Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023



ΤΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΚΑΒΑΛΑΣ



Η σημερινή, δική μου, εορταστική ανάρτηση είναι αφιερωμένη στο μακρό τείχος της Χριστουπόλεως – Καβάλας.

Για το τείχος αυτό, κανείς δεν θεωρώ ότι είναι αρμοδιότερος να μας μιλήσει από το παρελθόν, από τον παλιό Έφορο Αρχαιοτήτων Καβάλας, τον αείμνηστο Γεώργιο Μπακαλάκη. Άφησα άθικτη την γλώσσα του κειμένου του, (βαθιά καθαρεύουσα), περιοριζόμενος να μεταφράσω ελεύθερα μόνο τα παλαιά, γαλλικά αποσπάσματα, που περιλήφθηκαν στο κείμενο αυτό. Δεν μπορώ να εισαγάγω στο κείμενο που αναρτώ τις φωτογραφίες και τα πρόχειρα σχεδιαγράμματα του συγγραφέα, ενώ, για λόγους ευκολότερης ανάγνωσης, συγκέντρωσα όλες τις παραπομπές, ως υποσημειώσεις, στο τέλος του κειμένου. Όποιος ενδιαφέρεται να δει το αυθεντικό κείμενο, μπορεί να προστρέξει στα «Ελληνικά», τόμος 10ος (1938), σελ. 307-318.

Όσο για τις φωτογραφίες, στις πρώτες ένδεκα (11) απ’ αυτές βλέπετε τα απομεινάρια των πύργων, που κοσμούσαν τις κορυφές των λόφων, βορείως του σημερινού, οικιστικού ιστού της Καβάλας, στις υπόλοιπες τα υπολείμματα του τείχους, καθώς κατέρχονται, από τις κορυφές των λόφων προς τον οικιστικό ιστό, ενώ στην τελευταία βλέπετε ένα στοιχείο νεότερης οχύρωσης, που αποδεικνύει την διαχρονική, στρατηγική σημασία των στενών της πόλης μας.



ΤΟ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥΠΟΛΙΝ ΤΕΙΧΙΣΜΑ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ



Ο επισκεπτόμενος από θαλάσσης την πόλιν Καβάλας, εκτός του δεξιά τω εισπλέοντι τον λιμένα της Μεσαιωνικού φρουρίου, επί της τριγωνικής χερσονήσου, αντικρύζει και άνωθεν της επί των προπόδων του Συμβόλου όρους αναπτυσσομένης νεωτέρας πόλεως, μεμονωμένους τινάς πύργους και τμήματα ενός ετέρου, συνεχούς τείχους, διήκοντος περίπου από Βορράν προς Νότον και διαγράφοντος έν ανισοσκελές W. Tο τείχος είναι ωσαύτως ορατόν και εις τους εκ Ξάνθης επισκεπτομένους την Καβάλαν.

Το τείχος περιθέει τους υπερκειμένους τη πόλει λόφους, των οποίων το μέγιστον ύψος από επιφανείας θαλάσ­σης είναι 200 μ., το δε ελάχιστον, περί το κτήριον του Γυμνασίου αρρένων, 25 μ.

Το μεταξύ του περί το Γυμνασιακόν κτήριον χώρου και της πρώ­της, υψομετρικής επί της τριγωνικής χερσονήσου καμπύλης τμήμα της πόλεως είναι μικρός, χθαμαλός ισθμός, εντεύθεν του οποίου υψούνται τα όρια της Μεσαιωνικής πόλεως. Το ανώτατον, υψο­μετρικόν σημείον της χερσονήσου είναι 70 μ. από επιφανείας θαλάσσης.

Δια τους γνωρίζοντας την διαμόρφωσιν του εδάφους του Νομού Καβάλας και κυρίως εις τα σημεία του χωρισμού των πεδιάδων Δρά­μας, Φιλίππων και Χρυσουπόλεως, (ανατολικώς της Καβάλας, μέχρι της αριστεράς όχθης του Νέστου), είναι γνωστόν ότι η όλη βραχώδης του Συμβόλου όρους ανάπτυξις, παρεντιθεμένη ως σφήν, χωρίζει σαφώς τας πεδιάδας Φιλίππων και Χρυσουπόλεως και κατά τοιούτον τρόπον, ώστε μόνον δια μέσου της πόλεως Καβάλας και του προαναφερθέντος ισθμού, όπου υψούται σήμερον το καμαρωτόν υδραγωγείον, να διέρχε­ται η νεωτέρα όσον και πάσα παλαιοτέρα αρτηρία.

Η πολύ βορειοτέρα, σιδηροδρομική γραμμή Δράμας - στενών ΓΙαρανεστίου – Σταυρουπόλεως -Τοξοτών ήτο τυφλή και αδιέξοδος δια την αρχαιότητα. Η δευτέρα αύτη διηνοίχθη δια μό­νων των σημερινών, μηχανικών μέσων και κατόπιν διατρήσεως ορέων και ζεύξεως ποταμών και επομένως αποκλείεται η χρήσις της δια το βυζαντινόν ιππικόν. Η δια του ισθμού της τριγωνικής χερσονήσου της πόλεως Καβάλας δίοδος ήτο η μόνη και δια την αρχαιότητα και δια τον Μεσαίωνα, «τοίς από Μακεδονίας εις Θράκην και τ’ ανάπαλιν διαβαίνουσιν» οδός (1). Εντεύθεν διήρχετο και περίπου όπως η σημερινή οδός Καβάλας - Ξάνθης, η Εγνατία οδός (Tafel, De viae militaris Romanoruvm Egnatiae parte orientali, Tubingen 1891), της οποίας σώζονται κατ’ αποστάσεις αταύτιστα φυλάκια και φρέατα - αρυκρήναι, και της διόδου ταύτης την φρούρησιν ή και τον αποκλεισμόν σκοπόν είχε να επιτύχη το υπό μελέτην τείχισμα, του οποίου η μέχρι του Γυμνασιακού κτηρίου Καβάλας τροχιά σήμερον, διατηρείται σχετικώς καλώς. Ότι το τείχισμα εκείνο, αναγκαστικώς προεκτεινόμενον, επισυνήπτετο προς τον τριγωνικόν, αρχι­κόν περίβολον της αρχαίας Νεαπόλεως (2) και είτα Βυζαντινής Χριστουπόλεως-Καβάλας, είναι φανερόν, θέλει δε και κα­τωτέρω ακόμη αποδειχθή· οπωσδήποτε, ίχνη του ευρίσκονται εις τα διάκενα των θεμελιώσεων των καμαρών του κατά πολύ νεωτέρου του υδραγωγείου, το οποίον κατέλαβεν την εις το σημείον εκείνο τροχιάν του. Η κατά πολύ μεταγενεστέρα (1520) ανάπτυξις της μεσαιωνικής πόλεως, όσον αφορά το τμήμα τού περιβόλου της (επί Σουλεϊμάν Με­γαλοπρεπούς, ιδρύσαντος και το καμαρωτόν υδραγωγείον) και η τότε ανακαίνισις και των επί της χερσονήσου τειχών της (2) δεν άφησαν τα ίχνη της επισυνάψεως του τειχίσματος επί του περιβόλου Α.

Οι λόγοι της ιδρύσεώς του, όμως, καθώς και τα κατωτέρω παρατεθησόμενα χωρία των Βυζαντινών συγγραφέων ουδεμίαν αμφιβολίαν αφήνουν, ότι το τείχισμα εκείνο έκλειεν τον ισθμόν της χερσονήσου Καβάλας, κατά το εις την προέκτασίν του υδραγωγείον και επισυνήπτετο επί του έναντι βορείου της τριγωνικής χερσονήσου περιβόλου, αποκλείον ούτω το πέρασμα.

Μέγιστον, εξωτερικόν σωζόμενον ύψος του τειχίσματος είναι 4 μ., πλάτος δε ολικόν 2,60 μ. Εσωτερικώς το τείχισμα και εις ύψος 3 μ. από επιφανείας της γης σχηματίζει, εντός του κέντρου της καθέτου τομής του, δάπεδον πλάτους 1,30 μ. Υψουμένων δε εκατέρωθεν του δαπέδου τούτου των δύο, πέραν του κεντρικού πλάτους των 1,30 μ., τμημάτων του ολικού πάχους του τείχους, σχηματίζεται διάδρομος εσωτερικός. Το πλάτος των εκατέρωθεν του διαδρόμου τοίχων είναι 0,65 μ.

Το οικοδομικόν υλικόν του τειχίσματος είναι εξ αργών λίθων γρα­νίτου και ασβεστοκονιάματος, άνευ άλλης τινός διακοσμήσεως ή ουσίας (πλίνθων λ. χ. ή οστράκων τριμμένων, κουρασανί).

Πρόκειται λοιπόν περί μονού τείχους (3) μετά στενού, εσωτερικού διαδρόμου, καθ’ όλον το μήκος του, άνωθεν του οποίου, εις ωρισμένον ύψος ίσως και προς αμφοτέρας τας όψεις του, υπήρχαν ανοίγματα επάλξεων. Μέχρις όμως του σωζομένου ύψους των 4 μ., ουδεμιάς ίχνη βλέπομεν. Η κατωτέρω παρατιθεμένη περιγραφή του, κατά τας αρχάς του 16ου αιώνος, επισκεφθέντος αυτό, Ρ. Belon, λέγει ότι ήτο θολωτός, κεκαλυμμένος δηλ. δια καμαρωτής στέγης, ο εσωτερικός διάδρομος.

Την επί τη βάσει της τοιχοδομίας του ή άλλου τινός γνωρίσματος ημετέραν αδυναμίαν προς χρονολόγησιν του διατειχίσματος, αί­ρει η γραπτή περί αυτού παράδοσις, ήτις ανάγει τους χρόνους της οι­κοδομής του ήδη εις το 1308.

Ίσως νεωτέρας κάπως ηλικίας να είναι οι πέραν του βορειοτέρου άκρου του υψούμενοι, μεμονωμένοι πύργοι, εκ των οποίων οι μεν δύο είναι κυκλικοί, οι δε άλλοι τετράπλευροι, χωρίς να αποκλείεται να είναι και σύγχρονοί του.

O διαδεχθείς τον Μιχαήλ Η' (1282), Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος, στερούμενος, ως γνωστόν, εντοπίων, στρατιωτικών δυνάμεων, προσέλαβεν ως μισθοφόρους τους επιβλαβείς καταντήσαντας δια το Κράτος του Ισπανούς της λεγομένης Καταλανικής εταιρείας, οίτινες το 1307, επιστρέφοντες εκ Κωνσταντινουπόλεως, κατέλαβον την χερσόνησον της Κασσανδρίας, ματαίως, προηγουμένως, επιχειρήσαντες την άλωσιν της Χριστουπόλεως - Καβάλας. (Chroniques etrangeres rela­tives aux expeditions francaises pendant le XIIIe siecle υπό Buchon, Paris, 1841, σ. 461-63).

Ο λαβών μέρος εις την εταιρείαν Ramon Muntaner γράφει: «la Compagny passa, non sans beaucoup de peine, les pas de Christopolis, et puis par ses journees elle arriva a un cap nomine Cassandria». (Μετάφραση δική μου: Η εταιρεία πέρασε, με πολύ κόπο, το πέρασμα της Χριστουπόλεως και εν συνεχεία, μετά από μέρες, έφθασε σ’ ένα ακρωτήριο, που λεγόταν Κασσάνδρεια). Hopf, παρά Ersch-Gruber 85, 385-86, Conze, Reisen auf den Inseln des thrak. Meers 1860 σ. 7. Παπαρρ. E’, 150 - Δια τας δηώσεις του Αγίου Όρους υπό των Καταλάνων, βλέπε Safarik, Geschichte der siidslavischen Litteratur III Prag, 1865.8, σ. 116 βιογραφία Δανιήλ, ηγουμένου Χιλανδαρίου (1325-38). Την μελέτην A. Rubio y Lluch, Los Catalanos en Grecia κλπ. μόνον βιβλιογραφικώς γνωρίζω εκ των Ελληνικών A', 179.

Μετά την επιστροφήν των Καταλάνων εις την Μακεδονίαν, φοβού­μενος προφανώς ο αυτοκράτωρ μήπως επιδράμουν εκ νέου προς την Θρά­κην, έκτισε, κατά Νικηφόρον Γρηγοράν, (I, 246, Βόννης): «το περί την Χριστούπολιν μακρόν τείχος, από θαλάσσης μέχρι της του παρακειμένου όρους ακρωνυχίας, ως άβατον είναι το χωρίον καθ’ άπαξ μη βουλομένω τω βασιλεί τοις τ’ εκ Μακεδονίας ες Θράκην εθέλουσι διαβαίνειν τοις τ’ από Θράκης ες Μακεδονίαν»), (1,247: «ως απόρευχος έσται αυ­τοίς (Καταλάνοις) η προς Θράκην οδός, του προ βραχέος ανεγερθέντος μακρού τείχους αποκλείοντος το παράπαν αυτοίς»). (I,354: «Των φρου­ρών δε Χριστουπόλεως μη δεξαμένων, βιασάμενος (ο δεσπότης Κωνσταν­τίνος) αυτός διέκοψε μέρος του την δίοδον επιτειχίζοντος μακρού τεί­χους και ούτω πας ακωλύτως διέβαινεν ο στρατός»). (πρβ. Hammer. Geschichte d. Osm. Reichs I 6.124, Gregorovius,342).

Ότι το πρααναφερθεν μακρόν τείχος πρέπει να είναι το ενταύθα μελετώμενον ουδεμία αμφιβολία υπάρχει. Η περιγραφή του X. Γρηγορά «από θαλάσσης μέχρι της του παρακειμένου όρους ακρωνυχίας» είναι λίαν κατατοπιστική.

Εις τα κατωτέρω παρατεθησόμενα χωρία της Ιστορίας του Ιωάννου Καντακουζηνού, κατά τον εμφύλιον πόλεμον του οποίου, προς τον νόμιμον διάδοχον του θρόνου, Ανδρόνικον Γ' (1341), το πέρασμα (τα στενά) Χριστουπόλεως παίζει μεγάλον ρόλον, δια τας από Θράκης εις Μακεδονίαν και τανάπαλιν μετακινήσεις των στρατευμάτων, γίνεται σα­φής η αντιδιαστολή του τειχίσματος προς την πόλιν Χριστούπολιν (Καντ. I, 24,6-7 «εις το της Χριστουπόλεως φρούριον αφικέσθαι, άμα μεν καρτερόν εκ τε της φύσεως της κατασκευής, τούτο που και των τει­χών, άμα δ’ ότι και ωσπερεί τι κλείθρον κείται των κλιμάκων εκατέρωθεν μέσον, την δυτικήν στρατιάν πολλήν τινα ούσαν και προς μάχας εξησκημένην της εκ της έω καί της Θράκης διείργον καί τρίτον, ότι παράλιον ον και την εκ θαλάττης οθενδήποτε ευκαίρως αν παράσχοιτο συμμαχίαν»), (II, 226,20 «το παρά την Χριστούπολιν τείχισμα διελθών εστρατοπέδευσεν εις Φιλίππους»).

Ο Μέγας Δουξ Απόκαυκος, πληροφορηθείς το 1642 ότι ο I. Καντακουζηνός επρόκέιτο να επανέλθη εις Διδυμότειχον εκ Σερρών, «έπεμπε κατά τάχος τριήρεις εις Χριστούπολιν, άμα δε και στρατιάν εκ της ηπείρου, ως το εκείσε τείχισμα φυλάξοντας και κωλύσοντας διαβαίνειν την στρατιάν, ην γαρ ο τόπος επιτηδείως έχων εις φυλακήν την εκ των οπλιτών, ου δια τον επιτειχισμόν μόνον, αλλά ότι και κρημνώδης ων δύσκολον τοις ιππεύσιν παρείχετο την δίοδον». (II, 293. II, 346 «και γενόμενος παρά το εν Χριστουπόλει τείχισμα επεί αντέχειν ουχ οίοί τε ήσαν οι φρουρούντες προς τοσαύτην δύναμιν πολλαχού διατεμόντες, εκείνων εκλιπόντων διέβησάν τε και ηυλίσαντο εγγύς την νύκτα»), (πρό­κειται περί των διέλθόντων Τούρκων, με τον Αμούρ επί κεφαλής).

Το τείχισμα περιγράφει ό Ρ. Belon: Les Observations κλπ. Paris, 1553, Κεφ.LVIII, σ. 59: «II y avoit autrefois un mur de fortresse au dessus de la Cavalle, qui encore est demeure en son entier, quasi d’ un quart de lieue de longueur, situe sur le plus hault faiste de la prochaine montaigne. Il n’ y a rien plus vray qu’ il separoit les limites de Thrace d’ avec Macedoine. Ce mur qui enclose le passage au dessus de la Cavalle est voute, il a deux conduits par dedans quasi semblables au mur qui se rend depuis S. Pierre de Rome jusqu’ au chasteau S. Ange fait en maniere de galerie. Au bout de ce mur sur le hault de la montaigne il y a une grosse tour, qui est pour faire force contre le coste de Thrace» (Μετάφραση: «Υπήρχε κάποτε ένα τείχος φρουρίου πάνω από την «La Cavalle», το οποίο παραμένει ακόμη ολόκληρο, με μήκος σχεδόν το ένα τέταρτο της λεύγας, που βρίσκεται στην ψηλότερη κορυφογραμμή του επόμενου βουνού. Είναι βέβαιο ότι αυτό χώριζε τα όρια της Θράκης από την Μακεδονία. Αυτό το τείχος, που περικλείει το πέρασμα πάνω από την La Cavalle, είναι θολωτό, έχει δύο αγωγούς στο εσωτερικό, σχεδόν παρόμοιους με αυτούς του τείχους που πηγαίνει από το Άγιο Πέτρο της Ρώμης στο κάστρο S. Ange, φτιαγμένο με την μορφή στοάς. Στο τέλος αυτού του τείχους, στην κορυφή του βουνού, υπάρχει ένας μεγάλος πύργος, ο οποίος βρίσκεται εκεί για να παρέχει προστασία ενάντια (σ’ επιδρομείς από) τις ακτές της Θράκης.

To τείχισμα τούτο, από του υψομετρικού σημείου των 75 μ. περίπου από επιφανείας θαλάσσης, πρέπει να εδέχετο και το μέχρις εκεί υπογείως φθάνον ύδωρ μιας και μόνης εν Καβάλα πηγής, κειμένης δύο ώρας περίπου μακράν και επί της ατραπού Καβάλας - Παλαιάς Καβάλας. Η ιδία περίπτωσις μεταφοράς πηγαίου ύδατος, δια τείχους έχοντος διπλούν προορισμόν, υπήρχε και εις την προαναφερθείσαν Αναστασιούπολιν, (Σ. Κυριακίδου ε.ά. 14). Ότι υπήρχεν εις τους Βυζαντινούς χρόνους υδραγωγείον, του οποίου την τροχιάν ηκολούθησε το σωζόμενον με τας τεραστίας του καμάρας νεώτερον, το γνωρίζομεν όχι μόνον εκ των παλαιοτέρων τόξων, των σωζομένων παραλλήλως προς τα τουρκικά, καθ’ όλην την διαδρομήν εκ της πηγής μέχρι της πόλεως, αλλά και εκ των εξαχθέντών εκ της αύλακος του παλαιοτέρου πωρίνων ιζημάτων, των χρησιμοποιηθέντων ως καλυπτήρων του νεωτέρου υδραγωγείου. Επί της τομής των πώρων τούτων, 0,32 μ., κείται συναποσπασθέν το βυζαντινόν, οστρακωτόν κονίαμα (κουρασάνι), διά του οποίου είχεν αλειφθή η αύλαξ του υδραγωγείου και πολύ προηγουμένως, προτού σχηματισθή το ιζηματογενές πέτρωμα, πάχους 0,30 μ.

Μετά την κατά το 1373 κατάκτησιν, υπό του Μουράτ, της Αν. Μα­κεδονίας -Θράκης (Hammer I σ. 180) φαίνεται ότι το αχρήστου, φρουριακού πλέον προορισμού τείχισμα παρέμεινεν, επί δύο περίπου αιώνας, εκτελούν τον δεύτερον προορισμόν του, τον υδραγωγικόν.

Επειδή δε, εν τω μεταξύ, θα είχεν ανάγκην επισκευής το σημείον, το τέμνον τον ισθμόν, τότε (1520) επί της θέσεως του τμήματος εκείνου του τειχίσματος υψώθη το σήμερον σωζόμενον, καμαρωτόν υδραγωγείον, συγκαταλεγόμενον μεταξύ των διαφόρων αγαθοεργών κατασκευών εν Κα­βάλα, υπό του Σουλτάνου Σουλεϊμάν Α', δια του Βεζύρου Ιμπραήμ Πασά. Εκπλησσόμενοι οι κατά καιρούς επισκεφθέντες εις το παρελθόν την Κα­βάλαν μελετηταί, ανήγαγον, όχι ορθώς, εις παλαιοτέρους χρόνους την ηλικίαν του υδραγωγείου τούτου, πολλοί δε ενετικόν το ενόμιζον έργον, πλην του Fredrich, Ath. Mitt. 1908 σ. 41 χρονολογούντος ορθώς. Belon έ.α. Il n’ y a pas longtemps que Abrahim Pacha restaura un conduit d’ eau, qui avoit este autrefois fait par les roys de Ma­cedoine, dont le courant de la fontaine est conduit de plus de trois lieues dela jusques en la ville de la Cavalle et vient d’ une haulte montaigne, tousjours suivant la coste par le conduit, jusques a tant qu’ elle trouve une vallee, et a fin de la faire passer, il a fallu luy faire de grandes arches haultes a l’ equipollent, pour la rendre de la montaigne en la ville, en sorte que les arches du dit con­duit ont plus de trente toises en haulteur. (Μετάφραση: Δεν έχει περάσει πολύς καιρός, από τότε που ο Ιμπραήμ Πασάς αποκατέστησε (επισκεύασε) έναν αγωγό νερού, τον οποίο είχαν φτιάξει παλαιότερα οι βασιλείς της Μακεδονίας, το ρεύμα του οποίου, από την πηγή του, διοχετεύεται, από μια απόσταση τριών λευγών στην πόλη της Καβάλλας κι έρχεται από ένα ψηλό βουνό, ακολουθεί πάντοτε τις κλιτύες των λόφων, μέχρι να βρει κοιλάδα, και για να την περάσει, χρειάστηκε να κατασκευαστούν μεγάλες καμάρες στις ισοϋψείς, προκειμένου να φθάσει από το βουνό στην πόλη, με συνέπεια, οι καμάρες του εν λόγω αγωγού να έχουν ύψος πάνω από τριάντα πήχεις).

Ο χρονογράφος Έβλιγιά (εννοεί τον Εβλιγιά Τσελεμπή), επισκεφθείς την Θράκην – Μακεδονίαν, κατά το έτος Εγείρας 1078=1667, (I. Σπαθάρης Θρακικά Δ', 113) λέ­γει (4) «Ο αείμνηστος Σουλτάνος Σουλεϊμάν, έναντι των ως άνω αγαθοεργιών του Βεζύρου Ιμπραήμ Πασά, ύδρευσε την πόλιν ταύτην (Κα­βάλαν) δια γλυκέος ύδατος ζωής, δια μέσου μιας γεφύρας εξ εξήκοντα εν όλω αψίδων αποτελουμένης, όπερ έργον είναι εκτός πάσης περιγρα­φής και ανώτερον πάσης αναπτύξεως, ως ουράνιον τόξον, το ύψος του οποίου είναι 80 πήχεις. Το έργον του Σουλεϊμάν είναι ίσον με το φρούριον του Φιλίππου»

Ότι το έργον είναι όντως των αρχών της Τουρκοκρατίας, το μαρτυρούν και τα οξυκόρυφα, (θλώμενα), αλλεπάλληλα τόξα, τα παρεντιθέ­μενα μεταξύ των μεγάλων καμαρών, τα οποία είναι καθαρώς Μουσουλ­μανικής τέχνης (5).

Ο μνημονεύεις, χρονογράφος Εβλιγιά, έ. ά., γνωρίζει και το ενταύθα μελετώμενον διατείχισμα, του οποίου την περιγραφήν παραθέτομεν, προλέγοντες την υπερβολήν της. «Εκτός του κάτω φρουρίου (Βα­ρούς Καλεσί) υπάρχει και έτερον ισχυρόν φρούριον, η απόστασις του οποίου από το στενωπόν Ντεμίρ – καπού, μέχρι της πύλης του λιμένος, είναι ακριβώς τρεις ώραι. Είναι όμως λεπτότερον (μονόν τείχος) αλλά αι γωνίαι και οι αγκώνες του είναι διπλοί, λόγω δε της παρόδου του χρόνου, εις τινα μέρη του παρατηρούνται καταρρεύσεις, δυνάμεναι, δι’ ελαχίστων δαπανών, να επιδιορθωθούν... οι πρόποδες των ορέων των επικειμένων τη πόλει γέμουσιν από καταμαύρους βράχους και αι κορυφογραμμαί των καλύπτονται υπό των υπολειμμάτων του φρουρίου».

Ο το Ι669 διελθών εκ Καβάλας, Καπουκίνος Robert de Dreux, γράφει τα εξής, περί του σωζομένου, τότε περισσότερον ακόμη, της εντεύθεν του Γυμνασιακού κτηρίου εξακριβωθείσης τροχιάς toυ τειχίσματος: «….On la fait aller jusqu’ a la ville par le moyen d’ un aqueduc, et l’ on voit de ce cote-la des mines d’ une forte muraille qui, des­cendant de la montagne jusqu’ a la ville, fermait entierement le passage et mettait le reste du pays hors de surprise» (Μετάφραση: (Το τείχος) φθάνει μέχρι την πόλη, μέσω ενός υδραγωγείου, και βλέπουμε, από αυτήν την πλευρά, τις εξωτερικές όψεις ενός ισχυρού τείχους, το οποίο, κατεβαίνοντας από το βουνό στην πόλη, έκλεινε εντελώς το πέρασμα και απάλλαξε την περιοχή από (δυσάρεστες) εκπλήξεις». (Voyage en Turquie et en Grece du R. P. Robert de Dreux, capuchin aumonier de l’ ambassadeur de France (1665-1669), publie et annote par H. Pernot, Paris, 1925 σ. 90).

To τείχισμα έχει υπ’ όψει του ο Αθηνών Μελέτιος, Γεωγραφία έκδ. Βενετίας ΑΨΚΗ' σελ. 395, Μακεδονία «ίσως η Οισύμη είναι το άνω της Καβάλας κρημνισμένον κάστρον, η δε Καβάλα είναι η Νεάπολις, ήτις και Χριστούπολις λέγεται υπό Πτολεμαίου».

Ο ανωτέρω φανερός ταυτισμός του παρά την Χριστούπολιν τειχίσματος, προς το άνωθεν της Καβάλας υψούμενον εισέτι τείχος, έχει βεβαίως πάντοτε ως βάσιν τον παραδεδεγμένον πλέον ταυτισμόν και της πόλεως προς την Μεσαιωνικήν Χριστούπολιν, την ποτέ Νεάπολιν.

Και δια μεν την τοποθέτησιν της αρχαίας Νεαπόλεως επί της σημερινής, τριγωνικής χερσονήσου της Καβάλας, ουδεμία αμφιβολία υπάρχει. Εν αναμονή όμως της εκδόσεως του Β’ μέρους της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής μελέτης της Χριστουπόλεως, θεωρούμεν υποχρέωσιν να παραθέσωμεν και ενταύθα, εν ολίγοις, τας σχετικάς μαρτυρίας.

Ως Νεάπολις είναι ακόμη γνωστή η πόλις ημών παρά Προκο­πίου, «περί κτισμάτων» Δ, 4,279, εν τω Συνεκδήμω Ιεροκλέους, 640,4 και εις το περί θεμάτων του Κ. Πορφυρογεννήτου, Β' 2, μολονότι προ της βασιλείας του είναι πλέον γνωστή υπό άλλο όνομα.

Πότε η Νεάπολις μετωνομάσθη εις Χριστούπολιν, ακριβώς δεν το γνωρίζομεν. Βοηθούμεθα, όμως, εις το να το συμπεράνωμεν, από τα πο­λύτιμα δια την μελέτην της Μεσαιωνικής Ελληνικής Γεωγραφίας Τακτικά.

Εις το τακτικόν του ΙΙαρισινού Κώδικος 1555 Α (7ον), του οποίου το πρωτότυπον συνετάχθη κατά το 746, (Γ. Κονιδάρη, αι Μητροπόλεις και Αρχιεπισκοπαί του Οικ. Πατριαρχείου και η τάξις αυτών Αθήναι 1934, εις την σειράν τών Beihefte der byz - Neugriechischen Jarhb του καθηγ. Ν. Βέη σ. 14, 25, 85, 94) και εις τους υπό τον Μητροπο­λίτην Θεσσαλονίκης υπαγομένους επισκόπους αναφέρεται ο Νεαπόλεως ιστ’, προηγουμένως των Σερρών και Αμφιπόλεως.

Εις μολυβδόβουλλον των χρόνων των εικονοκλαστών, αναφέρεται ο Μιχαήλ κομερκιάριος Χριστουπόλεως, (G. Schlumberger, Sigillographie de l’ Empire byzantine σ. 114 αριθ. 1 και εις δύο άλλα του Ι’ αιώνος). Υποθέτομεν, λοιπόν, ότι ήδη από του Η’ αιώνος είχε μετονομασθή πλέον είς Χριστούπολιν, διότι το τακτικόν Λέοντος Σοφού (886-911) Gelzer ε. κ. σ. 558 λέγει «τω Φιλίππω» Μακεδονίας ΛΘ’ 594 υπάγονται ο Πολυστύλου (Αβδήρων), ο Βελικίας, ο Χριστουπόλεως κλπ., εν όλω 6 επισκόποι.

IΙοία ήτο η αφορμή της μετωνομασίας; Μέχρι των χρόνων Λέοντος Ισαύρου, αι επισκοπαί Μακεδονίας υπήγοντο εκκλησιαστικώς εις τον Ρώμης, αντιπροσωπευόμενον υπό του εξάρχου του Ιλλυρικού, Μητροπο­λίτου Θεσσαλονίκης. Εις το τακτικόν Λέοντος Ισαύρου (Κονιδάρη έ. α. σελ. 52 πίναξ Α') αναφέρεται το πρώτον ως Μητρόπολις Μακεδονίας και παραλλήλως προς την Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης και η Φιλίππων, όλαι δε αι Μητροπόλεις του Ιλλυρικού μετατάσσονται συγχρόνως εις την δικαιοδοσίαν του Οικ. Θρόνου. Εις το εν λόγω όμως τακτικόν, η νεωστί ιδρυθείσα Μητρόπολις Φιλίππων δεν έχει ακόμη υποτελείς επι­σκόπους, ο δε Νεαπόλεως, κατά το τακτικόν του ΙΙαρισινού Κώδικος, ως είδομεν ανωτέρω, υπάγεται ακόμη εις τον Θεσσαλονίκης.

Φαίνεται λοιπόν ότι η προαγωγή της εκκλησίας των Φιλίππων εις Μητρόπολιν (733) και η υπαγωγή εις αυτήν των τέως υπό τον Θεσ­σαλονίκης πέριξ επισκόπων, επέφερε και κάποιαν έξαρσιν του χριστια­νικού παρελθόντος της πόλεως Φιλίππων, ως πρώτης δεξαμένης εν Ευ­ρώπη τον Χριστόν δια του Παύλου, και πιθανόν ο λιμήν, εις τον οποίον απεβιβάσθη το πρώτον ο ΙΙαύλος, μετωνομάσθη από Νεαπόλεως εις Χριστούπολιν. Η αντικατάστασις του πρώτου συνθετικού του τοπωνυμίου διά του Χριστού δεν ήτο άνευ δικαιολογητικού, αφού τόσαι άλλαι πό­λεις, ολιγώτερον χριστιανικώς ιστορικαί, φέρουν το όνομα τούτο.

Το δεύτερον όνομα της πόλεως ευρίσκομεν καθ’ όλην την διάρκειαν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αδιακρίτως εις Ελληνικά ή μη, μέχρι σήμερον, δυνατόν εξετασθέντα ύφ’ ημών έγγραφα και τακτικά (Gelzer ε. κ. σ. 595, 606): Μόλις δε κατά τας αρχάς του 16ου αιώνος αναφαίνεται το τρίτον σημερινόν όνομά της: Καβάλα.

I. Diarii di Marino Sanuto τόμος IV, 387, Σεπτέμβριος 1502 «...Scrive, come si parti da Corfu, et con 34 galie 4 francese et 4 di Rodi, havia posto in terra a Cristopoli e nel Golfo di Salonichij, dove a dipredato molte anime. tolto formenti...» σ. 310. Sumario di una letera, data a Millo 27 Iuio 1502. «Deinde scor seno a Grasopoli = Χριστούπoλι. έ.α τομ. XXVII σ. 32. Marzo, ΜΡΧΙΧ=Μάρτιος 1519, εις επιστολήν εξ Αδριανουπόλεως του Sier Lunardo Bembo baylo di 5 Zoner αναφέρεται «...Scrive, ditto Gran Signior ando la caza versa . . Cavala...» σ. 112, 13 Μαρτίου 1519... andato a la caza verso Salonichi, essendo in castra terra deserta chiamata la Cavala, vete fuste 2 di rodiani...».

Εις την είδησιν περί της καταστάσεως της 'Ελλάδος κατά το 1533, (Sathas, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, Documents inedits relati­ves a l’ Histoire de la Grece au moyen age, τομ. VI (Pa­ris 1839, σ. 313-317) αναφέρεται, «... Et se non li paresse aproposito il dismontare intorno a Salonich, andare piu inanti persino a Grysopolo (6) ch’ era sitta nel golpho nella Montagna Chia­mata al presente la Cavala gia roinata, nela quale a un stetto passo per andare da tutta la Grecia in Constantinopoli per la via diritta, altramente bisognia dopoi fare gran giro con molta incomodita».Tο τελευταίον μέρος της περιγραφής αφορά εις το πέρασμα, η όλη δε πληροφορίαι είναι πολύτιμος, διότι συγχρόνως κείται το Χριστούπολις και Καβάλα εν τω αυτώ κειμένω.

Παρά Η. Gelzer, Ungedruckte und ungenugend veroffentlichte Texte der Notitiae episcopatum, Μόναχον 1900, aus den Abhandlungen der K. bayer. Akademie des Wiss. I. Cl. XXI Bd. Ill Abth. σ. 629 εις τακτικόν των αρχών της Τουρκοκρατίας, ΙΕ' αιώνος, κείται «η Χριστούπολις ήτοι Καβάλα» και υποσημ. 37 διά γραφάς: καβάλας, η καβάλα, η καβάλλα, ο καβαλίας· το παλαιότερον χειρόγρα­φον, το οποίον χρησιμοποιεί ο Gelzer, είναι της θεολογικής Σχολής Χάλκης Κων)πόλεως, αριθ. 80, του ΙΕ αιώνος, τα δε άλλα νεώτερα. έ. α. σ. 631, εις τους από επισκόπους γενομένους Μητροπολίτας αναφέρεται «από του Φιλίππων, η Χριστούπολις ήτοι η Κάβαλα».

Κατά ταύτα, το σωζόμενον υπεράνω της Καβάλας, της ταυτιζομένης προς την Χριστούπολιν, τείχισμα είναι το παρά τοις συγγραφεύσι αναφερόμενον, μακρόν «παρά Χριστούπολιν τείχος».

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗΣ



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



(1) Τους τα στενά της Χριστουπόλεως (Γ. Ακροπολίτης 40) φυλάττοντας παρομοιάζει προς τους τριακοσίους του Λεωνίδου ο Νικηφ. Γρηγοράς II σ. 627 (Βόννης) Heuzey-Daumet, Mission κλπ. 12-13. Γ. Μπακαλάκης Α.Ε. 1936 σ. 43. Η μη δια της Χριστουπόλεως (Καβάλας) πoρεία σπανίως και εν υψίστη ανάγκη επεχειρείτο. Πρβ. Ν. Γρηγοράν ΙΙ σ. 631 έτους 1342. «κάξ ευωνύμων αφείς ο Καντακουζηνός τους τα στενά Χριστουπολιως παραφυλάττοντας δια της άκρας του όρους τας οικείας διεβίβασε δυνάμεις. μακροτέρα μεν και επιπόνω χρησάμενος πορεία δια τας δυσχερείας των τε πετρών και φαράγγων και των εκ_της λόγμης εκείνης δέν­δρων και ακανθών. διεβίβασε δ’ εκεί και κατεστρατοπέδευσε περίπου τα ιππήλατα των Φιλίππων, ένθα πάλαι Βρούτος και Κάσσιος επολέμησαν Οκταβίω Καίσαρι».

(2) Γ. Μπακαλάκη, Νεάπολις, Χριστούπολις, Καβάλα, μέρος A’, Α.Ε. 1936 σελ. 1-18, σημ. 5.

(3) Ομοίας κατασκευής και προορισμού παρομοίου ήτο και το τείχος της Αναστασιουπόλεως - Περιθεωρίου σημ. Μπουρού Καλέ της Βιστονίδος λίμνης. Στίλπ. Κυριακίδου, Θρακικά ταξίδια. Ημερολόγιον Μεγάλης Ελλάδος 193.1 και εις ιδιαί­τερον τεύχος 1930 σ. 8, 14.

(4) Seyahetname Evlja Celebi τόμ. 8ος έκδ. Κων/πόλεως 1928 σ. 115 - 120 του τουρκικού κειμένου.

(5) Επειδή ο λόγος περί του υδραγωγείου, ας προσθέσωμεν ότι τας προς το τείχος της Μεσαιωνικής πόλεως καμάρας του επεσκεύασεν εις νεωτέραν εποχήν ο εκ Καβάλας έλκων την καταγωγήν του Χεδίβης της Αίγυπτου Ιμπραήμ Πασάς (1789 — 1818). Το επισκευασθέν τμήμα είναι φανεράς, διαφόρου τεχνοτροπίας και φέρει δια πλίνθων την μουσουλμανικήν χρονολογίαν από Εγείρας 1231=1825. Επί της επί του λόφου της πόλεως τροχιάς του, σώζεται επί λί­θου της αύλακος η χρονολογία 1823, χαραχθείσα προφανώς υπό τινος Έλληνος μαστόρου.

(6) Το ορθόν Christopolis, δια φωνητικούς πιθανόν λόγους, έφερεν και εις την Ελληνικήν την διττογραφίαν Χρυσόπολις, εξ ου ενομίσθη ότι επρόκειτο περί άλλης τινος πόλεως, παρακειμένης τη Χριστουπόλει. Π. Παπαγεωργίου Byz. Zeitschrift III (1891) σ. 271. Βιογραφία Σερρών Ιωαννικίου (1745-1769) κείται «. . .δια θαλάσσης κατευοδώθημεν συν θεώ αρωγώ εις Χρυσόπολιν, ήτις εστίν η νυν λεγομένη Καβάλα, κακείθεν εις Δράμαν», εις υποσημείωσιν της ιδίας ανωτέρω σελίδος ο Π Παπαγεωργίου δέχεται ως άλλην την Χρυσόπολιν, άλλ’ επί του θέματος τούτου αλλαχού θα επανέλθωμεν, προσκομίζοντες περισσοτέρας απο­δείξεις. Εν τω ανωτέρω κώδικι Σερρών, ο Παπαγεωργίου λέγει ότι εις την σελ. 17 κείται «μέσα εις το κάτεργον το αφεντικόν της Καβάλας».






























 

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023

 ΠΕΤΡΟΠΗΓΗ – ΔΟΥΚΑΛΙΟΝ - ΚΑΓΙΑΜΠΟΥΝΑΡ (KAYA-BUNAR)


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

(Με την ιστορία της Πετροπηγής ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο αγαπητός φίλος Μανώλης Κοντοστέλιος, στην διπλωματική εργασία που εκπόνησε, με τίτλο «η Εκκλησιαστική Περιφέρεια Χρυσούπολης (Νέστου) κατά τη Βυζαντινή και Οθωμανική Περίοδο και ο Ελληνισμός της». Από την εργασία αυτή προέρχεται ένα μέρος αυτής της εργασίας μου».



ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ας έλθουμε, όμως, τώρα, στην εκκλησιαστική ιστορία του Δουκαλίου - Πετροπηγής.

Υπάρχει, κατ’ αρχάς, μια προφορική παράδοση, που αναφέρεται σε φόνο μοναχών στο χωριό Δουκάλιο. Συνάμα, σε χειρόγραφο του 17ου αιώνα, της Ιεράς Μονής της Παναγίας της Αχειροποιήτου του Παγγαίου, γίνεται λόγος για τη σφαγή των μοναχών της Μονής αυτής, το έτος 1507 και την κατάληψη της Μονής, ενώ γίνεται περαιτέρω αναφορά, στο φύλλο 66 του χειρογράφου, και σε ονόματα μοναχών, που είχαν σχέση με την Μονή αυτή και σφαγιάστηκαν στην τοποθεσία «Δοκάλου». (βλ. και Κατσαρού Β., Ανέκδοτο σημείωμα για τον κτήτορα της Μονής της Παναγίας της Αχειροποιήτου του Παγγαίου και Αθ. Παπαδόπουλος - Κεραμεύς, Εκθεσις παλαιογραφικών και φιλολογικών ερευνών εν Θράκη και Μακεδονία, γενόμενων κατά το έτος 1885 δια την Μαυροκορδάτειον βιβλιοθήκην και αναδημοσιεύθηκε από τον Χρήστο Κοζαρίδη, στο βιβλίο του με τίτλο Επαρχία Νέστου, σ. 112). Με βάση την αναφορά αυτή, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι η περιοχή του Δουκαλίου ανήκε στην μητρόπολη Φιλίππων, στα όρια της οποίας βρισκόταν και η μονή της Παναγίας της Αχειροποίητου, στο Παγγαίο και, ενδεχομένως τα ερείπια μοναστηριού, βόρεια της σημερινής Πετροπηγής, ν’ αποτελούν τα απομεινάρια από κάποιο μετόχι, που η πανάρχαια Μονή του Παγγαίου είχε στο Δουκάλιο, (αν και κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα αρχεία της Μονής).

Το έτος 1577 έχουμε μια αναφορά σε χωριά (κώμες), που υπάγονταν στην εξουσία του Πατριάρχη, στην περιοχή της Καβάλας. Η αναφορά αυτή έγινε σ’ επιστολή του Γαβριήλ Καλωνά, ο οποίος ανέφερε ότι βρισκόταν στο Ορφάνι του σημερινού Δήμου Παγγαίου, ως τοποτηρητής κι έξαρχος δεκατεσσάρων κωμών (χωριών) του Πατριαρχείου. Από μετέπειτα αναφορά, (του έτους 1721), την οποία παραθέτει ο Π. Γεωργαντζής, («Συμβολή στην Εκκλησιαστική Ιστορία της Ιεράς Μητρόπολης Ξάνθης και Περιθωρίου», Έκδοση Ιεράς Μητρόπολης Ξάνθης και Περιθωρίου, Ξάνθη 2009, σ. 342), συνάγεται ότι ανάμεσα στα χωριά αυτά, που ανέφερε ο Καλωνάς, ήταν και το χωριό Δουκάλιο.

Μετά από λίγα χρόνια, μέσω σιγιλίου, που εξέδωσε ο πατριάρχης Τιμόθεος Β΄, το οποίο εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1614, επανήλθαν στην δικαιοδοσία της Μητρόπολης Φιλίππων έξι (6) χωριά, τα οποία είχε αποσπάσει, λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Μητροπολίτης Ξάνθης Γαβριήλ. Τα χωριά αυτά είναι τα κάτωθι: Βασιλάκιον = (εξαφανισμένο χωριό, δίπλα στα σημερινά Αμισιανά) - Κουρουντζού = Κρυονέρι (σημ.) - Ζυγοστού = Ζυγός (σημ.) - Μπόμπλιανη = Ακροπόταμος (σημ.) - Πολύστυλον = Πολύστυλο (σημ.) - Δουκαλού = Πετροπηγή (σημ.)

Το έτος 1721 η εξαρχία Καβάλας καταργείται, «δια της τελείας ενώσεως…μετά της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Ξάνθης», με σιγίλιο του Πατριάρχη Ιερεμία, προκειμένου ν’ αντιμετωπισθούν επιτυχώς τα οικονομικά προβλήματα της Μητροπόλεως Ξάνθης και Περιθωρίου, ορίζεται δε, προς το σκοπό αυτόν, να καταβάλει η Εξαρχία Καβάλας «ογδόντα γρόσια» κάθε χρόνο. Μάλιστα, ο Πατριάρχης και η σύνοδος ονοματίζουν και τα χριστιανικά χωριά, που θα υπάγονται στην εξαρχία αυτή. Τα χωριά αυτά είναι: Καβάλα = Καβάλα (σημ.) - Πολύστυλον = Άβδηρα (σημ.) - Δούκαλον = Πετροπηγή (σημ.)

Έκτοτε, οι περιοχές Καβάλας και Νέστου παρέμειναν στη Μητρόπολη Ξάνθης μέχρι το 1924, οπότε αποχωρίσθηκαν απ’ αυτήν και σχημάτισαν πλέον τη νέα Μητρόπολη Καβάλας (αρχικά).

ΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ, ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΚΑΛΙΟ – ΠΕΤΡΟΠΗΓΗ

Πρώτος ο Άγγλος περιηγητής Ed Clarke, στο σύγγραμμά του, με τίτλο «Travels in various countries of Europe, Africa and Asia», (London 1818), περνώντας, περί το έτος 1815, από την περιοχή του Νέστου, αναφέρει ότι «στα βορειοδυτικά (της πορείας του), στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού, είδε μια κωμόπολη (town), που λέγεται Καγιάμπουναρ, σε μια όμορφη τοποθεσία κι ότι πιο ψηλά, στην κορυφή, βρίσκεται ο τόπος διαμονής ενός Τούρκου αγίου.

Σ’ έναν «ταξιδιωτικό οδηγό της ανατολής», τον «Guide en Orient - Itineraire scientifique, artistique et pittoresque», που συνέγραψαν οι Richard και Quitin, (Paris 1851), αναφέρεται πάλι το Καγιάμπουναρ, καθώς και η πληροφορία ότι στην κορυφή του υπερκείμενου βουνού βρίσκεται η κατοικία ενός Τούρκου, ονομαστού για την αγιότητά του.

Και οι δύο αυτές περιγραφές αφορούν το υπερκείμενο της Πετροπηγής Ντεντέ-νταγ, κατά τους οθωμανικούς χάρτες και Αγιοβούνι, κατά τους χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και τον λατρευόμενο εκεί, Μουσουλμάνο άγιο άνδρα. Για όλα αυτά, δείτε προηγούμενη ανάρτησή μου: https://www.facebook.com/profile/100003724774837/search/?q=%CE%9D%CF%84%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AD

Ο Βασίλειος Νικολαϊδης, στο σύγγραμμά του, με τίτλο «Les Turks et la Turquie contemporaine. Itineraire et compte rendu des voyages dans les provinces ottomans, avec cartes detaillees, t. 2me» (Paris, 1859), περιγράφει την διέλευσή του από την πεδιάδα του Νέστου, ως εξής: (Παραθέτω την αφήγησή του, από το σημείο εκείνο, που ο περιηγητής αφήνει πίσω του το τσιφλίκι του Τσιρπαντή - σημερινή Λεύκη Καβάλας - το οποίο τελείωνε στα ερείπια του Ακοντίσματος): «Η μικρή οδός αφήνει το χωριό Τσιρπαντή, εισέρχεται στην πεδιάδα του Νέστου και την διασχίζει, αφήνοντας στα δεξιά του τις αλυκές που εφοδιάζουν (με αλάτι) ολόκληρη την επαρχία. Σε τρεις ώρες από την Καβάλα, η οδός διαιρείται και παίρνει βόρεια κατεύθυνση. Σε μια ώρα αυτή (η οδός) φθάνει στο Καγιά Βουρνού, που βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Ροδόπη και αποτελείται από εξήντα ελληνικές και τουρκικές οικίες. Από αυτό το χωριό ξεκινούν οι διαφορετικές, μικρές οδοί, που οδηγούν σε μικρούς συνοικισμούς, κατοικούμενους από έναν ημιάγριο πληθυσμό της Ροδόπης και βρίσκονται σε υψόμετρο 300 έως 1.000 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Θάλεγε κανείς ότι είναι αετοφωλιές, πάνω στους απότομους βράχους. Μέχρι το σημείο αυτό η οδός είναι ενιαία, πλατιά και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αμάξια.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1840-1850, ο Γάλλος αξιωματούχος A. Viquesnel, στον 2ο τόμο του έργου του «Voyage dans la Turquie d’ Europe. Description physique et geologique de la Thrace, t. 2me» (Paris, 1868) (Πηγή: gallica.bnf.fr/Bibliothèque nationale de France) και στο κεφάλαιο με τίτλο: «Οδός από την Καβάλα στο Ισμιλάν, κοντά στις πηγές του Άρδα», αναφέρει τα εξής: «Από την Καβάλα στην Γενιτζέ Καρασού (Γενισέα). Χρειάζεται κάποιος δέκα και μισή ώρες, για να καλύψει αυτή την απόσταση με ιππήλατη άμαξα και οκτώμισι ώρες, για να την καλύψει με άλογο με σέλα: Εμείς διανύσαμε την απόσταση αυτή σε οκτώ ώρες και δέκα λεπτά, ως εξής: Μέχρι τα Χάνια (εννοεί τη σημερινή Χρυσούπολη), 4 ώρες και 10 λεπτά, με καλό, συνηθισμένο ρυθμό. Μέχρι τη Γενιτζέ (Γενησέα), 4 ώρες με ρυθμό γρήγορο. Ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα η απόσταση της διαδρομής, από τα Χάνια μέχρι τη Γενιτζέ, είναι λίγο μεγαλύτερη αυτής από τα Χάνια μέχρι την Καβάλα και πρέπει να την υπολογίζει κανείς σε τεσσεράμισι ώρες, για ένα άλογο με σέλα.

Βγαίνοντας από την Καβάλα, διασχίζει κανείς την χαμηλή κορυφή ενός αντερείσματος, πλευρίζει έναν χείμαρρο, διασχίζει την κορυφή δύο άλλων αντερεισμάτων, χωρισμένων από μια ρεματιά, της οποίας το κάτω μέρος βρέχεται από τη θάλασσα. Υπάρχει μια φρουρά στην κορυφή του τρίτου αντερείσματος. Αυτή η διαδρομή διαρκεί 45 λεπτά.

Ο χείμαρρος εξακολουθεί να βρίσκεται στ’ αριστερά, για 5-10 λεπτά. Ακολουθεί ένα μικρό ρυάκι και λίγο πιο πέρα βρίσκεται το τσιφλίκι του Τσιρπαντή (σημ. Λεύκη). Η διαδρομή διαρκεί 1 ώρα και 5 λεπτά.

Το πέρασμα του ρέματος του «Χατζί-σου», το οποίο αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στους καζάδες του Σαρή Σαμπάν και της Καβάλας, γίνεται σε 8 λεπτά. (Σημ. δική μου: Πρόκειται για ρέμα που βρίσκεται κοντά στα ερείπια του Ακοντίσματος)»

(Σε άλλο σημείο του πονήματός του, ο Viquesnel αναφέρει ότι η μικρή περιοχή του Σαρή Σαμπάν αρχίζει δυο λεύγες στ’ ανατολικά της Καβάλας. Το όριο ανάμεσα στις δύο περιοχές το χαράζει το ρεύμα του μικρού χειμάρρου του Χατζί-σου. Η περιοχή του Σαρή Σαμπάν χωρίζεται από την περιοχή της Γενιτζέ από τον Καρασού. Οι τελευταίες ράχες των νότιων αντερεισμάτων του Μπόζνταγ σχηματίζουν το βόρειο όριο της περιοχής).

Λίγο μετά το πέρασμα του Χατζί - σου, ο συγγραφέας αφήνει την ακροθαλασσιά. Μετά από 40 λεπτά συναντά μια φρουρά στην πεδιάδα, στους πρόποδες των βουνών στ’ αριστερά.

Στα δεξιά του εκτείνεται μια πεδιάδα, σχεδόν στο επίπεδο της θάλασσας και εν μέρει καλυμμένη με λακκούβες, που έχουν όμως αλμυρό νερό. Περνάει από το Καγιά μπουνάρ, (Πετροπηγή), που βρίσκεται μέσα σε μια ρεματιά, ένα τέταρτο της λεύγας στ’ αριστερά του. Έχουν περάσει άλλα 30 λεπτά, αφότου συνάντησε την φρουρά».

Τέλος, ο Ζώτος Μολοσσός, στο έργο του «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ, ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ, ΤΟΜΟΣ Δ’», που εκδόθηκε στην Αθήνα, το έτος 1887, αναφέρει το Καγιά – Μπουνάρ, ερμηνεύει το όνομά του ως «καθαρά βρύση», λέει ότι απέχει μία ώρα από το τσιφλίκι του Τσαρμπαντή, (που βρισκόταν στη σημερινή Νέα Καρβάλη) και αναφέρει ότι σ’ αυτό υπάρχουν 150 οίκοι Χριστιανών και Μουσουλμάνων.

ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Περί τις αρχές του 18ου αιώνα, το (εσκή) Σαρή Σαμπάν, μια ακμαία, περιτειχισμένη, μουσουλμανική κωμόπολη, που βρισκόταν πολύ κοντά στο σημερινό Ερατεινό, είχε αναπτυχθεί αρκετά και μάλιστα, σε βάρος του Τσάγκλαϊκ (σημερινού Διποτάμου), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ο καζάς του Σαρή Σαμπάν, με έδρα το ίδιο, ιδιότητα την οποία διατήρησε μέχρι την απελευθέρωση της περιοχής από τον Ελληνικό Στρατό, το 1913.

Μετά την ίδρυση του ομώνυμου καζά, ξανασυναντούμε το Σαρή Σαμπάν στην πρώτη γενική απογραφή του Οθωμανικού κράτους, το 1831, η οποία διεξήχθη από τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ (1808 – 1839), για δημοσιονομικούς λόγους. Σ’ αυτήν αποτυπώθηκε ο πληθυσμός των αρρένων, κατά καζάδες. Στον καζά του Τσάγκλαϊκ - Σαρή Σαμπάν έχουμε 4.986 μο­υσουλμάνους, 131 Χριστιανούς, 22 ξένους (όπως αναφέρεται στην απογραφή) και 54 τσιγγάνους. Το σύνολο του πληθυσμού του καζά είναι 5.171. Αυτή ήταν η πρώτη αναφορά στον χριστιανικό πληθυσμό του καζά του Σαρή Σαμπάν και αφορούσε, προφανώς, τους Χριστι­ανούς κατοίκους του Καγιά Μπουνάρ (Πετροπηγής).

Σε στατιστικό πίνακα, που συντάχθηκε το 1876, για λογαριασμό του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο πληθυσμός του καζά Σαρή Σαμπάν αυξήθηκε στις 35.000 κατοίκους, με 33.500 Οθωμανούς, 1.295 αθίγγανους, 200 Χριστιανούς ελληνικής καταγωγής και 2 Έλληνες υπηκόους (sic. υπάρχει βέβαια μια μικρή διαφο­ρά στο συνολικό άθροισμα των επιμέρους εθνοθρησκευτικών ομάδων και στον συνολικό αριθμό του πληθυσμού, κατά 3 άτομα).

Σε μεταγενέστερο πίνακα, πάλι του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, ο συνολικός πλη­θυσμός του καζά φαίνεται αυξημένος και ανέρχεται στα 35.968 άτομα, 33.355 εξ αυτών Τούρκοι, 2.338 αθίγγανοι και 275 Έλληνες.

Αξίζει ν’ αναφερθεί κι ένα άρθρο, που δημοσιεύθηκε στην εφη­μερίδα Ανατολικός Αστήρ (Κωνσταντινούπολη, αριθμός φύλλου 20, 1886) στο οποίο αναφέρονται και τα εξής, για τον οικισμό που μας απασχολεί: «Καγιά Μπουνάρ, μιαν ώραν μακράν του Σαρισαμπάν κείμενον, οικείται υπό 120 ψυχών. Ενταύθα υπάρχει εκκλησία, αλλά ο αριθμός των κατοίκων οσημέραι ελαττούται. Οι κάτοικοι ασχολούνται εις την φυτείαν του καπνού».

Ο Στέφανος Παπαδόπουλος, στο έργο του «Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του Ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας, υπό τον τίτλο «ΚΑΖΑΣ ΣΑΡΗΣΑΜΠΑΝ», αναφέρει ότι ο καζάς αυτός, πού αποτελούσε το νοτιοανατολικό τμήμα του σαντζακιού της Δράμας, κατοικούνταν αποκλειστικά από Τούρκους. Σε σύνολο πληθυσμού (πριν από το 1912) 20.083 κατοίκων, κατανεμημένων σε 59 χωριά, υπήρχαν μόνο 120 βούλγαροι και 400 Έλληνες, ανά 200 στο Σαρισαμπάν και στο Καγιά Μπουνάρ (Δουκάλιο). Το δεύτερο μάλιστα χωριό είχε μόνο Έλληνες κατοίκους. Στα δυο αυτά χωριά λειτουργούσαν και δημοτικά σχολεία αρρένων και θηλέων, με άγνωστο όμως αριθμό μαθητών.

Στην αναφορά του Γενικού Επιθεωρητού των Σχολείων Δ. Μ. Σάρρου, η οποία συντάχθηκε το 1906 και εκθέτει τη εθνολογική κατάσταση της περιοχής του καζά Σαρή Σαμπάν, μετά την εγκατάσταση των Λαϊστινών στην περιοχή και το πώς επέδρασε αυτή η εγκατάσταση στον εθνολογικό χάρτη της περιοχής, διαβάζουμε, μεταξύ άλλων:

Εν Θεσ-κη τη 30 Απριλίου 1906

Καζάς Σαρίσαμπάν

Εν τω υπό Οθωμανών κυρίως κατοικουμένω τούτω καζά δύο μόνας οάσεις ελληνικάς απαντώμεν. Το παλαιόν ελληνικόν χωρίον Καγιά Μπουνάρ και τη νεοπαγή ελληνική κοινότητα Σαρίσαμπαν.

……………………………………………………………………….

Καγιά Μπουνάρ.

Οικίαι ελληνικαί και ελληνόφωνοι και τουρκική μία, ψυχαί δε 138.

Το χωρίον τούτο ηρίθμει άλλοτε περί τας 800 οικίας, μετοικήσασαι εις Καββάλαν και Βολούστραν (Άβδηρα), δια τούτο έχει και μεγάλην έκτασιν εξικνουμένην μέχρι της θαλάσσης και κατά το πλείστον μένουσαν ακαλλιέργητον. Έχει εισόδημα 60 περίπου λίρας εκ βοσκησίμων γαιών, αν δε οι κάτοικοι ήσαν φιλόπονοι θα ευημέρουν. Ατυχώς μεγάλη ακαταστασία κρατεί παρ΄ αυτοίς, (προ οκταετίας έχουσι καταλάβει οι Τούρκοι τας πλησίον του Καρατζάκιοϊ βοσκησίμους αυτών γαίας, αποφέρουσας εισόδημα 50 λιρών). Οι πλείστοι αγράμματοι. Το σχολείον τους ισόγαιον, άστρωτον, ετοιμόρροπον και ρυπαρόν, λειτουργεί κάκιστα. Ενεγράφησαν εφέτος 26 μαθηταί διδασκόμενοι υπό του εκ Λευκάδος ιερομοναχού παπά Ευσεβίου όστις φαίνεται όλως αναίσθητος και άμοιρος εθνικού φρονήματος και γνώσεως. Λαμβάνει μισθόν 27 λιρών και άλλας 15 εκ των εγχωρίων. Πληρώνει και εις διαίτην το χωρίον 7 λίρας. Το χωρίον τούτο ευρισκόμενον εν μέσω τουρκικών οικισμών είναι όλως εγκαταλελειμμένον. Πολλοί παραπονούνται ότι δεν ευρίσκουσι γυναίκας να νυμφευθώσι, μένοντες ως εκ τούτου εν ακουσία αγαμία. Όλοι πλέον είναι συγγενείς αναμεταξύ τους. …»

Σε στατιστικό πίνακα πληθυσμού της περιοχής Σαρή Σαμπάν, του έτους 1912, ο οικισμός Δουκάλιο - Καγιά Μπουνάρ είχε 200 Έλληνες κατοίκους και κανέναν Τούρκο ή Βούλγαρο.

Σύμφωνα τόσο με τον Μιχαήλ Χουλιαράκη, («γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971», τόμος Β’, έκδοση Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, του έτους 1975): όσο και τον Χρυσοχόου, (απαρίθμηση των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913), κατά το έτος 1913 το Καγιά μπουνάρ είχε 265 κατοίκους.

Στους στατιστικούς πίνακες του πληθυσμού, κατά εθνικότητες, των Νομών Δράμας, Σερρών και Καβάλας, που εκδόθηκαν το 1919, από την Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, αναφέρεται ότι στο χωριό Καγιά μπουνάρ κατοικούσαν, μέχρι το 1912, 200 Έλληνες, στους οποίους, τον Αύγουστο του 1915, προστέθηκαν και 168 πρόσφυγες, οπότε το χωριό είχε 368 κατοίκους, (188 άρρενες, 180 θήλεις).

Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, κατά τα έτη 1922-1924, σ’ εκτέλεση των όρων της Συνθήκης της Λωζάνης, στο χωριό εγκαταστάθηκαν άλλες 62 προσφυγικές οικογένειες.

Το έτος 1928, το Δουκάλιον, (όπως ονομαζόταν, πλέον, το Καγιά μπουνάρ), είχε 460 κατοίκους, που έγιναν 722 κατά το 1940, 791 κατά το 1951 και 847 κάτοικοι το έτος 1961.

Τέλος, κατά την απογραφή του πληθυσμού της Ελλάδος, το έτος 2011, η Πετροπηγή είχε 522 κατοίκους.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Η «Κοινότης Δουκαλίου» συστάθηκε το έτος 1927, με απόσπαση του οικισμού Δουκάλιον από την Κοινότητα Φιλίππων, (έτσι είχε ονομασθεί αρχικά η Πέρνη!) και τον ορισμό του ως έδρας της Κοινότητας, (ΦΕΚ τεύχος 167/Α/10-08-1927). Με την ίδια πράξη, ο οικισμός Νέα Κώμη αποσπάσθηκε από την κοινότητα Φιλίππων και προσαρτήθηκε στην κοινότητα Δουκαλίου. Τέλος, ο οικισμός Ποντολείβαδο αποσπάσθηκε από την κοινότητα Μακρυχωρίου και προσαρτήθηκε στην κοινότητα Δουκαλίου.

Με πράξη που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 384/Α/25-10-1929, ο οικισμός Νέα Κώμη αποσπάσθηκε από την κοινότητα Δουκαλίου και ορίστηκε ως έδρα της νέας κοινότητας Νέας Κώμης. Ο οικισμός Παλαιά Κώμη αποσπάσθηκε από την κοινότητα Δουκαλίου και προσαρτήθηκε στην κοινότητα Νέας Κώμης.

Με πράξη που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 77/Α/27-03-1933, ο οικισμός Ποντολειβάδου αποσπάσθηκε από την κοινότητα Δουκαλίου και προσαρτήθηκε στην κοινότητα Νέας Κώμης.

Με πράξη που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 25/Α/13-02-1954, ο οικισμός Δουκάλιον μετονομάσθηκε σε οικισμό Πετροπηγής και η Κοινότης Δουκαλίου μετονομάσθηκε σε Κοινότητα Πετροπηγής.

Με πράξη που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 244/α/04-12-1997, η Κοινότητα Πετροπηγής καταργήθηκε και υπήχθη στον Δήμο Χρυσούπολης.

Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας, με το σχέδιο «Καποδίστριας», μέχρι το 2010, η Πετροπηγή αποτέλεσε το Τοπικό Διαμέρισμα Πετροπηγής, του πρώην Δήμου ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗΣ, του Νομού ΚΑΒΑΛΑΣ.

Τέλος, η Πετροπηγή έγινε «Τοπική Κοινότητα Πετροπηγής», της Δημοτικής Ενότητας ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗΣ, του Δήμου ΝΕΣΤΟΥ, της Περιφερειακής Ενότητας ΚΑΒΑΛΑΣ, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα «Καλλικράτης».

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ

Στις φωτογραφίες 1η έως 4η, βλέπετε τα ερείπια του Μοναστηριού, στο οποίο έγινε, κατά την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, η σφαγή των μοναχών, στην οποία αναφέρομαι στο κείμενο της ανάρτησής μου αυτής. Η ιερότητα του χώρου, που είναι γνωστή στους γηγενείς κατοίκους της γειτονικής Πετροπηγής, είναι ο λόγος ύπαρξης του μικρού «στασιδιού» (εκκλησιδίου).

Στις φωτογραφίες 5η έως και 14η, βλέπετε τα ερείπια του παλαιότατου οικισμού, (πιθανόν της βυζαντινής και υστεροβυζαντινής περιόδου), που είχε αναπτυχθεί γύρω και νότια από τον χώρο της Μονής. Τα ερείπια βρίσκονται βόρεια από το σύγχρονο νεκροταφείο της Πετροπηγής κι έχει βρεθεί, ανάμεσά τους, βυζαντινή κεραμική. Ίσως αυτά τα ερείπια να δείχνουν την θέση, όπου βρισκόταν το παλαιό «Δουκάλιον».

Στις φωτογραφίες 15η και 16η, βλέπετε τον χώρο του Μοναστηριού και των παρακείμενων ερειπίων, όπως φαίνεται από το μουσουλμανικό χωριό Καγιά-μπουνάρ.

Στις δύο τελευταίες φωτογραφίες, βλέπετε κι άλλα δείγματα, της θρησκευτικότητας των γηγενών κατοίκων του Δουκαλίου – Πετροπηγής.





















ΠΕΤΡΟΠΗΓΗ – ΔΟΥΚΑΛΙΟΝ - ΚΑΓΙΑΜΠΟΥΝΑΡ (KAYA-BUNAR)

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

(Με την ιστορία της Πετροπηγής ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο αγαπητός φίλος Μανώλης Κοντοστέλιος, στην διπλωματική εργασία που εκπόνησε, με τίτλο «η Εκκλησιαστική Περιφέρεια Χρυσούπολης (Νέστου) κατά τη Βυζαντινή και Οθωμανική Περίοδο και ο Ελληνισμός της». Από την εργασία αυτή προέρχεται ένα μέρος αυτής της εργασίας μου».

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Πετροπηγή, (που τα παλιότερα ονόματά της ήταν Δουκάλιον και Καγιάμπουναρ – Kaya-bunar, κατά την βυζαντινή και την οθωμανική περίοδο, αντίστοιχα), είναι δημοτική κοινότητα του Δήμου Νέστου, της περιφερειακής ενότητας Καβάλας, της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 66 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και σε απόσταση 22 χιλιομέτρων ανατολικά της Καβάλας, δίπλα στην Εγνατία οδό.

Η ΠΕΤΡΟΠΗΓΗ ΚΑΙ Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΗΣ, ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΩΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Η Πετροπηγή είναι ένας τόπος, η ιστορία του οποίου χάνεται στα βάθη του χρόνου. Ένας τόπος, που κατοικείται συνέχεια, από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα. Πολλοί λόγοι συνέτειναν σ’ αυτό, οι σπουδαιότεροι, όμως, ήταν οι εξής δύο:

Ήδη από την απώτερη αρχαιότητα, ολόκληρη η περιοχή του σημερινού Δήμου Νέστου, συμπεριλαμβανομένης και της Πετροπηγής, αποτελούσε μέρος της τεράστιας, γεωγραφικής περιοχής, που ήταν γνωστή υπό το όνομα «Θράκη» και την κατοικούσαν θρακικά φύλα.

Η οικονομία της περιοχής που μας απασχολεί και η ιστορία της συνδέονται με τα πλουσιότατα χρυσωρυχεία της, που έγιναν γνωστά, κατά την κλασική αρχαιότητα, ως χρυσωρυχεία της Σκαπτής Ύλης.

Πράγματι, η πιο σημαντική, χρυσοφόρος περιοχή, μέσα στα όρια της σημερινής, Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας, αλλά και γενικότερα, μέσα στα όρια του αρχαίου, ελληνικού κόσμου, ήταν, αναμφισβήτητα, αυτή της Σκαπτής Ύλης. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι η Σκαπτή Ύλη δεν ήταν ένα μεμονωμένο χρυσωρυχείο, αλλά μια μακρά σειρά μεταλλευτικών θέσεων, που η παλαιότερη παράδοση και οι παλαιότεροι ιστορικοί, όπως ο P. Perdrizet, την τοποθετούσαν στο Παγγαίο, σήμερα, όμως, η άποψη αυτή δεν γίνεται αποδεκτή, από τη συντριπτική πλειοψηφία των αρχαιολόγων και ιστορικών ερευνητών, οι οποίοι, (μεταξύ των οποίων και η πρώην Έφορος της ΙΗ’ Εφορείας προϊστορικών και κλασικών αρχαιοτήτων Καβάλας, κ. Χάιδω Κουκούλη – Χρυσανθάκη), δέχονται ότι η μεταλλευτική περιοχή της Σκαπτής Ύλης εκτεινόταν από τις χαμηλές κορυφές του Συμβόλου όρους, κοντά στο σημερινό χωριό Κοκκινόχωμα του Δήμου Παγγαίου, στα δυτικά, μέχρι τους λόφους «Μεταλλείο» των βουνών της Λεκάνης, νότια του σημερινού Μακρυχωρίου του Δήμου Νέστου, στ’ ανατολικά.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την κ. Κουκούλη, «ο Ηρόδοτος ανέφερε την Σκαπτή Ύλη, ως τμήμα της Θασιακής ηπείρου, στα 491-490 π.Χ. Εκείνη την εποχή, οι Θάσιοι ήταν αδύνατο να έχουν διεισδύσει βαθιά, στην ενδοχώρα του Παγγαίου, όπου άλλωστε δεν κατάφεραν να στεριώσουν ούτε στον 4οπ.Χ. αι. (360-356 π.Χ.)…..Σε καμιά τέλος αρχαία πηγή, εκτός από την αμφισβητούμενη διόρθωση του Hirschwalder στο χωρίο του Μαρκελλίνου, δεν σχετίζεται η Σκαπτή Ύλη με το Παγγαίο. Η μοναδική σχέση της Σκαπτής Ύλης με το Παγγαίο είναι οι μεγάλες ποσότητες χρυσού που και οι δύο περιοχές παρήγαν. Η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει ακόμα εντοπίσει, με απόλυτη ασφάλεια, τη θέση της περίφημης Σκαπτής Ύλης. Σύμφωνα με νεώτερες, συστηματικές έρευνες, οι αναφορές του Ηρόδοτου πρέπει να συνδεθούν με την περιοχή βόρεια και ανατολικά της πόλης της Καβάλας, όπου εντοπίζεται ένας μεγάλος αριθμός εμφανίσεων χρυσοφόρου και αργυρούχου μεταλλεύματος….. Μαρτυρίες έντονης, μεταλλευτικής δραστηριότητας αποτελούν οι πολυάριθμες, υπόγειες και επιφανειακές εργασίες, οι τεράστιοι σωροί εξορυγμένου υλικού και εκκαμινεύσεων, μεταξύ των χωριών Κρηνίδες, Ζυγός- Κρυονέρι, Αμυγδαλεώνας, Παλαιά Καβάλα και Χαλκερό έως και την Πέρνη. Σε μια επιφάνεια περίπου 100 τετρ. χλμ., εντοπίζονται πάνω από 150 εμφανίσεις μεταλλεύματος, τα οποία εκμεταλλεύτηκαν κατά την αρχαιότητα, τη Ρωμαϊκή και Οθωμανική εποχή και τον 20ο αιώνα. Η εκμετάλλευση στην περιοχή αυτή κατά την αρχαιότητα ήταν προσανατολισμένη στην εξόρυξη του πλούσιου σε χρυσό και άργυρο μεταλλεύματος……»

Η Σκαπτή Ύλη έγινε ονομαστή κυρίως από τον Θουκυδίδη, τον κορυφαίο ιστορικό της αρχαιότητας, που είχε πατρογονικά κτήματα σ' αυτήν, έζησε εδώ εξόριστος, στα είκοσι τελευταία χρόνια της ζωής του κι εδώ συνέγραψε την αξεπέραστη «ιστορία του πελοποννησιακού πολέμου».

Όσον αφορά τις παραγόμενες, στα ορυχεία της Σκαπτής Ύλης, ποσότητες χρυσού, επισημαίνω τα εξής: Η «θασιακή περαία», δηλαδή οι παραθαλάσσιες κτήσεις των Θασίων, μεταξύ των ποταμών Στρυμόνα και Νέστου, απέδιδαν σ’ αυτούς ογδόντα (80) χρυσά τάλαντα τον χρόνο, (1 τάλαντο = 27 κιλά), δηλαδή πολύ περισσότερα από όλες μαζί τις πλουτοπαραγωγικές πηγές τους νησιού τους. Όταν, αργότερα, ο Φίλιππος ο Β' κατέλαβε τα μεταλλεία της περιοχής των Φιλίππων και του Παγγαίου και οργάνωσε καλύτερα τις εργασίες και τις μεθόδους εξόρυξής του, έβγαζε, μόνο από τα καινούργια κοιτάσματα, περισσότερα από 100 τάλαντα το χρόνο! Απ' αυτά λοιπόν τα μεταλλεία προήλθαν τα χρυσά νομίσματα της Αμφιπόλεως, γύρω στο 400 π.Χ., της συνομοσπονδίας των Χαλκιδέων της Χαλκιδικής, γύρω στα 392 - 358 π.Χ., των Θασίων της ενδοχώρας (ΘΑΣΙΩΝ ΗΠΕΙΡΟ), γύρω στα 361 π.Χ. και κυρίως ο μεγάλος αριθμός των χρυσών στατήρων του Φιλίππου και του γιου του, Αλεξάνδρου του Μεγάλου, με τους οποίους κατακτήθηκε όλος ο τότε γνωστός κόσμος κι έγινε ένας ενιαίος χώρος ανάπτυξης και διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού.

Η εκμετάλλευση των μεταλλείων συνεχίσθηκε και κατά την βυζαντινή, καθώς και κατά την οθωμανική περίοδο. Γι’ αυτή την τελευταία περίοδο εκμετάλλευσης των μεταλλείων, αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν τα κατάστιχα, τα οποία δημοσίευσε η Αιμιλία Στεφανίδου, στην εργασία της με τίτλο «η πόλη – λιμάνι της Καβάλας κατά την περίοδο της Οθωμανική περίοδος – Πολεοδομική και ιστορική διερεύνηση (1391 -1912)» και αφορούν κυρίως τα μεταλλεία της Παλαιάς Καβάλας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα ήδη εξέθεσα, η σημερινή Πετροπηγή βρισκόταν στην καρδιά της πλούσιας, μεταλλοφόρου περιοχής της Σκαπτής Ύλης και το γεγονός αυτό, κυρίως, διαμόρφωσε την μακραίωνη ιστορία της.

Ένα δεύτερο, αλλ’ εξ ίσου σημαντικό με το προηγούμενο γεγονός, που επίσης διαμόρφωσε την ιστορική πορεία του συγκεκριμένου τόπου, είναι η γειτνίασή της με μια πανάρχαια, στρατιωτική κι εμπορική οδό, που ένωνε κι εξακολουθεί να ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, διασχίζοντας ολόκληρη την περιοχή του σημερινού Δήμου Νέστου.

Κατά την αρχαιότητα, η πανάρχαια αυτή οδός λεγόταν «κάτω οδός», (έτσι την αποκαλούσε κι ο Θουκυδίδης), ερχόταν από το Βυζάντιο της Θράκης, διέσχιζε την Ανατολική Μακεδονία και οδηγούσε στην αρχαία Θέρμη. Το σημείο, στο οποίο η οδός αυτή εισερχόταν στην Ανατολική Μακεδονία, πρέπει ν’ αναζητηθεί βόρεια του σημερινού χωριού Παράδεισος, με δεδομένο ότι η πεδιάδα του Νέστου κατακλυζόταν συνεχώς από τα ορμητικά νερά του ποταμού αυτού. Ο εντοπισμός ερειπίων ρωμαϊκής γέφυρας, βόρεια από το χωριό αυτό, μας κάνει να υποθέσουμε ότι κτίστηκε στη θέση προγενέστερης, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξή της δεν μνημονεύεται από κανέναν συγγραφέα της αρχαιότητας.

Πάνω στο ίχνος αυτής της οδού, που στην κλασική κι ελληνιστική αρχαιότητα διερχόταν από την καρδιά της Θράκης, χαράχτηκε, από τον ρωμαίο Εγνάτιο, η περίφημη Εγνατία Οδός, η οποία διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στα ιστορικά δρώμενα της βαλκανικής χερσονήσου, μέχρι την οθωμανική κατάκτηση, οπότε, η ίδια, εν πολλοίς, οδός αποτέλεσε βασικό, στρατιωτικό, οδικό άξονα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και συγκεκριμένα τον αριστερό (δυτικό) βραχίονά της (sol kol).

Η ιστορία της Πετροπηγής σχετίζεται με την ευρύτερη ιστορία της περιοχής, στις χρονικές περιόδους που μόλις ανέφερα. Όλες οι αναφορές για την περιοχή της, μετά την καταστροφή της σπουδαίας πόλης Τοπείρου, το 549 μ.Χ., από Σλάβους επιδρομείς, (βλ. Προκοπίου «υπέρ των Πολέμων Λόγοι»), τα ερείπια της οποίας είναι ορατά κοντά στο χωριό Παράδεισος του Δήμου Νέστου, αφορούν και την Πετροπηγή, στην οποία σώζονται ερείπια ρωμαϊκής κώμης, αλλά και κτιρίων, που ανήκουν σε οχυρό σταθμό της Εγνατίας οδού, ο οποίος, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Βασίλη Πούλιο, βρίσκεται κτισμένος πάνω σε εννέα διαδοχικά στρώματα οχυρώσεων, ενώ έχει εντοπιστεί και νεκροταφείο, από το οποίο προέρχεται η μνημονευόμενη στο επόμενο κεφάλαιο επιγραφή ρωμαϊκών χρόνων.

Η ΣΠΟΥΔΑΙΑ, ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΕΠΙΓΡΑΦΗ, ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΤΡΑΪΑΝΟΥ

Στην Πετροπηγή βρέθηκε και δημοσιεύτηκε μια μεγάλης σπουδαιότητας λατινική επιγραφή, που καθόριζε τα βόρεια όρια της θασιακής Περαίας, στην περιοχή του σημερινού χωριού της Πετροπηγής, κατά την ρωμαϊκή εποχή και ειδικότερα κατά τα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού. Για την επιγραφή αυτήν αντιγράφω από το έργο με τίτλο «ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΘΑΣΙΑΚΗΣ ΠΕΡΑΙΑΣ», της σπουδαίας αρχαιολόγου, πρώην Εφόρου στην ΙΗ’ Εφορεία προϊστορικών και κλασικών αρχαιοτήτων Καβάλας, κ. Χάϊδως Κουκούλη – Χρυσανθάκη, που περιλήφθηκε στον τιμητικό τόμο «ΜΝΗΜΗ Δ’ ΛΑΖΑΡΙΔΗ – ΠΟΛΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΔΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ», (σελ. 503 επόμ.):

Η επιγραφή, που βρέθηκε σπασμένη και εντοιχισμένη στον περίβολο του νεκροταφείου της Πετροπηγής, δημοσιεύτηκε στην αρχή αποσπασματικά και αργότερα συμπληρωμένη, (D. Hereward, «nscriptions from Amorgos, Hagios Eustratios and Thrace», Palaeologia, 16.2 (1968), σ. 25-28).

Μετά την αποτείχιση των θραυσμάτων της επιγραφής και την συγκόλλησή τους στο Μουσείο Καβάλας, δόθηκε η δυνατότητα να διαβαστούν οι τελευταίοι στίχοι της επιγραφ,ς που ήταν αδύνατο να διαβάσει, στα εντοιχισμένα θραύσματα, η D. Hereward:

Imp(eratore). Caesare/

Nerva. Trajano/

A[u]g(usto). Germanico./

4 [I]III. Articuleio. Pae/ to. Co(n)s(uli).ex. auctoiY tate. Imp(eratoris). Caesaris./

Nervae Trajani. Aug(usti)/

8 Germanici. Fines./

inter. Thracas. et. Tha/ sios. Terminus. secur^/

[d]us. infra. v[i]cum. Rha 12 deloninijm [ ]

Στη χρονολόγηση της επιγραφής στα 101 μ.Χ., που έδωσε η D. Hereward, με βάση το όνομα του υπάτου Articuleius Paetus, δεν προσθέτει τίποτε η νέα ανάγνωση της επιγραφής. Οι προσθήκες βρίσκονται στον στίχο 6, όπου προστίθεται το Imp(eratoris) πριν από το Caesaris και προπαντός στους τελευταίους στίχους 11 και 12, όπου μετά το infra, στο οποίο σταματούσε η ανάγνωση της D. Hereward, προστίθεται το vicum Rha/deloninum. Προφανώς πρόκειται για το όνομα της κώμης, κάτω από την οποία είχε στηθεί, ως terminus secundus, η ενεπίγραφη, οριοθετική στήλη, μετά την οριοθέτηση που έκανε στην περιοχή ο Τραϊανός.

Το τοπωνυμικό Rhadeloninum εντάσσεται στη σειρά των θρακικών τοπωνυμικών, των οποίων η κατάληξη είναι συχνά anus, enus, inus. Το τοπωνυμικό Rhadelonini εμφανίζεται για πρώτη φορά στην περιοχή κι έρχεται να προστεθεί στη γνωστή σειρά θρακικών εθνικών – τοπωνυμικών, που είναι γνωστά από την περιοχή της χώρας της ρωμαϊκής αποικίας Φιλίππων.

Η επιγραφή ήταν εντοιχισμένη στην είσοδο του περιβόλου του νεκροταφείου της Πετροπηγής, αλλά, κατά ζωντανή μαρτυρία, βρέθηκε ακέραιη έξω από την βόρεια πλευρά του περιβόλου του νεκροταφείου, στην άροση. Στη θέση αυτή υπάρχουν ερείπια σπιτιών του παλιού χωριού «Καγιά Μπουνάρ», όπου θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί και ως οικοδομικό υλικό, αλλά, οπωσδήποτε, δεν πρέπει να είχε μεταφερθεί από μακριά, γιατί στην βραχώδη περιοχή του παλιού χωριού δεν δικαιολογείται η μεταφορά λίθων από μακριά, για να χρησιμοποιηθούν ως οικοδομικό υλικό.

Επειδή, λοιπόν, η οριοθετική επιγραφή δεν πρέπει να έχει βρεθεί μακριά από την αρχική της θέση, θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε την θρακική αυτή κώμη των Rhadeloninum (Ραδελονινών;) σε μικρή απόσταση ψηλότερα από τη θέση όπου βρέθηκε η επιγραφή. Μια τέτοια θέση, που προσφέρεται για θέση οικισμού, είναι η κορυφή του λόφου «Καγιά Μπουνάρ», όπου βρισκόταν και το παλιό χωριό της Πετροπηγής, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. (Ερείπια του παλιού χωριού των χρόνων της Τουρκοκρατίας σώζονται, στους λόφους βόρεια και βορειοανατολικά του σημερινού νεκροταφείου της Πετροπηγής. Το χωριό ήταν ακμάζουσα, ελληνική κοινότητα, στα χρόνια της Ύστερης Τουρκοκρατίας. Η κεντρική εκκλησία του σημερινού χωριού (Άγιος Γεώργιος) χρονολογείται στα 1874 και πιθανότατα σχετίζεται με τη μετατόπιση του χωριού νοτιότερα, στην πεδιάδα).

Δυστυχώς, η μεταγενέστερη κατοίκηση του λόφου, οι καλλιέργειες και η πυκνή, σε μερικό σημεία, βλάστηση δεν δίδουν και μεγάλα περιθώρια, για περισυλλογή από το λόφο επιφανειακής κεραμεικής, που θα μπορούσε να βεβαιώσει τις αρχαιότερες φάσεις του οικισμού της Τουρκοκρατίας. Σε επιφανειακή, ωστόσο, έρευνα του λόφου, συγκεντρώθηκαν ορισμένα δείγματα αρχαίας κεραμεικής, που βεβαιώνουν την κατοίκηση του λόφου στην ρωμαϊκή εποχή, με ενδείξεις όμως και προγενέστερης κατοίκησης.

Η θρακική κώμη των Rhadeloninum θα μπορούσε να τοποθετηθεί σ’ αυτόν, τον προσφερόμενο για οικισμό, οχυρό λόφο. Αν όχι, τότε, με βάση πάντα το infra της επιγραφής, θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε την κώμη αυτή στην κορυφή του ορεινού συγκροτήματος, που υψώνεται στα βόρεια της Πετροπηγής, η δυσπρόσιτη, ωστόσο, κορυφή του οποίου δεν προσφέρεται για κατοίκηση. Στα νοτιοδυτικά του λόφου «Καγιά Μπουνάρ», σε κορυφή χαμηλότερου λόφου, εντοπίστηκαν επίσης ίχνη περιβόλου, άγνωστης εποχής. Ελάχιστα τμήματα από το τείχος αυτού του περιβόλου σώζονται σήμερα, κυρίως στην ανατολική πλευρά του λόφου. Ο περίβολος ήταν κτισμένος με μεγάλους, ακατέργαστους, τοπικούς λίθους, χωρίς χρήση συνδετικού κονιάματος. Στο εσωτερικό του περιβόλου δεν σώζεται κανένα ίχνος κτίσματος. Ο απογυμνωμένος βράχος εμφανίζει φανερά δείγματα μεταλλοφορίας και ενδείξεις εξορυκτικών εργασιών, άγνωστης εποχής. Σύμφωνα με πληροφορίες των κατοίκων της Πετροπηγή,ς ο περίβολος καταστράφηκε πρόσφατα, από τους κατοίκους της περιοχής, που μετέφεραν και πουλούσαν τους λίθους του περιβόλου στο εργοτάξιο κατασκευής της γέφυρας του Νέστου. Αν, κατά την πιθανότερη άποψη, η κώμη Rhadeloninum τοποθετηθεί στο ύψωμα «Καγιά Μπουνάρ», το βάθος της θασιακής «χώρας», στην περιοχή αυτή της Θράκης, εμφανίζεται πολύ μικρό στη ρωμαϊκή εποχή, με δεδομένη την άποψη ότι ο terminus secundus, που αντιπροσωπεύει η επιγραφή, ορίζει το βόρειο όριο της θασιακής επικράτειας.

Η οριοθέτηση όμως του Τραϊανού δεν είναι βέβαιο ότι καλύπτει τα όρια της θασιακής περαίας, την εποχή της ακμής του θασιακού, αποικιακού κράτους. Η Θάσος έχανε και επανακτούσε την περαία της, στις διάφορες περιόδους της ιστορίας της, σε έκταση που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε. Στην ρωμαϊκή, οπωσδήποτε, εποχή, είχε επανακτήσει ένα τμήμα της περαίας, όπως προκύπτει από τις γνωστές επιγραφές του senates consultum του Σύλα, την επιστολή του ανθύπατου Μακεδονίας Gn. Cornelius Dolabella (80-78 π.Χ.) ή την επιστολή του προκουράτορα της Θράκης στην εποχή του Βεσπασιανού, L. Vinuleius Pataecius.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, «ΔΟΥΚΑΛΙΟΝ»

Το όνομα Δουκάλιο, το οποίο έφερε παλιότερα ο οικισμός της Πετροπηγής, σύμφωνα με διάφορους μελετητές προέρχεται από την λέξη Δούκας, πλην όμως, δεν υπάρχει κάποια γραπτή μαρτυρία, ότι το χωριό ήταν έδρα Δούκα, κατά την Βυζαντινή περίοδο ή κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Εν πάση περιπτώσει, όμως, η θέση του χωριού, πάνω στο λόφο, ήταν ιδιαίτερης, στρατηγικής σημασίας, καθώς ήλεγχε την πεδιάδα του Νέστου, σε μεγάλη έκταση, αλλά και την σπουδαιότατη οδό, που προανέφερα ότι ένωνε, ανά τους αιώνες, την Δύση με την Ανατολή και η οποία διερχόταν νότια του χωριού. Η αρχαιολόγος X. Κουκούλη - Χρυσανθάκη θεωρεί ότι, ακριβώς επειδή η Εγνατία Οδός διερχόταν νοτίως του Δουκαλίου, για το λόγο αυτό υπήρχε και το στρατιωτικό φυλάκιο – σταθμός, για τους οδοιπόρους, στο οποίο αναφέρθηκα πιο μπροστά, [σχ. και Αρχαιολογι­κό Δελτίο 33 (1978)].

Το όνομα Δουκάλιο αποτελούσε το επίσημο όνομα της κοινότητας Πετροπηγής μέχρι το 1961, όπως μας πληροφορεί το σχετικό βιβλίο της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. Για το ίδιο θέμα κάνει λόγο και το βιβλίο του Τούρκου ερευνητή Sefer Guvenc, με τίτλο «KUZEY YUNANISTAN YER ADLARI ATLASI», σ. 30, στο οποίο το χωριό Πετροπηγή αναφέρεται και ως Δουκάλιο, πέρα από την τουρκική ονομασία του. Αυτή την άποψη περί Δουκαλίου εξέφρασε και ο καθ. Απ. Γλαβήνας, σε δημοσίευσή του στην επιστημονική, περιοδική επιθεώρηση «Περί Θράκης» 2 (Ξάνθη 2002) 72-73, με τίτλο «τρία έγγραφα από τη Νομική Συναγωγή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσιθέου για την εκκλησιαστική ιστορία της Ξάνθης κατά τον 17ο αιώνα».

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ

Στις 1η έως και 4η από τις φωτογραφίες βλέπετε την πηγή μέσα στο βράχο, (σε περιόδους ξηρασίας και μη, αντίστοιχα), που ύδρευε αρχικά την αρχαία, θρακική κώμη, μετά τον ρωμαϊκό οικισμό, από τον οποίο προήλθε η λατινική επιγραφή που παρέθεσα και, τέλος, τον ελληνικό οικισμό της οθωμανικής περιόδου, ο οποίος χτίστηκε πάνω στα ερείπια των προηγούμενων, (Kaya-bunar ήταν το «επίσημο» όνομα του ελληνικού χωριού «Δουκάλιον», κατά την οθωμανική περίοδο, όπου kaya σημαίνει βράχος, στην τουρκική γλώσσα). Τέλος, το τουρκικό αυτό όνομα του ελληνικού οικισμού της οθωμανικής περιόδου «μεταφράστηκε» αργότερα, από το ελληνικό κράτος, σε Πετροπηγή.

Στις 5η και 6η από τις φωτογραφίες, βλέπετε ένα μικρό γεφύρι του Kayna-bunar (Δουκαλίου) της οθωμανικής περιόδου.

Στις 7η, 8η και 9η από τις φωτογραφίες, βλέπετε τον κεντρικό δρόμο του ελληνικού χωριού της οθωμανικής περιόδου, κατασκευασμένο, ολοφάνερα, πάνω στα ίχνη αρχαιότερου δρόμου.

Στις φωτογραφίες 10η έως και 13η, ερείπια του ελληνικού χωριού «Δουκάλιον» - «kaya-bunar», της οθωμανικής περιόδου.

Στις φωτογραφίες 14η και 15η, βλέπετε την λατινική επιγραφή, με το όνομα της ρωμαϊκής κώμης, που βρισκόταν στην θέση του ελληνικού χωριού της οθωμανικής περιόδου, ενώ στην 16η τον τρόπο, με τον οποίο ήταν εντοιχισμένη αυτή η επιγραφή, στον τοίχο του σύγχρονου νεκροταφείου της Πετροπηγής.

Στο βάθος, δεξιά, στην 17η φωτογραφία, βλέπετε τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου της Πετροπηγής, όπου βρέθηκε η λατινική επιγραφή, σπασμένη και εντοιχισμένη σε δύο διαφορετικά σημεία.




















Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023


ΤΡΕΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ, ΠΟΛΥΤΙΜΕΣ ΨΗΦΙΔΕΣ ΤΗΣ ΠΛΟΥΣΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ
Ο αείμνηστος αρχαιολόγος, Δημήτριος Λαζαρίδης, που διετέλεσε Έφορος αρχαιοτήτων Καβάλας, δημοσίευσε, στο Bulletin de correspondance hellénique, (τόμος 85, 1961. Σελ. 426-434) και σε γαλλική γλώσσα, ένα σπουδαίο κείμενο, με τίτλο «ΤΡΙΑ ΝΕΑ ΠΩΛΗΤΗΡΙΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΦΙΠΟΛΗ».
Η σπουδαιότητα της δημοσίευσης αυτής έγκειται στο γεγονός ότι τα τρία αυτά συμβόλαια περιγράφουν συμβάσεις πώλησης ακινήτων, που μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια εκπληκτική ματιά στο αστικό δίκαιο της σπουδαίας, Αθηναϊκής αποικίας, της Αμφίπολης, η οποία άκμασε στις δυτικές παρυφές του Παγγαίου όρους, αλλά και στην πληθυσμιακή σύνθεση και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των κατοίκων της, κατά τους χρόνους της ακμής της, περί τα τέλη της κλασικής εποχής.
Ως νομικός, ενθουσιάστηκα με τις συμβάσεις αυτές και την πλήρη περιγραφή του περιεχομένου τους, ενώ ως Παγγαιορείτης, αισθάνθηκα ιδιαίτερα περήφανος, για το ότι η γη του τόπου μου παρέδωσε στον Ελληνισμό νέες αποδείξεις του γεγονότος ότι τα πάντα, στην σπουδαία αυτή πολιτεία - Δίκαιο, θεσμοί, ονόματα κατοίκων, λατρείες θεοτήτων – μαρτυρούν τους άρρηκτους δεσμούς της με όλο τον υπόλοιπο Ελληνισμό.
Αυτοί ήταν οι λόγοι που τις μετέφρασα, από την γαλλική στην ελληνική γλώσσα, για να τις καταστήσω προσιτές σε όλους τους Έλληνες.
Στις φωτογραφίες, βλέπετε τις μαρμάρινες πλάκες, πάνω στις οποίες γράφτηκαν οι τρεις συμβάσεις.
ΘΟΔΩΡΟΣ Δ. ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ

ΤΡΙΑ ΝΕΑ ΠΩΛΗΤΗΡΙΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΦΙΠΟΛΗ
Τα τρία συμβόλαια πώλησης ακινήτων, που δημοσιεύουμε εδώ, βρέθηκαν είτε στην Αμφίπολη, είτε στα περίχωρά της, αλλά προέρχονται, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, από την αρχαία πόλη. Φυλάσσονται στο Μουσείο της Καβάλας.
ΠΡΩΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ
Χονδρόκοκκη, μαρμάρινη στήλη, σπασμένη στη μέση, σε δύο κομμάτια, που συνδέονται. Επάνω αριστερά, ένα σπάσιμο εξαφάνισε τα αρχικά γράμματα των πρώτων έξι γραμμών (σειρών). Οι κοντές πλευρές είναι αδρά δουλεμένες και έχουν άνιση επιφάνεια. Η πίσω πλευρά είναι εντελώς τραχιά. Διαστάσεις: Ύψος 0,42 μ., μήκος 1,22 μ., πάχος 0,075. Ύψος των γραμμάτων, από 0,008 μ. έως 0,02 μ.. Τα γράμματα στις τελευταίες τέσσερις γραμμές είναι πολύ μεγαλύτερα από τα άλλα. Απόσταση γραμμών: Από 0,006 μ. έως 0,010 μ..
Αυτό το μάρμαρο βρέθηκε στις 3 Μαΐου 1954, κατά την ανασκαφή ενός αρχαίου τάφου, που είχε ανοιχτεί στο προαύλιο του σχολείου της κοινότητας Νέων Κερδυλλίων, σε μια απόσταση λίγων μέτρων βόρεια του τάφου αυτού, κοντά στα θεμέλια μιας μέτριας, οικοδομικής κατασκευής (1). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περιοχή αυτή των σημερινών, νέων Κερδυλλίων, δυτικά του Στρυμόνα, βρισκόταν, κατά την αρχαιότητα, στην επικράτεια της Αμφίπολης. Το κείμενο λέει:
[Έπ]ί έπισστάτου
[Κα]λλίπου ΄επρία[το]
[Τί]μων παρ' Έξη[κέ]-
[σ]το τον άγρόν το
5 'Απολλωνίο και
[τ]όν πιθώνα δραχ-
μών πεντάκις χι-
λίων ' δίδωσι δε Τί-
μων Απολλωνίωι
10 λύσασθαι όταν β-
ούληται του ίσου.
Μάρτυρες Λέων,
Τιμωνίδης, Σώ-
στρατος, Αίσ-
15 χύλος.
Η γραφή είναι επιμελημένη ΄ τα λάθη ή η αμέλεια των χαρακτικών που μπορούν να σημειωθούν είναι σπάνια ΄ στην 3η σειρά, το Ρ αρχικά χαράχθηκε ως Ε και μετά διορθώθηκε. Στην 13η σειρά, έχει χαραχθεί το Μ σαν διπλό Λ, χωρίς σύνδεση μεταξύ των δύο ενδιάμεσων γραμμών. Στην ίδια σειρά, το Ω της λέξης «ΤΙΜΩΝΙΔΗΣ» είχε αρχικά σκαλιστεί ως Ο και αποκαταστάθηκε στη συνέχεια. Με μία σχεδόν εξαίρεση, (σειρές 10-11), ο κανόνας της συλλαβικής διακοπής τηρείται.
Η κατανόηση του κειμένου δεν παρουσιάζει δυσκολία ΄ Πρόκειται για μια σύμβαση πώλησης αγρού και αποθήκης πίθων (πιθαριών). Τα στοιχεία της πράξης μας επιτρέπουν να τη συσχετίσουμε με δύο άλλα συμβόλαια της Αμφίπολης, που μας είναι ήδη γνωστά (2). Όμως, παρατηρεί κανείς (τις εξής) διαφορές: Διαφοροποιήσεις στη σειρά των διαφόρων τμημάτων (μερών της πράξης) και πάνω απ' όλα εμφάνιση, μέσα στο υπό κρίση έγγραφο, μιας νέας, σημαντικής ρήτρας, που δείχνει ότι τα πωλούμενα ακίνητα είναι υποθηκευμένα.
Το κείμενο μπορεί να αναλυθεί (χωριστεί) ως εξής (3): Ημερομηνία, αντικείμενο της πώλησης, ρήτρα άρσης της υποθήκης, απαρίθμηση των μαρτύρων. Δεν υπάρχει ούτε επίκληση, ούτε αναφορά κάποιου ιερέα, ούτε εγγυητών, ούτε ο συνηθισμένος ορισμός της τοποθεσίας (θέσης) των ακινήτων, με τον ορισμό των γειτόνων ή με οποιαδήποτε άλλη πληροφορία.
Στην αρχή της επιγραφής συναντάμε την αναφορά του επιστάτου, γεγονός το οποίο μας παρέχει τη μόνη, χρονολογική ένδειξη. Το πρόσωπο (του επιστάτου) μας είναι άγνωστο ΄ και δυστυχώς, τα πρώτα γράμματα του ονόματός του έχουν εξαφανιστεί, (διότι βρίσκονταν) στο κενό που υπάρχει στην αρχή της 3ης γραμμής. Θα συναντήσουμε κάποιες δυσκολίες στην κάλυψη του κενού: Κατά την γνώμη μου, λείπουν δύο γράμματα, όπως και στην αρχή των γραμμών 2ης και 3ης. Η πιο πιθανή αποκατάσταση φαίνεται να είναι [Κα]λλίπου (4), με μόνο ένα πι, όπως φαίνεται.
Γραμμές 3-5. Τα ονόματα Τίμων, Έξήκεστος και 'Απολλώνιος είναι γνωστά (5). Η πώληση των ακινήτων στον Τίμωνα δεν γίνεται από τον ιδιοκτήτη τους, τον Απολλώνιο, αλλά από κάποιον τρίτο, τον Εξήκεστο. Το δικαίωμα του Εξηκέστου μπορεί να εξηγηθεί μόνο εάν ο αγρός και η αποθήκη των πίθων ήταν δεσμευμένα,(5) σαν εγγύηση κάποιας οφειλής, που δεν είχε ακόμη τακτοποιηθεί (6). — Η λέξη πιθεών ή πιθών είναι γνωστή από συμβάσεις πώλησης στην Όλυνθο, την Τήνο και τη Ρήνεια (7).
Γραμμές 6-8. Το τίμημα των πέντε χιλιάδων δραχμών, για την πώληση του αγρού και της αποθήκης των πίθων. είναι υψηλό, αν το συγκρίνουμε με τα ποσά που αναγράφονται σε άλλα συμβόλαια πώλησης ακινήτων 8.
Γραμμές 8-11. Δίδωσι δε Τίμων 'Απολλωνίωι λύσασθαι όταν βούληται του ίσου. Αυτή η ρήτρα, που είναι το πιο σημαντικό σημείο της σύμβασης και αντίστοιχη προς την οποία δεν έχω βρει, σε άλλα έγγραφα αυτού του τύπου, δείχνει ότι τα ακίνητα, που αποτελούν αντικείμενο της συναλλαγής, είναι περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται (κρατούνται) ως εγγύηση. Η έννοια της (ρήτρας) είναι η εξής: Ο Τίμων, ο αγοραστής, γενόμενος κάτοχος του υποθηκευμένου αντικειμένου της σύμβασης, βάσει του δικαιώματος, που του παρέχει ο Έξήκεστος, ο πρώτος πιστωτής, παρέχει στον Απολλώνιο, τον οφειλέτη, τη δυνατότητα ν’ απαλλαγεί από την υποθήκη — ή να εξαγοράσει την αλλοτριωθείσα περιουσία του — όταν το θελήσει, καταβάλλοντας ποσό ίσο με πέντε χιλιάδες δραχμές. Αυτή η πώληση ανήκει έτσι — σε δεύτερο βαθμό, κατά κάποιον τρόπο — στην κατηγορία: πράσις επί λύσει (9), πώληση «με δυνατότητα επαναγοράς» ή με συμφωνία επαναγοράς (ο τεχνικός όρος λύσασθαι παρεμβαίνει και εδώ στην γραμμή 10). Παραδείγματα πράσεων επί λύσει μας είναι γνωστά, από την επιγραφική τεκμηρίωση (10).
Στις γραμμές 12-15 είναι γραμμένα τα ονόματα των τεσσάρων μαρτύρων της πώλησης (11). Τα ονόματα αυτά είναι γνωστά στη Μακεδονία (12).
Η γραφή είναι επιμελημένη ΄ οι ακραίες γραμμές (τα ακραία στελέχη) των Σ και Μ έχουν μια κατανοητή λοξότητα ΄ Το δεξί στέλεχος του Π είναι πιο κοντό. Το Ο έχει σχεδόν το ίδιο ύψος με τα άλλα γράμματα ΄ η μεσαία, οριζόντια γραμμή του Ε είναι ίση σε μήκος με τις άλλες δύο ΄ κανένα από τα γράμματα δεν έχει ακίδες. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το συμβόλαιο είναι το παλαιότερο της σειράς και θα μπορούσε να χρονολογηθεί στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ
Τεμάχιο παραλληλεπιπέδου μαρμάρου, του οποίου η μπροστινή όψη είναι γραμμένη και οι πλευρικές όψεις είναι σχεδιασμένες προσεκτικά. Διαστάσεις: Ύψος 0.16 μ. ΄ - μήκος 1,32 μ. ΄ - πάχος: 0,55 μ. Ύψος γραμμάτων: 0,006 έως 0,013 μ.. Απόσταση γραμμών: 0,006 μ.
Η επιγραφή αυτή παραλήφθηκε, στις 2 Οκτωβρίου 1959, από το σπίτι του Ιωάννη Παπαδόπουλου, κατοίκου Αμφίπολης, ο οποίος μου είπε ότι την βρήκε στον αγρό του, στον αρχαιολ. χώρο της Αμφίπολης.
'Αγαθή ι Τύ[χηι]. Έφ' ιερέως Αισχύλου, έπισ-
τάτου δε Κλεάνδρου, μηνός Δίου. Κισσό-
ς Εκαταίου έπρίατο παρά Σωσικράτους του Ά-
νδρονίκου την οίκίαν και το οικόπεδον το
προσόν, ή γείτονες 'Αντίγονος Μαχάτα,
Νίκανδρος Λεωνίδου, χρυσών έβδομήκ-
οντα τριών . Βεβαιωταί Μαχάτας Άνδρονί-
[κ]ου, Καλλίστρατος Δάδου, Νύμφων Ξεν-
οφώντος και αύτός Σωσικράτης. Μάρτυρ-
ες Νέων Ίχναίου, 'Αστιδίης 'Αντιδότου.
Το κείμενο της σύμβασης είναι αρκετά λεπτομερές και χωρίζεται ως εξής: Επίκληση (της «αγαθής τύχης»), χρονολόγηση, καθορισμός του αντικειμένου της πώλησης, μνεία των εγγυητών και των μαρτύρων.
Γραμμές 1-2. Ο τύπος της χρονολόγησης είναι ο πιο εξελιγμένος, μεταξύ των τύπων που συναντούμε, στα γνωστά μέχρι σήμερα συμβόλαια της Αμφίπολης: Περιλαμβάνει όχι μόνο τα ονόματα του ιερέα και του επιστάτου, αλλά επίσης την ένδειξη του μήνα Δίου, που είναι ο πρώτος στο μακεδονικό ημερολόγιο (13). Το όνομα του ιερέα, Αισχύλος, βρίσκεται στο πρώτο συμβόλαιο που μας είναι γνωστό από την Αμφίπολη, όπου αυτό είναι το όνομα του επιστάτη (14). Το ότι ο ιερέας είναι αυτός του Ασκληπιού είναι αναμφισβήτητο, μετά την ανακάλυψη του συμβολαίου που δημοσιεύεται παρακάτω, με αριθμό 3, και στο οποίο μπορούμε να διαβάσουμε την φόρμουλα «επί ιερέως του 'Ασκληπιού» (15). Ο επιστάτης Κλέανδρος εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Αμφίπολη, αλλά το όνομα είναι κοινό στη Μακεδονία (16). Το όνομα του αγοραστή, «Κισσός» καθώς και το επώνυμό του, «Εκαταίος» είναι (επίσης) κοινά (17).
Το όνομα του πωλητή, «Σωσικράτης» είναι πιο σπάνιο, αλλά γνωστό, ενώ το πατρωνυμικό «'Ανδρόνικος» είναι κοινό στη Μακεδονία (18).
Γραμμές 4-6. Την οικίαν και το οικόπεδον το προσόν, ή γείτονες 'Αντίγονος Μαχάτα και Νίκανδρος Λεωνίδου. Η γη που περιγράφεται ως προσόν εφάπτεται στο σπίτι ή βρίσκεται κοντά σ’ αυτό (19). Η τοποθεσία του σπιτιού ορίζεται με την αναφορά των γειτόνων. Αυτοί έχουν ονόματα είτε ολότελα μακεδονικά, είτε κοινά (γνωστά) στη Μακεδονία (20.
Γραμμές 6-7. Το τίμημα των εβδομήντα τριών χρυσών στατήρων, για την αγορά του σπιτιού και της γης, είναι σχετικά χαμηλό. Ωστόσο, βρίσκουμε ένα παράδειγμα παρόμοιας πώλησης, πάλι στην Αμφίπολη, έναντι ενός πολύ μικρότερου ποσού (21).
Γραμμές 7-9. Παρατίθενται τα ονόματα τεσσάρων εγγυητών, η παρουσία των οποίων είναι συνήθης και ουσιαστική στα συμβόλαια πώλησης και οι οποίοι επιλέγονται συνήθως μεταξύ των στενών συγγενών του πωλητή (22). Ο πρώτος, ο Μαχάτας 'Ανδρόνικου, είναι μάλλον ο αδερφός του πωλητή Σωσικράτη, ο οποίος είναι και ο ίδιος γραμμένος στο τέλος της λίστας («αυτός Σωσικράτης»). Το όνομα Καλλίστρατος είναι κοινό ΄ πιο σπάνια συναντάμε το μακεδονικό όνομα «Δάδος» (23). Το Νύμφων είναι πολύ κοινό στη Θάσο (24).
Στο τέλος του κειμένου αναφέρονται τα ονόματα δύο μαρτύρων, με τα πατρωνυμικά τους. Τα ονόματα «Νέων» και « Ίχναίος» — αυτό το τελευταίο προέρχεται από το εθνικό όνομα της πόλης «Ίχναι» (25) — είναι γνωστά στη Μακεδονία (26). Η ανάγνωση του ονόματος του δεύτερου μάρτυρα, «Άστιδίης», είναι βέβαιη. Δεν μπόρεσα να βρω άλλο παράδειγμα αλλού, αν και γνωρίζουμε «τα ονόματα) «΄Αστις», «΄Αστης» και «΄Αστος» (27). Το όνομα του πατέρα αυτού του ατόμου, «Άντίδοτος», είναι γνωστό (28).
Η χάραξη της επιγραφής είναι πολύ επιμελημένη, χωρίς αβλεψίες και χωρίς λάθη. Τα άκρα των γραμμάτων σημειώνονται με μικρές ακίδες (κορυφές). Στο τέλος της γραμμής δεν τηρείται η συλλαβική τομή. Οι ακραίες γραμμές των Σ είναι ελαφρώς λοξές, όπως και του M, στην πραγματικότητα σχεδόν κατακόρυφες. Στο γράμμα Ε, η μεσαία, οριζόντια μπάρα είναι πολύ μικρότερη από εκείνες των δύο άκρων. Το O είναι πάντοτε πολύ μικρότερο από τα άλλα γράμματα. Αυτά τα χαρακτηριστικά δείχνουν ότι το κείμενο, παρά τη φροντίδα της χάραξης, πρέπει να τοποθετηθεί χρονολογικά αργότερα από την προηγούμενη και πρέπει να χρονολογηθεί στον 3ο αιώνα, πιθανότατα μετά το 250.
ΤΡΙΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ
Ενεπίγραφο τεμάχιο ασβεστολίθου, ακανόνιστου σχήματος, ακρωτηριασμένο στα δεξιά, λόγω της αφαίρεσης ενός τμήματος. Η γραμμένη πλευρά διαμορφώθηκε με κανονικό τρόπο, σε ύψος 0,28 μ. περίπου, ενώ το κάτω μέρος παρέμεινε τραχύ και ακατέργαστο, αναμφίβολα γιατί αυτό βρισκόταν μέσα στη γη, έχοντας τοποθετηθεί σαν ορόσημο. Διαστάσεις: Ύψος 0,57 μ ΄ - μήκος μέγιστο 0,325 μ. ΄ - βάθος (πάχος): 0,009 μ. - ύψος γραμμάτων: από 0,010 μ. έως 0,018 μ ΄ - διάστιχο (απόσταση ανάμεσα στις σειρές): 0,008 μ..
Η επιγραφή αυτή βρέθηκε το 1960, στο σπίτι ενός χωρικού, στο χωριό Μεσολακκιά, πολύ κοντά στην Αμφίπολη. Δεν αποκλείεται να μεταφέρθηκε εκεί από την αρχαία πόλη (Αμφίπολη), αλλά μπορεί επίσης κάποιος να σκεφτεί ότι αυτή βρέθηκε στη θέση όπου βρισκόταν, στην αρχαιότητα, ο αμπελώνας που αναφέρεται στο κείμενο.
'Αγαθήι Τύχηι. Έπριάτο Ν[ικό;]-
λαος Μελαντάδου παρ' 'Α-
σάνδρου αμπέλων πέλεθ[ρ]-
α εξ δραχμών τριακοσίων κα[ί]
5 είκοσι ών γείτων εστίν Κλεό[δ]-
ημος, Νικαίος, Μενέλαος.
Έπί ιερέως του 'Ασκληπιού
Εύαινέτου, έπί Σπάργεος έ-
πισστάτου. Μάρτυρες Διο-
10 νύσιος, Έπιχάρης, Άπελλ-
άς.
Ατημέλητη (πρόχειρη) γραφή. Στην 1η γραμμή, (οι λέξεις) Ν[ικο] ή Ν[εο] είναι λίγο μεγάλες, αλλά αυτό δεν είναι ασυνήθιστο ΄ δεν βλέπω κανένα πιο σύντομο όνομα και δεν έχουμε δικαίωμα να φανταστούμε ότι υπήρξε κάποιο σφάλμα, κατά την χάραξη και να γράψουμε έπρίατο <Ν> Λάος. Στη 2η γραμμή, στο όνομα Μελαντάδης, αρχικά είχε χαραχθεί, αντί για Λ, ένα Ν, το οποίο διορθώθηκε. Στην 5η γραμμή, το ουσιαστικό γείτων και το ρήμα έστιν τέθηκαν στον ενικό (αριθμό), ενώ σχετίζονται με τρία ονόματα. Στην 6η γραμμή, στη θέση του Σ, στο όνομα Μενέλαος, είχε αρχικά χαραχθεί ένα Υ.
Στη σύμβαση αυτή αναγνωρίζουμε τα ακόλουθα τμήματα: επίκληση, αντικείμενο πώλησης, χρονολόγηση, κατάλογο των μαρτύρων. Κι εδώ, όπως και στο 1ο έγγραφο, λείπουν οι εγγυητές.
Γραμμές 2-3. Η αποκατάσταση Ν[ικό]λαος παραμένει αμφίβολη. Το επώνυμο Μελαντάδης, κι αν είναι σπάνιο, είναι, ωστόσο, γνωστό (29). Το όνομα του πωλητή, Άσανδρος, είναι κοινό στην Μακεδονία και συναντιέται ιδίως στην Αμφίπολη (30).
Γραμμές 3-6. Το πωλούμενο ακίνητο είναι ένας αμπελώνας, έκτασης έξι πλέθρων. Αυτή είναι η πρώτη φορά, που εμφανίζεται μια επιγραφική μαρτυρία, που αναφέρεται στην καλλιέργεια αμπέλου στην περιοχή της Αμφίπολης (31). Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποιες καλλιέργειες λάμβαναν χώρα στους αγρούς των γειτόνων, οι οποίοι αναφέρονται παρακάτω στο κείμενο, για να προσδιορίσουμε την θέση του, αλλά είναι πιθανό αυτό το αμπέλι να μην ήταν μεμονωμένο. Το πλέθρο, ως μονάδα επιφάνειας, βρίσκεται και σε άλλες επιγραφές (32). Εδώ, αντί για τη μορφή πλέθρα, χρησιμοποιείται η διευρυμένη μορφή πέλεθρα, που είναι φιλολογικά τεκμηριωμένη (33).
Τα ονόματα τριών γειτονικών ιδιοκτητών δεν χρειάζονται κάποιον ιδιαίτερο σχολιασμό.
Γραμμές 7-9. Η ημερομηνία προσδιορίζεται με βάση το όνομα του ιερέα του Ασκληπιού, (με τον ίδιο τρόπο, όπως και στο πρώτο, γνωστό συμβόλαιο της Αμφίπολης) (34) και από το όνομα του επιστάτου. Το όνομα του ιερέα, Ευαίνετος, είχε ένας πολίτης της Αμφίπολης, που είχε λάβει το αξίωμα της προξενείας, καθώς και τις αντίστοιχες τιμές, στους Δελφούς (ευεργεσία, προμαντική κ.λπ.) (35) Η υπόθεση που θα ταύτιζε αυτή την τελευταία προσωπικότητα με τον ιερέα του συμβολαίου μας είναι ελκυστική, αλλά πρέπει ν’ αποκλειστεί: Πιστεύω, πράγματι, ότι η (υπό κρίση) σύμβαση δεν μπορεί να είναι το ίδιο παλιά με την δελφική πράξη, η οποία χρονολογείται στον 4ο αιώνα (36).
Ο επιστάτης, που εμφανίζεται στην επιγραφή αυτή, ο «Σπάργης», κατονομάζεται και σ’ ένα άλλο συμβόλαιο της Αμφίπολης (37): Είναι, έτσι, βέβαιο ότι τα δύο έγγραφα απέχουν χρονολογικά πολύ λίγο, μεταξύ τους. Αλλά, αν και ο επιστάτης είναι ο ίδιος, το όνομα του ιερέα αλλάζει, από το ένα κείμενο στο άλλο. Αυτή η αλλαγή δείχνει ότι ο πραγματικός, επώνυμος άρχοντας είναι ο ιερέας και όχι ο επιστάτης και ότι αυτός ο τελευταίος μπόρεσε να παραμείνει στην εξουσία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους (38).
Γραμμές 9-11. Οι μάρτυρες είναι τρεις. Ο πρώτος, ο Διονύσιος, πιθανώς να ταυτιζεται με τον «Διονύζιο», που επανεμφανίζεται ως μάρτυρας σε κάποιο άλλο συμβόλαιο από την Αμφίπολη, το οποίο πιστεύω ότι είναι σύγχρονο (με το εξεταζόμενο) (39).
Αυτή η τελευταία επιγραφή πρέπει να χαράχθηκε, κατά τη γνώμη μου, στο δεύτερο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. Το Ο είναι μικρότερο από τα κοινά γράμματα ΄ Τα ακραία στελέχη των Σ και M αποκλίνουν ΄ η οριζόντια μπάρα (γραμμή) του Ε είναι πιο μικρή από τις άλλες δύο ΄ το δεξί στέλεχος (γραμμή) του Π είναι πιο κοντό από το αριστερό.
Στα ήδη γνωστά συμβόλαια Αμφίπολης (40) προστίθενται, λοιπόν, τρία νέα κείμενα, που βοηθούν ν’ αναδειχθεί (φανεί) η τρέχουσα μορφή, που είχαν στην πόλη (Αμφίπολη) οι συναλλαγές οι σχετικές με ακίνητα, κατά την ελληνιστική περίοδο• Μετά την Τήνο και την Όλυνθο, η Αμφίπολη είναι η μόνη που μας παρέχει τόσα πολλά έγγραφα, αυτού του τύπου.
Εκτός από το νομικό ενδιαφέρον τους, οι νέες επιγραφές μας παρέχουν τα ονόματα δύο νέων επιστατών και δύο νέων ιερέων του Ασκληπιού (41), επωνύμων αρχόντων• αυξάνονται, έτσι, με χρήσιμο τρόπο, οι γνώσεις μας για την προσωπογραφία αυτής της σημαντικής πόλης.
Δημήτριος Ι. Λαζαρίδης
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Δύο τοίχοι αυτού του κτίσματος αποκαλύφθηκαν ΄ Διαστάσεις: 5,35 μ. x 3,35 μ.
2 Βλ. και στο «Γέρας Αντωνίου Κεραμοπούλλου», άρθρο του Δ. I. Λαζαρίδη, «Επιγραφή εξ Άμφιπόλεως», σελ. 159 επ σελ. 161, σημείωση 1.
3 Για την ανάλυση των επιγραφών αυτού του τύπου, βλ. D. M. Robinson, «New Inscriptions from Olynthus and Environs», σελ. 43-44, στις «Transactions οf the American Philological Association (TAPA), LXII (1931).
4 Κάποιος Κάλιππος είναι γνωστός ως Βασιλεύς στη Σαμοθράκη: βλ. P. M. Fraser, Samothrace 2, 1, αρ. 60.
5 Σχετικά με τον «Έξήκεστος», βλ. ένα πρόσφατα γενόμενο γνωστό παράδειγμα, ΒCH 1958, σελ. 639 (G. Daux). Κάποιος 'Απολλώνιος μαρτυρείται ήδη στην Αμφίπολη, βλ. Ι. Παπασταύρου, Αμφίπολις..., σελ. 83, αρ. 17.
6 Υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα σ’ αυτή τη σύμβαση και στην πράξη πώλησης της Τήνου αρ. 30: άπέδωκε τήν οίκίαν ή ήν πρότερον Εύβούλου, ήν έπρίατο Πραξίας παρά Εύβούλου κατά δανείον. Δείτε ιδιαίτερα στο Dareste-Haussoullier-Reinach. Inscr.jur. gr. Ι, σελ. 78, 1. 73-74: Olynthus XII, σελ. 204-5, 258, 468 ΄ W: Petersen, Class. Phil. 32, 1937, σελ. 326; J.II. Kent, Hesperia 17, 1948, σελ. 295.
7 D. M. Robinson, Inscriptions from Olynthus, TAPA LXV (1934), σελ. 128 και σημείωση 43• Dareste-Haussoulier-Reinach, Inscr. jur. gr. Ι, σελ. 74, αρ. 22. Διόδωρος Σικελιώτης, XIII, 83.
8 Βλ. Δ. Ι. Λαζαρίδης, όπ.. παρ., σελ. 164 και αρ. 3.
9 Σχετικά με την «πράσιν επί λύσει», μπορούμε ν’αναφερθούμε στον Egon Weiss, Gr. Privatrecht, σελ. 340-341 και σημείωση 313• Fritz Pringsheim, The Greek Law of Sale, σελ. 105, 107, σημ. 2, 117 και σελ. 457, 461, σημείωση 1 ΄ L. Beauchet, Histoire du droit privé III, σελ. 176 επ.
10 Michel, Recueil d'inscriptions grecques,, αρ. 1369, 1371, 1372, 1374 και 1375• Inscr. jur. gr.Ι, σελ. 112, αρ. 25 επ.
11 Σχετικά με τους μάρτυρες, βλ. Ch. Lecrivain, D.A., s. v. Testimonium, σελ. 151.
12 Το όνομα Αισχύλος είναι γνωστό στην Αμφίπολη: βλέπε Παπασταύρου, ό.π. σελ. 59, σημείωση 4 (δείτε στο κείμενό μας αυτό, αρ. 2).
13 Για το μακεδονικό ημερολόγιο, βλέπε Bischoff, RE, s. v. Kalender, col. 1595 ΄ Ι. Καλλέρης, «οι αρχαίοι Μακεδόνες», σελ. 158.
14 Sylloge, σελ. 832. Βλέπε και το προηγούμενο κείμενο.
15 Βιβλιογραφία, για τη σύμβαση αυτή: βλ. Δ. Λαζαρίδης, τοπ. cit., σελ. 161, σημείωση 1.
16 O. Hoffmann, Die Makedonen..., σσ. 143, 183, 197; I. Russu, Macedonica (Eph. Dacor. VII, 1938), σχέδιο 192; Berve, Bas Alexanderreich, σελ. 204-205.
17 O. Hoffmann, ό.π., σελ. 195, 205; I. Russu, ό.π., σελ. 185, 192; Bechtel, HP ΄ Dunan - Pouilloux, Recherches sur... Thasos II, Prosopographie (αρ. 334, 29, και IG XII συμπλήρωμα. 470, 1).
18 Βλέπε HP O. Hoffmann, ό.π., σελ. 138, 193, 200; I. Rupssu, ό.π., σελ. 170.
19 Βλέπε συγκρίσιμες εκφράσεις, στις πράξεις πώλησης της Τήνου, Inscr.jur. gr. Ι, αρ. 40: και τα ύδατα τα προσόντα ΄ σελ. 72 αρ. 19: ...και το οικόπεδον άπαν το προς τει οικία.
20 Ο. Hoffmann, ό.π., σελ. 149, 164; I. Russu, ό.π., σελ. 200; Ι. Καλλέρης, ό.π., σελ. 291, σημ. 6. Το όνομα «Λεωνίδης» είναι γνωστό στην ίδια την Αμφίπολη: βλ. Παπασταύρου, ό.π., σελ. 92, αρ. 52. Το όνομα «'Αντίγονος είναι γνωστό από τον O. Hoffmann, όπ. παρ., σελ. 193, και Berve, ό.π., σελ. 42. Το όνομα «Νίκανδρος» είναι επίσης γνωστό: Βλέπε O. Hoffmann, ό.π., σελ. 144, 176 και I. Russu, όπ., σελ. 204.
21 Δ. Ι. Λαζαρίδης, loc. cit., σελ. 159 και σελ. 164, σημείωση 3.
22 Για τους εγγυητές, βλέπε RE, λέξη Βεβαίωσις, στήλ. 178-179 (Thalheim).
23 Βλέπε Ι. Russu, ό.π., σελ. 182, και τα συγγενικά (παρεμφερή) ονόματα Δάδων Δάδας, Δάος στον Ο. Hoffmann, ό.π. σελ. 146 και 243. Το όνομα Δάδας είναι γνωστό στη Θάσο, από σφραγίδες των αμφορέων της: βλέπε Dunant-Pouilloux, ό.π., Prosopographie.
24 Bon-Grace, Les timbres amphoriques de Thasos. Dunant-Pouilloux, ό.π.,Prosopographie.
25 Ι. Καλλέρης, ό.π., σελ. 197 και σημείωση 5.
26 Berve, ό.π., σελ. 274, και Dunant-Pouilloux, ό.π., Prosopographie.
27 Βλέπε HP; Berve, ό.π., σελ. 89; Dunant-Pouilloux, ό.π., Prosopographie (αρ. 362)
28 (6) HP. Dunant-Pouilloux, ό.π., Prosopographie.
29 Βλέπε HP ΄ γνωρίζουμε, επίσης και τη μορφή Μελάντας.
30 Papastavru, ό.π., σελ. 97, σημ. 57. Βλέπε επίσης O. Hoffmann, ό.π., σελ. 193-194 I. Russu, ό.π., σελ. 176 ΄Berve, ό.π., σελ. 87 ΄Καλλέρης, ό.π.., σελ. 291-292, σημ. 9.
31 Για τους πόρους της πόλης και της επικράτειάς της και για την οικονομική σημασία της περιοχής, βλέπε Ηροδότου Ζ', 115, Θουκυδίδη Δ', 108, 1 και Στράβωνος Ζ', 329.
32 Sylloge, 990.
33 Liddell-Scott-Jones βλ. λέξη.
34 Βλέπε Kirchhoff, Hermes II (1867), σελ. 171, ή Michel, Recueil, 1386.
35 Sylloge 268.
36 Sylloge 268 (περί το 331-328 π.Χ.).
37 Δ. Ι. Λαζαρίδης, oπ. παρ., σελ. 160. Για το όνομα αυτό, βλ. ό.π., σελ. 166, σημείωση 3.
38 Για τον επώνυμο άρχοντα, βλ. A. Kirchhoff, ό.π., σελ. 172; Inscr.jur. gr. ΄ , σελ. 105 ΄ Δήμιτσας, Ή Μακεδονία, σελ. 700; Παπασταύρου, ό.π., σελ. 49. Στα Άβδηρα, επώνυμος άρχων ήταν ο ιερέας του Απόλλωνα. Βλέπε ειδικότερα F. Munzer-M. Strack, Die ant. Munzen von Thrakien.
39 Δ. Ι. Λαζαρίδης, όπ. παρ., σελ. 160.
40 Βλ. βιβλιογραφία του Δ. Ι. Λαζαρίδη, όπ. παρ., σελ. 161, σημ. 1. Το δεύτερο συμβόλαιο, που αναδημοσιεύτηκε εκεί από τον Perdrizet, BCΗ 1922, σελ. 39, μάλλον προέρχεται από την Αμφίπολη.
41 Στον μέχρι τώρα γνωστό κατάλογο των επιστατών της Αμφίπολης, πρέπει να προσθέσουμε το όνομα της επιστάτου Ξενίας Όργέως και στον κατάλογο των ιερέων το όνομα Λυσίμαχος, ο οποίος είχε αυτό το αξίωμα επί της βασιλείας του Αντιγόνου, πράγμα που γνωρίζουμε από επιγραφή της (νήσου) Κω. Βλέπε J. και L. Robert. BEG 66 (1953), Bulletine. αρ. 152, σελ. 158. Για τους επιστάτες, αναφερόμαστε στον Παπασταύρου, ό.π., σελ. 49.