Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026



ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΓΑΝΟΥ (ΠΑΡΑΛΙΑΣ ΚΩΜΟΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ), ΟΙ ΑΜΦΟΡΕΙΣ (ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΆΣ ΤΟΥ) ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ



Αγαπητοί φίλοι, (και απευθύνομαι ιδιαίτερα σε όσους έλκετε την καταγωγή σας από την Ανατολική Θράκη και κυρίως από τα Γανόχωρα της Προποντίδας), αναρτώ σήμερα, σε δική μου μετάφραση, την παρακάτω επιστημονική εργασία της Nergis Gunsenin, που δημοσιεύτηκε, σε γαλλική γλώσσα, στην Academia.edu., μετά από άδεια που μου παραχώρησε ευγενικά η αξιόλογη αυτή επιστήμονας.

Είναι, κατόπιν αυτού, μεγάλη η τιμή και ιδιαίτερη η χαρά μου, που παρά τις μακρόχρονες έρευνές μου για την ιστορία του τόπου καταγωγής μου, ήρθε στα χέρια μου μια τέτοια επιστημονική εργασία, που περιέχει πλήθος άγνωστων σε μένα και, πιστεύω, σε όλους σας, ιστορικών στοιχείων, σχετικά με την παραγωγή και εμπορία κρασιού στον Γάνο (και κατ’ επέκταση και) στα υπόλοιπα Γανόχωρα της Ανατολικής Θράκης.

Πριν όμως σας παραθέσω την επιστημονική μελέτη, οφείλω να πω λίγα λόγια για την επιστήμονα που την εκπόνησε:

Η Nergis Gunsenin αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης με πτυχίο στην Κλασική Αρχαιολογία και απέκτησε το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό της δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού Ι Panthéon-Sorbonne στη Βυζαντινή Ιστορία και Αρχαιολογία (υπό την επίβλεψη των Hélene Ahrweiler και Jean-Pierre Sodini) καθώς και στη Ναυτική Αρχαιολογία (υπό την επίβλεψη του Eric Rieth). Η διδακτορική της διατριβή με τίτλο «Βυζαντινοί αμφορείς (10ος–13ος αιώνας): Τυπολογία, Παραγωγή και Κυκλοφορία με βάση τις Τουρκικές Συλλογές» αναγνωρίζεται διεθνώς, ενώ οι αμφορείς αυτών των περιόδων —είκοσι οκτώ τύποι— φέρουν το όνομά της (τέσσερις κύριοι τύποι αμφορέων).

Από το 1991 διεξάγει έρευνα σχετικά με τους κλιβάνους αμφορέων και τα ναυάγια του Μεσαίωνα στην περιοχή της θάλασσας του Μαρμαρά (αρχαία Προποντίδα). Χάρη στις μελέτες της, διαθέτουμε πλέον έναν λεπτομερή υποβρύχιο αρχαιολογικό χάρτη της θάλασσας αυτής. Τα αποτελέσματα της έρευνάς της έχουν παρουσιαστεί προφορικά σε διάφορα διεθνή συνέδρια και έχουν δημοσιευτεί ευρέως σε επιστημονικά και ευρέως διαδεδομένα έντυπα.

Η Δρ. Gunsenin διδάσκει υποβρύχια αρχαιολογία στο Πρόγραμμα Υποβρύχιας Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης από το 1991, ενώ από το 1994 έως το 1999 δίδαξε «Ανατολικούς Πολιτισμούς» στο Πανεπιστήμιο Bogazici. Είναι επίσης συνεργάτιδα ερευνήτρια του Ιδρύματος Γαλλικών Ανατολικών Σπουδών στην Τουρκία, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Ναυτικής Αρχαιολογίας (INA), Συμβουλευτική Συντάκτρια στο Διεθνές Περιοδικό Ναυτικής Αρχαιολογίας (IJNA) και έχει διδάξει ως προσκεκλημένη καθηγήτρια σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια.

Αφού συμμετείχε σε πολλές υποβρύχιες ανασκαφές σε όλη την Ευρώπη, διεξήγαγε την πρώτη υποβρύχια ανασκαφή στην Τουρκία, στο ναυάγιο «ÇAMALTI BURNU I». Τα μέλη της ομάδας της στο Çamaltı διεξάγουν τώρα τις ανασκαφές στο Yenikapı, στο Portus Theodosiacus (Θεοδοσιανό λιμένα) της Κωνσταντινούπολης, όπου η ίδια διετέλεσε πανεπιστημιακή σύμβουλος κατά τα έτη 2006 και 2007 (http://www.yenikapiwrecks.com).

Αν σας ενδιαφέρουν οι υποβρύχιες έρευνες της προαναφερθείσας επιστήμονα, μπείτε στην ιστοσελίδα της: https://www.nautarch.org

Όσον αφορά το περιεχόμενο της μελέτης, σας επισημαίνω ιδιαίτερα τις πρώτες έρευνες που έγιναν από την κ. Nergis Gunsenin στα Μοναστήρια του Γάνου, που βρίσκονταν στο καλούμενο Ιερό Όρος, καθώς και στην ελληνική επιγραφή που βλέπετε στην τελευταία φωτογραφία της μελέτης, η οποία, φυσικά, δεν βρίσκεται στην αρχική θέση της στον Γάνο, αλλά σε κάποιο μουσείο και στην οποία αναφέρονται τα εξής:

AYTH H ΒΡΥΣΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΕ ΜΕ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΑΝΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΑΣ ΚΥΡΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΣΥΓΓΕΛΟΥ ΚΥΡ ΣΑΜΟΥΗΛ, ΩΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΥΠΕΡ ΑΥΤΩΝ: 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1755

ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Ο ΟΙΝΟΣ ΤΟΥ ΓΑΝΟΥ:

ΟΙ ΑΜΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Της Nergis GUNSENIN

Αυτές οι σελίδες αποτελούν μια μικρή απόδειξη της ευγνωμοσύνης μου προς την κυρία Ahrweiler (πρόκειται για την κ. Ελένη Γλυκατζή – Αρβελέρ), η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευσή μου, ως αρχαιολόγου με ειδίκευση στο Μεσαίωνα. Ιδιαίτερα η ανάγνωση του βιβλίου της με τίτλο «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η θάλασσα» μου επέτρεψε να κατανοήσω την οικονομική σημασία της θάλασσας και με ώθησε να ξεκινήσω υποβρύχιες έρευνες στη θάλασσα του Μαρμαρά, προκειμένου ν αναδείξω το βυζαντινό θαλάσσιο εμπόριο κατά τον 11ο και 12ο αιώνα.

Θα ήθελα να την ευχαριστήσω ειλικρινά, για τον χρόνο και την προσοχή που μου αφιέρωσε. Οι συμβουλές της μου έδιναν πάντα νέα ώθηση στις έρευνές μου.

Το (όρος) Γάνος, στη βόρεια ακτή της Προποντίδας, ήταν ένα ιερό βουνό κατά τον Μεσαίωνα, το οποίο λατρεύονταν από τους ναυτικούς που διέσχιζαν τα στενά. (Σημ. δική μου: Πρόκειται για το Ιερόν όρος, το οποίο οι Οθωμανοί ονόμαζαν Tekfur dag). Στην ίδια την τοποθεσία του (όρους) Γάνος, το σημερινό Gazikoy (εννοεί το χωριό Γάνος), υπήρχε από τον 10ο αιώνα ένα σημαντικό μοναστικό κέντρο, συγκρίσιμο μ’ εκείνα της Βιθυνίας και του Αγίου Όρους. Ωστόσο, τα σωζόμενα έγγραφα, σχετικά με αυτές τις (μοναστικές) κοινότητες είναι ελάχιστα: Mερικές αναφορές σε κείμενα και μερικές αποσπασματικές σφραγίδες αποτελούσαν μέχρι σήμερα το σύνολο των γνώσεών μας για την ιστορία του (1).

Οι έρευνες που πραγματοποίησα στην περιοχή του (όρους) Γάνος μας επιτρέπουν σταδιακά να γνωρίσουμε καλύτερα την υλική ζωή της περιοχής, από τη μεσοβυζαντινή εποχή και μετά.



Γάνος: οι αμπελώνες

Είναι πλέον σαφές ότι η περιοχή του Γάνου αποτελούσε ένα μεγάλο κέντρο οινοπαραγωγής, (που ήταν) υπό τη διαχείριση των μοναχών, αν και οι πηγές δεν παρέχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με αυτό το θέμα (2). Αυτή η ευημερία, που οφειλόταν εν μέρει στην αμπελουργία, ήταν ακόμη εμφανής κατά την οθωμανική εποχή, όταν οι ελληνικές πόλεις Περίστασις (Sarkoy), Μιριόφυτο (Murefte) και Χώρα (Hoskoy) απλώνονταν κατά μήκος της ακτής. Ακόμη και σήμερα, η αμπελουργία αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους της περιοχής. Μονάδες παραγωγής κρασιού λειτουργούν στην ακτή, υπό τη διαχείριση του τουρκικού κράτους (TEKEL) και ιδιωτικών εταιρειών (DOLUCA, KUTMAN, MELEN). Καλλιεργούνται τοπικές ποικιλίες σταφυλιών (Yapikcak, Cavus kurt, Karalahana), καθώς και ποικιλίες γαλλικής προέλευσης (Cardinale, Amphonse, Muscat, Gamay, Saint-Emilion).

Η πιο παραγωγική αμπελουργική περιοχή είναι το τρίγωνο Hoskoy – Gazikoy (Χώρας - Γάνου) (ολόκληρη η ακτή) και Guzelkoy ή Melen (Μηλιό), ένα ορεινό χωριό, που βρίσκεται ανάμεσα στο Γάνο και την Χώρα (Gazikoy – Hoskoy). Οι κοιλάδες, που ανηφορίζουν από αυτά τα δύο χωριά προς το Μηλιό έχουν τις πλαγιές τους καλυμμένες με αμπέλια. Το καλοκαίρι του 1993, πραγματοποίησα δύο ερευνητικές αποστολές σε αυτά τα βουνά, για να εντοπίσω τα ερείπια μοναστηριών. Ξεκίνησα από τις δύο κοίτες του ποταμού του Γάνου (Gazikoy), που είναι ξερές κατά τη διάρκεια της ζεστής περιόδου. Στα βουνά εντόπισα πολλά υπολείμματα περιφράξεων και αναβαθμίδων, που αντιστοιχούν σ’ εγκαταλελειμμένους αγρούς και οι οποίες θα μπορούσαν, τελικά, να χρονολογούνται από την εποχή των μεσαιωνικών μοναστηριών. Πιο διεξοδικές έρευνες θα επέτρεπαν αναμφίβολα τον εντοπισμό των βυζαντινών αμπελώνων. Όσον αφορά τα ίδια τα μοναστήρια, τελικά βρήκα μόνο λίγα ίχνη των κτιρίων τους. Αναμφίβολα θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί μια πραγματική αναγνώριση και ίσως ανασκαφές, για να γνωρίσουμε καλύτερα τη θέση και την αρχιτεκτονική των μοναστηριών.



Γάνος: κέντρο παραγωγής κεραμικών

Αντίθετα, η παραγωγή κρασιού αναδεικνύεται από τη μελέτη των δοχείων τους, των αμφορέων. Πράγματι, κατάφερα να συσχετίσω τον αρχαιολογικό χώρο του Γάνου με τον τύπο Ι της ονοματολογίας που κατάρτισα στη διατριβή μου για τους βυζαντινούς αμφορείς (3). Με πηλό έντονου κόκκινου-πορτοκαλί χρώματος ή μπεζ καφέ, ενίοτε εύθρυπτο, οι αμφορείς αυτού του τύπου χαρακτηρίζονται από το μικρό τους μέγεθος (ύψος περίπου 40 εκ.), το κοντόχοντρο, ελαφρώς αχλαδόσχημο σχήμα τους, τον κοντό λαιμό τους, τις παχιές λαβές που συνδέουν το λαιμό με τον ώμο και το μεσαίο τμήμα του αγγείου, το οποίο είναι καλυμμένο με πυκνές ραβδώσεις που αραιώνουν προς τον πυθμένα και το λαιμό. Μια ελαφρά στένωση σηματοδοτεί τη σύνδεση μεταξύ του σώματος και του στρογγυλεμένου πυθμένα. Ορισμένοι αμφορείς φέρουν σφραγίδα σε μορφή μονογράμματος ή μεμονωμένων γραμμάτων (ονόματα αγγειοπλαστών;) στον ώμο ή στο χερούλι (εικ. 1). Έχουμε τη βεβαιότητα ότι αυτοί οι αμφορείς περιείχαν κρασί, καθώς, σε ορισμένα ναυάγια, σπασμένες αμφορείς αυτού του τύπου αποκαλύπτουν στο εσωτερικό τους μια επίστρωση ρητίνης, που εξασφάλιζε τη στεγανότητά τους.

Η μαζική παρουσία αυτών των αμφορέων σε μια αποθήκη της περιοχής (του Γάνου), τη οποία αποκάλυψε η διάνοιξη ενός σύγχρονου δρόμου, επέτρεψε τη σύνδεση του αμφορέα με την περιοχή. Οι επιφανειακές έρευνες και η γεωφυσική ανίχνευση έριξαν φως στη σπουδαιότητα της παραγωγής της περιοχής. Οι σημερινοί οικισμοί Hoskoy (Χώρα) και Gazikoy (Γάνος) ιδρύθηκαν πάνω στα εργαστήρια. Αυτά εκτείνονται επίσης στους αγρούς μεταξύ των δύο χωριών, σε μια απόσταση 5 χιλιομέτρων. Το νερό των βουνών στην περιοχή του Γάνου είναι πολύ πλούσιο σε μέταλλα. Αυτή η φυσική ιδιαιτερότητα θα μπορούσε επίσης να αποτελεί έναν από τους λόγους της συνέχειας της κεραμικής παραγωγής, που προκύπτει, για τους αμφορείς, από οθωμανικά έγγραφα (4). Ο μοναδικός κεραμίστας του Hoskoy (Χώρας) που εξακολουθεί να δραστηριοποιείται, αναφέρει ότι, λόγω αυτού του πλούτου, δεν χρειάζεται να προσθέσει κανένα απολιπαντικό στον πηλό (εικ. 2). Απομιμήσεις αυτών των αμφορέων κατασκευάζονταν επίσης στο νησί Μαρμαρά (Προκόννησος): Εκεί έχουν εντοπιστεί δύο κλίβανοι (5) (χάρτης Α).

Είναι, ως εκ τούτου βέβαιο ότι η αμπελουργία, την οποία ξεκίνησαν οι μοναχοί στο όρος του Γάνου οδήγησε στη δημιουργία ενός χωριού και στη μαζική παραγωγή αμφορέων, που προορίζονταν για το εμπόριο κρασιού. Ωστόσο, οι κλίβανοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης, και για μεγάλο χρονικό διάστημα, για την παραγωγή άλλων ειδών κεραμικών, και ιδίως πολλών εφυαλωμένων κεραμικών, όπως κατέδειξε μια έρευνα που διεξήγαγα μαζί με τον P. Armstrong. Η παραγωγή εφυαλωμένων κεραμικών στο Γάνο ξεκίνησε, με μια μικρή καθυστέρηση σε σχέση με την παραγωγή των αμφορέων, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλέξιου Κομνηνού. Οι αγγειοπλάστες αφομοίωσαν γρήγορα τις βασικές τεχνικές κατασκευής αυτών των νέων προϊόντων, αλλά δεν κατάφεραν ν’ αναπαράγουν τα κομψά μοτίβα των πιο πολυτελών σκευών (όπως, για παράδειγμα, τα κουφικά μοτίβα - σημ. δική μου: πρόκειται για διακοσμητικά σχέδια, που μιμούνται την αρχαία αραβική – κουφική - γραφή). Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει μάλλον μια τοπική διάδοση. Και πάλι, η παραγωγή πρέπει να συνεχίστηκε μέχρι τις μέρες μας, με μια σύντομη διακοπή στο τέλος της βυζαντινής περιόδου, πιθανότατα λόγω των αναταραχών που προκάλεσαν οι επιδρομές των Καταλανών μισθοφόρων.



Το λιμάνι του Γάνου και η διανομή του κρασιού

Το λιμάνι του Γάνου πρέπει να βρισκόταν στον πρώτο κόλπο του Gazikoy (εννοεί το σημερινό χωριό, δηλ. τον άλλοτε ελληνικό Γάνο), στην έξοδο από την Ραιδεστό (στα βορειοανατολικά), ο οποίος (κόλπος) προστατεύεται από τα όρη του Γάνου. Οι καταδύσεις στον κόλπο, σε βάθος δεκαπέντε μέτρων και σε απόσταση διακοσίων μέτρων, αποκάλυψαν την ύπαρξη λαξευμένων λίθων, που βρίσκονται σε βάθος 2 έως 6 μέτρων και φαίνεται να προορίζονταν για την κατασκευή μιας τεχνητής προβλήτας. Δεν είναι ορατό κανένα άλλο αρχαιολογικό εύρημα: Επρόκειτο απλώς για ένα καταφύγιο για τα σκάφη, χωρίς κατοικίες (οι μοναχοί διέμεναν στα μοναστήρια του όρους Γάνος).

Προκειμένου να προσδιορίσουμε τη θέση του λιμανιού του Γάνου, πραγματοποιήσαμε υποβρύχιες καταδύσεις γύρω από το στενό του Μαρμαρά, με σκοπό να εντοπίσουμε τυχόν ναυάγια, που θα μπορούσαν να περιέχουν αμφορείς προερχόμενους από τον Γάνο: Πράγματι – όπως θα δούμε στη συνέχεια – αυτοί οι αμφορείς ήταν πολύ διαδεδομένοι όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στις πόλεις της Μαύρης Θάλασσας. Η μόνη δυνατή διαδρομή, που επέτρεπε σ’ αυτούς τους αμφορείς να φτάσουν σ’ αυτές τις πόλεις ήταν η δίοδος του Βοσπόρου. Δεδομένου ότι τα νησιά της θάλασσας του Μαρμαρά είναι οι μόνες πιθανές στάσεις και ότι συχνά πνέει ισχυρός βόρειος άνεμος, υπέθεσα ότι θα ήταν δυνατό να βρεθούν στην περιοχή ναυάγια φορτωμένα με αμφορείς από το Γάνο. Οι καταδύσεις που πραγματοποιήσαμε γύρω από το νησί του Μαρμαρά επιβεβαίωσαν αυτή την υπόθεση. Σε μόλις δύο ερευνητικές εκστρατείες (καλοκαίρια του 1993 και 1994), εντοπίσαμε επτά ναυάγια, που περιείχαν αμφορείς από τον Γάνο, εκ των οποίων ένα ήταν φορτωμένο με χιλιάδες τεμάχια, δηλαδή ήταν το σημαντικότερο φορτίο που είναι γνωστό, μέχρι σήμερα, από τη βυζαντινή εποχή (εικ. 3) (6).

Αυτοί οι αμφορείς απαντώνται επίσης, σε μεγάλο αριθμό, στην Κωνσταντινούπολη, σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάποτε θεωρήθηκε ότι κατασκευάζονταν στην πόλη αυτή. Συγκεκριμένα, βρίσκονται σε μεγάλο αριθμό στο Παλάτι και στην εκκλησία των Μαγγάνων, στα θαλάσσια τείχη, καθώς και στις ανασκαφές του Sarahane (Άγιος Πολύευκτος). Υπάρχουν επίσης επαρκείς ενδείξεις για την ύπαρξή τους στα μουσεία του Tekirdag (Ραιδεστού), της Σινώπης και της Σαμψούντας. Κυκλοφορούσαν πολύ, καθώς βρίσκονται στην Αντιόχεια, στην Πάφο (της Κύπρου), στην Παλαιστίνη, στην Ελλάδα (Αθήνα), στην Ιταλία (Οτράντο) και κυρίως στη Μαύρη Θάλασσα, στη Βουλγαρία (Sozopol - Σωζόπολη, Pliska, Varna, Preslav, Silistra...), στη Ρουμανία (Dinogetia, Mangalia, Capidava, Pacuilullui Soare κλπ.) και στα βόρεια της Μαύρης Θάλασσας (Χερσόνησος, Κερτς). Επίσης, είναι παρόντες στο ναυάγιο του Serce Limani, το οποίο χρονολογείται στις αρχές του 11ου αιώνα, σύμφωνα με τα βυζαντινά νομίσματα και τα γυάλινα βάρη ζύγισης της εποχής των Φατιμιδών (7). Αυτή η χρονολόγηση είναι παρόμοια μ’ εκείνη που προτείνει ο J. Hayes για τα ευρήματα του Sarahane (10ος-11ος αιώνας) (8) (χάρτης Β).

Με λίγη τύχη, μια τυπολογική μελέτη — αυτή των μεσαιωνικών αμφορέων στην Κωνσταντινούπολη και στη Μικρά Ασία — οδήγησε γρήγορα στην ανακάλυψη κλιβάνων, καθώς και μιας γεωργικής έκτασης (σημ. δική μου: αμπελώνων). Αυτή η τελευταία δεν είναι ασήμαντη. Πρόκειται για ένα σημαντικό μοναστικό κέντρο, που εξασφάλισε, όπως και οι μεγάλοι Ρωμαίοι (εννοεί τους Βυζαντινούς) γαιοκτήμονες γύρω από τις επαύλεις τους, την αξιοποίηση μιας εκτεταμένης γεωργικής έκτασης. Βρίσκουμε λοιπόν, όπως και στην Τυνησία ή στην Herault, την ίδια σχέση μεταξύ της παραγωγής αμφορέων και της αξιοποίησης μιας περιοχής (9). Σε μεταγενέστερο στάδιο, παράχθηκαν, κατόπιν τούτου, τοπικές παραλλαγές επιτραπέζιων, εφυαλωμένων σκευών, κάπως σαν τα εκλεκτά σκεύη στις ρωμαϊκές επαρχίες της Τυνησίας (10). Τέλος, η ανακάλυψη ναυαγίων με φορτία αμφορέων επιτρέπει την κατανόηση των μηχανισμών διάδοσης (εννοεί, αυτών και του κρασιού που περιείχαν). Ίσως μάλιστα στο μέλλον να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε την προέλευση του πλοίου που μετέφερε αυτό το κρασί σε αμφορείς, μέσω διαδρομών που χρησιμοποιούσαν συχνά οι Γενουάτες.

Ωστόσο, απομένει ακόμη πολύς δρόμος να διανυθεί, μέχρι ν’ αποκτήσουμε μια καλύτερη εικόνα αυτών των σταδίων μιας σημαντικής, περιφερειακής, οικονομικής διαδικασίας. Μόνο μια διεπιστημονική ομάδα θα καταφέρει να την κατανοήσει, σε όλη της την πολυπλοκότητα (εικ. 4).



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

I. Έδωσα μια γενική εικόνα αυτών των αποτελεσμάτων στο N. GUNSENIN, «Γάνος, κέντρο παραγωγής αμφορέων κατά τη βυζαντινή εποχή», Anatolia Antiqua 2, 1993, σ. 193-201, EAD. Γάνος: Αποτελέσματα των ανασκαφικών εκστρατειών του 1992 και του 1993, Anatolia Antiqua 3, 1995, σ. 165-178 και στο P. ARMSTRONG, N. GUNSENIN, Παραγωγή εφυαλωμένων αγγείων στον Γάνο, ibid., σ. 179-201. Byzantina Sorbonensia 16

2. Σχετικά με την αγροτική ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, βλ. M. KAPLAN, «Οι άνθρωποι και η γη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από τον 5ο έως τον 10ο αιώνα». Παρίσι 1992 (Byzantina Sorbonensia 10).

3. Βλ. ston N. GUNSENIN, «Οι βυζαντινoί αμφορείς (10ος-13ος αιώνας): τυπολογία, παραγωγή, κυκλοφορία, σύμφωνα με τις τουρκικές συλλογές», διδακτορική διατριβή του Πανεπιστημίου Παρίσι Ι (Πάνθεον-Σορβόννη), Παρίσι 1990, Εθνικό Εργαστήριο Αναπαραγωγής Διατριβών της Λιλ ΙΙΙ.

4. Πρόκειται για ένα έγγραφο που περιλαμβάνεται σε μητρώο της βασιλείας του Σελίμ Α΄. Βλ. GUNSENIN, «Γάνος, κέντρο παραγωγής», όπως αναφέρεται παραπάνω, σημ. 1, σ. 196.

5. Με μια πρώτη ματιά, ανήκουν σε μικρά εργαστήρια, που μιμούνται τα προϊόντα του Γάνου. Βλ. N. Gunsenin, H. Hatcher, «Συγκριτικές χημικές αναλύσεις των αμφορέων του Γάνου, του νησιού του Μαρμαρά και του ναυαγίου του Sercet Limani (Glass-Wreck)», Anatolia Antiqua 5, 1977, σ. 249-260.

5. Το ναυάγιο του Serce Limani αποτελεί τη μοναδική ανασκαφική μαρτυρία που χρονολογείται στον 11ο* αιώνα: βλ. G. F. BASS, F. H. VAN DOORNINCK, Jr., «An 11th century Shipwreck at Serce Limani, Turkey», IJNA 1978, 7, τεύχ. 2, σ. 119-132. Σύμφωνα με την ανακατασκευή του, το πλοίο είχε μήκος περίπου 15,36 μ. Εκτός από το φορτίο των τριών τόνων γυαλιού και διαφόρων υλικών, ανασύρθηκαν εκατόν δέκα αμφορείς, μεταξύ των οποίων ορισμένοι προέρχονταν από την παραγωγή του Γάνου (βλ. GUNSENIN-HATCHER, Χημικές αναλύσεις [αναφέρεται στην προηγούμενη σημείωση], ενώ, στο ναυάγιο του νησιού Μαρμαρά, εκτιμώ ότι υπήρχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες αμφορείς. Αυτή η ανακάλυψη, η οποία είναι προφανώς πολύ μεγαλύτερη, από άποψη μεγέθους, από εκείνη του Serce Limani, ανοίγει νέες προοπτικές για τη μελέτη των διαστάσεων και της χωρητικότητας των εμπορικών πλοίων της εποχής. Οι έρευνες στο ναυάγιο συνεχίζονται. Μια προκαταρκτική έκθεση (Πρόσφατες ανακαλύψεις στο νησί Μαρμαρά [Προκόννησος] κατά τη βυζαντινή εποχή: ναυάγια και σημεία φόρτωσης) πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του 7ου Διεθνούς Συμποσίου Ναυτικής Αρχαιολογίας, τα οποία θα εκδοθούν από τις Εκδόσεις του CNRS, σε ειδικό τεύχος του περιοδικού Archaeonautica.

7. G. F. BASS, F. H. VAN DOORNINCK, Jr., ό.π.

8. J. W. HAYES, Excavations at Saraghane in Istanbul. Τόμος 2, The Pottery, Πρίνστον 1992, σ. 70, εικ. 1 και σ. 73.

9. F. LAUBENHEIMER, Η παραγωγή αμφορέων στη Ναρβονική Γαλατία, Παρίσι 1985· D. P. S. PEACOCK, F. BEJAOUI και N. BEN LAZREG, Roman Pottery Production in Central Tunisia, Journ. Rom. Arch. 3, 1990, σ. 58-84.

10. D. P. S. PEACOCK, «Roman Pottery Production»· M. MACKENSEN, «Die spätantiken Sigillata- und Lampentöpfe von El Mahrine (Βόρεια Τυνησία)»








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου