισσότερο με τον αγαπητό σύντροφό του και Sadrazam (μεγάλο βεζίρη) Ibrahim Paşa. Πράγματι, μπορεί να υποστηριχθεί πως o Ibrahim Paşa δεν έδωσε μόνο την ιδιωτική του περιουσία, για το θρησκευτικό καταπίστευμα, το οποίο αποτέλεσε για την πόλη την υποδομή που ήταν απαραίτητη για μια οθωμανική πόλη ή κώμη, αλλά επίσης ήταν και δική του η πρωτοβουλία, που οδήγησε στην κατασκευή των τειχών της πόλης και του υδραγωγείου, το οποίο παρείχε στους κατοίκους όχι μόνο το απαραίτητο πόσιμο νερό για το φρούριο, αλλά και για την πόλη και τους κατοίκους της.
Αν και τα πρώτα χρόνια του Ibrahim Paşa είναι τυλιγμένα σε πέπλο μυστηρίου, το προφανές ενδιαφέρον που επέδειξε και ο πλούτος που ξόδεψε στην Καβάλα δημιουργεί την ενδιαφέρουσα πιθανότητα πως, αντί να κατάγεται από την Πάργα, μπορεί να είχε γεννηθεί στην Καβάλα. Αν και δεν υπάρχει τρόπος να προωθήσουμε αυτή την σκέψη, πέρα από το χώρο της απλών υποθέσεων, έδειξε ξεκάθαρα ένα κάθε άλλο παρά προσωρινό ενδιαφέρον για την πόλη αυτή, από την μέρα που έγινε Γενικός κυβερνήτης των Βαλκανίων και Μεγάλος Βεζίρης. Μέχρι το 1530, το έργο του στην Καβάλα είχε ολοκληρωθεί και είναι δύσκολο να εξισώσουμε τη μεγαλοπρέπειά του, με την πόλη που, από άποψη πληθυσμού, ήταν λίγο μεγαλύτερη από ένα επαρχιακό χωριό.
Η γενναιοδωρία του Ibrahim Paşa για τους κατοίκους της πόλης δεν περιοριζόταν, κατά καμία άποψη, μόνο στους μουσουλμάνους. Ο Belon (σημείωση δική μου, πρόκειται για το σύγγραμμα του Γάλλου βαρώνου PIERRE BELON DU MANS, που εκδόθηκε το έτος 1553, με τίτλο: «LES OBSERVATIONS DE PLUSIEURS SINGULARITES ET CHOSES MEMORABLES, TROUVEES EN GRECE, ASIE, IUDEE, EGYPTE, ARABIE ET AUTRES PAYS ESTRANGES, REDIGEES EN TROIS LIURES»), ξεκαθαρίζει πως το Ιμαρέτ, η κουζίνα για σούπα, που είχε οικοδομηθεί ως μέρος του βακουφιού (θρησκευτικού καταπιστεύματος), ήταν ανοιχτή σε όλους, ασχέτως τη θρησκείας τους: «Δεδομένης της έλλειψης καταλυμάτων στην Τουρκία, θ’ αναφερθούμε στο μεγάλο κτίσμα του Ibrahim Paşa, το οποίο οικοδόμησε στην Καβάλα και οι Τούρκοι αποκαλούν Carbasharra (εν. Kervansaray). Οικοδόμησε επίσης έναν ξενώνα δίπλα στο τζαμί, όπου μένουν και διατρέφονται και καταλύουν όσοι περνούν. Η ομάδα μας αποτελούνταν μόνο από τρία μέλη με τα άλογα μας και μας έδωσαν φαγητό για τρεις μέρες στη σειρά, χωρίς να πληρώσουμε τίποτα και χωρίς κανένα πρόβλημα .... Σε κανένα δεν αρνούνται, Χριστιανό, Εβραίο ή Μουσουλμάνο ή ειδωλολάτρη».
Αν και έχουμε παρόμοιες καταγραφές από περιηγητές που περιγράφουν Imaret σε άλλες οθωμανικές πόλεις, τα οποία ήταν προσβάσιμα σε μη μουσουλμάνους, ο Belon είναι ο μόνος περιηγητής, που μας δίνει περιγραφή αυτόπτη μάρτυρα, που είχε απολαύσει την φιλοξενία και το δωρεάν φαγητό και κατάλυμα, το οποίο ο ίδιος και οι συνταξιδιώτες του απολάμβαναν στο Ιμαρέτ του Ibrahim Paşa στην Καβάλα.
Γιατί όμως ο Ibrahim Paşa επέδειξε τέτοιο ενδιαφέρον για τη μικρή πόλη - λιμάνι της Καβάλας; Όπως έχει προταθεί νωρίτερα, το ενδιαφέρον μπορεί να προέρχεται από το δικό του προ-οθωμανικό παρελθόν, δηλαδή οι ρίζες του βρίσκονταν ίσως στην περιοχή της Μακεδονίας. Μια άλλη εναλλακτική πρόταση είναι πως ίσως λειτουργούσε με βάση εντολές του Σουλτάνου του (τουλάχιστον όσον αφορά τα τείχη και το υδραγωγείο), ο οποίος αισθανόταν την ανάγκη για ένα καλά τειχισμένο λιμάνι στο Βόρειο Αιγαίο.
Την επόμενη εικόνα από την Οθωμανική Καβάλα μας την παρέχει ένας άλλος περιηγητής, ο Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε την πόλη το 1667. Μας προσφέρει μια λεπτομερή περιγραφή, που καθιστά βέβαιο πως ακόμη και 130 χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του, το ίδρυμα του Ibrahim Paşa έπαιζε κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της πόλης. Στο τέλος αυτού του μακρού καταλόγου των αξιωματούχων που υπηρετούσαν την Καβάλα, ο Εβλιγιά σημειώνει πως όλοι βρίσκονταν υπό την επίβλεψη του Mittevelli (Διοικητή) του Βακουφιού του μακαριστού Ibrahim.
Ο Εβλιγιά μας δίνει και τη λεπτομερέστερη περιγραφή του kulliye, με το οποίο ο Ibrahim Paşa είχε προικίσει την πόλη, όπως το είδε σχεδόν 150 χρόνια μετά την οικοδόμηση: (Το kulliye ήταν ένα αρχιτεκτονικό συγκρότημα κτιρίων, το οποίο αναπτυσσόταν γύρω από ένα κεντρικό τζαμί και λειτουργούσε ως το κοινωνικό, θρησκευτικό και εκπαιδευτικό κέντρο μιας οθωμανικής πόλης. Ήταν αυτοσυντηρούμενο, χρηματοδοτούνταν από βακούφια (vakıf - θρησκευτικά ιδρύματα/δωρεές) και περιελάμβανε μια ποικιλία κτισμάτων): «Στην κάτω τειχισμένη πόλη υπήρχαν πέντε mihrab (γωνίες προσευχής, δηλαδή τζαμιά). Πολύ μεγαλύτερο, με μεγάλο κοινό και με μπλε μολύβι και με ένα σπειροειδή μιναρέ, είναι το ωραίο τζαμί που έκτισε ο Μάρτυρας και Υπερασπιστής της Πίστης Ibrahim Paşa, ο ευνοούμενος (makbut,) ο Μεγάλος Βεζίρης του Σουλτάνου Σουλεΐμάν. Είναι ένα εντυπωσιακό έργο τέχνης, που φωτίζει το πνεύμα και αξίζει να δεί κανείς. Δεν είναι πιθανόν να το τιμήσουμε όπως του πρέπει, με λόγια». Κατόπιν καταγράφει τα κτίρια του ιδρύματος, ως εξής:
1) το Cami (το τζαμί της Παρασκευής)
2) το Imaret-i daru’z-ziyafe-I me’keli (κουζίνα για σούπα)
3) ο Medrese-I aliman-I mufessirini (θεολογικό σεμινάριο για επιστήμονες)
4) το Sibyan- ipuseran-i ebcedhani (πρωτοβάθμιο σχολείο για τη διδασκαλία της αλφαβήτου σε αγόρια)
5) η Tekye-i pir-i tarik-i derviyani (έδρα για τον ηγέτη των Δερβίσηδων)
6) το Han-i hace-i servdagerani (πανδοχείο για εμπόρους και ταξιδιώτες)
7) το Mesacid ϋ zevayi-i muvahhidani (Μικρό τζαμί για τους πιστούς των Δερβίσιδων)
8) το Carsu-yi bezzazistani (Παζάρι σε κλειστό χώρο)
9) το Hammam-i rahat-i cani (αναπαυτικό λουτρό)
10) το Sebilhane-i atşani (κτίσμα για τη διανομή δωρεάν νερού στους διψασμένους)
11) και το Gayri hayrat hasenatlar (ποικιλία ευσεβών έργων).
Όπως και αν το δει κάποιος, επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό σύνολο οικοδομημάτων, σχεδιασμένο ν’ αντιμετωπίσει τις ανάγκες του πληθυσμού της πόλης. Ο Εβλιγιά, ο οποίος προφανώς εντυπωσιάστηκε από το εύρος του ιδρύματος που έκτισε ο Ibrahim Paşa, συνέχισε λέγοντας: οι σκεπές όλων αυτών των δημόσιων κτηρίων που κατασκεύασε ο Ibrahim Paşa είναι καλυμμένες με μολύβι. Όταν τις βλέπεις από ψηλά και μακριά την πόλη, βλέπεις μιαν καλά αναπτυγμένη πόλη, καλυμμένη με σκούρο μπλε μολύβι….»
«Αν η Καβάλα οφείλει την ευημερία και τη θέση της, το 19° και τον 20° αι., στον καπνό, την ίδια της ύπαρξη την οφείλει στη δραστηριότητα ενός Οθωμανού βεζίρη (Ibrahim Paşa) και δύο σουλτάνων (Σελίμ Α' και Σουλεϊμάν) τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι…..
Με κίνδυνο να υπερβάλλω, θα τολμούσα να πω πως η δεκαετία 1520-1530 ήταν η πιο καθοριστική στην ιστορία της Καβάλας. Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα σε αυτά τα δέκα χρόνια επρόκειτο να σφραγίσουν το μέλλον της πόλης, για τα επόμενα 400 χρόνια. Περιελάμβαναν την οικοδόμηση των κάτω τειχών της πόλης, τη ανοικοδόμηση του Υδραγωγείου και την ίδρυση ενός μεγάλου kulliye (σειρά κτιρίων, μέρος θρησκευτικού καταπιστεύματος), μιας αγοράς με μαγαζιά, ενός τζαμιού, ενός Imaret (κουζίνας για σούπα, για την τροφοδοσία των απόρων, των ταξιδιωτών και των σπουδαστών), ενός μεντρεσέ (μουσουλμανικής, θεολογικής σχολής), ενός Mekteb (πρωτοβάθμιου σχολείου), ενός Tekke (κατοικίας δερβίσηδων) μαζί μ’ ένα Mescit (μικρό τζαμί), ενός Hamam (δημόσιου λουτρού) και ενός sebilhane (κτίσματος, για τη δωρεάν διανομή νερού).
Ενώ όλες αυτές οι εξελίξεις συνέβαιναν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, τα σωζόμενα αρχεία υποδηλώνουν πως όλα αυτά συνδέονται λιγότερο με τον ίδιο το Σουλτάνο και περισσότερο με τον αγαπητό σύντροφό του και Sadrazam (μεγάλο βεζίρη) Ibrahim Paşa. Πράγματι, μπορεί να υποστηριχθεί πως o Ibrahim Paşa δεν έδωσε μόνο την ιδιωτική του περιουσία, για το θρησκευτικό καταπίστευμα, το οποίο αποτέλεσε για την πόλη την υποδομή που ήταν απαραίτητη για μια οθωμανική πόλη ή κώμη, αλλά επίσης ήταν και δική του η πρωτοβουλία, που οδήγησε στην κατασκευή των τειχών της πόλης και του υδραγωγείου, το οποίο παρείχε στους κατοίκους όχι μόνο το απαραίτητο πόσιμο νερό για το φρούριο, αλλά και για την πόλη και τους κατοίκους της.
Αν και τα πρώτα χρόνια του Ibrahim Paşa είναι τυλιγμένα σε πέπλο μυστηρίου, το προφανές ενδιαφέρον που επέδειξε και ο πλούτος που ξόδεψε στην Καβάλα δημιουργεί την ενδιαφέρουσα πιθανότητα πως, αντί να κατάγεται από την Πάργα, μπορεί να είχε γεννηθεί στην Καβάλα. Αν και δεν υπάρχει τρόπος να προωθήσουμε αυτή την σκέψη, πέρα από το χώρο της απλών υποθέσεων, έδειξε ξεκάθαρα ένα κάθε άλλο παρά προσωρινό ενδιαφέρον για την πόλη αυτή, από την μέρα που έγινε Γενικός κυβερνήτης των Βαλκανίων και Μεγάλος Βεζίρης. Μέχρι το 1530, το έργο του στην Καβάλα είχε ολοκληρωθεί και είναι δύσκολο να εξισώσουμε τη μεγαλοπρέπειά του, με την πόλη που, από άποψη πληθυσμού, ήταν λίγο μεγαλύτερη από ένα επαρχιακό χωριό.
Η γενναιοδωρία του Ibrahim Paşa για τους κατοίκους της πόλης δεν περιοριζόταν, κατά καμία άποψη, μόνο στους μουσουλμάνους. Ο Belon (σημείωση δική μου, πρόκειται για το σύγγραμμα του Γάλλου βαρώνου PIERRE BELON DU MANS, που εκδόθηκε το έτος 1553, με τίτλο: «LES OBSERVATIONS DE PLUSIEURS SINGULARITES ET CHOSES MEMORABLES, TROUVEES EN GRECE, ASIE, IUDEE, EGYPTE, ARABIE ET AUTRES PAYS ESTRANGES, REDIGEES EN TROIS LIURES»), ξεκαθαρίζει πως το Ιμαρέτ, η κουζίνα για σούπα, που είχε οικοδομηθεί ως μέρος του βακουφιού (θρησκευτικού καταπιστεύματος), ήταν ανοιχτή σε όλους, ασχέτως τη θρησκείας τους: «Δεδομένης της έλλειψης καταλυμάτων στην Τουρκία, θ’ αναφερθούμε στο μεγάλο κτίσμα του Ibrahim Paşa, το οποίο οικοδόμησε στην Καβάλα και οι Τούρκοι αποκαλούν Carbasharra (εν. Kervansaray). Οικοδόμησε επίσης έναν ξενώνα δίπλα στο τζαμί, όπου μένουν και διατρέφονται και καταλύουν όσοι περνούν. Η ομάδα μας αποτελούνταν μόνο από τρία μέλη με τα άλογα μας και μας έδωσαν φαγητό για τρεις μέρες στη σειρά, χωρίς να πληρώσουμε τίποτα και χωρίς κανένα πρόβλημα .... Σε κανένα δεν αρνούνται, Χριστιανό, Εβραίο ή Μουσουλμάνο ή ειδωλολάτρη».
Αν και έχουμε παρόμοιες καταγραφές από περιηγητές που περιγράφουν Imaret σε άλλες οθωμανικές πόλεις, τα οποία ήταν προσβάσιμα σε μη μουσουλμάνους, ο Belon είναι ο μόνος περιηγητής, που μας δίνει περιγραφή αυτόπτη μάρτυρα, που είχε απολαύσει την φιλοξενία και το δωρεάν φαγητό και κατάλυμα, το οποίο ο ίδιος και οι συνταξιδιώτες του απολάμβαναν στο Ιμαρέτ του Ibrahim Paşa στην Καβάλα.
Γιατί όμως ο Ibrahim Paşa επέδειξε τέτοιο ενδιαφέρον για τη μικρή πόλη - λιμάνι της Καβάλας; Όπως έχει προταθεί νωρίτερα, το ενδιαφέρον μπορεί να προέρχεται από το δικό του προ-οθωμανικό παρελθόν, δηλαδή οι ρίζες του βρίσκονταν ίσως στην περιοχή της Μακεδονίας. Μια άλλη εναλλακτική πρόταση είναι πως ίσως λειτουργούσε με βάση εντολές του Σουλτάνου του (τουλάχιστον όσον αφορά τα τείχη και το υδραγωγείο), ο οποίος αισθανόταν την ανάγκη για ένα καλά τειχισμένο λιμάνι στο Βόρειο Αιγαίο.
Την επόμενη εικόνα από την Οθωμανική Καβάλα μας την παρέχει ένας άλλος περιηγητής, ο Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε την πόλη το 1667. Μας προσφέρει μια λεπτομερή περιγραφή, που καθιστά βέβαιο πως ακόμη και 130 χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή του, το ίδρυμα του Ibrahim Paşa έπαιζε κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της πόλης. Στο τέλος αυτού του μακρού καταλόγου των αξιωματούχων που υπηρετούσαν την Καβάλα, ο Εβλιγιά σημειώνει πως όλοι βρίσκονταν υπό την επίβλεψη του Mittevelli (Διοικητή) του Βακουφιού του μακαριστού Ibrahim.
Ο Εβλιγιά μας δίνει και τη λεπτομερέστερη περιγραφή του kulliye, με το οποίο ο Ibrahim Paşa είχε προικίσει την πόλη, όπως το είδε σχεδόν 150 χρόνια μετά την οικοδόμηση: (Το kulliye ήταν ένα αρχιτεκτονικό συγκρότημα κτιρίων, το οποίο αναπτυσσόταν γύρω από ένα κεντρικό τζαμί και λειτουργούσε ως το κοινωνικό, θρησκευτικό και εκπαιδευτικό κέντρο μιας οθωμανικής πόλης. Ήταν αυτοσυντηρούμενο, χρηματοδοτούνταν από βακούφια (vakıf - θρησκευτικά ιδρύματα/δωρεές) και περιελάμβανε μια ποικιλία κτισμάτων): «Στην κάτω τειχισμένη πόλη υπήρχαν πέντε mihrab (γωνίες προσευχής, δηλαδή τζαμιά). Πολύ μεγαλύτερο, με μεγάλο κοινό και με μπλε μολύβι και με ένα σπειροειδή μιναρέ, είναι το ωραίο τζαμί που έκτισε ο Μάρτυρας και Υπερασπιστής της Πίστης Ibrahim Paşa, ο ευνοούμενος (makbut,) ο Μεγάλος Βεζίρης του Σουλτάνου Σουλεΐμάν. Είναι ένα εντυπωσιακό έργο τέχνης, που φωτίζει το πνεύμα και αξίζει να δεί κανείς. Δεν είναι πιθανόν να το τιμήσουμε όπως του πρέπει, με λόγια». Κατόπιν καταγράφει τα κτίρια του ιδρύματος, ως εξής:
1) το Cami (το τζαμί της Παρασκευής)
2) το Imaret-i daru’z-ziyafe-I me’keli (κουζίνα για σούπα)
3) ο Medrese-I aliman-I mufessirini (θεολογικό σεμινάριο για επιστήμονες)
4) το Sibyan- ipuseran-i ebcedhani (πρωτοβάθμιο σχολείο για τη διδασκαλία της αλφαβήτου σε αγόρια)
5) η Tekye-i pir-i tarik-i derviyani (έδρα για τον ηγέτη των Δερβίσηδων)
6) το Han-i hace-i servdagerani (πανδοχείο για εμπόρους και ταξιδιώτες)
7) το Mesacid ϋ zevayi-i muvahhidani (Μικρό τζαμί για τους πιστούς των Δερβίσιδων)
8) το Carsu-yi bezzazistani (Παζάρι σε κλειστό χώρο)
9) το Hammam-i rahat-i cani (αναπαυτικό λουτρό)
10) το Sebilhane-i atşani (κτίσμα για τη διανομή δωρεάν νερού στους διψασμένους)
11) και το Gayri hayrat hasenatlar (ποικιλία ευσεβών έργων).
Όπως και αν το δει κάποιος, επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό σύνολο οικοδομημάτων, σχεδιασμένο ν’ αντιμετωπίσει τις ανάγκες του πληθυσμού της πόλης. Ο Εβλιγιά, ο οποίος προφανώς εντυπωσιάστηκε από το εύρος του ιδρύματος που έκτισε ο Ibrahim Paşa, συνέχισε λέγοντας: οι σκεπές όλων αυτών των δημόσιων κτηρίων που κατασκεύασε ο Ibrahim Paşa είναι καλυμμένες με μολύβι. Όταν τις βλέπεις από ψηλά και μακριά την πόλη, βλέπεις μιαν καλά αναπτυγμένη πόλη, καλυμμένη με σκούρο μπλε μολύβι….»
Β) Σ΄ ένα συνέδριο που έγινε στο Ρέθυμνο, τον Ιανουάριο του 1994, με θέμα «the Via Egnatia under Ottoman rule, 1380-1699», ο Machiel Kiel, στην ανακοίνωσή του με τίτλο: «Η Οθωμανική οικοδομική δραστηριότητα κατά μήκος της Εγνατίας Οδού - οι περιπτώσεις της Pazargah (Απολλωνίας), της Καβάλας και των Φερών (Ferecik)», είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Στα χρόνια μεταξύ του 1530 και του 1536 το παλιό βυζαντινό κάστρο της Καβάλας επισκευάστηκε κι επεκτάθηκε πολύ, με διαταγές του Σουλτάνου Σουλεϊμάν……. Στο χώρο της ακτής, μέσα στα νέα τείχη της πόλης, ο μεγάλος βεζίρης Ιμπραήμ Πασάς (επίσημα 1523-1536) ίδρυσε ένα αρκετά μεγάλο θολωτό τζαμί, ένα χαμάμ, ένα σταθμό ταξιδιωτών, ένα δημοτικό σχολείο (mekteb) και ιμαρέτ, όπου οι ταξιδιώτες μπορούσαν να σιτιστούν δωρεάν…… Η παλαιότερη διαθέσιμη πηγή για την ανασυγκροτηθείσα πόλη είναι οι ταξιδιωτικές σημειώσεις του Pierre Belon, του 1555. Οι παρατηρήσεις του δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με μια εσκεμμένη πολιτική αστικοποίησης. Στο κεφ. 57, ο Belon σημειώνει πως η Καβάλα: «είναι τώρα ένα υπέροχο μέρος. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήταν έρημη κι ολοκληρωτικά κατεστραμμένη…….. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ξενώνες στην Τουρκία, ας μιλήσουμε και για το μεγάλο κτίριο που ανεγέρθηκε από τον Ιμπραήμ πασά στην Καβάλα, το οποίο οι Τούρκοι αποκαλούν Carbasharra. Έκτισε επίσης ένα τζαμί δίπλα στους ξενώνες, όπου όλοι όσοι περνούν διαμένουν και τρέφονται. Στην ομάδα μας ήμασταν μόνο τρεις, με τα άλογα μας, και μας έδωσαν τροφή για τρεις μέρες, χωρίς να πληρώσουμε τίποτα και χωρίς κανένα πρόβλημα ... Κανείς, Εβραίος, Χριστιανός, ειδωλολάτρης ή Τούρκος δεν είναι ανεπιθύμητος εδώ» (κεφ. 59). Ανακεφαλαιώνοντας, ο Belon προσθέτει: «Αυτός ο πασάς έκανε τέτοιες επισκευές στην Καβάλα, που, εκτός από το να φέρει νερό από την πηγή μέχρι το ψηλότερο σημείο της πόλης, με την κοστοβόρα κατασκευή του, τις αψίδες (καμάρες), έφερε το νερό επίσης και στο τζαμί του και τα λουτρά του, αλλά και σε όλα τα άλλα σημεία της πόλης».
«Στα χρόνια μεταξύ του 1530 και του 1536 το παλιό βυζαντινό κάστρο της Καβάλας επισκευάστηκε κι επεκτάθηκε πολύ, με διαταγές του Σουλτάνου Σουλεϊμάν……. Στο χώρο της ακτής, μέσα στα νέα τείχη της πόλης, ο μεγάλος βεζίρης Ιμπραήμ Πασάς (επίσημα 1523-1536) ίδρυσε ένα αρκετά μεγάλο θολωτό τζαμί, ένα χαμάμ, ένα σταθμό ταξιδιωτών, ένα δημοτικό σχολείο (mekteb) και ιμαρέτ, όπου οι ταξιδιώτες μπορούσαν να σιτιστούν δωρεάν…… Η παλαιότερη διαθέσιμη πηγή για την ανασυγκροτηθείσα πόλη είναι οι ταξιδιωτικές σημειώσεις του Pierre Belon, του 1555. Οι παρατηρήσεις του δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με μια εσκεμμένη πολιτική αστικοποίησης. Στο κεφ. 57, ο Belon σημειώνει πως η Καβάλα: «είναι τώρα ένα υπέροχο μέρος. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήταν έρημη κι ολοκληρωτικά κατεστραμμένη…….. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ξενώνες στην Τουρκία, ας μιλήσουμε και για το μεγάλο κτίριο που ανεγέρθηκε από τον Ιμπραήμ πασά στην Καβάλα, το οποίο οι Τούρκοι αποκαλούν Carbasharra. Έκτισε επίσης ένα τζαμί δίπλα στους ξενώνες, όπου όλοι όσοι περνούν διαμένουν και τρέφονται. Στην ομάδα μας ήμασταν μόνο τρεις, με τα άλογα μας, και μας έδωσαν τροφή για τρεις μέρες, χωρίς να πληρώσουμε τίποτα και χωρίς κανένα πρόβλημα ... Κανείς, Εβραίος, Χριστιανός, ειδωλολάτρης ή Τούρκος δεν είναι ανεπιθύμητος εδώ» (κεφ. 59). Ανακεφαλαιώνοντας, ο Belon προσθέτει: «Αυτός ο πασάς έκανε τέτοιες επισκευές στην Καβάλα, που, εκτός από το να φέρει νερό από την πηγή μέχρι το ψηλότερο σημείο της πόλης, με την κοστοβόρα κατασκευή του, τις αψίδες (καμάρες), έφερε το νερό επίσης και στο τζαμί του και τα λουτρά του, αλλά και σε όλα τα άλλα σημεία της πόλης».
Γ) Η Ιόλη Βιγκοπούλου, στο έργο της «ROUTES ET LOGEMENTS DES VOYAGEURS DANS LA RÉGION DE LA THRACE (XVIe-XIXe SIÈCLES)», αναφέρει: «Στην Καβάλα (τελευταία στάση πριν την περιοχή της Θράκης), ο Belon (1547) παρέμεινε σίγουρα τρεις ημέρες στο «Ιμαρέτ» του Ιμπραήμ Πασά. Με αυτή την ευκαιρία, περιέγραψε το ίδρυμα και τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η φιλοξενία των Τούρκων στα «Ιμαρέτ» και στα «κερβανσαράι», ενώ μας παρέχει επίσης πολύ σημαντικές πληροφορίες για το φαγητό και τα γεύματα που συνήθως προσφέρονται σε αυτά σε κάθε περαστικό, ανεξάρτητα από τη θρησκεία του».
ΙΙ) ΤΟ ΙΜΑΡΕΤ ΤΟΥ ΜΕΧΜΕΤ ΑΛΗ, ΤΕΚΝΟΥ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ
Α) Ο Μεχμέτ (Μουχαμάντ) Αλί Πασά, (1769-1849), γέννημα – θρέμμα της Καβάλας, όταν αναδείχθηκε πρώτος αντιβασιλέας της Αιγύπτου, έδειξε μεγαλόκαρδα την αγάπη του για την γενέτειρά του. Κατασκεύασε το δικό του “Ιμαρέτ” (1817/18-1820/21), που αποτελούσε, για την κλίμακα της τότε μικρής πόλης, τη σημαντικότερη, πολεοδομική επέμβαση όλης της περιόδου εκείνης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο διάσημος νομομαθής, εγκυκλοπαιδιστής, πανεπιστημιακός καθηγητής και περιηγητής Βαρώνος Φράντς Φον Λέχερ «οι Καβαλιώτες παρακάλεσαν τον μεγάλο τους συμπατριώτη, να τους χαρίσει η εύνοιά του ένα Ιμαρέτ, δηλαδή μια μεγάλη αίθουσα συσσιτίου, όπου να δίνουν σε κάθε άπορο, κάθε μέρα, σούπα, πιλάφι και ψωμί και δύο φορές την εβδομάδα από ένα κομμάτι κρέας. Αυτό ακριβώς έκανε ο αγαθός εκείνος αντιβασιλέας, αλλά την ιδέα του ιεροδιδασκαλείου δεν την έβγαλε από το μυαλό του……….Και ξαφνικά έγιναν όλοι οι Καβαλιώτες άποροι. Έτσι, πλούσιος ή φτωχός έπαιρνε το μεσημεριανό του φαγητό από το τσουκάλι του γενναιόδωρου Ιμαρέτ. Αποτέλεσμα; Η έμφυτη οκνηρία τους έγινε ακόμη πιο μεγάλη κι έτσι τώρα, όποιος θέλει να φάει ψάρια πρέπει να τα ψαρέψει μόνος του, γιατί ακόμη και οι ψαράδες ζουν τώρα από το Ιμαρέτ» .
Α) Ο Μεχμέτ (Μουχαμάντ) Αλί Πασά, (1769-1849), γέννημα – θρέμμα της Καβάλας, όταν αναδείχθηκε πρώτος αντιβασιλέας της Αιγύπτου, έδειξε μεγαλόκαρδα την αγάπη του για την γενέτειρά του. Κατασκεύασε το δικό του “Ιμαρέτ” (1817/18-1820/21), που αποτελούσε, για την κλίμακα της τότε μικρής πόλης, τη σημαντικότερη, πολεοδομική επέμβαση όλης της περιόδου εκείνης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο διάσημος νομομαθής, εγκυκλοπαιδιστής, πανεπιστημιακός καθηγητής και περιηγητής Βαρώνος Φράντς Φον Λέχερ «οι Καβαλιώτες παρακάλεσαν τον μεγάλο τους συμπατριώτη, να τους χαρίσει η εύνοιά του ένα Ιμαρέτ, δηλαδή μια μεγάλη αίθουσα συσσιτίου, όπου να δίνουν σε κάθε άπορο, κάθε μέρα, σούπα, πιλάφι και ψωμί και δύο φορές την εβδομάδα από ένα κομμάτι κρέας. Αυτό ακριβώς έκανε ο αγαθός εκείνος αντιβασιλέας, αλλά την ιδέα του ιεροδιδασκαλείου δεν την έβγαλε από το μυαλό του……….Και ξαφνικά έγιναν όλοι οι Καβαλιώτες άποροι. Έτσι, πλούσιος ή φτωχός έπαιρνε το μεσημεριανό του φαγητό από το τσουκάλι του γενναιόδωρου Ιμαρέτ. Αποτέλεσμα; Η έμφυτη οκνηρία τους έγινε ακόμη πιο μεγάλη κι έτσι τώρα, όποιος θέλει να φάει ψάρια πρέπει να τα ψαρέψει μόνος του, γιατί ακόμη και οι ψαράδες ζουν τώρα από το Ιμαρέτ» .
Β) Ο ταγματάρχης του Μηχανικού, Νικόλαος Θ. Σχινάς, στο έργο του «ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΥ, ΝΕΑΣ 0ΡΙΟΘETIΚHΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ», που εκδόθηκε το έτος 1886 και στο κεφάλαιο «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΤΕΥΧΟΣ Β’», αναφέρει τα εξής: «Παρά το τείχος εκτίσθη μέγα Ιμαρέτ ( σχολείον ), έργον του εν ταύτη γεννηθέντος αντιβασιλέως της Αιγύπτου Μεχμετ Αλή, εν ω διαιτώνται περί τούς 600 -700 σοφτάδες, από ηλικίας 17- 40 ετών. Προς συντήρησιν δε, διδασκαλίαν και χορήγησιν εκάστω 30 γροσίων μηνιαίως, δια τας μικράς των ανάγκας, δαπανώνται ετησίως 1200 οθωμανικαί λίραι, εξ αυτού δε τροφοδοτούνται και οι πτωχοί. Άπαντες ούτοι εισίν ως εικός φανατικώτατοι Οθωμανοί και το αίσθημα αυτών μεταδίδουσιν εις τους λοιπούς κατοίκους και περιοίκους. Εις επίμετρον δ’ έχουσιν όπλα τηρούμενα εν αποθήκαις της σχολής, εν ή υπάρχει αποθήκη πολεμεφοδίων ως και ετέρα, τροφών δι’ έξ μήνας, έτι δε αλευρόμυλος δι’ ίππου λειτουργών και κλίβανος παρέχων 1200 οκάδας το ημερονύκτιον».
Γ) Στον Δ’ τόμο του συγγράματος που εκδόθηκε το έτος 1887, από τον Β. Δ. Ζώτο Μολοσσό, με τίτλο «Ηπειρωτικαί Μακεδονικαί Μελέται - τόμος Δ’», υπάρχει κείμενο, που φέρει τον υπότιτλο «Δρομολόγιον της ελληνικής χερσονήσου αρχαιολογικόν, ιστορικόν, γεωγραφικόν, στρατιωτικόν, στατιστικόν και εμπορικόν - Μακεδονία και Σερβία», στο οποίο ο συγγραφέας, αναφερόμενος στην Καβάλα, γράφει ότι η νήσος Θάσος ανήκει στην Αίγυπτο, δωρηθείσα υπό του Μετζίτ, ως πατρίδα του Μεχμέτ Αλή, ο οποίος διατηρεί «σχολήν Κατήδων (ενν. Δικαστών) της Αιγύπτου στην Καβάλα».
Δ) Ο Αββάς E. LE CAMUS, σε σύγγραμμα που εξέδωσε το έτος 1896 υπό τον τίτλο «VOYAGE AUX SEPT EGLISES DE L’ APOCALYPSE», περνώντας από την Καβάλα, αναφέρει ότι «μερικά φιλανθρωπικά ιδρύματα, που συστάθηκαν από τον Μεχμέτ Αλή, τον περίφημο αντιβασιλέα της Αιγύπτου, καταγόμενο από την Καβάλα, παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χαρακτήρα κι ένα μέγεθος που τραβά την προσοχή».
Ε) Το έτος 1897 εκδόθηκε στο Λονδίνο το σύγγραμμα της Mary Adelaide Walker, με τίτλο «Old tracks and new landmarks». Στο έργο της αυτό, η συγγραφέας περιγράφει με τρόπο απαράμιλλο την άφιξή της στην Καβάλα, το έτος 1860 και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «η θέα της πόλης είναι εντυπωσιακή, έτσι όπως αυτή στέκεται κυριαρχικά πάνω σ’ έναν εξέχοντα, βραχώδη όγκο, ο οποίος ανυψώνεται απότομα από τη θάλασσα. Στα μισά αυτού του όγκου, μια μακρά σειρά από λευκά κτίρια με κιονοστοιχίες, θόλους και μιναρέδες, αποτελούν το τουρκικό καθίδρυμα, το οποίο ιδρύθηκε από τον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, που καταγόταν από αυτόν τον τόπο».
ΣΤ) Για το υπό εξέταση θέμα, στην γαλλόφωνη εφημερίδα «JOURNAL DE SALONIQUE», μια δις-εβδομαδιαία έκδοση της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, που υπάρχει ολόκληρη, σε ψηφιακή μορφή, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, υπάρχουν δύο δημοσιεύματα:
1) Στο φύλλο της 8ης Μαϊου του έτους 1899, μια ανταπόκριση του ειδικού ανταποκριτή της εφημερίδας B. S. Levy, με τίτλο «LETTRE DE DEDEAGATCH» (επιστολή από το Ντεντέαγάτς – σημερινή Αλεξανδρούπολη), με το εξής περιεχόμενο:
«Δεκατέσσερις ώρες αγκυροβολημένοι μπροστά από το Dedeagatch, χωρίς να μπορούμε να βγούμε στην ξηρά, δεν είναι κάτι που θα ευχόμουν σε κανέναν. Βρέχει, βρέχει καταρρακτωδώς και ενώ περιμένω την ώρα της αναχώρησης, σας γράφω αυτές τις λίγες γραμμές, για να σας μιλήσω ξανά για την Καβάλλα.
Δεν υπάρχει ταξιδιώτης, που να μην εκδηλώνει, στην Καβάλλα, την επιθυμία να δει το «Ιμαρέ». Το «Ιμαρέ» είναι ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, που ιδρύθηκε από τον αείμνηστο Μεχμέτ Αλή Πασά. Είναι ένα τεράστιο κτίριο, η επιβλητική όψη του οποίου τραβά την προσοχή του ταξιδιώτη που φτάνει από τη θάλασσα. Ολόλευκο, με ένα όμορφο περιστύλιο με στοές μπροστά του, είναι ορατό πάνω από τα ερειπωμένα τείχη της παλιάς πόλης και η λευκότητά του αντανακλάται στα γαλάζια νερά, των οποίων δεσπόζει, από ύψος αρκετών μέτρων.
Στο εσωτερικό του, το «Ιμαρέ» χωρίζεται σε εβδομήντα δωμάτια, επιπλωμένα με καναπέδες.
Περίπου διακόσιοι softas (φοιτητές θεολογίας) ζουν εκεί και τρέφονται με έξοδα του ιδρυτή.
Δύο φορές την εβδομάδα, όλοι οι φτωχοί της πόλης, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνικότητας, έρχονται εκεί για να φάνε το «πιλάφι», που τους διανέμεται σε μεγάλες ποσότητες.
Για τη συντήρηση αυτού του ασύλου, ο Χεβίδης (ενν. τον Μεχμέτ Αλή) στέλνει κάθε μήνα το ποσό των 200 λιρών.
Πριν από λίγες ημέρες, μια πτέρυγα του Imaré διαμορφώθηκε για να χρησιμεύσει ως κοσμικό σχολείο. Οκτώ ευρύχωρες, ευάερες, καθαρές αίθουσες, κατασκευασμένες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υγιεινής, φιλοξενούν περίπου πενήντα μαθητές, που λαμβάνουν δωρεάν κοσμική και ορθολογική εκπαίδευση. Πέντε καθηγητές διδάσκουν τουρκικά, αραβικά, περσικά, γαλλικά, καθώς και αριθμητική, επιστήμες κ.λπ. Μια μεγάλη αυλή έχει διατεθεί. ειδικά για το διάλειμμα και έχουν τοποθετηθεί εκεί όργανα γυμναστικής.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του σχολείου εισάγονται από την Ευρώπη και ότι τα προγράμματα διδασκαλίας είναι αντίγραφα των προγραμμάτων των ευρωπαϊκών προπαρασκευαστικών σχολείων.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διοίκηση του Ιμαρέ καλύπτει όλες τις ανάγκες των φοιτητών.
Αχ, αν τέτοια ιδρύματα πολλαπλασιάζονταν στην Ανατολή, πόσες υπηρεσίες θα πρόσφεραν στο ευρύ κοινό!
Δεν μας λείπουν οι πλούσιοι στην Τουρκία και η χώρα έχει την τύχη να μετράει, μεταξύ των ευνοημένων από τη μοίρα, πολλούς φιλάνθρωπους.
Τι χρειάζονται αυτοί για ν’ αρχίσουν να εργάζονται; Να τους δείξουμε τα χρήσιμα δημιουργήματα που πρέπει να μιμηθούν; Νομίζω ότι αυτό έχει ήδη γίνει».
«Δεκατέσσερις ώρες αγκυροβολημένοι μπροστά από το Dedeagatch, χωρίς να μπορούμε να βγούμε στην ξηρά, δεν είναι κάτι που θα ευχόμουν σε κανέναν. Βρέχει, βρέχει καταρρακτωδώς και ενώ περιμένω την ώρα της αναχώρησης, σας γράφω αυτές τις λίγες γραμμές, για να σας μιλήσω ξανά για την Καβάλλα.
Δεν υπάρχει ταξιδιώτης, που να μην εκδηλώνει, στην Καβάλλα, την επιθυμία να δει το «Ιμαρέ». Το «Ιμαρέ» είναι ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, που ιδρύθηκε από τον αείμνηστο Μεχμέτ Αλή Πασά. Είναι ένα τεράστιο κτίριο, η επιβλητική όψη του οποίου τραβά την προσοχή του ταξιδιώτη που φτάνει από τη θάλασσα. Ολόλευκο, με ένα όμορφο περιστύλιο με στοές μπροστά του, είναι ορατό πάνω από τα ερειπωμένα τείχη της παλιάς πόλης και η λευκότητά του αντανακλάται στα γαλάζια νερά, των οποίων δεσπόζει, από ύψος αρκετών μέτρων.
Στο εσωτερικό του, το «Ιμαρέ» χωρίζεται σε εβδομήντα δωμάτια, επιπλωμένα με καναπέδες.
Περίπου διακόσιοι softas (φοιτητές θεολογίας) ζουν εκεί και τρέφονται με έξοδα του ιδρυτή.
Δύο φορές την εβδομάδα, όλοι οι φτωχοί της πόλης, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνικότητας, έρχονται εκεί για να φάνε το «πιλάφι», που τους διανέμεται σε μεγάλες ποσότητες.
Για τη συντήρηση αυτού του ασύλου, ο Χεβίδης (ενν. τον Μεχμέτ Αλή) στέλνει κάθε μήνα το ποσό των 200 λιρών.
Πριν από λίγες ημέρες, μια πτέρυγα του Imaré διαμορφώθηκε για να χρησιμεύσει ως κοσμικό σχολείο. Οκτώ ευρύχωρες, ευάερες, καθαρές αίθουσες, κατασκευασμένες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υγιεινής, φιλοξενούν περίπου πενήντα μαθητές, που λαμβάνουν δωρεάν κοσμική και ορθολογική εκπαίδευση. Πέντε καθηγητές διδάσκουν τουρκικά, αραβικά, περσικά, γαλλικά, καθώς και αριθμητική, επιστήμες κ.λπ. Μια μεγάλη αυλή έχει διατεθεί. ειδικά για το διάλειμμα και έχουν τοποθετηθεί εκεί όργανα γυμναστικής.
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του σχολείου εισάγονται από την Ευρώπη και ότι τα προγράμματα διδασκαλίας είναι αντίγραφα των προγραμμάτων των ευρωπαϊκών προπαρασκευαστικών σχολείων.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διοίκηση του Ιμαρέ καλύπτει όλες τις ανάγκες των φοιτητών.
Αχ, αν τέτοια ιδρύματα πολλαπλασιάζονταν στην Ανατολή, πόσες υπηρεσίες θα πρόσφεραν στο ευρύ κοινό!
Δεν μας λείπουν οι πλούσιοι στην Τουρκία και η χώρα έχει την τύχη να μετράει, μεταξύ των ευνοημένων από τη μοίρα, πολλούς φιλάνθρωπους.
Τι χρειάζονται αυτοί για ν’ αρχίσουν να εργάζονται; Να τους δείξουμε τα χρήσιμα δημιουργήματα που πρέπει να μιμηθούν; Νομίζω ότι αυτό έχει ήδη γίνει».
2) Στο φύλλο της 6ης Αυγούστου του έτους 1900, μια ανταπόκριση του αυτού ως άνω ειδικού ανταποκριτή της εφημερίδας B. S. Levy, με τίτλο «ΣΤΟΝ ΔΟΥΝΑΒΗ» και με το εξής περιεχόμενο:
«Καβάλα, Σάββατο 28 Ιουλίου (1900)
Γνωρίζουμε ότι ο αείμνηστος Μεχμέτ Αλή Πασά, ο διάσημος ειρηνοποιός της Αιγύπτου, ήταν Καβαλιώτης. Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε φαίνεται ακόμη εδώ και διατηρείται ως πολύτιμο κειμήλιο.
Λόγω του ότι ο επιφανής πολιτικός γεννήθηκε στην Καβάλλα, αυτή έλαβε παροχές, η σημασία των οποίων δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Πριν από πολλά χρόνια, οι αιγυπτιακές αρχές έχτισαν εδώ ένα θεολογικό ινστιτούτο, κοινώς γνωστό ως Ιμαρέ.
Το Ιμαρέ στεγάζει, τρέφει και εκπαιδεύει έναν άπειρο αριθμό νεαρών μουσουλμάνων - κάποιοι λένε πεντακόσιους - που προορίζονται να γίνουν θεολόγοι επιστήμονες. Το Ιμαρέ, με την ημι-αραβική, ημι-βυζαντινή αρχιτεκτονική του, είναι χτισμένο στην άκρη της θάλασσας. Διατηρείται απόλυτα καθαρό. Οι ένοικοι αυτού του ασύλου αφοσιώνονται ευχαρίστως στη μελέτη της λογικής, την αραβική νομολογία, η οποία είναι πολύ βαθιά, το θρησκευτικό δίκαιο, εν ολίγοις σε όλους τους κλάδους, στους οποίους πρέπει ν’ ασκούνται οι πνευματικές ικανότητες των μελλοντικών λειτουργών της (μουσουλμανικής) θρησκείας.
Επισκεπτόμενος το Ιμαρέ, ζήλεψα πολύ την τύχη εκείνων των φοιτητών, που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε, που καταβάλλουν προσπάθειες μόνο για να διεισδύσουν στα μυστήρια των ιερών γραφών. Οι νέοι, που τους απασχολεί κάποιο συνειδησιακό θέμα, πηγαίνουν και ακουμπούν σ’ ένα από τα κρηπιδώματα του τείχους, που είναι χτισμένο πάνω στο βράχο, με θέα τη θάλασσα κι εκεί, βλέποντας τα κύματα να σπάνε, βλέποντας τον καθαρό και διαυγή ορίζοντα στο βάθος, ανακτούν την ηρεμία της ψυχής τους κι επιστρέφουν στο δωμάτιο μελέτης τους, με το πνεύμα ελαφρύ και τον εγκέφαλο έτοιμο να συλλάβει τα μεγαλύτερα προβλήματα της θεολογικής επιστήμης.
Το Ιμαρέ μοιράζει καθημερινά ρύζι και ψωμί στους φτωχούς της Καβάλας. Δύο φορές την εβδομάδα μοιράζει επίσης κρέας και ένα πιάτο με γλυκό. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο κοστίζει η συντήρηση ενός τέτοιου θεσμού.
Μου λένε ότι σε ορισμένες περιόδους του έτους, πλοία γεμάτα με ρύζι και δημητριακά, φορτία με βούτυρο και άλλα υλικά φτάνουν στο Ιμαρέτ, το οποίο αποθηκεύει όλες τις προμήθειες σε τεράστιες αποθήκες.
Υπάρχει επίσης ένας αρκετά μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, που διαχειρίζονται τα συμφέροντα του Ιμαρέ με σχολαστική ακρίβεια, καθώς οι λογαριασμοί ελέγχονται τακτικά και μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ποτέ κανένα παράπονο για τη διαχείριση του ιδρύματος».
«Καβάλα, Σάββατο 28 Ιουλίου (1900)
Γνωρίζουμε ότι ο αείμνηστος Μεχμέτ Αλή Πασά, ο διάσημος ειρηνοποιός της Αιγύπτου, ήταν Καβαλιώτης. Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε φαίνεται ακόμη εδώ και διατηρείται ως πολύτιμο κειμήλιο.
Λόγω του ότι ο επιφανής πολιτικός γεννήθηκε στην Καβάλλα, αυτή έλαβε παροχές, η σημασία των οποίων δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Πριν από πολλά χρόνια, οι αιγυπτιακές αρχές έχτισαν εδώ ένα θεολογικό ινστιτούτο, κοινώς γνωστό ως Ιμαρέ.
Το Ιμαρέ στεγάζει, τρέφει και εκπαιδεύει έναν άπειρο αριθμό νεαρών μουσουλμάνων - κάποιοι λένε πεντακόσιους - που προορίζονται να γίνουν θεολόγοι επιστήμονες. Το Ιμαρέ, με την ημι-αραβική, ημι-βυζαντινή αρχιτεκτονική του, είναι χτισμένο στην άκρη της θάλασσας. Διατηρείται απόλυτα καθαρό. Οι ένοικοι αυτού του ασύλου αφοσιώνονται ευχαρίστως στη μελέτη της λογικής, την αραβική νομολογία, η οποία είναι πολύ βαθιά, το θρησκευτικό δίκαιο, εν ολίγοις σε όλους τους κλάδους, στους οποίους πρέπει ν’ ασκούνται οι πνευματικές ικανότητες των μελλοντικών λειτουργών της (μουσουλμανικής) θρησκείας.
Επισκεπτόμενος το Ιμαρέ, ζήλεψα πολύ την τύχη εκείνων των φοιτητών, που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε, που καταβάλλουν προσπάθειες μόνο για να διεισδύσουν στα μυστήρια των ιερών γραφών. Οι νέοι, που τους απασχολεί κάποιο συνειδησιακό θέμα, πηγαίνουν και ακουμπούν σ’ ένα από τα κρηπιδώματα του τείχους, που είναι χτισμένο πάνω στο βράχο, με θέα τη θάλασσα κι εκεί, βλέποντας τα κύματα να σπάνε, βλέποντας τον καθαρό και διαυγή ορίζοντα στο βάθος, ανακτούν την ηρεμία της ψυχής τους κι επιστρέφουν στο δωμάτιο μελέτης τους, με το πνεύμα ελαφρύ και τον εγκέφαλο έτοιμο να συλλάβει τα μεγαλύτερα προβλήματα της θεολογικής επιστήμης.
Το Ιμαρέ μοιράζει καθημερινά ρύζι και ψωμί στους φτωχούς της Καβάλας. Δύο φορές την εβδομάδα μοιράζει επίσης κρέας και ένα πιάτο με γλυκό. Μπορείτε να φανταστείτε πόσο κοστίζει η συντήρηση ενός τέτοιου θεσμού.
Μου λένε ότι σε ορισμένες περιόδους του έτους, πλοία γεμάτα με ρύζι και δημητριακά, φορτία με βούτυρο και άλλα υλικά φτάνουν στο Ιμαρέτ, το οποίο αποθηκεύει όλες τις προμήθειες σε τεράστιες αποθήκες.
Υπάρχει επίσης ένας αρκετά μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων, που διαχειρίζονται τα συμφέροντα του Ιμαρέ με σχολαστική ακρίβεια, καθώς οι λογαριασμοί ελέγχονται τακτικά και μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ποτέ κανένα παράπονο για τη διαχείριση του ιδρύματος».
Ζ) Ο L. Cogniard (που αναφερόταν και ως «Le P. Cogniard» ή ως «H. de Saint Germain»), στο σύγγραμμα που εξέδωσε το έτος 1902 με τίτλο: «Οrient a vol d’ oiseau, carnet d’ un pelerin. Ηellenisme, Αramaϊsme et Σemitisme, ou la verite sur le voyage de guillaume II», αναφέρει τα εξής: «Η Καβάλλα είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε ο Μεχμέτ – Αλή, ο ιδρυτής της αιγυπτιακής δυναστείας. Αυτός ο άνδρας, γενναιόδωρος, μολονότι βάρβαρος, δώρισε στην γενέθλια πόλη του ένα τέμενος κι ένα σχολείο για ιμάμηδες και ουλεμάδες. Ο οδηγός μου μου δείχνει τους μαθητές του μεγάλου Μεντρεσέ, που αναγνωρίζονται από την ομοιόμορφη ενδυμασία τους. Φυλακισμένοι μέσα στην φαρδιά κάπα τους, ένα είδος μεγάλου μανδύα, με το κεφάλι καλυμμένο μ’ ένα κατακόκκινο τουρμπάνι, έχουν μια μυστικιστική και αυστηρή αύρα, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την λαγνεία (έξαψη) ενός πληθυσμού θορυβώδους και φανταχτερού. Αυτοί αντιμετωπίζουν τον ταξιδιώτη με το βλέμμα ανθρώπων συνηθισμένων να βλέπουν τις χώρες της Δύσης να τους πληρώνουν μεγάλους, εμπορευματικούς φόρους».
Η) Σύμφωνα με τον καθηγητή ιστορίας στο Α.Π.Θ. Απόστολο Βακαλόπουλο, (Ιστορία της Μακεδονίας – 1354-1833, εκδόσεις Βάνιας, 1992), «μετά την λήξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812, ένα απρόοπτο γεγονός μεταβάλλει το πολιτικό καθεστώς ενός μέρους της μακεδονικής γης, της Θάσου. Συγκεκριμένα, στις 30 Μαρτίου ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ παραχωρεί το νησί στον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ύστερα από σχετική αίτησή του, για να τον ευχαριστήση και να τον ανταμείψη για τούς αγώνες του στην περιοχή της Χετζάζης εναντίον των Βαχαβιτών (1807 κέ.), που είχαν επαναστατήσει εναντίον των Τούρκων. Για ποιο λόγο ο Μεχμέτ Αλή ζήτησε να του δωρηθή η Θάσος και όχι κανένα άλλο νησί; Η πιο λογική βέβαια απάντηση είναι ότι η Θάσος βρισκόταν απέναντι από την γενέτειρά του Καβάλα και ήταν σχετικά εύφορη, ώστε με την είσπραξη των φόρων της να μπορή να συντηρή το πτωχοκομείο (ιμαρέτ), που είχε ιδρύσει στην πατρίδα του. Νομίζω όμως ότι στην απόκτηση ειδικά της Θάσου παρακινήθηκε ό Μεχμέτ Αλή και από έναν_άλλο λόγο, από την επιθυμία του να ευεργετήση τους κατοίκους της, από τούς οποίους είχε ευεργετηθή. Γιατί, σύμφωνα με μια σκοτεινή και αόριστη παράδοση, που εξακολουθεί να επιζή, ο Μεχμέτ Αλή έζησε, στην βρεφική του ηλικία, στον Άγιο Γεώργιο Θάσου, κοντά στην ελληνική οικογένεια Καραπαναγιώτη, ως ομογάλακτος του γιου της Θεοδωρούδη και αργότερα, όταν ακόμη ήταν άσημος, καταδιωκόμενος για κάποιο φόνο, βρήκε άσυλο στο ίδιο χωριό και στην ίδια οικογένεια….»
Θ) Τέλος, ο G. F. ABBOT, στο σύγγραμμά του με τίτλο «the tale of a tour in Macedonia», που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1903, σ’ ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, με τίτλο «ΤΕΜΠΕΛΧΑΝΕ Ή Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΟΚΝΗΡΩΝ», αναφέρει τα εξής:
«Το παραπάνω, είναι ένα προσωνύμιο με το οποίο είναι γνωστό το Ιμαρέτ της Καβάλας. Το Ιμαρέτ είναι ένα παράξενο ίδρυμα, ένας συνδυασμός σχολής και κουζίνας. Το τελευταίο, προσφέρει στέγη και τροφή σε περίπου τριακόσιους φτωχούς, άπληστους και ρακένδυτους σοφτάδες, δηλαδή σπουδαστές θεολογίας και δωρεάν πιλάφι σε όλους τους επισκέπτες.
Το πιλάφι είναι το τυπικό φαγητό του Τούρκου. Όπως κι εκείνος, είναι βαρύ, ανιαρό και δύσπεπτο, διαθέτοντας άφθονο σώμα, αλλά σχεδόν εντελώς στερημένο άξιας λόγου ψυχής. Πολύ σύντομα το βαριέσαι. Ωστόσο, δεν έχουν την ίδια άποψη οι φτωχοί της Καβάλας, οι οποίοι συνωστίζονται καθημερινά στις πύλες του Ιμαρέτ, οπλισμένοι με πιάτα, γαβάθες, δίσκους και οποιοδήποτε άλλο δοχείο, όπου μπορεί να τοποθετηθεί πιλάφι και αναμένουν ανυπόμονα ν’ ανοίξουν οι πύλες και ν’ αναδυθεί ο ευχάριστος ατμός, δίνοντάς τους μια πρόγευση του γεύματος που έχουν κερδίσει χωρίς κόπο. Το ρύζι γι’ αυτό το έδεσμα μεταφέρεται με μεγάλα φορτηγά πλοία κατευθείαν από την Αίγυπτο, ενώ η Αραβία προσφέρει τον καρπό του καφεόδεντρου της Μόκας, από τον οποίο παρασκευάζεται το λιτό ποτό που οι Τούρκοι αγαπούν περισσότερο, απ’ ότι οι Σκώτοι το ουίσκι ή οι Σλάβοι τη βότκα. Άλλες μωαμεθανικές χώρες δείχνουν την εκτίμησή τους για την αποστολή του Ιμαρέτ, με περιοδικές δωρεές σε χρήμα ή σε είδος. Ωστόσο, το τακτικό και σημαντικότερο μέρος του εισοδήματος του ιδρύματος προέρχεται από τα έσοδα της Θάσου, με τα οποία το έχει προικοδοτήσει ο ιδρυτής του. Η Θάσος αποτελεί τμήμα της επικράτειας του χεδίβη και κυβερνάται από έναν Αιγύπτιο μπέη και λίγους Αιγύπτιους αξιωματούχους, οι οποίοι μοιράζουν το χρόνο τους μεταξύ των ελαιώνων του νησιού και των καφενείων της ηπειρωτικής χώρας.
Το δημοφιλές παρατσούκλι δεν δυσφημεί καθόλου αυτά τα ιδρύματα. Δύσκολα θα μπορούσε να επινοηθεί πιο γόνιμο φυτώριο, για τη διάδοση της οκνηρίας και της άγνοιας. Οι Σοφτάδες, που μεγάλωσαν στην ανθυγιεινή ατμόσφαιρα τέτοιων ιδρυμάτων, πάντα διακρίνονταν για την άγρια και μισαλλόδοξη διάθεσή τους. Όποτε η κυβέρνηση θεωρεί ότι η σφαγή των χριστιανών είναι πολιτική αναγκαιότητα, βρίσκει σε αυτούς τους φοιτητές θεολογίας έτοιμους και ενθουσιώδεις πράκτορες, για την αφύπνιση αυτού του πνεύματος φανατισμού που, αν αφεθεί ανενόχλητο, κοιμάται ειρηνικά στην καρδιά των Τούρκων. Η εκπαίδευσή τους συνίσταται στην απομνημόνευση επιλεγμένων αποσπασμάτων του Κορανίου, στη σύνταξη στατιστικών στοιχείων, για τα διάφορα γράμματα του αλφαβήτου, που βρίσκονται στις διάφορες Σούρες του «Βιβλίου» και στην κατανάλωση πιλαφιού. Τα διαλείμματα μεταξύ αυτών των ασκήσεων γεμίζουν με προσευχές και καφέ.
Εκτός από τα ισχυρά κίνητρα της δωρεάν διαμονής και διατροφής, το Ιμαρέτ προσφέρει το προνόμιο της απαλλαγής από τη στρατιωτική θητεία. Μόλις γίνεις Σοφτάς, δεν μπορείς να γίνεις στρατιώτης. Καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να σε αναγκάσει ν’ ανταλλάξεις το λευκό τουρμπάνι και τα φαρδιά παντελόνια του φοιτητή με το κόκκινο φέσι και τα στενά παντελόνια του μαχητή. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα κάνουν το Κολλέγιο πολύ δημοφιλές και το λευκό τουρμπάνι είναι ένα διακριτικό που επιζητούν τόσο έντονα οι φιλόδοξοι νέοι της Τουρκίας, όσο το μπλε καπέλο οι φιλόδοξοι νέοι της Αγγλίας…
Τις Πέμπτες και τις Κυριακές, εκτός από το βασικό πιάτο του πιλαφιού, στους επισκέπτες σερβίρεται μια άλλη λιχουδιά, που ονομάζεται ζερντέχ (zerdeh) και παρασκευάζεται από ρύζι αρωματισμένο με ζάχαρη και χρωματισμένο με σαφράν. Επίσης, ένα γλυκό είδος πουρέ, που ονομάζεται φόντλα (fodla) και έχει γεύση σαν το στίχο του Ομάρ Καϊντίν (ο Omar Khayyam ήταν Πέρσης ποιητής).
Κατά τη διάρκεια της διαμονής μου στην Καβάλλα, είχα την ευκαιρία να απολαύσω όλα αυτά τα καλά πράγματα.
Πήγα εκεί γύρω στις δέκα το πρωί και με οδήγησαν πρώτα στην κουζίνα, ένα ευρύχωρο δωμάτιο, με αμμώδες δάπεδο και θολωτή οροφή. Μια σειρά από γιγάντια καζάνια, τοποθετημένα πάνω σε τεράστια, σιδερένια τρίποδα πάνω από φλόγες, έδειχναν, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι γινόταν μαγείρεμα σε τεράστια κλίμακα. Ο αρχιμάγειρας με υποδέχτηκε στην πόρτα και, με μια μεγαλοπρεπή κίνηση της ξύλινης κουτάλας του, έδειξε με υπερηφάνεια τον βραστήρα. Ο «βασιλιάς των ανθρώπων» δεν θα μπορούσε να χειριστεί το σκήπτρο «που του έδωσε ο Δίας» με πιο μεγαλοπρεπή αέρα. Εντυπωσιάστηκα βαθιά.
«Όλα αυτά είναι πιλάφι;» ρώτησα, κάπως αδιάφορα.
«Μα τον Αλλάχ τον Ελεήμονα και τον Συμπονετικό, ναι, είναι!» απάντησε η Αυτού Μεγαλειότης ο μάγειρας.
Ένα λιπαρό χαμόγελο αποκάλυψε μια σειρά από κεχριμπαρένια δόντια, η φωνή του κάλυψε για μια στιγμή το βουητό των καζανιών.
«Και θα είναι έτοιμο μέχρι το μεσημέρι;» ψιθύρισα.
«Αν ο Θεός το θελήσει, ναι, αφέντη!» βρυχήθηκε ο μάγειρας, με τόνο που έρχονταν σε αντίθεση με τη συμβατική σεμνότητα που υπονοούσαν τα λόγια του.
Ο μάγειρας ήταν προφανώς άντρας γεννημένος για να διοικεί.
Πρόσθεσε ότι θα θεωρούσε τιμή του, αν ο επιφανής άπιστος χότζας καταδεχόταν αργότερα να περάσει για μια κουταλιά πιλάφι κι έτσι με αποχαιρέτησε από το βασίλειό του.
Η επόμενη πρόσκλησή μου ήταν σ’ ένα από τα δωμάτια των φοιτητών. Υπήρχαν πάνω από εξήντα τέτοια δωμάτια, το καθένα από τα οποία μοιραζόταν μεταξύ τεσσάρων ή πέντε ατόμων. Στην πόρτα, η ευωδία του mocha berry καφέ, που ήδη ανέφερα, γέμισε τα ρουθούνια μου. Μπήκα δειλά και μέσα από ένα σύννεφο καπνού παρατήρησα τρεις φοιτητές, με τουρμπάνια και γένια, να κάθονται σταυροπόδι, πάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, χωρίς τα παπούτσια τους, πίνοντας με προσήλωση τον καφέ τους και εισπνέοντας νικοτίνη από ένα τσιμπούκι μήκους μιας γιάρδας. Με σοβαρότητα, αλλά ευγενικά, μου έκαναν νόημα να καθίσω ή να σκύψω δίπλα τους. Μ’ ένα κατάλληλο τεμενά – που σημαίνει ότι έσκυψα και σκούπισα τον αέρα με το δεξί μου χέρι και μετά άγγιξα το πηγούνι και το μέτωπό μου – δέχτηκα την πρόσκληση.
Ένας τέταρτος νεαρός, με τουρμπάνι και γένια, περίπου σαράντα ετών, ετοίμαζε εν τω μεταξύ ένα φλιτζάνι καφέ, στη μικρή, κόκκινη ξυλόσομπα που υπήρχε σε κάθε δωμάτιο. Ένα ράφι πάνω από το κεφάλι μου, με δύο ή τρεις τόμους στοιχειώδους αριθμητικής και ένα φθαρμένο χειρόγραφο του Κορανίου, έδειχνε ότι ο χρόνος που αυτοί οι κύριοι μπορούσαν ν αφιερώσουν εκτός από το να πίνουν καφέ, να καπνίζουν τσιμπούκια και να κοιμούνται, αφιερωνόταν επιμελώς στη μελέτη μαθηματικών και θεολογικών προβλημάτων.
Ενώ σκεφτόμουν αυτά τα θέματα, ξαφνιάστηκα από έναν παράξενο θόρυβο — ένα συνδυασμό στεναγμού και γρυλλίσματος — από ψηλά. Σήκωσα τα μάτια μου τρομαγμένος και ιδού! Ψηλά πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε ένας πέμπτος φοιτητής, με τουρμπάνι και γένια, που με κοίταζε σοβαρά μ ένα ζευγάρι σκούρα, ονειρικά, αμυγδαλωτά μάτια. Πρέπει να εξηγήσω γρήγορα ότι ο ευτυχισμένος ιδιοκτήτης αυτών των ματιών δεν είχε, όπως αρχικά σκέφτηκα ανόητα, εμφανιστεί από τον ουρανό, αλλά από ένα είδος παταριού ή εξώστη, που περιέβαλλε το δωμάτιο από τις τρεις πλευρές του και φωτιζόταν αμυδρά από ένα μικρό παράθυρο με σιδερένια κάγκελα. Η σχετική σκοτεινότητα αυτών των υψηλότερων περιοχών και τα σύννεφα καπνού που περιστρέφονταν γύρω τους με είχαν εμποδίσει να παρατηρήσω την ύπαρξη του παταριού πριν.
Αυτός ο «από μηχανής θεός», αφού έκανε αισθητή την παρουσία του μ’ αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο, ήρθε να ενταχθεί στον κύκλο μας, με εξίσου εκκεντρικό τρόπο. Πρώτα εμφανίστηκε ένα χαριτωμένο ζευγάρι πόδια με μάλλινα καλτσάκια, ακολούθησε ένα ζευγάρι πολύ φαρδιά παντελόνια με πολλές δίπλες και σύντομα αυτό το σύνολο από λινό κουλουριάστηκε σε μια γωνία απέναντί μου.
Εν τω μεταξύ, ο καφές μου είχε σερβιριστεί σ’ ένα μικρό φλιτζάνι χωρίς χερούλι, με μέγεθος και σχήμα μισού αυγού, και άρχισα να τον πίνω και να χτυπάω τα χείλη μου, σαν να ήμουν γεννημένος γι’ αυτό. Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι στοματικοί ήχοι, που θεωρούνται ασυγχώρητες παραβάσεις της καλής ανατροφής των ανδρών, από τους Τούρκους θεωρούνται αποδείξεις ευφυΐας και χρησιμοποιούνται επιμελώς. Η γνώση, εκ μέρους μου, της τουρκικής εθιμοτυπίας μ’ ενθουσίασε, αλλά λυπήθηκα τους οικοδεσπότες μου τόσο πολύ, που έπρεπε να καταπιώ ένα καυτό φλιτζάνι, πριν μου επιτραπεί να αποσυρθώ.
Η επόμενη επίσκεψη ήταν στη βιβλιοθήκη, όπου βρήκα χίλια καζάνια πιλάφι και έναν ωκεανό καφέ μαζί. Ποτέ πριν δεν είχα δει τόσο μεγάλο αριθμό αντικειμένων, που θα μπορούσαν να παρασύρουν έναν μελετητή να παραβιάσει την όγδοη εντολή, συγκεντρωμένα σ’ έναν εξίσου μικρό χώρο. Σειρά με σειρά βρίσκονταν τα προσεκτικά επισημασμένα, αν και σπάνια ανοιχτά, χειρόγραφα των Περσών ποιητών και των Αράβων σοφών - το ένα πλουσιότερο από το άλλο, όλα γραμμένα μ’ εξαιρετική γραφή, πάνω στην καλύτερη περγαμηνή που μπορεί να φανταστεί κανείς. Τα δάχτυλά μου μ’ έτρωγαν και οι τσέπες μου άνοιγαν, αλλά οι αρχές μου, ενισχυμένες από την παρουσία μισής ντουζίνας οξυδερκών υπαλλήλων, που συνέχιζαν να κοιτάζουν πάνω από τους ώμους μου, νίκησαν τον πειρασμό και έφυγα από το μέρος εκείνο, χωρίς να έχω γίνει πιο κακός, αν και είχα γίνει πολύ πιο σοφός, από την επίσκεψή μου.
Καθώς έβγαινα, σταμάτησα ξανά στην κουζίνα, όπου ο φίλος μου ο μάγειρας ήταν πολύ ευχαριστημένος κι ενθουσιασμένος, που έβλεπε έναν Φράγκο Χότζα να δοκιμάζει τα πιάτα του με τόση όρεξη και χαρά, σαν να είχε αποφοιτήσει από το Ιμαρέτ. Η τουρκική ψυχραιμία του έσπασε τελικά, υπό το βάρος του ενθουσιασμού του και είχα την ικανοποίηση ν’ ακούσω τους επαίνους μου ν’ απαγγέλλονται, σαν τον θεατρικό ψίθυρο πάνω στην σκηνή, πίσω από την πλάτη μου.
Αυτές οι αναμνήσεις και μερικά κόκκοι ρύζι που είχαν κολλήσει στο γιλέκο μου είναι τα μόνα που πήρα μαζί μου από αυτό τον άνετο οίκο της Μουσουλμανικής Μούσας».
«Το παραπάνω, είναι ένα προσωνύμιο με το οποίο είναι γνωστό το Ιμαρέτ της Καβάλας. Το Ιμαρέτ είναι ένα παράξενο ίδρυμα, ένας συνδυασμός σχολής και κουζίνας. Το τελευταίο, προσφέρει στέγη και τροφή σε περίπου τριακόσιους φτωχούς, άπληστους και ρακένδυτους σοφτάδες, δηλαδή σπουδαστές θεολογίας και δωρεάν πιλάφι σε όλους τους επισκέπτες.
Το πιλάφι είναι το τυπικό φαγητό του Τούρκου. Όπως κι εκείνος, είναι βαρύ, ανιαρό και δύσπεπτο, διαθέτοντας άφθονο σώμα, αλλά σχεδόν εντελώς στερημένο άξιας λόγου ψυχής. Πολύ σύντομα το βαριέσαι. Ωστόσο, δεν έχουν την ίδια άποψη οι φτωχοί της Καβάλας, οι οποίοι συνωστίζονται καθημερινά στις πύλες του Ιμαρέτ, οπλισμένοι με πιάτα, γαβάθες, δίσκους και οποιοδήποτε άλλο δοχείο, όπου μπορεί να τοποθετηθεί πιλάφι και αναμένουν ανυπόμονα ν’ ανοίξουν οι πύλες και ν’ αναδυθεί ο ευχάριστος ατμός, δίνοντάς τους μια πρόγευση του γεύματος που έχουν κερδίσει χωρίς κόπο. Το ρύζι γι’ αυτό το έδεσμα μεταφέρεται με μεγάλα φορτηγά πλοία κατευθείαν από την Αίγυπτο, ενώ η Αραβία προσφέρει τον καρπό του καφεόδεντρου της Μόκας, από τον οποίο παρασκευάζεται το λιτό ποτό που οι Τούρκοι αγαπούν περισσότερο, απ’ ότι οι Σκώτοι το ουίσκι ή οι Σλάβοι τη βότκα. Άλλες μωαμεθανικές χώρες δείχνουν την εκτίμησή τους για την αποστολή του Ιμαρέτ, με περιοδικές δωρεές σε χρήμα ή σε είδος. Ωστόσο, το τακτικό και σημαντικότερο μέρος του εισοδήματος του ιδρύματος προέρχεται από τα έσοδα της Θάσου, με τα οποία το έχει προικοδοτήσει ο ιδρυτής του. Η Θάσος αποτελεί τμήμα της επικράτειας του χεδίβη και κυβερνάται από έναν Αιγύπτιο μπέη και λίγους Αιγύπτιους αξιωματούχους, οι οποίοι μοιράζουν το χρόνο τους μεταξύ των ελαιώνων του νησιού και των καφενείων της ηπειρωτικής χώρας.
Το δημοφιλές παρατσούκλι δεν δυσφημεί καθόλου αυτά τα ιδρύματα. Δύσκολα θα μπορούσε να επινοηθεί πιο γόνιμο φυτώριο, για τη διάδοση της οκνηρίας και της άγνοιας. Οι Σοφτάδες, που μεγάλωσαν στην ανθυγιεινή ατμόσφαιρα τέτοιων ιδρυμάτων, πάντα διακρίνονταν για την άγρια και μισαλλόδοξη διάθεσή τους. Όποτε η κυβέρνηση θεωρεί ότι η σφαγή των χριστιανών είναι πολιτική αναγκαιότητα, βρίσκει σε αυτούς τους φοιτητές θεολογίας έτοιμους και ενθουσιώδεις πράκτορες, για την αφύπνιση αυτού του πνεύματος φανατισμού που, αν αφεθεί ανενόχλητο, κοιμάται ειρηνικά στην καρδιά των Τούρκων. Η εκπαίδευσή τους συνίσταται στην απομνημόνευση επιλεγμένων αποσπασμάτων του Κορανίου, στη σύνταξη στατιστικών στοιχείων, για τα διάφορα γράμματα του αλφαβήτου, που βρίσκονται στις διάφορες Σούρες του «Βιβλίου» και στην κατανάλωση πιλαφιού. Τα διαλείμματα μεταξύ αυτών των ασκήσεων γεμίζουν με προσευχές και καφέ.
Εκτός από τα ισχυρά κίνητρα της δωρεάν διαμονής και διατροφής, το Ιμαρέτ προσφέρει το προνόμιο της απαλλαγής από τη στρατιωτική θητεία. Μόλις γίνεις Σοφτάς, δεν μπορείς να γίνεις στρατιώτης. Καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να σε αναγκάσει ν’ ανταλλάξεις το λευκό τουρμπάνι και τα φαρδιά παντελόνια του φοιτητή με το κόκκινο φέσι και τα στενά παντελόνια του μαχητή. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα κάνουν το Κολλέγιο πολύ δημοφιλές και το λευκό τουρμπάνι είναι ένα διακριτικό που επιζητούν τόσο έντονα οι φιλόδοξοι νέοι της Τουρκίας, όσο το μπλε καπέλο οι φιλόδοξοι νέοι της Αγγλίας…
Τις Πέμπτες και τις Κυριακές, εκτός από το βασικό πιάτο του πιλαφιού, στους επισκέπτες σερβίρεται μια άλλη λιχουδιά, που ονομάζεται ζερντέχ (zerdeh) και παρασκευάζεται από ρύζι αρωματισμένο με ζάχαρη και χρωματισμένο με σαφράν. Επίσης, ένα γλυκό είδος πουρέ, που ονομάζεται φόντλα (fodla) και έχει γεύση σαν το στίχο του Ομάρ Καϊντίν (ο Omar Khayyam ήταν Πέρσης ποιητής).
Κατά τη διάρκεια της διαμονής μου στην Καβάλλα, είχα την ευκαιρία να απολαύσω όλα αυτά τα καλά πράγματα.
Πήγα εκεί γύρω στις δέκα το πρωί και με οδήγησαν πρώτα στην κουζίνα, ένα ευρύχωρο δωμάτιο, με αμμώδες δάπεδο και θολωτή οροφή. Μια σειρά από γιγάντια καζάνια, τοποθετημένα πάνω σε τεράστια, σιδερένια τρίποδα πάνω από φλόγες, έδειχναν, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι γινόταν μαγείρεμα σε τεράστια κλίμακα. Ο αρχιμάγειρας με υποδέχτηκε στην πόρτα και, με μια μεγαλοπρεπή κίνηση της ξύλινης κουτάλας του, έδειξε με υπερηφάνεια τον βραστήρα. Ο «βασιλιάς των ανθρώπων» δεν θα μπορούσε να χειριστεί το σκήπτρο «που του έδωσε ο Δίας» με πιο μεγαλοπρεπή αέρα. Εντυπωσιάστηκα βαθιά.
«Όλα αυτά είναι πιλάφι;» ρώτησα, κάπως αδιάφορα.
«Μα τον Αλλάχ τον Ελεήμονα και τον Συμπονετικό, ναι, είναι!» απάντησε η Αυτού Μεγαλειότης ο μάγειρας.
Ένα λιπαρό χαμόγελο αποκάλυψε μια σειρά από κεχριμπαρένια δόντια, η φωνή του κάλυψε για μια στιγμή το βουητό των καζανιών.
«Και θα είναι έτοιμο μέχρι το μεσημέρι;» ψιθύρισα.
«Αν ο Θεός το θελήσει, ναι, αφέντη!» βρυχήθηκε ο μάγειρας, με τόνο που έρχονταν σε αντίθεση με τη συμβατική σεμνότητα που υπονοούσαν τα λόγια του.
Ο μάγειρας ήταν προφανώς άντρας γεννημένος για να διοικεί.
Πρόσθεσε ότι θα θεωρούσε τιμή του, αν ο επιφανής άπιστος χότζας καταδεχόταν αργότερα να περάσει για μια κουταλιά πιλάφι κι έτσι με αποχαιρέτησε από το βασίλειό του.
Η επόμενη πρόσκλησή μου ήταν σ’ ένα από τα δωμάτια των φοιτητών. Υπήρχαν πάνω από εξήντα τέτοια δωμάτια, το καθένα από τα οποία μοιραζόταν μεταξύ τεσσάρων ή πέντε ατόμων. Στην πόρτα, η ευωδία του mocha berry καφέ, που ήδη ανέφερα, γέμισε τα ρουθούνια μου. Μπήκα δειλά και μέσα από ένα σύννεφο καπνού παρατήρησα τρεις φοιτητές, με τουρμπάνια και γένια, να κάθονται σταυροπόδι, πάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, χωρίς τα παπούτσια τους, πίνοντας με προσήλωση τον καφέ τους και εισπνέοντας νικοτίνη από ένα τσιμπούκι μήκους μιας γιάρδας. Με σοβαρότητα, αλλά ευγενικά, μου έκαναν νόημα να καθίσω ή να σκύψω δίπλα τους. Μ’ ένα κατάλληλο τεμενά – που σημαίνει ότι έσκυψα και σκούπισα τον αέρα με το δεξί μου χέρι και μετά άγγιξα το πηγούνι και το μέτωπό μου – δέχτηκα την πρόσκληση.
Ένας τέταρτος νεαρός, με τουρμπάνι και γένια, περίπου σαράντα ετών, ετοίμαζε εν τω μεταξύ ένα φλιτζάνι καφέ, στη μικρή, κόκκινη ξυλόσομπα που υπήρχε σε κάθε δωμάτιο. Ένα ράφι πάνω από το κεφάλι μου, με δύο ή τρεις τόμους στοιχειώδους αριθμητικής και ένα φθαρμένο χειρόγραφο του Κορανίου, έδειχνε ότι ο χρόνος που αυτοί οι κύριοι μπορούσαν ν αφιερώσουν εκτός από το να πίνουν καφέ, να καπνίζουν τσιμπούκια και να κοιμούνται, αφιερωνόταν επιμελώς στη μελέτη μαθηματικών και θεολογικών προβλημάτων.
Ενώ σκεφτόμουν αυτά τα θέματα, ξαφνιάστηκα από έναν παράξενο θόρυβο — ένα συνδυασμό στεναγμού και γρυλλίσματος — από ψηλά. Σήκωσα τα μάτια μου τρομαγμένος και ιδού! Ψηλά πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε ένας πέμπτος φοιτητής, με τουρμπάνι και γένια, που με κοίταζε σοβαρά μ ένα ζευγάρι σκούρα, ονειρικά, αμυγδαλωτά μάτια. Πρέπει να εξηγήσω γρήγορα ότι ο ευτυχισμένος ιδιοκτήτης αυτών των ματιών δεν είχε, όπως αρχικά σκέφτηκα ανόητα, εμφανιστεί από τον ουρανό, αλλά από ένα είδος παταριού ή εξώστη, που περιέβαλλε το δωμάτιο από τις τρεις πλευρές του και φωτιζόταν αμυδρά από ένα μικρό παράθυρο με σιδερένια κάγκελα. Η σχετική σκοτεινότητα αυτών των υψηλότερων περιοχών και τα σύννεφα καπνού που περιστρέφονταν γύρω τους με είχαν εμποδίσει να παρατηρήσω την ύπαρξη του παταριού πριν.
Αυτός ο «από μηχανής θεός», αφού έκανε αισθητή την παρουσία του μ’ αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο, ήρθε να ενταχθεί στον κύκλο μας, με εξίσου εκκεντρικό τρόπο. Πρώτα εμφανίστηκε ένα χαριτωμένο ζευγάρι πόδια με μάλλινα καλτσάκια, ακολούθησε ένα ζευγάρι πολύ φαρδιά παντελόνια με πολλές δίπλες και σύντομα αυτό το σύνολο από λινό κουλουριάστηκε σε μια γωνία απέναντί μου.
Εν τω μεταξύ, ο καφές μου είχε σερβιριστεί σ’ ένα μικρό φλιτζάνι χωρίς χερούλι, με μέγεθος και σχήμα μισού αυγού, και άρχισα να τον πίνω και να χτυπάω τα χείλη μου, σαν να ήμουν γεννημένος γι’ αυτό. Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι στοματικοί ήχοι, που θεωρούνται ασυγχώρητες παραβάσεις της καλής ανατροφής των ανδρών, από τους Τούρκους θεωρούνται αποδείξεις ευφυΐας και χρησιμοποιούνται επιμελώς. Η γνώση, εκ μέρους μου, της τουρκικής εθιμοτυπίας μ’ ενθουσίασε, αλλά λυπήθηκα τους οικοδεσπότες μου τόσο πολύ, που έπρεπε να καταπιώ ένα καυτό φλιτζάνι, πριν μου επιτραπεί να αποσυρθώ.
Η επόμενη επίσκεψη ήταν στη βιβλιοθήκη, όπου βρήκα χίλια καζάνια πιλάφι και έναν ωκεανό καφέ μαζί. Ποτέ πριν δεν είχα δει τόσο μεγάλο αριθμό αντικειμένων, που θα μπορούσαν να παρασύρουν έναν μελετητή να παραβιάσει την όγδοη εντολή, συγκεντρωμένα σ’ έναν εξίσου μικρό χώρο. Σειρά με σειρά βρίσκονταν τα προσεκτικά επισημασμένα, αν και σπάνια ανοιχτά, χειρόγραφα των Περσών ποιητών και των Αράβων σοφών - το ένα πλουσιότερο από το άλλο, όλα γραμμένα μ’ εξαιρετική γραφή, πάνω στην καλύτερη περγαμηνή που μπορεί να φανταστεί κανείς. Τα δάχτυλά μου μ’ έτρωγαν και οι τσέπες μου άνοιγαν, αλλά οι αρχές μου, ενισχυμένες από την παρουσία μισής ντουζίνας οξυδερκών υπαλλήλων, που συνέχιζαν να κοιτάζουν πάνω από τους ώμους μου, νίκησαν τον πειρασμό και έφυγα από το μέρος εκείνο, χωρίς να έχω γίνει πιο κακός, αν και είχα γίνει πολύ πιο σοφός, από την επίσκεψή μου.
Καθώς έβγαινα, σταμάτησα ξανά στην κουζίνα, όπου ο φίλος μου ο μάγειρας ήταν πολύ ευχαριστημένος κι ενθουσιασμένος, που έβλεπε έναν Φράγκο Χότζα να δοκιμάζει τα πιάτα του με τόση όρεξη και χαρά, σαν να είχε αποφοιτήσει από το Ιμαρέτ. Η τουρκική ψυχραιμία του έσπασε τελικά, υπό το βάρος του ενθουσιασμού του και είχα την ικανοποίηση ν’ ακούσω τους επαίνους μου ν’ απαγγέλλονται, σαν τον θεατρικό ψίθυρο πάνω στην σκηνή, πίσω από την πλάτη μου.
Αυτές οι αναμνήσεις και μερικά κόκκοι ρύζι που είχαν κολλήσει στο γιλέκο μου είναι τα μόνα που πήρα μαζί μου από αυτό τον άνετο οίκο της Μουσουλμανικής Μούσας».
ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ:
Η πρώτη, (που ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα), προέρχεται από το αρχείο του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίντ, το οποίο βρίσκεται στο ISTANBUL UNIVERSITASI και απεικονίζει, σε πρώτο πλάνο το παλιό, Οθωμανικό Τελωνείο και πίσω το φιλανθρωπικό συγκρότημα του Μεχμέτ Αλή, το γνωστό μας Ιμαρέτ.
Η δεύτερη, αλιευμένη από το facebook, απεικονίζει το ίδιο Ιμαρέτ, όπως ήταν το έτος 1912.
Η τρίτη προέρχεται από κάρτ ποστάλ της Καβάλας.
Οι υπόλοιπες φωτογραφίες προέρχονται από τα Γαλλικά, κρατικά αρχεία.
Η πρώτη, (που ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα), προέρχεται από το αρχείο του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίντ, το οποίο βρίσκεται στο ISTANBUL UNIVERSITASI και απεικονίζει, σε πρώτο πλάνο το παλιό, Οθωμανικό Τελωνείο και πίσω το φιλανθρωπικό συγκρότημα του Μεχμέτ Αλή, το γνωστό μας Ιμαρέτ.
Η δεύτερη, αλιευμένη από το facebook, απεικονίζει το ίδιο Ιμαρέτ, όπως ήταν το έτος 1912.
Η τρίτη προέρχεται από κάρτ ποστάλ της Καβάλας.
Οι υπόλοιπες φωτογραφίες προέρχονται από τα Γαλλικά, κρατικά αρχεία.








