Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

ΛΙΓΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΙΤΣΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ. (ΔΙΑΛΕΞΗ ΜΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ ΗΡΑΚΛΕΙΤΣΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ)


 Α) ΙΣΤΟΡΙΑ

 Στην Ανατολική Θράκη, την πανάρχαια γη των προγόνων μας, περίοπτη θέση καταλάμβαναν, ήδη κατά την απώτερη αρχαιότητα, οι πόλεις και οι οχυρές θέσεις των θρακικών παραλίων της Προποντίδας. Ειδικά στην περιοχή του Ιερού Όρους, υπήρχαν οι αρχαίες πόλεις Τειρίστασις (ή Περίστασις), Ηράκλεια (η μετέπειτα Ηρακλείτσα), η Γάνος (αργότερα ο Γάνος), αι Γανίαι και το Νέο τείχος, κτισμένες σε επίλεκτα σημεία της θρακικής παραλίας, είτε από γηγενείς Θράκες, είτε από Έλληνες αποίκους, (όπως λ.χ. η Γάνος, την οποία ίδρυσε ο οικιστής του Βυζαντίου, Βύζας ο Μεγαρεύς).

Το Ιερό Όρος αποτελεί εκτεταμένη, χαμηλή σχετικά οροσειρά, η οποία ξεκινά από το ύψος περίπου των χωριών Σιμιτλή και Κουμβάου και φθάνει μέχρι τη χερσόνησο της Καλλιπόλεως, καλύπτοντας το αντίστοιχο τμήμα της θρα­κικής παραλίας της Προποντίδας. Είναι πολύ δασωμένο και στ’ απέραντα δάση του ευδοκιμούν ποικιλίες δένδρων οικο­δομήσιμης και καύσιμης ξυλείας, ενώ σε ορισμένα σημεία της παραλίας της Προποντίδας, μεταξύ Αυδημίου και Κουμβάου, καταλήγει σε απόκρημνες και πετρώ­δεις πλαγιές, αδιάβατες ακόμα και σήμερα, που ήταν γνωστές με το όνομα «Βαρδαλάκος».

 Δύο από τις κορυφές του είναι ψηλότερες. Η μια, με υψόμετρο 877 μέτρα, βρίσκεται στα βόρεια του Γάνου και λέγεται «Πύργος», η δε άλλη, με υψόμετρο 689 μέτρα, βρίσκεται στα βόρεια της Περιστάσεως και της Ηρακλείτσας και λέγεται "Αγιος Ηλίας» ("Αη-Λιας).

 Η θέα από την κορυφή του Πύργου είναι τόσο υπέροχη, ώστε συναρπάζει τον θεατή. Προς τ’ ανατολικά, νότια και νο­τιοδυτικά φαίνεται η θάλασσα της Προποντίδας, από το Βόσπορο μέχρι τον Ελλήσποντο και κατ' ευθείαν απέναντι τα Μικρασιατικά παράλια, με τα Μαρμαρόνησα και στο βάθος τα μεγαλοπρεπή όρη του Ολύμπου και της Ίδης της Βιθυνίας. Προς τα δυτικά και βόρεια, ολόκληρη η Θράκη μέχρι τη Ροδόπη και τις νότιες παραφυάδες του Αίνου, με τις πόλεις Αδριανούπολη και Σαράντα Εκκλησίες και ακόμα ανατολικώτερα η οροσει­ρά της Στράντζας.

 Στη βυζαντινή περιοδο η περιοχή των Γανοχώρων παρουσίασε μεγάλη ακμή, γιατί βρισκόταν πολύ κοντά στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, ενώ ιδιαίτερα γνωστή έγινε όταν στις δασωμένες πλαγιές του Ιερού Όρους, ιδιαίτερα πάνω από το Γάνο, ιδρύθηκε, κατά τον 11ο αιώνα, ονομαστό, μοναστικό κέντρο, με πλήθος μοναστηριών, όπου μόνασαν σπουδαίες μορφές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, όπως ο ιδρυτής της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους, Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης.

Αυτή η ευμάρεια των Γανοχώρων δεν σήμαινε, όμως, ότι ήταν απαλλαγμένα από συμφορές. Οι για αιώνες επιδρομές διάφορων, βαρβαρικών λαών, που κατέβαιναν από τη βόρεια Βαλκανική και ιδιαίτερα οι συνεχείς επιθέσεις και λεηλασίες της Θράκης από τους Βουλγάρους δεν άφηναν αθικτα τα Γανόχωρα. Η χαριστική βολή, όμως, ήλθε όταν το έτος 1354 καταλήφθηκε από το Σουλεϋμάν, γιο του οθωμανού σουλτάνου Ορχάν, η Καλλίπολη, την κατάληψη της οποίας ακολούθησαν τα γειτονικά Γανόχωρα, τα οποία, έτσι, είχαν την ατυχία να είναι τα πρώτα εδάφη της Ευρώπης, τα οποία περιήλθαν υπό την οθωμανική κυριαρχία.

 Η κατάληψη της Θράκης γενικότερα και των Γανοχώρων ειδικότερα, με τις σφαγές και την υποδούλωση των κατοίκων, τις λεηλασίες και τις αναγκαστικές μετοικεσίες, κύρια δε τον βίαιο εξισλαμισμό των Χριστιανών κατοίκων, οδήγησε στην ερήμωση της Θράκης, καθώς και των ευρισκόμενων στην θρακική παραλία της Προποντίδας βυζαντινών φρουρίων, μετά όμως την κατάκτηση, αργά – αργά το Ιερό Όρος και τα παράλιά του εποικίστηκαν και πάλι από Έλληνες Θρακιώτες, που ίδρυσαν, αρχίζοντας από το δυτικό, Ιερό Όρος, μια σειρά κωμοπόλεων και χωριών, με αμιγώς ελληνική σύσταση και χαρακτήρα, τα οποία αργότερα ονομάστηκαν Γανόχωρα, από τα ονόματα των δύο αρχαιοτέρων και σημαντικοτέρων απ’ αυτά, του Γάνου και της Χώρας. Οι δύο μάλιστα αυτοί γεωγραφικοί όροι έγιναν τόσο αλληλένδετοι μεταξύ τους, ώστε να μη νοείται ό ένας διάφορος από τον άλλον. Στην πράξη, Γανόχωρα σήμαινε Ιερό Όρος και Ιερό Όρος σήμαινε Γανόχωρα.

 Στα τέλη του 19ου αιώνα τα Γανόχωρα αποτελούσαν ένα σύνο­λο 21 ακραιφνώς ελληνικών κωμοπόλεων και χωριών, με συνολικό πληθυσμό 32.000 περίπου ψυχών, από τα όποια τα πέντε κυριώτερα, Γάνος, Χώρα, Μυριόφυτο, Περίσταση και Στέρνα, ήταν πραγματικές κωμοπόλεις, με πληθυ­σμό ο οποίος, πριν από τους διωγμούς του 1914, έφθανε, κατά τα τότε στοι­χεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τις 4000, 4500, 5000, 5000 και 3000, αντίστοιχα. Αποτελούσαν δύο εκκλησιαστικές επαρχίες, τη Μητρόπολη Γάνου και Χώρας, που περιλάμβανε τις κοινότητες, Γάνου, Χώρας, Αυδημίου, Νεο­χωρίου, Μηλιού, Κερασιάς, Ιντζέκιοΐ, Κασταμπόλεως, Σεντουκίου και Παλαμουτίου και την Μητρόπολη Μυριοφύτου και Περιστάσεως, που ιδρύθηκε το έτος 1909 και περιλάμβανε τις Κοι­νότητες Μυριοφύτου, Περιστάσεως, Ηρακλείτσας, Πλατάνου, Στέρνας, Λούπιδας, Καλαμιτσίου, Καλοδένδρου, Λιμνίσκης και Νεοχωρίου, με τελευταίους Μητροπολίτες, τον σεβασμιώτατο Τιμόθεο Λαμνή (Λέσβιο την καταγωγή) η πρώτη και τον Σωφρόνιο Σταμούλη (Σηλυβριανό την καταγωγή) η δεύ­τερη.

 Ο πληθυσμός των κωμοπόλεων και χωριών αυτών, γνησιώτατα ελλη­νικός, (από τις 32.000 κατοίκους των αρχών του 20ού αιώνα, οι 30.500 ήταν Έλληνες), με σιδερένια, εθνική συνείδηση και ακμαία σχολεία, ζούσε σχεδόν ελεύθερος ως το 1913, οπότε άρχισε ο φρικτός εκείνος διωγμός των Ελλήνων της Ανατ. Θράκης, που κράτησε ως την κήρυξη του Α' παγκοσμίου πολέμου και συνεχίσθηκε σ' όλη σχεδόν την διάρκειά του. Ήταν ένας πληθυσμός με πλήρη επίγνωση των εθνικών του υποχρεώσεων, εμφορούμενος από το όραμα της εθνικής αποκατάστασής του. Ήταν τόσο έντονη η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στις δύο εκεί­νες εκκλησιαστικές επαρχίες, ώστε μετά την κήρυξη του τουρκικού Συντάγματος του 1908, Καϊμακάμηδες (Έπαρχοι) διορίζονταν Έλληνες.

 Μια από τις ακμαίες, ελληνικές κοινότητες των Γανοχώρων της Προποντίδας ήταν και η Ηρακλείτσα, για την οποία ο Ευστράτιος Δράκος, στο σύγραμμα που εξέδωσε το έτος 1892 στην Αθήνα με τίτλο «ΤΑ ΘΡΑΚΙΚΑ – Διάλεξις περί των εκκλησιαστικών επαρχιών Σηλυβρίας, Γάνου και Χώρας, Μετρών και Αθύρων, Μυριοφύτου και Περιστάσεως, Καλλιπόλεως και Μαδύτου», αναφέρει, με την γλώσσα εκείνης της εποχής, τα εξής: «»Πάνυ ευάερος και χαρίεσσα νυν είναι η παραθαλασσία Ηρακλείτσα, κειμένη νοτίως πως και ώραν μακράν του Μυριοφύτου..»

 Στη θέση της Ηρακλείτσας υπήρχε κατά την αρχαιότητα μια ισχυρή, παράλια κώμη, η Ηράκλεια, την οποία αναφέρει ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς στο έργο του «Περίπλους», ως εξής: «Μετά δε την Χερρόνησόν εστι Θράκια τείχη τάδε. Πρώτον Λευκή Ακτή, Τειρίστασις, Ηράκλεια, Γάνος, Γανίαι, Νέον Τείχος, Πέρινθος πόλις και λιμήν…» Το όνομά της εκείνη η αρχαία κώμη το έλαβε από τον Ηρακλή, όπως αποδείχθηκε από μια επιγραφή που βρέθηκε κατά τη θεμελίωση του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία έγραφε «ΙΕΡΟΝ ΗΡΑ», υπονοώντας τον Ηρακλή. Ίχνη από τα αρχαία τείχη της υπήρχαν, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ το ακρωτήριό της, μαζί με το απέναντι, στη μικρασιατική ακτή, ευρισκόμενο ακρωτήρο της αρχαίας ελληνικής πόλεως Πριάπου, σχημάτιζαν τα χείλη του Ελλησπόντου.

Σ΄ένα Μηναίο, που εξέδωσε κάποιος Ανδρέας Σπινέλλος, «μονετάριος της εκλαμπρωτάτης αρχής των Ενετών», με αφορμή την περιγραφή κάποιας κατακλυσμιαίας βροχής που έπληξε το Μυριόφυτο, την Περίσταση και την Ηρακλείτσα την 7η Οκτωβρίου του 1684, αναφερόταν ότι τότε η Ηρακλείτσα «πόλις ην μεγάλη».

 Οι Έλληνες κάτοικοι της Ηρακλείτσας ανέρχονταν κατά το έτος 1873 σε 1.500, σύμφωνα με την Επετηρίδα του Θρακικού, Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, το 1890 αριθμούσαν περί τις 250 οικογένειες και, σύμφωνα με τον Ευστράτιο Δράκο, περί τα 1.850 άτομα κι ασχολούνταν με τη γεωργία, την αμπελουργία και την σηροτροφία, ενώ πολλοί είχαν ξενητευθεί, στην Κωνσταντινούπολη και το εξωτερικό, όπου απέκτησαν οικονική επιφάνεια αλλά κι εκεί ποτέ δεν λησμόνησαν την πατρίδα τους, την οποία συνεχώς και παντοιοτρόπως βοηθούσαν. Στην Ηρακλείτσα λειτουργούσε με­γάλο εργοστάσιο επεξεργασίας μεταξιού, της εμπορικής επιχείρησης των αδελφών Πασχαλίδη, που είχε την έδρα της στην Προύσα. Τα προϊόντα της ήταν ξακουστά σ' όλη την Ανατολή κι εξάγονταν έως την Περσία και το Τουρκιστάν.

 Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα στην Ηρακλείτσα δεν υπήρχαν Τούρκοι, εκτός από έναν υπάλληλο που εισέπραττε τους φόρους. Η κοινότητα ήταν πλήρως αυτοδιοικούμενη, μια και τη διοίκησή της ασκούσε η δημογεροντία, μ’ εκτελεστικό όργανο τον λεγόμενο Δήμαρχο ή Μουχτάρη ή Τσορμπατζή, ο οποίος και προέδρευε στις συνεδριάσεις της.

 Οι Ηρακλειτσιανοί διέθεταν Κώδικα, που φυλασσόταν στην εκκλησία κι ήταν θεωρημένος από την Μητρόπολη, του οποίου το κύρος αναγνώριζαν και τα οθωμανικά Δικαστήρια. Σ’ αυτόν καταχωρούνταν οι κάθε είδους δικαιοπραξίες κι επίσημες πράξεις, όπως διαθήκες, προικοσύμφωνα, δωρεές, πωλητήρια κλπ. Ο Κώδικας αυτός έφθασε μεν μέχρι την Καβάλα, μαζί με ολόκληρη την κινητή περιουσία της κοινότητας, συσκευασμενη σε κιβώτια που περιείχαν τις εικόνες των ναών, βιβλία εκκλησιαστικά και ιερά άμφια, λάβαρα και φανούς της εκκλησίας, βιβλία της βιβλιοθήκης του σχολείου, καμπάνες της εκκλησίας και των σχολείων και άλλα, χάθηκε όμως μόλις έφθασε, μαζί με ολόκληρ το κιβώτιο που τον περιείχε, στον περίβολο του ιερού ναού του Αγίου Ιωάννη, όπου είχαν τοποθετηθεί τα κιβώτια.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ηρακλείτσα παρουσίαζε μεγάλη πρόοδο, αφού η οικονομία της ήταν ανθηρή, όλη όμως αυτή η πρόοδος σταμάτησε τα ξημερώματα της 27ης Ιουλίου του 1912 (με το παλιό ημερολόγιο), οπότε ένας ισχυρότατος σεισμός, έντασης 7,6 ρίχτερ, προερχόμενος από το διερχόμενο από την Προποντίδα ρήγμα της Ανατολίας και τον οποίο ακολούθησαν, μετά από 8 ώρες ένας μετασεισμός των 6,2 ρίχτερ και μετά ένα μήνα ένας ακόμη των 6,7 ρίχτερ, σώριασαν σ’ ερείπια τα όμορφα Γανόχωρα κι έσπειραν το θάνατο, την καταστροφή και τη δυστυχία σ’ αυτά. Ο σεισμός, που τον ακολούθησαν εκτεταμένες πυγκαγιές, κατέστρεψε γύρω από την Προποντίδα 310 πόλεις και χωριά, προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε 272 οικισμούς, είχε 2.826 νεκρούς και 7.353 τραυματίες, ενώ άφησε 83.600 άστεγους.

 Ειδικά στην Ηρακλείτσα κατέρρευσε το μεγαλύτερο μέρος των κτισμάτων κι έχασαν τη ζωή τους 37 κάτοικοι, ενώ τραυματίστηκαν περίπου 200. Επίσης, η γυναικεία Ιερά Μονή των επτά Μακκαβαίων και της μητρός τους Σολομονής ερειπώθηκε από το σεισμό και παρέμεινε μισοκατεστραμμένη μέχρι το έτος 1922, ενώ μέχρι τότε στη θέση της παρέμεινε λειτουργικό μόνο ένα παρεκκλήσι της. Πολλοί, όμως, κάτοικοι της Ηρακλείτσας κατοικούσαν μόνιμα στην Κων/πολη και σε πόλεις του εξωτερικού, ορισμένοι δε απ’ αυτούς κατείχαν και υψηλές θέσεις στα γράμματα, το εμπόριο, την εκκλησία και γενικά στη οικονομική και πνευματική κίνηση, ενώ υπήρχαν και αρκετοί τεχνίτες οικοδόμοι και ξυλουργοί, που κατοικούσαν στην Ηρακλείτσα, αλλά εργάζονταν κι αυτοί στην Κωνσταντινούπολη και στην υπόλοιπη Θράκη. Όλοι αυτοί προσέτρεξαν για την περίθαλψη των σεισμοπλήκτων του χωριού τους, σε συνεργασία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, (ο ίδιος ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ επισκέφθηκε τότε τα Γανόχωρα), στέλνοντας τρόφιμα, ρουχισμό, γιατρούς και νοσοκόμους, γεωλόγους, καθώς και ξυλεία για την ανοικοδόμηση των οικιών των φτωχών οικογενειών, καθώς και των εκπαιδευτηρίων που είχαν καταστραφεί. Τότε φάνηκε το υψηλό αίσθημα αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των ομογενών προς την αγαπημένη πατρίδα τους.

 Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας και ολόκληρης της Θράκης υπέστησαν πολλά δεινά, μεταξύ των οποίων ήταν η συστηματική προσπάθεια των νεοτούρκων να εξοντώσουν ή να εκδιώξουν βίαια από τις πανάρχαιες εστίες τους όλους τους ελληνικούς πληθυσμούς, αφού κανένας τους δεν συναινούσε να εκτουρκιστεί. Αυτό προσπάθησαν να το πετύχουν οι νεότουρκοι με την αποστολή των ανδρών στα «αμελέ ταμπουρού» ή τάγματα εργασίας, τον εκτοπισμό των γυναικοπαίδων και των γερόντων στη Μικρά Ασία με σκοπ΄τη συστηματική εξόντωσή τους από τις κακουχίες, με φόνους, βιασμούς γυναικών, καταπίεση και τρομοκρατία, αλλά και με την υψηλή φορολογία και τον εμπορικό αποκλεισμό των ελληνικών οικονομικών μονάδων, δεινά τα οποία αυξάνονταν από τη δράση Βούλγαρων κομιτατζήδων, που διέτρεχαν όλη την Θράκη και καταπίεζαν τους Έλληνες κατοίκους της με τρόπο όχι καλύτερο από εκείνο των Τούρκων. Εκείνη την περίοδο (1914) εκτοπίστηκαν από τις εστίες τους στα Γανόχωρα 7.018 Γανοχωρίτες, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι 773 από τους 1.442 κατοίκους που είχε τότε η Ηρακλείτσα. Οι πιο πάνω Ηρακλειτσιανοί εκτοπίστηκαν στη Λεύκη της Νίκαιας. Πράγματι, από επιστολή των προκρίτων της Ηρακλείτσας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου του 1915, πληροφορούμαστε ότι οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μεταναστεύσουν στη Λεύκη της Νίκαιας. Στην αρχή της επιστολής οι πρόκριτοι εξέφραζαν τις ευχαριστίες τους προς την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προς την Επιτροπή των προσφύγων, για την οικονομική βοήθεια των 15 λιρών που τους απέστειλε, ενώ στη συνέχεια ζητούσαν «πάλιν να φροντίση περί ημών και μη αφήση να χαθούν τόσαι υπάρξεις ένεκα πείνης και γυμνό­τητος. Χριστιανοί εκποίησαν μέχρι τούδε παν ότι είχον προς διατροφήν των». Πράγματι, οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας, κατά την περίοδο της παραμονής τους στη Λεύκη, αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα. Αυτό το διαπιστώνουμε μέσα κι από άλλες επι­στολές των κατοίκων προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως αυτή που έφερε ημερομηνία 23 Νοεμβρίου του 1915. Ο μητροπολίτης Μυριοφύτου και Περιστάσεως Φιλόθεος (1908-1916) αναφέρει, σχετικά με την κατάσταση των προσφύγων, τα εξής·. «Η εσχάτη απόγνωσις και απελπισία, ήτις κατέβαλε τους δυστυχείς και ταλαιπώρους Χριστιανούς των χωρίων Ηρακλείτσης καί Λούπιδας της ταπεινής επαρχίας μου, τους εν ελεεινή και οικτρά καταστάσει ευρισκο­μένους εν τη ξένη, εξαναγκάζει αυτούς και πάλιν και πολλάκις ίνα μεθ' αιμασσούσης καρδίας διεκτραγωδήσωσι τα δεινοπαθήματα αυτών, τα εκ της δυστυχίας καί της μαστίζουσης αυτούς πείνης απορρέοντα, και εξαντλήσωνται την φιλόστοργον μέριμνα της Μη­τρός Εκκλησίας». Από την επιστολή αυτή γνωρίζουμε τη δρα­ματική κατάσταση των προσφύγων κατοίκων της Ηρακλείτσας, καθώς επίσης και το ότι ο μητροπολίτης Μυριοφύτου και Περιστάσεως Φιλόθεος, προφανώς λόγω των ταραχών, εγκατέλειψε τότε την έδρα του και διέ­μενε στο Φανάρι.

 Οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Λεύκη, προσπάθησαν ν’ αντιμετωπίσουν τα οικονομικά τους προβλήματα· όρισαν μάλιστα το 1915 αντιπροσώπους, οι οποίοι προσπάθησαν να δώσουν λύσεις στη δύσκολη ζωή των προ­σφύγων στη Λεύκη. Οι πρόσφυγες στερούνταν και τα απα­ραίτητα προς το ζην και κατόρθωσαν να επιβιώσουν χάρη στην υπο­μονή τους και τη βοήθεια του Οικουμενικού θρόνου. Η προσφυγιά τους διήρκεσε έως το Νοέμβριο του 1918, οπότε οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας εγκατέλειψαν τη Λεύκη και μέσω των κωμοπόλεων Αντά Παζάρ και Χαϊντάρ Πασά επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Όμως, από τους 773 εκτοπισθέντες, μόνο οι 395 επέστρεψαν στο χωριό τους, όπου ήλθαν αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα. Οι υπόλοιποι είχαν πεθάνει από τις κακουχίες. Αλλά και για όσους επέζησαν, ο πόλεμος είχε καταστρέψει τις περιουσίες τους. Τη δραματική κατάστασή τους απεικονίζει εναργώς έα πρακτικό, που συν­τάχθηκε από τη δημογεροντία Ηρακλείτσας την 21η Απριλίου του 1919 και από το οποίο προκύπτει ότι από τις 305 οικίες που υπήρχαν στην Ηρακλείτσα πριν την αναχώρηση των κατοίκων για τη Λεύκη, οι 105 είχαν καταστραφεί και μόνο οι 80 ήταν κατοικήσιμες. Στις υπόλοιπες 120 έπρεπε να γίνουν σημαντικές επισκευές. Από τα 1.000 στρέμματα αμπελώνων είχαν καταστραφεί τα 950· από τα 750 στρέμματα μουριών τα 720. Συνολικά, από τα 10.200 στρέμματα καλλιεργήσιμων αγρών που υπήρχαν στην κοινότητα, τα 10.000 είχαν γίνει άγονα. Επίσης, από τα 35 ζεύγη βοών που εγκατέλειψαν πίσω τους, βρέθηκαν μόνο τα 4. Στον αγώνα τους, όμως, για την αποκατάσταση των ζημιών, οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας δεν ήταν μόνοι· είχαν την ηθική και υλική υποστήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σημαντική ήταν και η βοήθεια που δόθηκε το 1919 στους άπορους αμπελουργούς, από την Κεντρική Επιτροπή Μετατοπισθέντων Ελλη­νικών Πληθυσμών, που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη.

 Έτσι, σταδιακά και παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας, άρχισαν ν’ ανακάμπτουν. Οι εκλεγμένοι δημο­γέροντες δραστηριοποιήθηκαν και προσπάθησαν να δώσουν λύσεις, στα οικονομικά κυρίως, προβλήματα. Ήδη την 21 Απριλίου του 1919, σ’ επιστολή τους προς το μητροπολίτη Μυριοφύτου και Περιστάσεως Σωφρόνιο Σταμούλη, οι δημογέροντες της Ηρακλείτσας εξέ­θεσαν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν και ζήτησαν τη συμπαράστασή του. Σ' άλλη επιστολή τους, με ημερομηνία 28 Ιουλίου του 1919, οι δημογέροντες προσπάθησαν να βοηθήσουν τους άπορους αμπελουργούς.

Τον Ιούνιο του 1920 ο ελληνικός στρατός, έχοντας επικεφαλής τον Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, απελευθέρωσε τη Δυτική Θρά­κη και κατευθύνθηκε προς την Ανατολική, όπου, ήδη από τον Απρίλιο του 1920, είχε εκδηλωθεί στασιαστικό κίνημα κατά του σουλτάνου, εκ μέρους του διοικητή του Α’ τουρκικού σώματος, Τζαφέρ Ταγιάρ. Σύντομα (τον Ιούλιο του 1920) οι ελληνικές δυνάμεις υποχρέωσαν τον Ταγιάρ να συνθηκολογή­σει και αμέσως κατέλαβαν την Αδριανούπολη, ενώ μέχρι το τέλος Ιουλίου επεκτάθηκαν σ’ ολό­κληρη την Ανατολική Θράκη, εκτός από μια μικρή περιοχή ανατολικά της γραμμής Μήδειας-Τσατάλτζας και τη Θρακική χερσόνησο. Ακολούθησε η έλευση του τότε Έλληνα μονάρχη, Αλεξάνδρου, στη Ραιδεστό, τις Σαράντα Εκκλησιές και στην Αδριανούπολη και στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 υπογράφτηκε η συνθήκη των Σεβρών, η οποία παραχώρησε στην Ελλάδα ολόκληρη την Δυτική Θράκη και την Ανατολική με την Καλλίπολη μέχρι την Τσατάλτζα (γραμμή Ποδήματος-Στράντζας-Ηράκλειας). Στις 9 Αυγούστου του 1920 ο Βενιζέλος έστειλε τηλεγράφημα στον ύπατο αρμοστή της Ελλάδας στην Θράκη, Αντ. Σαχτούρη, με το οποίο του ζητούσε να λάβει αμέσως ουσιαστικά μέτρα, για την αναδιοργάνωση των νέων, ελληνικών εδαφών και την εφαρμογή ενός σχεδίου που θα ενέπνεε εμπιστοσύνη σε όλες τις εθνότητες, θα εξα­σφάλιζε την ισονομία και την ισοπολιτεία, θα επέβαλε την λήθη στα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί και θα συνέβαλε στην άμεση επιστροφή των εκτοπισμένων, ελληνικών πληθυσμών. Σταδιακά άρχισε, έτσι, η εγκατάσταση των ελληνικών, διοικητικών αρχών στην Θράκη και οι Τούρκοι προϊστάμενοι των υπηρεσιών της Αδριανουπόλεως και των διοικήσεων Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών και Καλλιπόλεως παρέδωσαν τις διοικήσεις τους στους Έλληνες με τακτικά πρωτόκολλα.

 Η ελληνική διοίκηση στην Ανατολική και στη Δυτική Θράκη οργανώθηκε με αργά, αλλά σταθερά βήματα. Γενικός διοικητής των δύο επαρχιών ορίσθηκε αρχικά ο ύπατος αρμο­στής Αντ. Σαχτούρης. Με τον νόμο 2492 της 10ης Σεπτεμβρίου 1920 ενσωματώθηκε και τυπικά στο ελληνικό κράτος η κατεχό­μενη στρατιωτικά Ανατολική και Δυτική Θράκη και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος.

 Η Ανατολική Θράκη διαιρέθηκε σε 4 νομούς και 23 υποδιοικήσεις. Αργότερα, μετά την διοικητική ένωση και της Δυτικής Θράκης, η Θράκη χωρίσθηκε σε 6 νομούς (Αδριανουπόλεως, Καλλιπόλεως, Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών, 'Εβρου και Ροδόπης). Οι πρωτεύουσες των νομών και των υποδιοικήσεων πήραν ελληνικές ονομασίες όπως π.χ. Νίκη (Χάφσα), Μακρά Γέφυρα (Ουζούν-Κιοπρού), Περίσταση (Σάρκιοϊ) κλπ., ενώ παράλληλα με την εσωτερική οργάνωση των κοινοτήτων της Ανα­τολικής Θράκης η ελληνική διοίκηση κατέβαλλε τεράστιες προσπάθειες για την οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών.

 Από τις 16-09-1920 μέχρι τις 25-10-1920 επέστρεψαν στις εστίες τους, στην Ανατολική Θράκη, 62.000 πρόσφυγες, ανάμεσα στους οποίους και πολλοί Ηρακλειτσιανοί, που προστέθηκαν στους άλλοτε εκτοπισμένους στη Λεύκη της Νίκαιας, οι οποίοι είχαν επιστρέψει νωρίτερα. Η προσπάθεια ανασυγκρότησης του χωριού τους και της οικονομίας του ενισχύθηκε από τις προσπάθειες της ελληνικής Διοίκησης Θράκης, η οποία με αποτελεσματικούς τρόπους προσπάθησε να θέσει και πάλι σε λειτουργία την οικονομία της Ανατολικής Θράκης, όπως π.χ. παρέχοντας δάνεια, όπως ήταν αυτά που παρείχε σε 200 από τις 314 συνολικά προσφυγικές οικογένειες της επαρχίας Περιστάσεως, ύψους 40.530 τουρκικών λιρών, ενισχύοντας και στηρίζοντας την ίδρυση Γεωργικών, Πιστωτικών Συνεταιρισμών, όπως ήταν αυτός που ιδρύθηκε στην Ηρακλείτσα τον Οκτώβριο του 1920, με 23 ιδρυτικά μέλη και κεφάλαιο 4.600 τουρκικών λιρών κλπ.

Λίγο, όμως, πολύ λίγο χάρηκαν κι οι Ηρακλειτσιανοί, όπως και οι υπόλοιποι Ανατολικοθρακιώτες, την ελευθερία τους και την ενσωμάτωσή τους στον εθνικό κορμό. Όλες οι προσπάθειές τους γι’ ανασυγκρό­τηση του χωριού τους έμειναν ημιτελείς, αφού ήλθε αναπάντεχα ο χαλασμός του Αυγούστου του 1922 στη Μικρά Ασία, που παρέσυρε στο χαμό και την καταστροφή και την Ανατολική Θράκη. Όπως όλοι οι Ανατολικοθρακιώτες, έτσι κι αυτοί πήραν τον δρόμο της εξορίας, εγκαταλείποντας, οριστικά αυτή τη φορά, τις πατρο­γονικές τους εστίες. Άφησαν το αγαπημένο χωριό τους, τα σπίτια και τα καταστήματά τους, τους αγρούς και τα βοσκοτόπια τους, τα σχολεία, τις εκκλησίες και τα ιστορικά μοναστήρια τους, τα νεκροταφεία με τους τάφους των γονέων, αδελ­φών και συγγενών τους, για να καταφύγουν, πρόσφυγες πια, με ατμόπλοια που τους παρέλαβαν από την Περίσταση, στην Καβάλα και να ιδρύσουν εδώ τη νέα πατρίδα τους, στην οποία έδωσαν το όνομα της αλησμόνητης πατρίδας τους στη Θράκη, ενώ ένα μέρος τους εγκαταστάθηκε στην Κάρυανη Καβάλας.

 Η αναχώρηση των Ηρακλειτσιανών, όπως και των λοιπών Ανατολικοθρακιωτών, από τη γενέθλια γη δεν έγινε ήρεμα, αλλά μέσα σε κλίμα έντονου πανικού, ο οποίος κατέλαβε όλους τους Θρακιώτες το φθινόπωρο του 1922, αμέσως μετά την απόφαση για την εκκένωση της Θράκης, με το επαίσχυντο Πρωτόκολλο των Μουδανιών, μετά την υπογραφή του οποίου ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε μέσα σε 15 μέρες να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη και ν' αποσυρθεί δυτικά του Έβρου. Συμμαχικές δυνάμεις ανέλαβαν να μεταβιβάσουν τις πολιτι­κές εξουσίες στις τουρκικές αρχές, 30 μέρες μετά την εκκένωση της Ανα­τολικής Θράκης από τους κατοίκους της. Τότε ο πανικός των ντόπιων και των προσφυγικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης έγινε απέραντος κι ανεξέλεγκτος. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1922 ο αναπληρωτής του γενικού διοικητή Θράκης Κ. Γεραγάς ανέλαβε επίσημα να συντονίσει το άχαρο έργο του ξεριζωμού του ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης κι έστειλε τηλεγρά­φημα στις ελληνικές πολιτικές, διοικητικές και στρατιωτικές αρχές, με το οποίο τους υποδείκνυε τους έλεγε ότι η αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανα­τολική Θράκη θ' αρχίσει την 1η Οκτωβρίου, μέχρι την 7η Οκτωβρίου αυτά θα έχουν αποσυρθεί από τις περιφέρειες των Υποδιοικήσεων 40 Εκκλησιών, Αρκαδιουπόλεως, Μυριοφύτου, Περιστάσεως, Αρτισκού, Μαλγάρων, Κεσσάνης, Μακράς Γέφυρας, Νί­κης, Δρογγυλίου και την 15η Οκτωβρίου θα είναι συγκεντρωμένα στη δυτική όχθη του ποταμού 'Εβρου. Στη συνέχεια έδινε οδηγίες για τα σημεία προς τα οποία έπρεπε να κατευθυνθούν οι κάτοικοι των περιφερειών της Ανατολικής Θράκης, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Ειδικά όσον αφορά τα Γανόχωρα, το τηλεγράφημα έλεγε ότι οι κάτοικοι της περιφέρειας Μυριοφύτου θα μεταφέρονταν ατμοπλοϊκώς από τα λιμάνια του λιμένας Μυριοφύ­του ή της Περιστάσεως, όσοι μπορούσαν να κατέβουν στην Περίσταση. Οι κάτοικοι της Περιστάσεως θ' αναχωρούσαν ατμοπλοϊκώς από το λιμάνι τους. Υποδείκνυε, τέλος, στις αρχές της Ανατολικής Θράκης, το εθνικό καθήκον που είχαν, ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση με ψυχραιμία και να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να προλάβουν τον πανικό και τις τυχόν υπερβασίες εκ μέρους κακοποιών στοιχείων.

Β) Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

 Στην Ηρακλείτσα, από το έτος 1872 έως και το 1883 υπήρχε ένα πολυτάξιο αρρεναγωγείο, τετραετούς φοιτήσεως, που είχε 130 μαθητές κι ένα δάσκαλο, ενώ το 1892 αυτό είχε 110 μαθητές και δύο δασκάλους, το είχε δε ιδρύσει κατά το έτος 1854 ο από την Ηρακλείτσα καταγόμενος, μετέπειτα μητροπολίτης Μαρωνείας Άνθιμος, ενώ υπήρχε σ’ αυτό κι αξιόλογη βιβλιοθήκη, με 170 σημαντικούς τόμους, τους οποίους είχε δωρίσει ο Ηρακλειτσιανός μοχανός Ιλαρίων. Υπήρχε επίσης στην Ηρακλείτσα κι ένα τετρατάξιο παρθεναγωγείο, με 90 μαθήτριες και μία δασκάλα, το οποίο στεγαζόταν σε ωραίο κτίριο, που είχε ανεγερθεί κατά το έτος 1891 με δαπάνες της εδρεύουσας στην Κωνσταντινούπολη φιλεκπαιδευτικής αδελφότητας «Η Ελπίς», η οποίαμ και το συντηρούσε. Οι τελευταίες τάξεις του αρρεναγωγείου ήταν ισότιμες με τα σχολαρχεία.

 Το 1902 στην Ηρακλείτσα λειτουργούσαν μία δημοτική σχολή με 125 μαθητές κι ένα δάσκαλο κι ένα παρθεναγωγείο με 90 μαθήτριες με και μία δασκάλα. Ο ετήσιος προϋπολογισμός των σχολείων ανερχόταν σε 1.400 φράγκα.

 Το 1905 στην κοινότητα λειτουργούσαν μία δημοτική σχολή με 200 μαθητές και δυο δασκάλους κι ένα παρθεναγωγείο με 70 μαθήτριες και δυο δασκάλες. Η ετήσια δαπάνη για τη λειτουρ­γία των σχολών ανερχόταν στο ποσό των 2.760 φράγκων.

 Το αρρεναγωγείο, με το πέρασμα του χρόνου, υπέστη σημα­ντικές ζημιές. Κατά το έτος 1910 οι μαθητές, λόγω της κατά­στασης, παρακολουθούσαν τα μαθήματα θέτοντας σε κίνδυνο τη σω­ματική τους ακεραιότητα. Η ανάγκη συντήρησης του σχολείου ήταν άμεση και την ανέλαβε η Αδελφότητα Ηρακλείτσας «Άγιος Γεώρ­γιος»· Στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της, που πραγματοποιήθηκε την 11η Φεβρου­αρίου του 1911 για το σκοπό αυτό, υστέρα από πρόταση του προ­έδρου της αδελφότητας, Βαλάση Βαλασάκη, αποφασίσθηκε η έναρξη των εργασιών: «εν πρώτοις την επιδιόρθωσιν της ενταύθα Σχολής των αρρένων καί κατόπιν τον σχηματισμόν αποθεματικού κεφαλαίου πρός αγοράν προσοδοφόρου κτήματος προς συντήρησιν των ενταύθα εκπαιδευτηρίων».

 Ίδια περίπου παρέμεινε η εκπαιδευτική κατάσταση στην κοινότητα και την επόμενη διετία. Στο ανακαινισμένο σχολικό κτίριο, που λειτουργούσε ως πεντατάξια σχολή αρρένων, παρακολου­θούσαν τα μαθήματα,, κατά το έτος 1911, 120 μαθητές, στους οποίους δίδασκε ένας δάσκαλος· υπήρχε και η τετρατάξια σχολή θηλέων με 90 μαθήτριες και μία δασκάλα. Ο ετήσιος προϋπολογισμός του αρρεναγωγείου ανερχόταν στο ποσό των 8.720 γροσιών ενώ ο αντίστοιχος του παρθεναγωγείου στο ποσό των 4.360 γροσιών.

 Κατά το σεισμό του 1912 και τα δύο κτίρια των εκπαιδευτηρίων κατέρρευσαν. Το επόμενο έτος, 1913, ανοικοδομήθηκαν εκ νέου, στον ίδιο χώρο, με δαπάνες των ομογενών της Κωνσταντινουπόλεως και του εξωτερικού, ξύλινα εκπαιδευτήρια, που κι αυτά μισοκαταστράφηκαν από τα τουρκικά στρατεύματα, κατά την περίοδο του Α’ παγκοσμίου πολέμου και των Βαλκανικών Πολέμων κι έκτοτε δεν υπήρχε πια εκπαίδευση στην Ηρακλείτσα, ελλείψει σχολείων και δασκάλων για να τα επανδρώσουν. Άλλωστε, οι Ηρακλειτσιανοί αναγκάστηκαν να εκτοπιστούν και να ζήσουν μια σειρά πικρά χρόνια στη Λεύκη της περιοχής της Νίκαιας· μόλις, όμως, επέστρεψαν από την τελευταία, φρόντισαν αμέσως, και παρά τα προ­βλήματα επιβίωσης που αντιμετώπιζαν, για τη λειτουργία των σχολείων τους. Έτσι, αμέσως ορίστηκαν εφοροεπίτροποι, οι οποίοι ασχολήθηκαν με τα προβλήματα της παιδείας, όπως ήταν οι Διαμαν­τής Κωνσταντίνου, Αγ. Παρίσης, Θεοδόσιος Κυριάκου, Οδυσσέας Θεοφάνης, Παναγιώτης Ιωάννου και Κωνσταντίνος Παρίτσης. Από Τα πρώτα προβλήματα που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει η εφοροεπιτροπή ήταν η έλλειψη σχολικής στέγης, αφού και το σχολείο είχε υποστεί σημαντικές ζημιές. Τη λύση έδωσε το 1918 ο ηγούμενος του μετοχίου της Μονής Ιβήρων Ηρακλείτσης π. Γεννάδιος, που παραχώρησε το μετόχι για να λειτουργήσει ως σχολή.

 Όταν, το 1919 εγκαταστάθηκε στη Θράκη ελληνική Διοίκηση και στην Ηρακλείτσα επέστρεψαν κι όσοι από τους κατοίκους της είχαν φύγει ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, επισκευάσθηκε και διαρρυθμίσθηκε προσωρινά το κοινοτικό κατάστημα, που χρησιμοποιήθηκε ως μικτό σχολείο της κοινότητας, στο οποίο, κατά το σχολικό έτος 1919-1920, λειτουργούσε μία τετρατάξια, μικτή, δημοτική σχολή, με 42 μαθητές και 25 μαθήτριες. Ο αριθμός των μαθητών ήταν πλέον μειωμένος, γιατί πολλοί κάτοικοι δεν είχαν επιστρέχει στην Ηρακλείτσα, αλλά είχαν αναζητήσει, με τις οικογένειές τους, καλύτερη τύχη σε άλλα μέρη. Επίσης, σημαντικός αριθμός νέων δεν παρακολουθούσε τα μαθήματα, ασχολούμενος με τις εργασίες των γονέων. Σε διάστημα δύο ετών τα πράγματα βελτιώ­θηκαν, αφού οι κάτοικοι κατόρθωσαν να οργανώσουν τη ζωή τους και να καλύψουν πολλά οικονομικά τους προβλήματα. Έτσι, κατά το 1922 η εκπαίδευση παρουσιάζεται βελτιωμένη. Υπήρχε μία τριτάξια, μικτή, δημοτική σχολή, με 96 μαθητές και 84 μαθήτριες (συνολικά 180 μαθητές) στους οποίους δίδασκαν ένας δάσκαλος και δύο δασκάλες. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε έως την ανταλ­λαγή των πληθυσμών (1923).

 Στα σχολεία της κοινότητας δίδαξαν κατά καιρούς γνωστοί δάσκαλοι, όπως ήταν οι: Οδυσσέας Ορφανίδης (1890), Αριστείδης Γεωργίου (1890), Ευρυδίκη Ορφανίδου (1890), Νικόλαος Παναγιωτόπουλος (1922), Ευφροσύνη Παναγιωτοπούλου (1922) και Μάλαμα Λαμύρου (1922).

 Γ) ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 Από εκκλησιαστική άποψη, σαν ενορία της Μητροπόλεως Μυριοφύτου και Περιστάσεως, η Ηρακλείτσα είχε αρκετούς ναούς, παρεκκλήσια κι αγιάσματα. Ο ενοριακός ναός της τιμούνταν στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, για τον οποίο ο Ευστράτιος Δράκος, στο προαναφερθέν σύγγραμμά του, το εκδοθέν κατά το έτος 1892, μας λέγει ότι ο ναός του είχε τη βυζαντινή εικόνα των Σαράντα Μαρτύρων, πάνω στην οποία ήταν γραμμένο ότι αυτή, κατά το έτος 1140, ανήκε σε κάποιον Μελχισεδέκ, καθώς και μια παλαιότατη εικόνα του Αγίου Δημητρίου, η οποία στα περιθώριά της, δηλαδή περιμετρικά, είχε εικόνες από τη ζωή των προφητών. Επίσης, στο ναό αυτόν φυλάσσονταν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα αξιόλογα, εκκλησιαστικά χειρόγραφα.

 Το Ιβηρητικό μετόχι της Παναγίας, σύμφωνα με την παράδοση, λειτούργησε κι αυτό ως ενοριακός ναός, προτού τη θέση του καταλάβει αυτός του Αγίου Γεωργίου. Από επιστολή του 1784 του μητροπολίτου Ηράκλειας Μεθοδίου προς τη μονή της Παναγίας της Ηρακλείτσας πληροφορούμαστε ότι ιδρυτής της μονής ήταν ο ιερομόναχος Ησαΐας. Αυτός φαίνεται μεταξύ των υπογραφών προηγουμένων Ιβηριτών Ιωάσαφ και Μητροφάνη ως «κτήτορας της αγίας αυτής μονής». Η μονή της Παναγίας προσαρτήθηκε στη μονή των Ιβήρων μεταξύ των ετών 1770-1780. Αμέσως μετά ακολούθησαν έριδες μεταξύ των μοναχών του μετοχίου. Τα προβλήματα σταμάτησαν το 1784, μετά από συμφωνία της μονής Ιβήρων, των μοναχών του μετοχίου, καθώς και των προκρίτων της Ηρακλείτσας. Συντάχθηκε, μάλιστα, συμφωνητικό μεταξύ των ενδιαφερομένων μελών, το οποίο επικυρώθηκε από τους μητροπολίτες Ηράκλειας Μεθόδιο, Γάνου και Χώρας Κύριλλο και τους επισκόπους Καλλιουπόλεως και Μαδύτου Γρηγόριο και Μυριοφύτου και Περιστάσεως Καλ­λίνικο. Από δυο πατριαρχικές επιστολές, τέλος, με ημερομηνίες 17 Ιουλίου του 1909 και 22 Ιανουαρίου του 1919, γνωρίζουμε ότι στη Ι. Μονή καθήκοντα προ­ηγουμένου εκτελούσαν το 1909 ο Γρηγόριος και από το 1916 έως το 1919 ο Γεννάδιος.

 Στα τέλη του 19ου αιώνα στο Ιβηρητικό μετόχι, όπως πάντοτε ο Ευστράτιος Δράκος μας ενημερώνει, υπήρχε περικαλλής ναός, ανατεθειμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ο οποίος λειτουργούσε ως ασκληπιείο, αφού σ’ αυτόν έφερναν, απ’ όλες τις γύρω κωμοπόλεις και χωριά, τους κάθε είδους ασθενείς και δαιμονισμένους, για να θεραπευτούν.

 Στην Ηρακλείτσα υπήρχε, επίσης, ναός της αγίας Παρασκευής, που ήταν κτισμένος σε βάθος πολλών μέτρων, κατά μια παράδοση υπήρχε και ναός των αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, καθώς επίσης, έξω από την κωμόπολη βρισκόταν η δίδυμη μονή των αγίων Χαραλάμπους και Γεωργίου, (όπου, στην ίδια οικοδομή, στεγάζονταν οι δυο ανωτέρω ναοί, χωρισμένοι με τοίχο), στους οποίους φυλασσόταν, πριν το 1912, τεμάχιο της κάρας του Αγίου Χαραλάμπους, το οποίο βρίσκεται ήδη στη Νέα Ηρακλείτσα. Στην πιο πάνω Μονή, εκτός από το δίδυμο ναό υπήρχαν γύρω κι άλλες οικοδομές, όπως κελιά, αποθήκες, μαγειρεία κλπ., καθώς και πιθάρια μεγάλων διαστάσεων, που όλα καταστράφηκαν κατά τον μεγάλο σεισμό που κατέστρεψε τα Γανόχωρα την 3η πρωϊνή ώρα της 27ης Ιουλίου του έτους 1912. Όσον αφορά, μάλιστα, αυτή πάντοτε τη μονή του Αγίου Γεωργίου, πληροφορούμαστε από τον Μανουήλ Γεδεών, που εξέδωσε το έτος 1913 το σύγγραμμά του με τίτλο «Μνήμη Γανοχώρων», ότι το έτος 1422, σύμφωνα με την παράδοση που υπήρχε στην περιοχή της Ηρακλείτσας, μετά την καταστροφή των Μονών της Θεοτόκου Κρυονερίτου και της Παχνιώτισσας, στο Εξαμίλιο, (θρακική κώμη κοντά στην Κωνσταντινούπολη), οι μοναχοί των δυο μονών βρήκαν καταφύγιο στη Μονή αυτή, στην οποία μετέφεραν και την περιουσία των καταληφθεισών Μονών τους. Μάλιστα, απόδειξη ότι αυτή η παράδοση είχε ιστορική βάση, αποτελεί το γεγονός ότι οι Ηρακλειτσιανοί τιμούσαν με μεγάλη ευλάβεια ένα μικρό αγίασμα με το όνομα «Παχνιώτισσα», ευρισκόμενο κάτω από το χωριό Καλαμίτσι, πολύ κοντά στην Ηρακλείτσα.

 Αγιάσματα και προσκυνήματα στην Ηρακλείτσα υπήρχαν πολλά, όπως της Ζωοδόχου Πηγής, των Αγίων Αναργύρων, του Αγίου Δημητρίου, του Προφήτη Ηλία, εκείνο όμως που ήταν φημισμένο μέχρι και την Κωνσταντινούπολη ήταν των αγίων επτά παίδων Μακκαβαίων κα της μητέρας τους, της Αγίας Σολομονής, που το αποκαλούσαν, χάριν συντομίας, «της Αγίας Μονής» και του οποίου το αγίασμα είχε την ιδιότητα να χαρίζει τέκνα στα άτεκνα ζευγάρια, τα οποία έρχονταν από όλη τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, με μεγάλη ευλάβεια, να το πιουν.

 Ειδικά όσον αφορά τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που σεμνύνει σήμερα τον ενοριακό, Ιερό Ναό της Νέας Ηρακλείτσας, αυτή το 1922 μεταφέρθηκε από Ιβηρίτες μοναχούς, από το ναό της στην Ηρακλείτσα στην Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, απ’ όπου, το έτος 1932, την παρέλαβε επιτροπή Ηρακλειτσιανών, αποτελούμενη από τους 1. Λεόντιο Πρασάκη, πρόεδρο της κοινότητας, 2. Κυριάκο Κυριακίδη, γραμματέα τότε της κοινότητας, 3. Αλέξανδρο Σιρόπουλο, εκκλησιαστικό επίτροπο και 4. Παναγιώτη Σάσσο, ιεροψάλτη, η οποία με πλοίο την μετέφερε στη Νέα Ηρακλείτσα. Προς τιμή της εικόνας αυτής γιορτάζει και πανηγυρίζει ο ναός της Νέας Ηρακλείτσας την 23η Αυγούστου, γιατί την ίδια ημερομηνία γιόρταζε και πανηγύριζε κι ο ναός της Θεοτόκου στην παλιά Ηρακλείτσα, όπου τελούνταν και τριήμερη πανήγυρη.

 Ακολουθεί μια σύντομη κι ενδεικτική αναφορά στους εκκλησιαστικούς άνδρες που γεννήθηκαν στην Ηρακλείτσα. Από εδώ καταγόταν ο μητροπολίτης Μαρωνείας Άνθιμος κι ο μητροπολίτης Πελαγονίας Παρθένιος, οι ηγούμενοι του μετοχίου της Μονής Ιβήρων Ησαϊας, Αγαθάγγελος, Αθανάσιος, Ιλαρίων, Ιωαννίκιος, Νεόφυτος, (ο κατόπιν μητροπολίτης Νευροκοπίου), Πορφύριος, Δαυίδ, Γεννάδιος, Γεράσιμος Κακαβέλας, Ευφρώνιος και άλλοι, ενώ Ιβηρίτες μοναχοί υπήρξαν ο Ιλαρίων, ο Κύριλλος, ο Συνέσιος, ο Δομέτιος, ο Ιωσήφ, ο Νικηφόρος, ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος και άλλοι.

 Ηρακλειτσιανοί κληρικοί και μάλιστα εφημέριοι του Ναού Αγίου Γεωργίου Ηρακλείτσας ήταν ο παπα Ιωακείμ, ο παπα Σωτήριος, ο Κωνσταντίνος Πάκκος, ο οποίος έφερε τον εκκλησιαστικό τίτλο «Οικονόμος», ήταν γνώστης της βυζαντινής μουσικής, για πολλά χρόνια υπήρξε αρχιερατικός επίτροπος στη Μητρόπολη Μυριοφύτου και Περιστάσεως και από το 1924-1927 διετέλεσε εφημέριος του Ναού Αγιου Γεωργίου Νέας Ηρακλείτσας, ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος Πατάκιας, ο οποίος διετέλεσε κι εφημέριος σε κάποια ενορία στην Κωνσταντινούπολη κι ήταν κι αυτός άριστος γνώστης της βυζαντινής μουσικής, ο Νεόφυτος Λεβεντόπουλος, ιεροδιδάσκαλος και φορέας του εκκλησιαστικού τίτλου του «σακκελαρίου», ο παπα – Διομήδης, ο ιερομόναχος Γεννάδιος Καραγρηγόρης, γνώστης της βυζαντινής Μουσικής, ο ιερομόναχος Μελχισεδέκ, ο αρχιμανδρίτης Αρτέμιος Ρεμπάκης και πολλοί άλλοι.

Δ) Η «ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΙΤΣΗΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ»

 Ιδρύθηκε μάλλον το έτος 1909, γιατί στη συνεδρίαση της 18ης Δεκεμβρίου του 1909 ανακοινώθηκε στα μέλη της η αναγνώριση του ομώνυμου σωματείου από την τουρκική κυβέρνηση. Υπήρχε όμως, παλιό σωματείο, το οποίο διαλύθηκε και του οποίου το νέο ανελάμβανε να τακτοποιήσει τα έξοδα. Αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της ίδιας εκείνης, πρώτης συνεδρίασης, στην οποία, μετά από πρόταση του προέδρου της αδελφότητας, εκλέχθηκαν ως αντιπρόσωποι οι Κωνσταντίνος Ανδρέου, Φώτιος Καζεπίδης, Γεώργιος Χρυσοκέφαλος και Κωνσταντίνος Δαμιανού.

 Ο σκοπός της αδελφότητας ήταν κοινω­φελής. Τα χρήματα που συγκεντρώνονταν εξυπηρετούσαν διάφορες ανάγκες της κοινότητας. Βασικός σκοπός της αδελφότητας ήταν η αύξηση των πόρων της με την αγορά προσοδοφόρων κτημάτων. Τα χρήματα που θα συγκεντρώνονταν από την εκμετάλλευσή τους θα χρησιμοποιούνταν για τη συντήρηση των εκπαιδευτηρίων της κοι­νότητας.

 Η θητεία του προέδρου και των μελών της αδελφότητας διαρ­κούσε ένα χρόνο. Μετά τη λήξη της θητείας τους, τα μέλη συνέρχονταν σε γενική συνεδρίαση, κατά την οποία εκλεγόταν η νέα διοίκηση. Το προεδρείο αποτελούνταν από τον πρόεδρο, τον αντι­πρόεδρο, ένα γραμματέα, ένα ταμία, δυο εισπράκτορες και τέσσερεις συμβούλους.

 Η αδελφότητα έστελνε στα μέλη, τους φίλους και τους συνδρομητές της διπλώματα και τον κανονισμό της αδελφότητας.

 Από τη γενική συνέλευσή της, την 10η Ιανου­αρίου 1910, γνωρίζουμε για την επιδιόρθωση του ετοιμόρ­ροπου αρρεναγωγείου της κοινότητας.

 Η επέτειος της ίδρυσης της αδελφότητας, που συνοδεύονταν από εορτασμούς, ήταν η 30ή Ιανουαρίου. Στο διοικητικό συμβούλιο της 30ής Ιανουαρίου του 1911, όμως, αποφασίσθηκε να μετατεθεί ο εορ­τασμός την 1η Φεβρουαρίου, εορτή του αγίου Τρύφωνος. Την ημέρα αυτή τελούνταν από τον μητροπολίτη Μυριοφύτου και Περιστάσεως αρτοκλασία και μνημονεύονταν τα ονόματα των μελών της αδελφότητας.

 Την 7η Φεβρουαρίου 1911 η διοίκηση της αδελφότητας απο­φάσισε να βρεί τρόπους για ν’ αυξήσει τους πόρους της. Για το σκοπό αυτό έστειλε επιστολές στους συμπατριώτες της, ακόμη και σ' αυτούς που ζούσαν στο εξωτερικό, ζητώντας την οικονομική βοήθειά τους. Πράγματι, οι ξενιτεμένοι κάτοικοι της Ηρακλείτσας σ' όλο τον κόσμο (Αμερική, Ιαπωνία, Αγγλία, Γαλλία, Αίγυπτο, Ελλάδα κ.α.) ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα της αδελφότητας και προσέ­φεραν σημαντικά ποσά.

 Οι δραστηριότητες της «Αδελφότητος Ηρακλείτσης ο Αγιος Γεώργιος» σταμάτησαν τα τέλη του 1912. Προφανώς η αδελφό­τητα, λόγω της έναρξης των Βαλκανικών Πολέμων και της απαρχής των διωγμών των Ελλήνων της Θράκης, διαλύθηκε, όταν οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να μεταβούν στη Λεύκη της Νίκαιας, από όπου επέστρεψαν το 1918. Τα οικονομικά όμως προβλήματα που αντιμε­τώπιζαν, πλέον, δεν επέτρεψαν στην αδελφότητα να επαναδραστηριοποιηθεί ούτε μετά το 1918.

 Μια σειρά μικρά πετράδια στο στέμμα της Ανατολικής Θράκης υπήρξαν, αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσες, τα Γανόχωρα. Μια σειρά μικρά πετράδια, με μια μακραίωνη ιστορία κι έναν προαιώνιο, ελληνικό πολιτισμό, το τέλος του οποίου επήλθε όταν, τον Οκτώβριο του 1922, ολοκληρώθηκε η μεγάλη έξοδος του θρακικού Ελληνισμού από τις εστίες του. Τότε έσβησε η Μεγάλη Ιδέα του γένους μας, τότε άρχισε κι ολοκληρώθηκε γρήγορα από τους Τούρκους ο αφελληνισμός του πανάρχαιου εκείνου κομματιού της ελληνικής γης. Σε μας απομένει, όμως, το μεγάλο χρέος, να διατηρήσουμε άσβεστη την ιστορική μνήμη μας, να παραδειγματιστούμε από τα λάθη μας κι από τις συμφερολοντολογικές συμπεριφορές των ξένων, κύρια των «συμμάχων» μας και να επιτύχουμε και να διατηρήσουμε σαν κόρη οφθαλμού την ενότητα του λαού μας, ιδιαίτερα τώρα, που το Έθνος μας περνάει και πάλι δύσκολες στιγμές. Τέτοιες εκδηλώσεις, συνεπώς, σαν τη σημερινή, που επιτρέπουν στους παλιούς να θυμούνται και στους νέους να γνωρίζουν και να παραδειγματίζονται, αποτελούν την μεγαλύτερη εγγύηση για το ότι, όπως έλεγαν οι αδελφοί μας οι Πόντιοι, «η Ρωμανία κι αν επέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».


Ε) ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Η θρακική έξοδος (1918-1922).
Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία της με΄ζονος Θράκης. Απ΄την πρώιμη Οθωμανοκρατία μέχρι τις μέρες μας.
Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. ΘΡΑΚΗ.
Βαλσαμίδης Πασχάλης, Η Μητρόπολη Μυριοφύτου και Περιστάσεως από τα τέλη του 19ουαιώνος έως το 1924.
Γεδεών Μανουήλ. Μνήμη Γανοχώρων.
Γερμίδης Άγγελος, τα Γανόχωρα της Ανατολικής Θράκης.
Δράκος Ευστράτιος, Τα Θρακικά, ήτοι Διάλεξις περί των εκκλησιαστικών επαρχιών Σηλυβρίας, Γάνου και Χώρας, Μετρών και Αθύρων, Μυριοφύτου και Περιστάσεως, Καλλιπόλεως και Μαδύτου».
Ζαφείρης Χρήστος, Μνήμης Οδοιπορία – Ανατολική Θράκη.
Κυριακίδης Κυριάκος, Η Ηρακλείτσα της Ανατολικής Θράκης.
Μαγκριώτης Ιωάννης. 1. Ο Ελληνισμός της Θράκης υπό την σουλτανικήν δουλείαν και 2. Ο διμέτωπος αγών του Ελληνισμού της Θράκης, (Αρχείον Θράκης, τόμος 34ος).
Μαμώνη Κυριακή, Σύλλογοι Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας (1861-1922). Ιστορία και Δράση. (έκδοση Ι.Μ.Χ.Α.).
Παπαδάκη Βέρα, ο καταστρεπτικός σεισμός της νότιας Θράκης. (Συλλογές, Δεκέμβριο 1999).
Ψάλτης Στ. Η Θράκη και η δύναμις του εν αυτή ελληνικού στοιχείου, σελ. 164, (έκδοση Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων – Αθήναι 1919).
Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Θράκη, (Αρχείον του θρακικού, λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τόμος 22ος).


ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ
 ΙΩΑΝΝΗ ΦΟΥΣΤΕΡΗ 2 – 64100 ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ





Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

 
 
Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ   ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ  ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΣΗΛΥΒΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ.

 Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ



    Μέρες του Οκτώβρη ήταν, στα 1922, όταν οι Έλληνες κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης, χρησιμοποιώντας κάθε μεταφορικό μέσον, εγκατέλειπαν για πάντα, με δάκρυα στα μάτια, την πατρώα γη, αφήνοντας πίσω τους σπίτια κι εκκλησιές, κτήματα και περιουσίες και τάφους προγόνων, για να έλθουν, πάμφτωχοι πρόσφυγες, στην Ελλάδα. Μια από εκείνες τις αποφράδες για τον Ελληνισμό μέρες, σε μια από τις εκκλησιές του Μυριοφύτου, ο μακαριστός Σωφρόνιος Σταμούλης, τότε Μητροπολίτης Μυριοφύτου και Περιστάσεως, τέλεσε την τελευταία λειτουργία, απαράλλαχτα όπως έκανε ο Πατριάρχης στις 28 Μαίου του 1453, λίγο πριν ο Μωάμεθ μπει στην αιώνια πόλη και καταλύσει την χιλιόχρονη, ελληνική αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Η εκκλησία του Μυριοφύτου ήταν γεμάτη από Θρακιώτες, που προέρχονταν όχι μόνο από το ποίμνιο του Μητροπολίτη, αλλά κι από τα γειτονικά χωριά Γάνο, Χώρα κλπ., που ανήκαν στην πνευματική δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Γάνου και Χώρας και που, φορτωμένοι με τα λιγοστά υπάρχοντα που είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν, περίμεναν να επιβιβαστούν στα ελληνικά ατμόπλοια, που αναμένονταν στο λιμάνι του Μυριοφύτου, για να τους μεταφέρουν για πάντα μακριά από την αγαπημένη πατρίδα.
Ένας απ’ αυτούς τους πρόσφυγες στην εκκλησιά του Μυριοφύτου ήταν κι ο παππούς μου, Θόδωρος Λυμπεράκης, από το γειτονικό Γάνο, που όταν ακόμη ήμουν παιδί, μου αφηγούνταν ότι την τραγική εκείνη στιγμή δεν υπήρχε μάτι που να μη δάκρυσε, μέσα σ’ εκείνη την ταπεινή εκκλησιά και μου ζητούσε να μη ξεχάσω την πατρίδα των προγόνων μου. Ένα τέτοιο χρέος προς την θρακική πατρίδα μου θέλοντας να ξεπληρώσω, έρχομαι σήμερα, μ’ αυτό το ταπεινό πόνημα, για να μιλήσω για τη ζωή και το έργο εκείνου του φλογερού πατριώτη, του μεγάλου Έλληνα, του αξέχαστου Θρακιώτη, του μακαριστού Σωφρόνιου Σταμούλη, που για οκτώ δεκαετίες, όση ήταν η ζωή του, πρόσφερε αγόγγυστα το σώμα, το πνεύμα και την ψυχή του στην Πατρίδα και στην Ορθοδοξία, που τόσο και τις δυο αγάπησε.

Δυο περίπου χρόνια πριν από την αποφράδα εκείνη ημέρα, τα μεσάνυχτα της 14ης προς 15η Ιουλίου του 1920, οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, με ανείπωτη χαρά και αγαλλίαση πληροφορούνταν την παραχώρησή της στην Ελλάδα, την ένωσή της με τη μητέρα πατρίδα, με τη συνθήκη των Σεβρών. Οι καμπάνες των εκκλησιών τότε χτυπούσαν χαρμόσυνα και στις εκκλησιές εκφωνούνταν λόγοι γεμάτοι εθνική υπερηφάνεια, ενώ ο λαός ξεδίπλωνε αμέτρητες ελληνικές σημαίες και ξεχυνόταν στους δρόμους των χωριών και των πόλεων, για να υποδεχτεί τις ελληνικές, στρατιωτικές και πολιτικές αρχές, που εγκαθίσταντο στην ελευθερωμένη Θράκη.
Αναπόσπαστα δεμένη με τη Μικρασιατική καταστροφή υπήρξε, όμως, η μοίρα της Ανατολικής Θράκης. Η μοίρα αυτή είχε διαγραφεί ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν αποφασίστηκε στο Παρίσι η απώλειά της για την Ελλάδα, για να τεθεί οριστικά η ταφόπλακα των εθνικών ονείρων, που για αιώνες έκαναν αναρίθμητα πλήθη Θρακών, να δουν κάποτε την πατρίδα τους ελεύθερη, με το πρωτόκολλο των Μουδανιών, που υπογράφηκε στην ομώνυμη κωμόπολη της μικρασιατικής παραλίας της Προποντίδας, στις 28 Σεπτεμβρίου (με το παλιό ημερολόγιο, 11 Οκτωβρίου με το νέο) του 1922 και πρόβλεψε την άμεση εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό πληθυσμό της. Περίπου 250.000 Θρακιώτες ήλθαν τότε στην Ελλάδα.
Τον Σεπτέμβριο του 1919 ζούσαν στην Ανατολική Θράκη 186.386 Έλληνες, άλλοι 187.292 πα­ρέμεναν ακόμη στο ελληνικό κράτος, 357 είχαν ξενιτευθεί στην Αίγυπτο και 14.911 βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στη Βουλγαρία. Άρα μπορούμε να μιλούμε με βεβαιότητα για ένα συνολικό αριθμό 380.000-390.000 διασπαρμένων Ανατολικοθρακών, εφόσον προσμετρηθούν και οι ευάριθμοι από­δημοι των Η.Π.Α. Μετά την ένωση της Ανατολικής Θράκης με την Ελλάδα παλλινόστησαν στον τόπο τους αρκετοί Ανατολικοθρακιώτες, με αποτέλεσμα να έχουμε το 1922 περί­που 240.000-250.000 Έλληνες στην Ανατολική Θράκη και άλλους 110.000 - 120.000 στην ελλαδική επικράτεια, που φαίνεται ότι παρέμειναν οριστικά εκεί. Κι αυτοί οι αριθμοί όμως είναι ελάχιστοι, σε σύγκριση με τον πολύ μεγαλύτερο ελληνικό πληθυσμό που είχε η Ανατολική Θράκη πριν τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, (331.530 το 1912 κ.ο.κ.)
Τους αριθμούς αυτούς ανέφερα, απλά και μόνο για να δείξω ότι η Ανατολική Θράκη υπήρξε ανά τους αιώνες και μέχρι τέλους κοιτίδα του Ελληνισμού και του Ελληνικού πολιτισμού, που με φάρο την υπέροχη Πόλη της, την Κωνσταντινούπολη, τροφοδότησε, για πάμπολλους αιώνες, τον Ελληνισμό, την Ορθόδοξη πίστη και τον Ελληνικό Πολιτισμό με θεούς και ημίθεους κι αυτοκράτορες, κληρικούς, μοναχούς κι ασκητές, φιλοσόφους και καλλιτέχνες, επιστήμονες κι εμπόρους και πάμπολλους απλούς, ταπεινούς ανθρώπους των χωριών και των πόλεών της, που κράτησαν ζωντανή την εθνική τους συνείδηση κι ολόρθο το φρόνημά τους, ακόμη και στους πιο χαλεπούς καιρούς (και τέτοιοι ήταν εκείνοι από το 1914 και μετέπειτα).
Η Σηλύβρια της Ανατολικής Θράκης ήταν ένα από τα στολίδια της. Κτισμένη αμφιθεατρικά πάνω στην Προποντίδα, λιγότερο από 100 χιλιόμετρα από την Πόλη, είχε από αιώνες ένα ζωντανό, ελληνικό πληθυσμό που άκμαζε κι ευημερούσε. Σ’ αυτή τη πόλη της θάλασσας του Μαρμαρά είχε γεννηθεί στις 21 Νοεμβρίου του 1843 και ζούσε, με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του, (τον Σωτήριο, τον Μιλτιάδη και τον Αντώνιο, την Ελπινίκη και την Αναστασία), ο Αναστάσιος Σταμούλης, δραστήριος έμπορος, με αλευρόμυλους στη Σηλύβρια και την Αρκαδιούπολη (Λουλέ Μπουργκάζ) και γραφεία στην Κωνσταντινούπολη.
Όπως όλοι οι Έλληνες της Θράκης, ο Αναστάσιος Σταμούλης εμφύσησε στα παιδιά του την φλογερή αγάπη για την πατρίδα και την ελπίδα της ανάστασής της, της απελευθέρωσής της από τον μακραίωνο ζυγό της δουλείας. Αυτή η αγάπη, σε συνδυασμό με την θερμή πίστη τους στο Θεό, χαρακτηρίζουν, έτσι, τα μέλη της οικογένειας Σταμούλη από τα τρυφερά χρόνια της νιότης τους κι εξηγούν πολλά στοιχεία που συνέθεσαν και τον χαρακτήρα του μεγάλου Θρακιώτη, για τον οποίο έχω σήμερα την τιμή να γράφω. Αφήνω, μάλιστα, στο σημείο αυτό να μιλήσει για τη φιλοπατρία που ο άρχοντας Αναστάσιος είχε εμφυσήσει στα παιδιά του, η θυγατέρα του κι αδελφή του Σωφρόνιου, η μεγάλη λαογράφος της Θράκης, Ελπινίκη Σταμούλη - Σαραντή, στο δίτομο έργο της για τη νεώτερη ιστορία και τη λαογραφία της Ανατολικής Θράκης και ιδιαίτερα της Σηλύβριας και της περιοχής της, που εκδόθηκε το 1958: «Με την δημοσίευση του Β' Μέρους· «Ή Ανατολική Θράκη, η Σηλυβριά με τα γύρω της χωριά», συμπληρούνται, χάρις είς τον άδελφόν μου Μιλτιάδην Σταμούλην, αι μελαγχολικές μου αναμνήσεις από την σκλαβωμένην Πατρίδα. Πέρασα ώρες και ώρες, σκυμμένη με περισυλλογή, πάνω στα ήθη και έθιμα, στις παραδόσεις και θρύλους, στις δοξασίες και τα τραγούδια της Θράκης, οπού κατοπτρίζεται η αγνή ψυχή του Θρακικού λαού, και όταν φύγαμε, νοερά βρισκόμουν πάντοτε εκεί, στη σκλαβω­μένη Γη, στους κάμπους της, στ' ακρογιάλια της, στη γαλανή της θάλασσα, την πότε ήσυχη και πότε τρικυμισμένη, στους σιωπη­λούς της δρόμους, στο σπίτι που γεννήθηκα, μέσα στην ήρεμη ζωή και αναπολώ με συγκίνηση τό ιερό της όραμα. Και τώρα, σκυμμένη ευλαβικά με δέος και θρησκευτική συστολή, προσκυνώ τα ευλογημένα και αγιασμένα εκείνα χώματα, πού μολύνονται από Τούρκων πόδια και παρακαλώ ολόψυχα τον Ύψιστον Θεόν, όπως μην αργήση να λάμψη εκεί στην Θράκη, όπως και στην Κύπρο μας, η τρισπόθητη ελευθερία. Οί Θράκες με την πίστιν αυτήν ζούμε».
Στις 21 Ιανουαρίου του έτους 1875 η γυναίκα του άρχοντα της Σηλύβριας Αναστάσιου Σταμούλη έφερε στον κόσμο ένα γιο, που τούδωσαν το όνομα Σωτήριος.
Ο Σωτήριος φοίτησε στην Αστική Σχολή της Σηλύβριας, (που ήταν οκτατάξιο δημοτικό σχολείο ή αλλιώς ημιγυμνάσιο) και ήδη αφότου ήταν δέκα ετών διακρίθηκε για την επίδοσή του στα γράμματα. Όταν, μάλιστα, βρισκόταν στην τελευταία (όγδοη) τάξη της Αστικής Σχολής, το έτος 1889, πήρε μέρος στον Ζωγράφειο λαογραφικό διαγωνισμό, με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Σ. Δημοσθενόπουλος», στον οποίο αρίστευσε και βραβεύτηκε.
Tον ίδιο χρόνο, παίρνοντας το απολυτήριό του από την Αστική Σχολή, πήρε μέρος στις εισιτήριες εξετάσεις για την εισαγωγή του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Οι εξετάσεις αυτές διεξάγονταν μπροστά σ’ Επιτροπή, της οποίας προήδρευε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κι αυτές ο νεαρός μαθητής τις πέρασε μ’ επιτυχία και εισήλθε στην Σχολή, από την οποία αποφοίτησε το έτος 1893, με βαθμό «λιαν επιτυχώς», καθ’ ον χρόνο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Νεόφυτος ο Η’, που είχε διατελέσει παλιότερα επίσκοπος Ελευθερουπόλεως!
Την ίδια εκείνη χρονιά του 1893 ο Σωτήριος, υπακούοντας στη σφοδρή επιθυμία του πατέρα του, πήγε στην Αθήνα, εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου, (στην οδό Σίνα) κι άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα Δικαίου, που δίδασκαν μεγάλοι καθηγητές, όπως ο συνταγματολόγος Ν. Σαρίπολος (πατέρας), Ν. Κωστής στο ποινικό Δίκαιο, οι Ρωμαϊστές Παπαρρηγόπουλος, Κρασσάς, Πολυγένης, και άλλοι.
Κηρύχθηκε όμως ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 κι ο Σωτήριος, φοιτητής τότε της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με το μυαλό στραμμένο στην πατρίδα του την Σηλύβρια και στους γονείς του και τ' αδέλφια του, που ζούσαν κάτω απ' τον τουρκικό ζυγό, έχοντας γαλουχηθεί από τους γονείς του με τρόπο που να έχει πάντα στη ψυχή του την Ελλάδα κι όντας ήδη από καιρό μέλος του Συλλόγου "Εθνική Εταιρία", ο οποίος είχε για σκοπό του την απελευθέρωση του υπόδουλου Ελληνισμού, ενώ πολύ συχνά παρακολουθούσε τις διαλέξεις που δίνονταν στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» και αλλού από διαπρεπείς Έλληνες, αισθάνθηκε έντονη την υποχρέωση, να βοηθήσει την πατρίδα στον αγώνα της. Έσπευσε, λοιπόν, να καταταγεί εθελοντής στον στρατό, μαζί μ’ έναν φίλο και συμφοιτητή του που καταγόταν επίσης απ' τα "αλύτρωτα μέρη" και παίρνοντας τον βαθμό του δεκανέα των ευζώνων πήγε στο Μέτωπο εκείνου τους ατυχούς Πολέμου, (που, όπως γνωρίζουμε, τέλειωσε σύντομα, σε βάρος της πατρίδας μας), για να πολεμήσει τους Τούρκους, που τόσα δεινά είχαν σωρεύσει στην πατρίδα.
Μετά το σύντομο τέλος του πολέμου ο Σωτήριος επέστρεψε στα πανεπιστημιακά βιβλία του κι αποφοίτησε μ’ επιτυχία από τη Νομική Σχολή, της οποίας ανακηρύχθηκε διδάκτορας το έτος 1898.
Όπως προανέφερα, η φοίτηση του Σωτηρίου στη Νομική Σχολή ικανοποίησε την μεγάλη επιθυμία του πατέρα του, τη δική του όμως ψυχή φλόγιζε η αγάπη για την επιστήμη της Θεολογίας και η Ορθόδοξη πίστη του. Γι’ αυτό ο Σωτήριος, αφού επέδειξε στον πατέρα του το διδακτορικό δίπλωμα της Νομικής Σχολής, πράγμα που έκανε τον τελευταίο να πιστεύει ότι ο γιος του θ’ ακολουθούσε μια καριέρα δικηγόρου στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου, στην οποία όμως παρακολούθησε λίγα μαθήματα, οπότε ζήτησε από τον πατέρα του κι εκείνος τον έστειλε στη Γερμανία, όπου σπούδασε Θεολογία, Φιλοσοφία και Παιδα­γωγική, στα Πανεπιστήμια του Γκέτιγκεν, του Βερολίνου και της Ιένας. Αυτό το τελευταίο Πανεπιστήμιο τον αναγόρευσε διδά­κτορα της Φιλοσοφίας το έτος 1904, κάνοντας δεκτή τη διδακτορική διατριβή του, που είχε θέμα: «Δεν υπάρχει φυσικόν δίκαιον».
Στο Πανεπιστήμιο της Ιένας τότε δίδασκε παιδαγωγικά και φιλοσοφία ο περιώνυμος Γουλιέλμος Ράϊαν, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία και συνεργαζόταν τακτικά στην εγκυκλοπαίδεια και το «Περιοδικόν της Φιλοσοφίας και της Παιδαγωγικής», που ο πιο πάνω καθηγητής εξέδιδε. Επίσης, ο Σταμούλης έγραφε τακτικά, ως συνεργάτης των ευρωπαϊκών περιοδικών «ΜΙΝΕΡΒΑ» της Οστάνδης και «ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΚΑ».
Στη Γερμανία ο Σωτήριος Σταμούλης παρέμεινε πέντε χρόνια, γνωρίστηκε με κορυφαίους φιλοσόφους, θεολόγους και καθηγητές πανεπιστημίων, ενώ τον επισκεπτόταν και η αδελφή του Ελπινίκη Σταμούλη, αργότερα Σαραντή.Μόλις επέστρεψε από τη Γερμα­νία ήλθε στη Βέροια, στην καρδιά του Μακεδονικού Αγώνα (και πιστεύω, όπως και πολλοί άλλοι, ότι η επιλογή της Βέροιας ακριβώς αυτό τον σκοπό υπηρετούσε, να βρεθεί κοντά στην αγωνιζόμενη Μακεδονία). Άλλωστε, από τη Βέροια καταγόταν κι ο ένας από τους παππούδες του. Εκεί, λοιπόν, στη Βέροια, στις 12 Νοεμβρίου 1906 έγινε πραγματικότητα ο πόθος του, αφού ο Μητροπολίτης Βεροίας Απόστολος Χριστοδούλου, (πρώην σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης), τον χειροτόνησε διάκονο και τον Μάρ­τιο του 1907 πρεσβύτερο και αρχιμανδρίτη και τον διόρισε αρχιε­ρατικό επίτροπο στη Νάουσα, ιεροκήρυκα και καθηγητή των θρησκευτικών στις εκεί κοινοτικές σχολές. Κατά τη χειροτονία του πήρε το εκκλησιαστικό όνομα Σωφρόνιος.
Στη Μητρόπολη Βέροιας ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος παρέμεινε μέχρι το έτος 1908, επειδή όμως είχε γίνει γνωστή η ανάμειξή του στον Μακεδονικό Αγώνα, ήλθε στη Δράμα, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στον Μητρο­πολίτη Χρυσόστομο Καλαφάτη, τον μετέπειτα Εθνομάρτυρα Σμύρνης, κοντά στον οποίο, όμως, παρέμεινε για λίγους μήνες, αφού μέσα στο ίδιο έτος διορίσθηκε αρχιε­ρατικός επίτροπος Καβάλας (η οποία υπαγόταν τότε στη μητρόπολη Ξάνθης), όπου υπηρέτησε από το 1908 έως το 1909, δηλαδή για μια διετία περίπου. Εξ αιτίας όμως και πάλι της εθνικής δράσης του και κυρίως επειδή φιλοξένησε και συνόδευσε τιμητικά τον Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο, κατά τη διέλευσή του από την Καβάλα, όταν αυτός είχε απομακρυνθεί από την έδρα του, το Πατριαρχείο, κατ' απαίτηση των Τούρκων, τον ανακάλεσε στην Κωνσταντινού­πολη, όπου όμως έγινε γρήγορα αντιληπτή η ευρυμάθειά του και διορίσθηκε πατριαρχικός επόπτης των ορθοδόξων σχολείων της αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως (16 Οκτωβρίου 1909 - 27 Φεβρουαρίου 1917). Μία από τις φωτογραφίες που θα δείτε σήμερα, είναι από την περίοδο εκείνη, ενώ ανάμεσα στα εκτιθέμενα έγγραφα διακρίνεται η βεβαίωση εγγραφής του, ως τακτικού μέλους στην «εν Κωνσταντινουπόλει Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα «ο Αρχιγένης».
Η μελέτη του για τα ελληνικά σχολεία της Πόλης κυκλοφόρησε και στην τουρκική καθώς και στη γερμανική γλώσσα. Υπήρξε τακτικός συνεργάτης του περιοδικού οργάνου του Πατριαρχείου «Εκκλησιαστική Αλήθεια». Έγραφε επίσης τακτικότατα στα περιοδικά «Ευαγγελισμός», «Θρακική Επετηρίς» και σε διάφορες εκδόσεις. Υπήρξε, πράγματι, πολυγραφότατος και δίκαια η εν Κωνσταντινουπόλει Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης Ο ΑΡΧΙΓΕΝΗΣ, σ’ επιστολή που του απηύθυνε, στις 16-2-1912, τον προσφωνούσε ως «μετά ζήλου υπέρ των εθνικών συμφερόντων εργασθέντα Θράκα λόγιον».
Στις 28 Φεβρουαρίου 1917 ο Σωφρόνιος εκλέχτηκε Μητροπολί­της Μυριοφύτου και Περιστάσεως, αφού εκδήμησε προς Κύριον ο Μητροπολίτης Φιλόθεος.· Η χειροτονία του σ’ επίσκοπο έγινε στις 5 Μαρτίου 1917. Πριν όμως ακόμη μεταβεί στην έδρα του, στην Περίσταση, άρχισε ο «ανεπίσημος, ανθελληνικός διωγμός στη Θράκη» και ο Σωφρόνιος στάλθηκε από το Πατριαρχείο, μαζί με αρχιερείς και άλλους κληρικούς, στις δοκιμαζόμενες επαρχίες Ραιδεστού, Ηράκλειας, Βιζύης, Τυρολόης, Αδριανουπόλεως και Αίνου, για να συμπαρασταθεί και να ενισχύ­σει τον τοπικό, χριστιανικό πληθυσμό.
Επιστρέφοντας στην Κων­σταντινούπολη στάλθηκε με παρόμοια αποστολή στα Δαρδανέλλια και την Τρωάδα. Στην έδρα του εγκαταστάθηκε ύστερα από έναν περίπου χρόνο και με πολλές δυσκολίες (στις 17/30 Μαΐου 1918). Ευτύχησε να δει την επαρχία του και την πατρίδα του απελευθερωμένη από τους Τούρκους (στις 14 προς 15 Ιουλίου 1920), κάτι όμως, που, δυστυχώς, διάρκεσε για πολύ λίγο χρόνο.
Στο Μυριόφυτο παρέμεινε μέχρι την εκκένωση της Θράκης, οπότε αποχώρησε τελευταίος, στις 2 Νοεμβρίου του 1922, αφού με ανείπωτο πόνο είδε προηγούμενα όλους τους συμπατριώτες του να εγκαταλείπουν για πάντα την πατρώα γη. Κατέφυγε στο Άγιο Όρος κι από εκεί στην Αθήνα κι όχι στο Πατραρχείο το οποίο, γι’ αυτό το λόγο, τον έθεσε σε διαθεσιμότητα κι εξέλεξε διάδοχό του τον μη­τροπολίτη Κρήνης Καλλίνικο (22 Μαΐου 1923). Στις 15 Απριλί­ου 1924 ό Καλλίνικος επανήλθε στη μητρόπολη Κρήνης και ο πρώην Μυριοφύτου Σωφρόνιος αποκαταστάθηκε στην επαρχία του. Τελικά στις 7 Όκτωβρίου του 1924 του ανακοινώθηκε ή μετάθεσή του στη μητρόπολη Βεροίας, αφού ο εκεί μητροπολίτης μετατέθηκε στην μόλις τότε συσταθείσα Μητρόπολη Καβάλας.
Μετά τον θάνατο του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Αιμιλιανού, ο Σωφρόνιος μετατέθηκε σ' αυτή την χηρεύουσα μητρόπολη, στις 19 Νοεμβρί­ου 1927. Ή εκλογή του έγινε στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωρ­γίου της Κωνσταντινούπολης.
Γι’ αυτή τη μετάθεση ειπώθηκαν πολλά, όπως, λ.χ. ότι δήθεν, οφειλόταν στο ότι στη Βέροια είχε εκδώσει άδεια γάμου για δύο, συγγενικά μεταξύ τους, πρόσωπα ή ότι αφορμή της μετάθεσής του υπήρξαν οι ενέργειες Ποντίων, βενιζελικών βουλευτών, (μια κι ο Σωφρόνιος υπήρξε σφόδρα αντιβενιζελικός, παρά το ότι ο αδελφός του, Μιλτιάδης Σταμούλης, ήταν γερουσιαστής των Φιλελευθέρων), εγώ προσωπικά όμως πιστεύω πως, οπωσδήποτε όχι η μετάθεσή του, τουλάχιστον όμως η επιλογή της μικρής μεν, πλην πανάρχαιας Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως, δεν ήταν ανεξάρτητη από τη βούλησή του, αφού στην Ελευθερούπολη και στην επαρχία της είχε ήδη εγκατασταθεί ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων που ήλθαν από την παλαιά έδρα του, δηλαδή από την επαρχία Μυριοφύτου και Περιστάσεως, (λ.χ. από τη Ν. Ηρακλείτσα), αλλά κι από τη γειτονική, Γάνου και Χώρας.
Όταν οι Ιταλοί κήρυξαν τον Πόλεμο στην Ελλάδα, ο Σωφρόνιος ήταν συνοδικός. Παγιδεύτηκε στην Αθήνα και δεν κατόρθωσε να επιστρέψει κοντά στο χειμαζόμενο ποίμνιό του, παρά μόνο όταν αποχώρησαν οι Γερμανοί και οι σύμμαχοί τους Βούλγαροι από την επαρχία του. Τότε, παρά τους κινδύνους που εγκυμονούσαν για τους μετακινούμενους οι πρώτες εμφυλιακές συγκρούσεις, έσπευσε στο ποίμνιό του, το οποίο τον υποδέχθηκε μ’ ενθουσιασμό και κοντά στο οποίο παρέμεινε μέχρι το θάνατό του.
Όντας γερμανοσπουδαγμένος, στην αρχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν μπορούσε να παραδεχθεί το άδικο του Πολέμου που είχαν ξεκινήσει οι Γερμανοί, όταν όμως, στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1941, πληροφορήθηκε στην Αθήνα για την ομαδική εκτέλεση, (την πρώτη στην Ελλάδα), των κατοίκων των Κερδυλλίων, ο κλονισμός του ήταν τόσο ισχυρός, που αυτός ο δίκαιος άνθρωπος άρχισε πλέον ν’ αποκαλεί τους Γερμανούς, τον πολιτισμό των οποίων τόσο θαύμαζε, βαρβάρους και ποτέ μέχρι τον θάνατό του δεν ξαναμίλησε και δεν ξανάγραψε στη γλώσσα, στην οποία είχε εκπονήσει την λαμπρή, διδακτορική διατριβή του.
Θ’ αφήσω όμως για το τέλος την εξιστόρηση των τελευταίων χρόνων της περιπετειώδους ζωής του σεπτού ιεράρχη, για ν’ αναφερθώ προηγούμενα στον άνθρωπο Σωφρόνιο, τον οποίο δεν είχα βέβαια την τύχη να γνωρίσω προσωπικά, είχα όμως την τύχη να βρω, μαζί με τον φίλο και συμπολίτη μου, Θόδωρο Βακαλόπουλο, στο καμπαναριό του Αγίου Ελευθερίου, σε άθλια κατάσταση, λόγω της υγρασίας και να παραδώσουμε, παρόλα αυτά, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, αφενός μεν ένα μεγάλο τμήμα από το τεράστιο, προσωπικό αρχείο και την αλληλογραφία του, αφετέρου δ’ ένα μεγάλο τμήμα από το αρχείο εγγράφων, (κύρια των εισερχομένων, γιατί από τα εξερχόμενα έγγραφα ελάχιστα διασώθηκαν), της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως και ειδικότερα εκείνο το τμήμα, που αφορούσε την περίοδο που ο ίδιος ήταν Μητροπολίτης και το οποίο, φυσικά, ο ίδιος διέσωσε. Η στοιχειώδης μελέτη όλου αυτού του ιστορικού θησαυρού, που φωτίζει όχι μόνο την προσωπική ζωή και την προσωπικότητα του μεγάλου Θρακιώτη, αλλά, συνάμα κι ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της πόλης μας και του έθνους μας στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η επίσης στοιχειώδης εντρύφηση στους πολυπληθείς τόμους της εξαιρετικής βιβλιοθήκης, που ο μακαριστός μητροπολίτης άφησε στον ιδρυτή του Κωνσταντείου Γηροκομείου της Καβάλας και η οποία βρίσκεται σήμερα στο ομώνυμο ίδρυμα, (μιας βιβλιοθήκης με πλήθος νομικών, θεολογικών και φιλοσοφικών συγγραμμάτων), σε συνδυασμό με τα έργα των συμπολιτών μου, κ.κ. Ανδρέα Παπανδρέου και Χαραλάμπου Τουφεξή, που τον γνώρισαν κι έγραψαν γι’ αυτόν, μου επέτρεψαν να σχηματίσω μια εικόνα γι’ αυτή την σημαντική προσωπικότητα, την οποία περιέγραφαν όλοι όσοι είχαν τη τύχη να τον γνωρίσουν, μια προσωπικότητα με βαθιά και πολύπλευρη μόρφωση, που μέσα της συμπυκνωνόταν όλο το μεγαλείο και συνάμα όλο το δράμα του ξερριζωμού του θρακιώτικου Ελληνισμού, γεμάτη φλογερή φιλοπατρία και πίστη στην αιώνια ελπίδα του γένους μας, πως «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι», το περιεχόμενο της οποίας εξηγεί όλα όσα το ποίμνιό του δεν μπόρεσε να κατανοήσει από τη συμπεριφορά του και, πολλές φορές, μάλιστα, τα περιγέλασε.
Τα κριτήρια, όπως ήδη ανέφερα, της συμπεριφοράς και της στάσης ζωής του Σωφρονίου ήταν δυο, η μεγάλη φιλοπατρία του και η φλογερή και άδολη πίστη του στο Θεό. Η φιλοπατρία του ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που διέκρινε όλα τα μέλη της οικογένειάς του, η προσφορά της οποίας (και όχι μόνο του ιδίου του Σωφρονίου) στην πατρίδα υπήρξε, πράγματι, εντυπωσιακή και γι’ αυτό τιμήθηκε ιδιαίτερα από την Πολιτεία. Αντί όμως να προχωρήσω εγώ στην εξιστόρηση των ευεργεσιών της οικογένειας Σταμούλη προς το έθνος και την πατρίδα, προτιμώ ν’ αναφερθώ στα έγγραφα που αποδεικνύουν τον τρόπο, με τον οποίο η Ελληνική Πολιτεία αναγνώρισε αυτή την προσφορά:
Στις 4 Απριλίου του 1957 η Ακαδημία Αθηνών απένειμε αργυρούν μετάλλιο στον πατριάρχη της οικογένειας, Αναστάσιο Σταμούλη, «ενθυμουμένη όσα προφρόνως υπέρ πατρίδος της Ελληνίδος, επιστήμης και παραδόσεως ο αλήστου μνήμης ανήρ ειργάσατο και όσα των αυτώ διαπεπραγμένων υπομνήματα βέλτιστα τοις της Ακαδημίας αρχείοις και τοις Ελληνικοίς μουσείοις κατέλιπεν». Εξηγώντας τους λόγους της απονομής αυτής της ύψιστης τιμής στον Αναστάσιο Σταμούλη, τον οποίο χαρακτήρισε «φιλογενή και εξαίρετο άνδρα», η Ακαδημία ανέφερε τα εξής: «Ό Αναστάσιος Σταμούλης, ορμώμενος εκ Θράκης, φιλόμουσος και φι­λίστωρ ανήρ, ζων είχε καταρτίσει σπουδαιοτάτην συλλογήν παντοίου πνευ­ματικού υλικού, αρχαιολογικού, ιστορικού, γεωγραφικού, εκκλησιαστικού, λαογραφικού και λοιπού, αναφερομένου ιδίως εις την ιδιαιτέραν πατρίδα του Θράκην και εις τους Θράκας. Ή συλλογή αυτή αποτελείται εξ 90.000 φύλ­λων, καταρτισθείσα μετ' αξιοθαυμάστου ζήλου, πολλού μόχθου και δαπά­νης ουχί μικράς. Την συλλογήν ταύτην τα φιλογενή τέκνα αυτού, ο κ. Μιλτιάδης Σταμούλης, ο Σεβασμιώυατος Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως κ. Σωφρόνιος και αι ερίτιμοι κυρίαι Αναστασία Θ. Κοκόλη και Ελπινίκη Μ. Σαραντή, εδωρήσαντο ευγενώς είς την Ακαδημίαν. Αποτελεί δε η συλλογή αύτη πολυτιμότατον απόκτημα δι’ αυτήν, διότι είναι ή πλουσιωτέρα ίσως συναγωγή υλικού περί ελληνικής χώρας και σπουδαιότατον, επιστημονικόν βοήθημα, το οποίον μέλλει να προσφέρη ανεκτιμήτους υπηρεσίας εις το Μεσαιωνικόν Αρχείον της Ακαδημίας, αλλά και εις πάντα μελετητήν του ιστορικού παρελθόντος της Θράκης. Πλην όμως της συλλογής ταύτης ο αοίδιμος ανήρ, είχε καταρτίσει και ετέραν, σπουδαιοτάτην επίσης συλλογήν, περιέχουσαν 6.508 βυζαντινά επίθετα, έκαστον εις ίδιον δελτίον, αναγράφον και τας πηγάς του ονόματος, τεταγμένα δε αλφαβητικώς και ηριθμημένα. Και την συλλογήν ταύ­την τα φιλογενή τέκνα του Αναστασίου Σταμοΰλη εδωρήσαντο ευγενώς εις την Ακαδημίαν. Αλλά εκτός των προς την Ακαδημίαν δωρεών, ο αείμνηστος ανήρ, ζών είχε δωρήσει εις το Εθνικόν Νομισματικόν Μουσείον, την υπ' αυτού καταρτισθείσαν συλλογήν βυζαντινών μολυβδοβούλων και νομισμάτων, κατάλογος της οποίας συνταχθείς υπό του αειμνήστου Γεωργίου Π. Οικονόμου και της κ. Ειρήνης Βαρούχα — Χριστοδουλοπούλου, εξεδόθη εν Αθήναις τω 1955. Εις δε το Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον είχε δωρήσει ωραιοτάτην χαλκήν κεφαλήν, πιθανώς της Βερενίκης. Δια των σπουδαίων τούτων συλλογών και δωρεών ό Αναστάσιος Σταμούλης προσήνεγκε μεγάλας υπηρεσίας προς το Έθνος και την επιστημονικήν έρευναν, εφ' αίς εγένετο άξιος όπως τύχη της πρεπούσης τιμητικής διακρίσεως της Ακαδημίας, δια της απονομής εις αυτόν του αργυρού μεταλλίου της, συμφώνως προς τον Εσωτερικόν Κανονισμόν της Ακαδημίας».
Μια επιστολή που στάλθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 1957, από τον Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Παν. Πουλίτσα, στον αδελφό του Σωφρονίου, Μιλτιάδη Σταμούλη, αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά: «Αξιότιμε και περισπούδαστε μοι φίλε, Μετά βαθείας συγκινήσεως και βαθυτέρας ευγνωμοσύνης έλαβον γνώσιν των δια της από 14ης λήγοντος μηνός υμετέρας επιστολής ανακοινουμένων νέων πολυτιμότατων δωρεών υμών και των αξιοτίμων αδελφών σας, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Έλευθερουπόλεως κυρίου Σωφρονίου και των ευγενεστάτων κυριών Αναστασίας Π. Κοκόλη και Ελπινίκης Μ. Σαραντή, ως κληρονόμων του αειμνήστου πατρός υμών Αναστασίου Σταμούλη, προς την Ακαδημίαν Αθηνών, δωρουμένων αυτή την πολύτιμον πατρικήν βιβλιοθήκην και την ιδίαν υμετέραν. Μετά της αυτής συγκινήσεως ήκουσαν την σχετικήν ανακοίνωσίν μου προς αυτάς η Σύγκλητος της Ακαδημίας και η Ολομέλεια αυτής, κατά την χθεσινήν συνεδρίαν ταύτης, αποδεξάμεναι αμφότεραι λίαν ευγνωμόνως τας πολυτιμοτάτας δωρεάς και την διατυπουμένην εύλογον παράκλησιν της αποθέσεως και διατηρήσεως των δωρουμένων βιβλίων εν ιδιαιτέρα βιβλιοθήκη. Συνάμα δε απεφάσισαν την έκφρασιν προς υμάς, τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην και τας αξιότιμους άδελφάς, της βαθυτάτης ευγνωμοσύνης της Ακαδημίας, ως και της εξαίρετου υπολήψεως και εκτιμήσεως αυτής, δια την συνεχιζομένην έμπρακτον εκδήλωσιν των ευγενών και φιλογενών αισθη­μάτων της οικογενείας υμών, προς το Έθνος, την Εκκλησίαν και τα πνευ­ματικά ιδρύματα της πατρίδος υμών».
Στις 7 Νοεμβρίου του 1957, τέλος, η Σύγκλητος της Ακαδημίας Αθηνών πήρε την ακόλουθη απόφαση: «Ο Πρόεδρος υπομιμνήσκων τας επανειλημμένας δωρεάς προς την Ακαδημίαν βιβλίων και επιστημονικών συλλογών των τέκνων και κληρονό­μων του φιλομουσοτάτου και φιλογενεστάτου αειμνήστου πατρός των Αναστασίου Σταμούλη του εκ Θράκης, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ελευθερουπόλεως κ. Σωφρονίου, του κ. Μιλτιάδου Αναστ. Σταμούλη και των αξιοτίμων αδελφών των, κυριών Αναστασίας Θ. Κοκόλη και Ελπινίκης Μ. Σαραντή, δωρησαμένων τη Ακαδημία παλαιότερον μεν το υπό του πα­τρός των καταρτισθέν πολύτιμον ευρετήριον κυρίων ονομάτων βυζαντινών, κατά δε τον παρελθόντα Φεβρουάριον παντοίον πνευματικόν υλικόν περί Θράκης και των Θρακών, αρχαιολογικόν, ιστορικόν, εκκλησιαστικόν, λαογραφικόν κλπ., κατατεταγμένον εις 172 φακέλλους ή βιβλιογράφους και κατά τον παρελθόντα μήνα Οκτώβριον την πολύτιμον βιβλιοθήκην του πατρός των, περιέχουσαν 750 και πλέον εσταχωμένους τόμους ιστορικού και αρχαιολογικού κυρίως περιεχομένου ως και εκδόσεως αρχαίων και Βυζαντι­νών συγγραφέων, του δε Μιλτιάδου Αναστ. Σταμούλη δωρησαμένου και την ιδιαιτέραν αυτού βιβλιοθήκην εκ 270 και πλέον τόμων, εσταχωμένων και τούτων, δι' ων δωρεών ούτοι σπουδαίως συνετέλεσαν εις επιτυχίαν του σκοπού και προαγωγήν του έργου της Ακαδημίας, προτείνει την ανακήρυξιν αυτών ως «δωρητών» της Ακαδημίας, εις ένδειξιν της οφειλομένης αυτοίς τιμής και ευγνωμοσύνης..»
Η φιλοπατρία του σεβάσμιου ιεράρχη προκύπτει, όμως, ανάγλυφα και μέσα από το τμήμα του προσωπικού του αρχείου, το οποίο διασώθηκε. Είναι, έτσι, χαρακτηριστικά, το κάλεσμα που ο ίδιος απηύθυνε στις 23 Δεκεμβρίου του 1940 προς τις Ελληνίδες της επαρχίας του, να μιμηθούν τις γυναίκες εκείνες που μέρα και νύχτα έπλεκαν «μάλλινα περιπόδια» (κάλτσες) για τους Έλληνες στρατιώτες που βρίσκονταν στο Αλβανικό μέτωπο, οι θαυμάσιες, πράγματι, ευχές που έγραψε και απηύθυνε προς τον Θεό κατά της ιταλικής και αργότερα της Γερμανικής επιδρομής στην πατρίδα μας, το μνημόσυνο υπέρ των θυμάτων της βουλγαρικής θηριωδίας κατά τα έτη 1941-1944, το οποίο τέλεσε κατά το 1945 ή τα πατριωτικά ψηφίσματα υπέρ της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, την έκδοση των οποίων ο ίδιος προκάλεσε και το συλλαλητήριο, το οποίο ο ίδιος διοργάνωσε, κατά το έτος 1950, ζητώντας επίσης την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και πολλά άλλα, παρόμοιου πνεύματος έγγραφα, ορισμένα μόνο από τα οποία σήμερα σας παραθέτουμε.
Αντιλαμβάνεται κανείς, μετά από τα προαναφερθέντα, ότι ο Σωφρόνιος Σταμούλης, μεγαλωμένος σε μια τέτοια οικογένεια, απόλυτης και άδολης προς την πατρίδα προσφοράς, έζησε και λειτούργησε με βασικό κριτήριο την φιλοπατρία, η οποία, σε συνδυασμό με το μίσος του για τους Τούρκους και τη βαθιά του μόρφωση, έκανε να φαντάζουν γραφικά κάποια σημεία της συμπεριφοράς του, σ’ όσους απλούς ανθρώπους της επαρχίας του δεν γνώριζαν την προσωπικότητα και τις οικογενειακές καταβολές του και δεν μπορούσαν ν’ αντιληφθούν το μέγεθος της μόρφωσής του και της ευαισθησίας του. Ένα πρώτο παράδειγμα, εν προκειμένω, αποτελεί το γεγονός ότι, όπως όλοι οι μορφωμένοι πρόσφυγες από τη Θράκη, ο Σωφρόνιος, παρόλο που γνώριζε καλά την Τουρκική γλώσσα, (κι είχα κι εγώ ο ίδιος ανάλογη εμπειρία, αφού ποτέ δεν άκουσα τον παππού μου να χρησιμοποιήσει έστω και μια τουρκική λέξη, παρόλο που ήλθε από την Ανατολική Θράκη σε ηλικία 38 χρόνων και γνώριζε την τουρκική γλώσσα άπταιστα), όχι απλά δεν την μιλούσε ποτέ, αλλά δεν ανεχόταν ούτε το άκουσμα έστω και κάποιων μεμονωμένων λέξεών της, κύρια δε των τουρκογενών επωνύμων πολλών μικρασιατών προσφύγων, τα οποία τους υποδείκνυε να μεταβάλλουν σ’ ελληνικά, προσφωνώντας τους ο ίδιος με την ελληνική μετάφρασή τους, (όπως λ.χ. όταν, απευθυνόμενος στον προ του Β’ παγκοσμίου πολέμου Έφορο Αρχαιοτήτων Καβάλας κ. Μπακαλάκη, βλέπουμε στις επιστολές του αρχείου του να τον προσφωνεί ως «κ. Παντοπωλίσκον» ή όταν αποκαλεί το Πράβι «Πράσιον», θεωρώντας τη λέξη κακόηχη, ως έχουσα, κατά την άποψή του, σλαβική προέλευση), ενώ, όταν άκουγε Έλληνες να χρησιμοποιούν, στις καθημερινές σχέσεις τους, την τουρκική γλώσσα, (και τέτοιοι ήταν αρκετοί Μικρασιάτες πρόσφυγες, της πρώτης κύρια γενιάς), τους επιτιμούσε, υποδεικνύοντάς τους «να μη βαρβαρίζουν». Είναι, έτσι, αυτονόητο, ότι αυτή η συμπεριφορά του προκαλούσε δυσφορία σ’ όσους αισθάνονταν να θίγονται.
Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η έντονη και διαρκής πίστη του Σωφρονίου στη Μεγάλη Ιδέα της ανάστασης του γένους μας, η οποία διαπότιζε την ύπαρξή του και η οποία τον έκανε να θεωρεί τους Έλληνες Βασιλείς συνέχεια των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Αυτός ήταν ο λόγος που, παρότι η οικογένειά του ήταν στο πλευρό του Βενιζέλου και ο αδελφός του Μιλτιάδης διετέλεσε γερουσιαστής του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Σωφρόνιος ήταν, ολοφάνερα, ανοιχτά και για όλη τη διάρκεια της ζωής του φιλομοναρχικός, πράγμα που σαφώς προκύπτει από την διασωθείσα αλληλογραφία του, μεγάλο μέρος της οποίας περιλαμβάνει η ανταλλαγή επιστολών, προσκλήσεων, ευχετηρίων καρτών και φιλοφρονήσεων με όλα τα μέλη της ελληνικής, βασιλικής οικογένειας, στο μέγιστο διάστημα του 20ού αιώνα. Αυτές οι πεποιθήσεις του αποτέλεσαν ένα ακόμη αντικείμενο δυσμενούς, εν πολλοίς, σχολιασμού της προσωπικότητάς, του, ενός σχολιασμού που εξηγείται μεν από το γεγονός ότι ο φιλομοναρχικός προσανατολισμός του αποτελούσε όχι στεγνή, πολιτική πεποίθηση, αλλά το ιδεατό μέσον για την πραγματοποίηση του ονείρου του, να δει την πατρίδα του να ελευθερώνεται και να μεγαλουργεί, χωρίς όμως αυτή η εξήγηση να μπορεί, με τη σειρά της, να εξηγήσει, λ.χ. την άρνησή του να τελεσθεί μνημόσυνο, κατά το έτος 1936, για τον εκλιπόντα Ελευθέριο Βενιζέλο, γεγονός που φαίνεται να προκάλεσε την οργή των Βενιζελικών κατοίκων της Ελευθερούπολης.
Ανάλογη δυσκολία κατανόησης αντιμετώπιζε ο μακαριστός Σωφρόνιος από τους εκκλησιαστικούς άνδρες αλλά κι από τους απλούς ανθρώπους της εποχής του και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο επηρέαζε την ύπαρξή του, τον τρόπο ζωής και τη συμπεριφορά του το δεύτερο, ίσης αξίας, κριτήριο που χαρακτήριζε την προσωπικότητά του, δηλαδή η άδολη Χριστιανική πίστη του.
Πιστεύοντας, κατ’ αρχάς, στην ανάγκη της πνευματικής ανύψωσης της Εκκλησίας, δεν ήταν λίγες οι φορές που ήλθε σε σύγκρουση μ’ εκπροσώπους της, με αποκορύφωμα την τιμωρία που του επιφύλαξαν, όταν ήταν πια γέρων, ασθενής και ανήμπορος, οι συλλειτουργοί του Μητροπολίτες του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου, που τον καταδίκασαν στην ατίμωση και στην απέραντη θλίψη.
Με το ίδιο αυτό κριτήριο, της άδολης πίστης και της αυστηρής προσήλωσής του στους ιερούς κανόνες, (που ήταν αυτές που τον ώθησαν να εγκαταλείψει πλούτη, μια λαμπρή καριέρα δικηγόρου και όλες τις ανέσεις της ζωής), μπορούν να εξηγηθούν κάποιες, εκ πρώτης όψεως περίεργες συμπεριφορές του, όπως λ.χ το ότι αρκετές φορές, όντας συνοδικός, δεν μετέβαινε στις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου, με αποτέλεσμα να του ζητούνται εξηγήσεις, το ότι θεωρούσε ιδιαίτερα μεγάλη ευθύνη για τον επίσκοπο τη χειροτονία κάποιου ως κληρικού και γι’ αυτό πίστευε ότι ήταν λίγοι οι χειροτονούμενοι εκείνοι που ήταν άξιοι για το μεγάλο έργο που αναλάμβαναν, το ότι έδινε ιδιαίτερη σημασία στο μεγάλο μυστήριο του γάμου και στα κωλύματα γάμου που επέβαλλαν οι ιεροί κανόνες και γι’ αυτό με ιδιαίτερη προσοχή χορηγούσε τις άδειες γάμου, προκαλώντας πολλές φορές τη δυσφορία των μελλονύμφων, γιατί ήθελε να νουθετεί τους τελευταίους και να τους θέτει προ των ευθυνών τους για το ιερό μυστήριο στο οποίο σε λίγο θα συμμετείχαν, αλλά και να ελέγχει τους τόπους προέλευσής τους, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για πρόσφυγες, γνωρίζοντας πολύ καλά, πόσες οικογένειες είχαν διαλυθεί στη μεγάλη καταστροφή και πόσο εύκολο ήταν, εκείνη την εποχή, να συναντηθούν και να γνωριστούν, με σκοπό τον γάμο, νέοι που πιθανά να είχαν μεταξύ τους συγγένεια.
Συνεχίζοντας την αναφορά μου στην χριστιανική πίστη του σεπτού ιεράρχη, επισημαίνω αυτό που όλοι ανεξαίρετα όσοι τον γνώρισαν, ακόμη κι όσοι δυασαρεστήθηκαν απ’ αυτόν, ανέφεραν κι εξακολουθούν ν’ αναφέρουν, ότι ο Σωφρόνιος υπήρξε υπόδειγμα ευσέβειας κι εγκράτειας. Αυτός, ο γεννημένος στα πλουσιόσπιτα μιας από τις πιο εύπορες οικογένειες της Θράκης, αποδείχθηκε ασκητικός, «λιτοδίαιτος και ιδιαίτερα αφιλοχρήματος, μακριά από κάθε είδους επίδειξη και πολυτέλεια, υπόδειγμα καλογερικής σεμνότητας, αυστηρά απέριττος, θυμίζοντας τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους», (κι εδώ μου επιτρέπει ο συμπολίτης μας ιστορικός κ. Χαράλαμπος Τουφεξής να δανειστώ αυτούς τους χαρακτηρισμούς από το σύγγραμμά του, που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «ψήγματα ιστορίας από έναν φιλίστορα»), προσηλωμένος στους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, που δεν δίστασε, λ.χ., να σπεύσει, αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και να διδάξει αφιλοκερδώς κι όχι μόνο για ένα έτος, στους μαθητές που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Ελευθερουπόλεως, το μάθημα των Θρησκευτικών, που σαν μνημόσυνο για την ψυχή του αδελφού του Αντωνίου Σταμούλη διέθεσε το έτος 1943 ποσό 100.000 δρχ. στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, υπέρ του γραφείου αιχμαλώτων κλπ.
Ο θρακιώτης ιεράρχης Σωφρόνιος Σταμούλης υπήρξε, λοιπόν, στην εποχή του μια ιδιαίτερα σημαντική προσωπικότητα, ένας άνθρωπος των γραμμάτων, πολύ γνωστός και αγαπητός, τιμώμενος όχι μόνο από τους απλούς ανθρώπους, αλλά και από τις κάθε είδους πολιτειακές, πολιτικές, στρατιωτικές, δημοτικές και άλλες Αρχές, πράγμα που αποδεικνύεται από το ότι ένα μεγάλο μέρος του προσωπικού αρχείου του καταλαμβάνουν προσκλήσεις κι επιστολές που του απηύθυναν Βασιλείς και πρίγκιπες, Υπουργοί και Υφυπουργοί, βουλευτές και γερουσιαστές, Δήμαρχοι και δημοτικοί άρχοντες, εταιρίες, οργανισμοί και ιδρύματα όπως η Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, η Ακαδημία Αθηνών κλπ. Αυτός όμως ο λόγιος άνδρας, που είχε λάβει δύο σημαντικά, διδακτορικά διπλώματα, από ελληνικά και γερμανικά Πανεπιστήμια, που αρθρογραφούσε ή συνεργαζόταν με διεθνούς κύρους επιστημονικά περιοδικά, στην Ευρώπη, την Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη, αυτός που χειριζόταν την ελληνική γλώσσα με τρόπο υπέροχο, έμελλε στα τελευταία χρόνια της ζωής του, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του και των ασθενειών που καταπονούσαν το σώμα του και ίσως και το μυαλό του, να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις προς κάποιες συμπεριφορές του, τις οποίες πολλοί από τους ανθρώπους της εποχής εκείνη, ακόμη και συλλειτουργοί του, δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν. Αυτό γίνεται σαφές από το τμήμα εκείνο του προσωπικού αρχείου του, που αναφέρεται στο μετά το έτος 1951 χρονικό διάστημα, από το οποίο προκύπτουν οι διαμαρτυρίες που προκάλεσαν διάφορες ενέργειές του, η πιο σημαντική από τις οποίες, που υπήρξε και η αρχή όλων των μετέπειτα δεινών του, ήταν η ακόλουθη: Μετά τον Πόλεμο, όταν η Επιτροπή διανομής βοηθημάτων έδινε συνδρομές, προκειμένου ν’ ανεγερθούν οι κατεστραμμένες εκκλησίες της υπαίθρου, ο Μητροπολίτης Σωφρόνιος, του οποίου οι εκκλησίες, κατά θεία οικονομία, δεν είχαν πάθει σοβαρές ζημιές από τους κατακτητές, θεωρώντας ότι θ’ αδικούσε άλλα, ερημωμένα χωριά, με κατεστραμμένες εκκλησίες, αν δεχόταν οικονομική βοήθεια για τις εκκλησίες της επαρχίας του, αρνήθηκε να δεχθεί τα προσφερθέντα, πράγμα το οποίο δυσαρέστησε τιςς κοινοτικές αρχές της περιφέρειάς του και προκάλεσε την οργή και τη διαμαρτυρία πολλών απ’ αυτούς προς την Ιερά Σύνοδο, η οποία έστειλε, στις 24 Νοεμβρίου του 1952, ως έξαρχο, τον Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης Ιάκωβο. Ο τελευταίος φέρθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα προς τον γέροντα πια μητροπολίτη Σωφρόνιο, υποστηρίζοντας άκριτα τις σε βάρος του κατηγορίες και μη λαμβάνοντας υπόψη του καμιά κατάθεση, εφόσον ήταν ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο πρεσβύτη. Όταν, για παράδειγμα, ο μεγάλος ευεργέτης της πόλης μας, Φρίξος Παπαχριστίδης, προσήλθε αυτόβουλα στην εκκλησιαστική ανάκριση και κατέθεσε ότι ο Μητροπολίτης Έλευθερουπόλεως είναι ιεράρχης ανώτερος χρημάτων, ζη­λωτής καλών έργων, ειλικρινής, τίμιος, ασκητικός τον βίο, ότι ήταν ο εμπνευστής του έργου του και ότι εάν δεν υπήρχε ό Σωφρόνιος, ο ίδιος δεν θα είχε προσφέρει ούτε το ένα δέκατο όσων είχε προσφέρει στην γενέτειρά του (κι αυτό είναι αλήθεια, όπως θα δείτε στις τέσσερις από τις πολλές επιστολές που του είχε απευυθύνει ο Φρίξος Παπαχρηστίδης, τις οποίες σήμερα σας παραθέτουμε) κι ότι απέκρουε με αγανάκτηση όλες τις εναντίον του Σωφρονίου κατηγορίες, ο έξαρχος Μη­τροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης αμφέβαλε για τις αρετές που απέδιδαν στον Μητροπολίτη Σωφρόνιο οι συμπολίτες του και στηριζόμενος σε κάποιες σε βάρος του καταθέσεις, έστειλε στην Ιερά Σύνοδο την καταδικαστική του έκθεση. Το κατηγορητήριο, που περιλάμβανε 16 μεγάλες σελίδες, στάλθηκε από τη Σιάτιστα στις 26 Φεβρουαρίου 1953 και με βάση αυτό και χωρίς ν' ακουστεί ο κατη­γορούμενος, που ήταν ασθενής, χωρίς, μ’ άλλα λόγια, να του δοθεί το δικαίωμα σε απολογία, που δίνεται ακόμη και στους σκληρότερους των εγκληματιών, οι δώδεκα Μητροπολίτες - μέλη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παμψηφεί καθαίρεσαν τον μεγάλο Θρακιώτη, ως ένοχο των κατηγοριών που του είχαν αποδώσει, για πλημμελή εκτέλεση των ποιμαντορικών του καθηκόντων και για σκανδαλισμό της συνείδησης των πιστών!!
Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι στον ασθενούντα ιεράρχη δεν επιτράπηκε ούτε η άσκηση εφέσεως ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου, (αν και ο έγκριτος συμπολίτης μας, δικηγόρος και ιστορικός Ανδρέας Παπανδρέου, στο δικό του πόνημα με τίτλο «ο Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιος Σταμούλης, όπως τον γνώρισα», ανέφερε ότι είχε ακούσει πως ο μακαριστός Σωφρόνιος προσέφυγε στο Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, αλλά δεν παρέστη για ν’ απολογηθεί ενώπιόν του και η πρωτόδικη απόφαση έγινε τελεσίδικη ερήμην του», μια φήμη που εγώ δεν κατόρθωσα να επιβεβαιώσω ή να διαψεύσω). Πάντως, το τι συνέβη σε βάρος του σεβάσιμου εκείνου γέροντα, αφήνω να το εκθέσουν με σαφήνεια και παρρησία τα εκκλησιαστικά έντυπα της εποχής, τα οποία ανέφεραν τα εξής:
Το εκκλησιαστικό περιοδικό «η Ενορία», στο τεύχος του της 1ης Ιουνίου 1957, στη σελίδα 123 έγραφε: «Το να καταδικάση η Ιερά Σύνοδος τον αγνόν και ασκητικόν αυτόν Ιεράρχην εις την ποινήν της εκπτώσεως, καθ' ον χρόνον θα έ­πρεπε προηγουμένως να καταδικασθούν, σύμφωνα με τους ιερούς κανόνας, εις την ποινήν της καθαιρέσεως αρκετοί Μητροπολίται, δι' άλλα, βαρύτερα παραπτώματα, είναι άδικον και απαράδεκτον. Διότι έτσι καθιερώνεται επι­σήμως να τιμωρούνται και τα ελάχιστα εναπομείναντα σεμνώματα της Ιεραρ­χίας μας, δια τα οποία όχι μόνον δεν εντρεπόμεθα, αλλά και σεμνυνόμεθα. Υπήρχε και υπάρχει εύσχημος τρόπος ν' απομακρυνθή εκ της ενεργού υπη­ρεσίας ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως. Αλλά καθ' ον άτιμωτικόν τρόπον ήθέλησαν και θέλουν να απαλλαγούν τούτου οι αρμόδιοι, ας προσέξουν δια να μη λυπήσουν το Πνεύμα το Άγιον και τραυματίσουν δια μίαν ακόμη φοράν την έννοιαν της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης».
Με το ίδιο πνεύμα έγραψαν και οι «Τρεις Ίεράρχαι», στο τεύχος τους, του Απριλίου 1957, αρ. 1124: «Ο Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιος. Απεφύγομεν να σχολιάσωμεν την απόφασιν του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου, δι' ης κατεδικάσθη εις έκπτωσιν ο Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιος, διότι ηλπίζομεν ότι κατά την εκδίκασιν της ανακοπής ή, μετά ταύτην, της εφέσεως, θα επεκράτουν νηφαλιώτεραι σκέψεις. Ήδη όμως ακούεται ότι τινές εκ των Αρχιερέων πιέζουσι την Κυβέρνησιν προς έκδοσιν του απαιτουμένου δια την εκτέλεσιν της αποφάσεως Β. Διατάγματος, μη δεχόμενοι την υπό του καταδικασθέντος άσκησιν των απομενόντων ενδίκων μέσων, δια τυπικούς τινας λόγους. Είναι αλγεινή αύτη η κατάστασις. Ο Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιος είναι μία προσωπικότης, ην ουδέ μακρόθεν δύνανται ν' ατενίσωσι τινές εκ των δικασάντων... Υπήρξε πάντοτε ακέραιος εις το καθήκον, ασυμβίβαστος προς την αθλιότητα των ποικίλων εκκλησιαστικών μαγειρείων, αφωσιωμένος εις το θεοφιλές αυτού έργον, μακράν υποχωρήσεων και καιροσκοπισμών. Ασκητικός, απόκοσμος, λιτός και απέριττος την εμφάνισιν, ως ο έσχατος των μοναχών, αδιάβλητος το ήθος, εν μια λέξει εξηγιασμένος, δεν ήτο άξιος τοι­αύτης μεταχειρίσεως. Ίσως ό άνθρωπος να έχη γεροντικάς τινας αδυναμί­ας και ανθρώπινά τινα ελαττώματα, αλλά ταύτα, μόνον αν Άγγελοι και Αρ­χάγγελοι προΐσταντο των λοιπών Μητροπόλεων, θα ηδύναντο να οδηγήσωσιν εις έκπτωσιν... Ό ασκητής της Ελευθερουπόλεως δεν πρέπει επ' ουδενί λόγω να καταδικασθή εις τοιαύτην μάλιστα τερατώδη ποινήν. (Μόνον ή καθαίρεσις υπολείπεται). Πρέπει να μείνη είς την έπαλξιν αυτού όσον ο Θεός θελήση. Ουαί εις την Εκκλησίαν αν αποκεφαλίζωνται τοιαύτα αναστήματα προς κένωσιν Μητροπόλεων καΐ «τακτοποίησιν» του α' ή του β' «ημετέρου» …… Διότι πάντες γνωρίζουσι ότι όλη η εκστρατεία εκεί τελικώς αποβλέπει. Πιστεύομεν όμως ότι η φιλικώς προς τον Γέροντα Σωφρόνιον διακειμένη ο­μάς των αγίων Συνοδικών, θα πολεμήση γενναίως υπέρ αυτού, ή μάλλον υ­πέρ της σωτηρίας της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης. Το απειλούμενον έγ­κλημα πρέπει ν' αποτραπή».
Δυστυχώς, καμία ομάδα συνοδικών ιεραρχών δεν υπερασπίστηκε τον σεβάσμιο γέροντα, ο οποίος έφερε από τότε βαρέως την ταπείνωση που είχε υποστεί, αλλά είχε την συνείδησή του ήσυχη, ότι τέλεσε το χρέος του προς τον Θεό και την Πατρίδα, τα δύο που λάτρεψε, με το βάρος όμως και την πίκρα αυτής της ατίμωσης, την 19η Αυγούστου του 1960 πέθανε στην Αθήνα, στη οικία της αγαπημένης του αδελφής, Αναστασίας Κοκόλη, η οποία με μεγάλη στοργή τον περιέθαλπε.
Ή κηδεία του μακαριστού Σωφρονίου έγινε με δημόσια δαπάνη και προέστη αυτής ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δωρόθεος, ο οποίος, μετά θάνατο, θυμήθηκε τις αρετές του και ανέφερε: «"Οτε κα­τά την Κατοχήν το 1940 οι Γερμανοί κατεδυνάστευον τον πληθυσμόν, ιδίως της υπαίθρου, οπού ετουφέκιζαν άνευ λόγου και εσκόρπιζαν παντού τον θά­νατον και την καταστροφήν, τους παραμείναντας εδώ Συνοδικούς κατέλαβεν ο πανικός, ο Σεπτός νεκρός, όλος σθένος, τους ενεθάρρυνεν και προτείνας ό­πως μεταβώμεν εις τάς αρχάς της Κατοχής, διαμαρτυρηθώμεν δια την απάνθρωπον συμπεριφοράν των προς τον γηγενή πληθυσμόν, όπερ και εγένετο. Αυτό συνέτεινεν όπως βελτιωθή και ανακουφισθή η διαβίωσις των Χριστι­ανών».
Πρέπει, επίσης, στο σημείο αυτό να σημειώσω και το ότι ο διαδεχθείς τον σεπτό Ιεράρχη, Μητροπολίτης Αμβρόσιος, πολλές φορές και με πολλούς τρόπους έδειξε τον σεβασμό και την εκτίμησή του προς τον ασκητικό γέροντα. Την ημέρα της κηδείας διέταξε να κτυπούν πένθιμα οι καμπάνες των Εκκλησιών της Επαρχίας και το απόγευμα, στην Εκκλησία του αγίου Ελευθερίου, εψάλη κατανυκτική η νεκρική ακολουθία, μπροστά στο κενοτάφιο, καθ’ ον χρόνο ο ναός ήταν ασφυκτικά γεμάτος, ήταν παρούσες όλες οι αρχές της πόλης, ο στρατός που έδρευε στην πόλη, με τους αξιωμα­τικούς του, απέδιδε τιμές κι η στρατιωτική μπάντα ανέκρουε πένθιμα εμβατήρια.
Αντί για μνημόσυνο, ολοκληρώνοντας τη σύντομη περιγραφή της ζωής του μακαριστού Μητροπολίτη Σωφρονίου, σας αναφέρω όσα είχε γράψει το περιοδικό ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, στο τεύχος του, του Οκτωβρίου 1960, επ’ ευκαιρία του θανάτου του σεβάσμιου γέροντα: «Δια της προς Κύριον εκδημίας του γηραιού Ιεράρχου πρώην Ελευθε­ρουπόλεως Σωφρονίου, η Εκκλησία της Ελλάδος απώλεσε ένα από τους ελαχίστους πεπαιδευμένους ιεράρχας της. Δεν διεκρίνετο δια τα διοικητικά του προσόντα ο μεταστάς. Μία δε ιδιορρυθμία του χαρακτήρος του τον απεμόνωνε και τον ηχρήστευε δια την διοίκησιν της Εκκλησίας. Διέθετεν όμως του αδαμαντίνου ήθους, της βαθείας ευσεβείας και της λιπαράς μορφώ­σεως, το τόσον σπάνιον εις τάς ημέρας μας προσόν. Γόνος της επιφανούς οικογενείας Σταμούλη, εισήλθε, παρά την έμμονον άρνησιν της οικογενείας του, εξ έρωτος θείου, εις τας τάξεις του Κλήρου, τας οποίας και ετίμησεν. Διέπρεψεν εις τας σπουδάς του εις την Νομικήν Σχολήν των Αθηνών και εις τας φιλοσοφικάς και θεολογικάς τοιαύτας εν Γοτίγγη, Βερολίνω και Ιένη, ένθα ανεδείχθη «μετ' επαίνων» CUM LAUDE, διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Μορφή όντως οσία και εξιδανικευμένη, δια της εξόδου της εκ του κό­σμου τούτου, αραιώνει έτι μάλλον τας ήδη αραιάς θέσεις των επί παιδεία άμα και αρετή διακρινομένων επισκόπων εν τη Εκκλησία της Ελλάδος».
Αυτή ήταν η τύχη που επιφύλαξε στον λόγιο ιεράρχη και πνευματικό άνδρα της Θράκης η Ελληνική Εκκλησία, την ίδια εκείνη εποχή που το κορυφαίο πνευματικό ίδρυμα της Ελληνικής Πολιτείας τιμούσε τον ίδιο και την οικογένειά του, για τις προς την πατρίδα πολλές, πράγματι, ευεργεσίες τους. Ανεξάρτητα, ως εκ τούτου, από τους λόγους της περίεργης, μερικές φορές, συμπεριφοράς του μοναχικού και ασκητικού γέροντα κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, θεωρώ ολότελα άδικο, υπερβολικό κι εξουθενωτικό το φορτίο που επέβαλαν στους ώμους του οι συλλειτουργοί του, μέλη του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου, που τον καταδίκασαν. Θεωρώ ότι χάριν της τεράστιας προσφοράς του προς την πατρίδα και την Εκκλησία, για τις οποίες ο μακαριστός Σωφρόνιος απαρνήθηκε τα πλούτη και τα μεγαλεία, η ελληνική Εκκλησία έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει όσα του καταμαρτύρησαν στα τελευταία χρόνια της ζωής του με αδελφική αγάπη, με κατανόηση κι επιείκεια και να μη του προσφέρει το πικρό ποτήρι της καταδίκης και της ατίμωσης, το οποίο του πρόσφερε, χωρίς μάλιστα να λάβει ποτέ την απολογία του, τις εξηγήσεις του και τις ερμηνείες του, για όσα περιλάμβανε το κατηγορητήριο που είχε εκδοθεί σε βάρος του. Αυτή την αδελφική αγάπη, αυτή την κατανόηση, την σύμφωνη προς το ευαγγελικό ρητό «ο αναμάρτητος τον λίθον βαλλέτω», νομίζω ότι δεν είναι αργά, έστω και σήμερα, έστω και πενήντα χρόνια μετά την εκδημία του, να επιδείξει η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποκαθιστώντας τη μνήμη του σεβάσμιου ιεράρχη, που τόσο αγάπησε τον Χριστό, όπως και την πατρίδα, ώστε ν’ απαρνηθεί για χάρη τους τα πλούτη και τις τιμές που του προσφέρθηκαν και να προτιμήσει την πενία και την ασκητική ζωή. Παρόμοια κι η Πολιτεία, που στην Ελευθερούπολη εκπροσωπείται από την εκάστοτε δημοτική αρχή, θα έπρεπε να έχει ήδη δώσει το όνομά του σε μια οδό ή πλατεία της αναπτυσσόμενης πόλης, που για 31 ολόκληρα χρόνια αφιλοκερδώς υπηρέτησε!
ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘ. ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ

ΑΧΛΑΔΙΝΗ ΝΕΣΤΟΥ. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ – Η ΜΕΓΑΛΗ ΘΥΣΙΑ.

Στην καρδιά των ορέων της Λεκάνης (πρώην «Τσάλ – νταγ») και σε υψόμετρο 440 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας βρισκόταν μέχρι το 1922 ένα μουσουλμανικό χωριό με το όνομα Αλχανλί (Alhanli), το οποίο το έτος 1913 είχε 319 κατοίκους, όλους μουσουλμάνους, (Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971, τόμος Β’, έκδοση Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, του έτους 1975).
Στους στατιστικούς πίνακες του πληθυσμού, κατ’ εθνικότητας, των Νομών Δράμας, Σερρών και Καβάλας, που εκδόθηκαν το 1919 από την Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, αναφέρεται ότι στο χωριό Αλχανλί κατοικούσαν μέχρι το 1912, 300 μουσουλμάνοι, οι οποίοι τον Αύγουστο του 1915 ανέρχονταν σε 319.
Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του χωριού, στην απογραφή του έτους 1920, είχαν περιορισθεί στους 173.
Ο οικισμός, στις 20-11-1919 προσαρτήθηκε στην κοινότητα Όλατζακ (μετέπειτα Πλαταμώνας), (ΦΕΚ 251 Α/20-11-1919).
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, που έγινε σ’ εκτέλεση των συμφωνηθέντων  με τη Συνθήκη της Λωζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του χωριού έφυγαν για την Τουρκία και στο χωριό εγκαταστάθηκαν 27 οικογένειες (ή 120 εν συνόλω) Έλληνες πόντιοι, που κατάγονταν από την περιοχή της Νικόπολης του Πόντου, (Μητρόπολη Κολωνίας). (Κατάλογος των προσφυγικών συνοικισμών της Μακεδονίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων).
Στην απογραφή του έτους 1928 το χωριό είχε πλέον 131 Έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι, στην απογραφή του 1940, είχαν γίνει 194.
Στις 14-05-1928 ο οικισμός μετονομάσθηκε σε Αχλαδινή, (ΦΕΚ 81 Α/14-05-1928).
Οι πρόσφυγες κάτοικοι του οικισμού, που εγκαταστάθηκαν εκεί το έτος 1922, στα σπίτια των μουσουλμάνων κατοίκων που είχαν αναχωρήσει για την Τουρκία, επισκεύασαν τα σπίτια, κατασκεύασαν εκκλησία, άρχισαν να καλλιεργούν τα λιγοστά χωράφια, κύρια με καπνό και η ζωή τους κύλησε δύσκολα και φτωχικά, την αρμονική ζωή τους, όμως, όπως και τη ζωή όλων των Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας, ανέκοψε η βουλγαρική κατοχή, που άρχισε το καλοκαίρι του 1941 και τελείωσε το καλοκαίρι του 1944, στη διάρκεια της οποίας και η Αχλαδινή βρέθηκε υπό βουλγαρική κατοχή, έχοντας Βούλγαρο πρόεδρο και Βούλγαρο χωροφύλακα, (που όμως δεν ήταν εγκατεστημένοι μόνιμα στην Αχλαδινή – ο πρώτος διέμενε στο Μακρυχώρι).
Αμέσως μόλις άρχισε η βουλγαρική κατοχή, στα βουνά της Λεκάνης, όπως και σ’ όλα τα βουνά της πατρίδας μας, άρχισε το μεγαλειώδες έπος της Εθνικής Αντίστασης. Η πυκνή βλάστηση και ή διαμόρφωση του εδάφους γύρω από την Αχλαδινή και το Ορέν ντερέ (ή Ερέν – ντερέ), (με γκρεμούς και βαθιές χαράδρες), ήταν ιδανικά για την ανάπτυξη ανταρτικών ομάδων, τα οποία εγκατέστησαν σ’ αυτά τα λημέρια τους. Ήδη από τις αρχές του 1943, το μαχητικό συγκρότημα «Ρήγας Φεραίος» του ΕΛΑΣ, που είχε αρχηγό τον Καβαλιώτη Νικόλαο Ρόμτσιο, με το ψευδώνυμο «Νταβέλης», είχε εγκατασταθεί . σε μια μεγάλη χαράδρα, κατάφυτη από λογής – λογής δένδρα, καρποφόρα και άγρια, κοντά στο Ορέν-Ντερέ (ή Ερέν-ντερέ), ενώ πολύ κοντά στην Αχλαδινή, νότια από τη Λυκιά, υπήρχε κι άλλο αντάρτικο λημέρι, δίπλα σε μια «μάνα του νερού». Το δεύτερο αυτό λημέρι βρισκόταν σε άμεση, οπτική επαφή με το χωριό. Κάπου εκεί, τέλος, βρισκόταν και το αναρρωτήριο του ΕΛΑΣ, υπό τον παθολόγο – γυναικολόγο γιατρό Πετρίδη, από το Ζυγό της Καβάλας.
Τα τρία γειτονικά χωριά, Πυργίσκος (Κούλετζικ), Ελαφοχώρι (Καρατζόβα) και Αχλαδινή, σ’ όλη τη διάρκεια των αγώνων των αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ κατά των Βουλγάρων κατακτητών, βοηθούσαν με κάθε δυνατό τρόπο τον ΕΛΑΣ, παρέχοντάς του άνδρες και τρόφιμα. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι πολύ συχνά τις νύχτες, οι φούρνοι της Αχλαδινής έκαιγαν ασταμάτητα, για να ετοιμάζουν ψωμιά για τους αντάρτες, ενώ το πρωί όλα φαίνονταν ήρεμα και τίποτε δεν θύμιζε τη νυχτερινή, έντονη δραστηριότητα του χωριού!
Οι Βούλγαροι, όμως, πληροφορήθηκαν, φυσικά, τη στενή σχέση του αντάρτικου χωριού με τα σώματα του ΕΛΑΣ κι έτσι, στις 2 Ιουνίου του 1944, τακτικός βουλγαρικός στρατός, βοηθούμενος από Έλληνες «Εφιάλτες», έφθασε στην Αχλαδινήκατά τις πρωινές ώρες κι ενώ οι άνδρες και οι γυναίκες του χωριού καλλιεργούσαν ήδη τα καπνοχώραφά τους. Αφήνω, όμως, να συνεχίσει την τραγική αφήγηση ο ένας από τους τέσσερις καπετάνιους του ΕΛΑΣ στα βουνά της Λεκάνης, ο καπετάν Μαύρος, (Νικόλαος Β. Χατζηνικολάου, από τους Δελλιώνες της Ανατολικής Θράκης), στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα, βασιμένο σε προσωπικές σημειώσεις του, με τίτλο «Ταραγμένα χρόνια στο Νέστο»: «Συνέχισα την πορεία μου και έφτασα στο χωριό Αχλαδινή. Ήξερα πως κάπου εκεί κοντά ήταν το αναρρωτήριο με το γιατρό Πετρίδη. Κρύφτηκα μέσα στις φτέρες κοντά στο μονοπάτι με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα περνούσε κάποιος χωρικός. Δεν έπεσα έξω, στο μονοπάτι φάνηκε ένας γνωστός μου, ο μπάρμπα Κώστας. Τον φώναξα στο όνομα. Με ανέβασε στο μουλάρι του. Μην φοβάσαι, μου έλεγε, μό­λις σουρουπώσει θα σε πάμε στο αναρρωτήριο. Λίγο παρακάτω ακούστηκαν πυρο­βολισμοί. Ο μπάρμπα Κώστας με κατέβασε από το μουλάρι και με έκρυψε στο δάσος κοντά στο μονοπάτι. Περίμενε και παρακολουθούσε, ήθελε να εξακριβώσει ποιος πυροβολούσε. Στο μονοπάτι εμφανίστηκε μια βουλγάρικη καβαλαρία, ο μπάρμπα Κώστας έπρεπε να την ακολουθήσει. Πάλι έμεινα μόνος μου. Τότε τράβηξα κατά τα καπνοχώραφα. Εκεί βρήκα χωρικούς από την Αχλαδινή που σκάλιζαν τα χωράφια τους. Τούτο απαγορευόταν. Με την εμφάνιση των Βουλ­γάρων θα έπρεπε να εξαφανιστούν και να κρυφτούν. Ο ένας από τους χωρικούς ήταν ο υπεύθυνος του χωριού, κοντά του και η οικογένειά του. Είδαν ότι είμαι τραυματισμένος και σε άσχημη κατάσταση. Μου έλυσαν την πληγή, την έπλυναν και την έδεσαν με τη μαντίλα που φορούσε η μια κόρη. Με πήγαν στην άκρη του δάσους και με έκρυψαν. Με διαβεβαίωσαν ότι μόλις θα έπεφτε η νύχτα, θα με πήγαιναν στο αναρρωτήριο. Κάποιος φώναζε δυνατά ότι οι Βούλγαροι θα έβαζαν φωτιά στο χω­ριό. Γι' αυτό έπρεπε να αδειάσουν τα σπίτια. Ο υπεύθυνος έπρεπε να φύγει για να προλάβει το βιός του πριν του το κάψουν. Μου άφησε μισό ψωμί καλαμποκίσιο, μια στάμνα νερό και ένα δοχείο με γιαούρτι ως πέντε οκάδες. Μου υποσχέθηκε ότι θα ξανάρθει για να με βοηθήσει. Τα πράγματα από τα σπίτια δεν τα έβγαλε κανείς, οι Βούλγαροι μάζεψαν τον κόσμο και σαν κοπάδι τους οδήγησαν στο Μακρυχώρι, 4 ώρες μακριά. Μετά λήστεψαν το χωριό και του έβαλαν φωτιά. Από τότε δεν υπάρ­χει Αχλαδινή».
Μετά την Αχλαδινή οι Βούλγαροι έκαψαν και τα γειτονικά ανταρτοχώρια, Πυργίσκο κι Ελαφοχώρι. Η Αχλαδινή, όμως, έμελλε να πληρώσει κι έναν φοβερό φόρο αίματος στο βωμό της πατρίδας. Εδώ αφήνω ν’ αφηγηθεί την μεγάλη καταστροφή ο Διοικητής του Συντάγματος του ΕΛΑΣ, (που έδρευε βορειοανατολικά από τον Πλαταμώνα), καπετάν Κώστας Κωνσταντάρας, από την Ελευθερούπολη, στο βιβλίο του με τίτλο «ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΩΓΜΟΙ»: «Οι Βούλγαροι, μ’ επικεφα­λής Έλληνες προδότες, κύκλωναν νύχτα τα χωριά, συλλάβαιναν πολίτες, τους έσερναν στις φυλακές και τη νύχτα τούς δολοφονούσαν. Τους έριχναν στους δρόμους. Τούς έκοβαν τα κεφάλια. Τα κάρφωναν στους πασσάλους. Έσερναν γυναίκες στα μπουντρούμια για να τρομοκρατήσουν την περιοχή. Αυτή ή τύχη περίμενε τούς 22 άμοιρους Αλχανλιώτες, τούς 5 απ' τη Χρυσούπολη, τους 4 απ' το Όργαντζι (Οργάν-τσιλάρ – Χρυσοχώρι), τούς 7 απ' το Κουρί (Αγίασμα), τούς 3 απ' το Καρατζάκιοϊ (Ελαφοχώρι) κλπ.»
Η εκτέλεση των προαναφερθέντων πατριωτών από την Αχλαδινή και τα άλλα χωριά έλαβε χώρα κοντά στο Ορέν-ντερέ, όπου οι Βούλγαροι τους μετέφεραν, αφού προηγούμενα τους κρατούσαν έγκλειστους στη Χρυσούπολη. Κι εδώ ο καπετάν Κωνσταντάρας αφηγείται: « Αλλά δυστυχώς (οι Βούλγαροι) πέρασαν από κει την μεθεπομένη και πήγαν στο Ερέν ντερέ, όπου και σκότωσαν άνανδρα τούς Αλχανλιώτες, που έπιασαν προδότες των ανταρτών και τους είχαν κρατουμένους στη Χρυσούπολη».
Μεταφέρω, επίσης, στο σημείο αυτό όσα μου αφηγήθηκε στις 16-06-2011 η Σοφία χήρα Αντώνη Καραβέλη, το γένος Τιμοσίδη, που ζούσε τότε, με τους γονείς της στο Ιμπραϊμλί, (χωριό ερειπωμένο σήμερα, που βρισκόταν πολύ κοντά στο σημερινό Πολύνερο): Όλους τους άνδρες από διάφορα χωριά, που είχαν συλλάβει οι Βούλγαροι τον Ιούνιο του 1944, τους είχαν μεταφέρει και τους κρατούσαν στη Χρυσούπολη και διέδιδαν ότι θα τους απελευθέρωναν, πλην όμως τους μετέφεραν κρυφά κοντά στο χωριό Κιόσελες, (που σήμερα είναι ερειπωμένο και βρισκόταν πολύ κοντά στο Ορέν–ντερέ), όπου τους εκτέλεσαν με πολυβόλα και τους άφησαν άταφους για πολύ καιρό. Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες ήταν κι ο αδελφός της μητέρας της, Μιλτιάδης, από το Ιμπραϊμλί. Η μητέρα της, όταν, αρκετές μέρες μετά την εκτέλεση, πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί και πού βρίσκονταν άταφοι οι εκτελεσμένοι, πήρε τον μεγάλο γιο της, Αντώνη Καραβέλη και πήγε μαζί του να βρει τον αδελφό της. Βρήκαν τους άταφους νεκρούς, που είχαν γίνει μια σωρός και ο γιος της, ο Αντώνης, είδε, ανάμεσα στα πτώματα, το σακάκι του θείου του, όταν, όμως, η μητέρα του το τράβηξε, το χέρι του αδελφού της ξεχώρισε από το υπόλοιπο σώμα, λόγω της προχωρημένης αποσύνθεσης!
Αμέσως μετά την καταστροφή, στην Αχλαδινή έσπευσαν αντάρτες του ΕΛΑΣ, όμως δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε για τους ηρωικούς κατοίκους του, που είχαν χάσει τα πάντα στον αγώνα για την ελευθερία. Αφήνω, όμως και πάλι τον καπετάν Κωνσταντάρα να μας μεταφέρει όσα ο ίδιος έζησε στο χωριό της θυσίας: «Όταν έφθασα το πρωί της 25ης Ιουλίου (ενν. του 1944) στο Αλχανλί, με υποδέ­χθηκαν όλοι οι κάτοικοι του ηρωικού χωριού μαζί με τούς αντάρτες. Μόνο μια μαυροφορεμένη γρηούλα δεν κατέβηκε στην υποδοχή μας. Καθισμένη σ' ένα κήπο, με το κεφάλι και τα χέρια πάνω στα γόνατα, συνέ­χιζε το ατελείωτο κλάμα της για το μοναχογυιό της, που είχαν σκοτώσει τον περασμένο μήνα οι Βούλγαροι στο Ερέντερε. Καθώς ήταν σκελετωμένη, έμοιαζε με σκιάχτρο και με τούς μαυρισμέ­νους τοίχους του καμένου χωριού ολοκλήρωνε την εικόνα της συμφοράς, πού είχαν φέρει οι Βούλγαροι στα πολύπαθα μέρη κι επαλήθευε το λαϊκό ρητό: «Μαύρη είναι ή σκλαβιά».
Από τον εμπρησμό των Βουλγάρων το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς και λίγο αργότερα εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του. Τα καμένα σπίτια του ορθώνουν μέχρι σήμερα εφιαλτικά τους τοίχους τους, για να θυμίζουν στις γενιές των Ελλήνων πως η ελευθερία δεν ήταν ποτέ κάτι το αυτονόητο στον πολύπαθο τόπο μας, και μόνο ένα μικρό, μουσουλμανικό μνημείο, («τουρμπές» – μνημείο κάποιου άγνωστου, μουσουλμάνου αγίου) στέκεται ακόμη ακέραιο στο μέσον του χωριού.
Ήδη από το 1950 οι κάτοικοι της μαρτυρικής Αχλαδινής εγκαταστάθηκαν στο προάστιο «Αχλαδινή» της Χρυσούπολης, μετά από ενέργειες κυρίως του βουλευτή Καβάλας, Σταύρου Νικολαίδη, ο οποίος ήταν συμπατριώτης τους, αφού καταγόταν κι αυτός από χωριό της περιοχής Νικοπόλεως του Πόντου και στην πλατεία του νέου τόπου εγκατάστασής τους ορθώνεται σήμερα ένα σεμνό μνημείο, με 18 ονόματα εκτελεσθέντων, για να μαρτυρά τη μεγάλη θυσία του Ιουνίου του 1944. Μνημείο, όμως, έχει ανεγερθεί και στο εγκαταλειμμένο χωριό, στο οποίο είναι γραμμένα τα ίδια 18 ονόματα, τα οποία αναφέρω στη συνέχεια, (χωρίς να γνωρίζω, όμως, γιατί ο καπετάν Κωνσταντάρας μιλάει για 22 νεκρούς Αλχανλιώτες), ως δικό μου, ελάχιστο φόρο τιμής, για τη μεγάλη θυσία τους στον βωμό της ελευθερίας της πατρίδας μας:

Βασιλειάδης Δημοσθένης του Παύλου,

Βασιλειάδης Αλέξανδρος του Δημοσθένη,

Βασιλειάδης Παύλος του Δημοσθένη,

Βασιλειάδης Μιλτιάδης του Ιωακείμ,

Βεργίδης Κωνσταντίνος του Δημητρίου,

Γεωργιάδης Γεώργιος του Κωνσταντίνου,

Γιαμουρίδης Πρόδρομος του Αντωνίου,

Γιαμουρίδης Ηρακλής του Προδρόμου,

Γιαμουρίδης Αντώνιος του Προδρόμου,

Καζαντζίδης Λάζαρος του Ελευθερίου,

Καλεάδης Κοσμάς του Κωνσταντίνου,

Κεσκεσιάδης Αντώνιος του Σάββα,

Μελίδης Δαμιανός του Ευθυμίου,

Νικηφορίδης Λάζαρος του Ιωάννη,

Νικηφορίδης Ιορδάνης του Λαζάρου,

Νικηφορίδης Δημήτριος του Ιωάννη,

Σταμποτός Γεώργιος του Εμμανουήλ,

Σταθερόπουλος Πρόδρομος του Γεωργίου.



ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ