ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΦΙΛΟΙ, ΣΕ ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ ΜΟΥ Θ’ ΑΝΑΦΕΡΘΩ ΣΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΘΕΟΤΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΑΚΗ.
ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΥΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΩ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ, ΜΕ ΤΙΤΛΟ: «ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ, ΟΡΕΙΝΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΑΚΗ», ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΚΥΡΙΩΣ: Α) Η ΘΕΑ ΚΥΒΕΛΗ – ΡΗΣΚΥΝΘΙΣ ΚΑΙ Β) Η ΘΕΑ ΓΑΝΗΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΟΡΟΥΣ ΤΟΥ ΓΑΝΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ.
Το άρθρο αυτό, το οποίο έγραψε, στην αγγλική γλώσσα και δημοσίευσε στο διεθνές, επιστημονικό περιοδικό KERNOS (15 – 2002), ο Nikola Theodossiev: Department of Archaeology - Sofia University St. Kliment Ohridski - bul. Tsar Osvoboditel 15 - Sofia 1000 – Bulgaria), αφορά όλους τους Θρακιώτες και όλους τους Έλληνες, κυρίως, όμως, εμάς, που καταγόμαστε από τον Γάνο της Ανατολικής Θράκης και από το παρακείμενο, ομώνυμο, Ιερό όρος, όπου λατρευόταν η θεά Γανήα.
(Για διευκόλυνση των αναγνωστών, όλες τις παραπομπές του άρθρου, που τις βλέπετε μέσα στο κείμενο, ως αριθμούς μέσα σε παρενθέσεις, τις έβαλα, μεταφρασμένες, κάτω (μετά από) το κείμενο).
Στις τέσσερις πρώτες φωτογραφίες βλέπετε το Ιερό όρος, στο οποίο λατρευόταν η Θεά Γανήα, όπως φαίνεται από τον Γάνο και στην τελευταία το Μηλιό, ένα από τα Γανόχωρα, κτισμένο στην αγκαλιά του Ιερού όρους.
Αν κάποιος φίλος ενδιαφέρεται για το πρωτότυπο (αγγλικό) κείμενο του άρθρου, μπορώ να του το στείλω.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ, ΟΡΕΙΝΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΘΡΑΚΗ
Το ευρύτερο πλαίσιο
Οι αρχαίοι συγγραφείς συνδέουν συχνά τη λατρεία της Φρυγικής Κυβέλης με τα βουνά και τα βραχώδη υψίπεδα. Η θεά ονομαζόταν μάλιστα «Μήτηρ Όρεία» ή «Μήτηρ των Ορέων», όπως μαρτυρούν τόσο οι λογοτεχνικές πηγές όσο και τα επιγραφικά ευρήματα. Ωστόσο, άλλες αναφορές μας παρέχουν πληροφορίες ότι τέτοιου είδους θρησκευτικές αντιλήψεις δεν περιορίζονταν στη Μικρά Ασία και ότι δύο γυναικείες θεότητες στην αρχαία Θράκη συνδέονταν επίσης με τα βουνά, όπως και η Κυβέλη. Και παρόλο που δεν υπάρχει γραπτή πηγή, που να μαρτυρά ότι αυτές οι θρακικές θεές έφεραν το όνομα «Μήτηρ των Ορέων», ορισμένα στοιχεία ενδέχεται να υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι αυτές εμφανίζονταν ως θεότητες των βουνών.
Η πιο σημαντική, εν προκειμένω, είναι η λατρεία της θεάς με το όνομα «Ρησκυνθίς», που συνδέεται με την ελληνική Ήρα, την οποία τιμούσαν στο ιερό «Ρησκύνθιον» όρος, κοντά στις εκβολές του ποταμού Έβρου, στη Νοτιοανατολική Θράκη, όπως μαρτυρούν ο Νίκανδρος και ο σχολιαστής του (1). Αυτή η θεά του βουνού λατρευόταν, μαζί με τον άνδρα σύντροφό της, τον Ζηρύνθιο (Zerynthius), τον οποίο οι Έλληνες αποκαλούσαν Απόλλωνα και η λατρεία αυτή πραγματοποιούνταν σ’ ένα ναό που βρισκόταν στο Ρησκύνθιον όρος. Η λατρεία της Ρησκυνθίδος και του Ζηρυνθίου σχετιζόταν προφανώς με τη λατρεία μιας άλλης θηλυκής θεότητας — της θεάς Ζηρυνθίας, γνωστής από διάφορα αρχαία, λογοτεχνικά κείμενα και ταυτιζόμενης με την Εκάτη, την Αφροδίτη ή τη Ρέα. Ήταν μια χθόνια θεότητα, που την τιμούσαν με θυσίες σκύλων, οι οποίες τελούνταν σ’ ένα ιερό σπήλαιο που ονομαζόταν Ζήρυνθον (Ζηρύνθιον, Ζήρινθον), το οποίο οι αρχαίοι συγγραφείς τοποθετούσαν σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες – είτε στη Σαμοθράκη είτε στην απέναντι ενδοχώρα, κοντά στις εκβολές του ποταμού Έβρου (4) Μια παρόμοια σύγχυση, μεταξύ των ονομάτων των γυναικείων θεοτήτων, του ιερού όρους (αυτών) και του σπηλαίου, μας θυμίζουν οι πληροφορίες του Ησύχιου, ο οποίος περιέγραψε την θεά Κύβελα ως «ένα βουνό στη Φρυγία, καθώς και σπήλαια και τάφους» (5).
Η δεύτερη θεότητα στη Θράκη, που συνδεόταν μ’ ένα βουνό είναι η θεά «Γανήα», (που μας είναι) γνωστή από μια αναθηματική (αφιερωματική) επιγραφή, σ’ ένα μικρό βωμό, που χρονολογείται στην περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (6). Ο βωμός αφιερώθηκε στη θεά από τον Απολλώνιο, γιο του Σεύθη, ο οποίος προφανώς ήταν Θράκας, λαμβάνοντας υπόψη το όνομα του πατέρα του (7). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο βωμός βρέθηκε στην περιοχή του Γάνου (8), του περίφημου ιερού βουνού στη Νοτιοανατολική Θράκη, που ονομάζεται «Ιερόν όρος» από τους Έλληνες συγγραφείς και αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ξενοφώντα στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. (9). Και σ’ αυτή την περίπτωση, η θεά και το ιερό βουνό έχουν και πάλι ταυτόσημα ονόματα, γεγονός που ενισχύει το συμπέρασμα ότι η γυναικεία θεότητα συνδέεται με το βουνό. Ταυτόχρονα, η σημασία του τόπου επιβεβαιώνεται από τον Δημοσθένη (10) και τον Αισχίνη (11), οι οποίοι περιέγραψαν μια κατοικία και ένα θησαυροφυλάκιο των Οδρυσών βασιλέων Κότυος και Κερσοβλέπτου, το οποίο βρισκόταν στο Ιερό Όρος. Και ακόμη περισσότερο: Σε μεταγενέστερη περίοδο, ο Στράβων (12) έγραψε ότι οι ντόπιοι λάτρευαν το ιερό βουνό. Αυτή η πληροφορία πιθανώς αντανακλά τη λατρεία της θεάς «Γανήας».
Πράγματι, μερικές λογοτεχνικές αναφορές παρέχουν σαφείς πληροφορίες, σχετικά με άλλα βουνά στην αρχαία Θράκη, που ήταν γνωστά ως ιερά υψίπεδα, στα οποία διεξάγονταν διάφορες λατρευτικές δραστηριότητες. Μεταξύ των πιο γνωστών είναι το Κωγαίονον, ένα ιερό βουνό στη βορειοανατολική Θράκη, στο οποίο λατρευόταν η ανδρική θεότητα «Ζάλμοξις» (13) (Σημ. δική μου: Το Κωγαίον_ον (στα αρχαία ελληνικά: Κωγαίονον, στην εκλαϊκευμένη ρουμανική μορφή Kogaion ή Kogaionon) ήταν το ιερό βουνό των Γετών και των Δακών, δύο αρχαίων λαών που ανήκαν στον ευρύτερο, θρακικό πολιτισμικό κύκλο).
Ένα άλλο σημαντικό βουνό ήταν το Πάνγαιον (Πάγγαιον) όρος, που βρισκόταν στη νοτιοδυτική Θράκη, το οποίο συνδέεται στενά με τη λατρεία του Ορφέα και του μυθικού βασιλιά των Ηδωνών (Θρακών) Ρήσου (14).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το όρος Σάος, (Σάμος, Σαόκε), το ψηλό βουνό της Σαμοθράκης, όπου τελούνταν τα μυστήρια των Μεγάλων Θεών, καθώς και άλλων θεοτήτων που λατρεύονταν στο νησί (15).
Ο κατάλογος των βουνών που συνδέονται με διάφορες λατρείες στην αρχαία Θράκη θα μπορούσε να επεκταθεί, αλλά δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες ότι (οι λατρείες αυτές) συνδέονταν άμεσα με γυναικείες θεότητες. Επομένως, μπορεί κανείς μόνο να υποθέσει ότι αυτά τα βουνά ενδεχομένως αντιπροσώπευαν ανεικονικές απεικονίσεις ορεινών θεαινών (γυναικείων θεοτήτων), όπως συνέβαινε με το Ρησκύνθιον και το όρος Γάνος. Στο πλαίσιο όλων αυτών των γραπτών πηγών, ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο μεγάλος αριθμός θρακικών ιερών που βρίσκονται σε βουνά και βραχώδεις ορεινές περιοχές, τα οποία καταδεικνύουν σαφώς τον ιερό χαρακτήρα των τόπων αυτών (16). Επίσης, είναι δυνατόν να υποθέσουμε ότι οι πολυάριθμοι τύμβοι της αρχαίας Θράκης ενδέχεται να συμβόλιζαν ιερά βουνά και, αν ισχύει αυτό, αυτά τα ταφικά μνημεία θα μπορούσαν να σχετίζονται με ορισμένες λατρείες γυναικείων θεοτήτων των βουνών, πέρα από τις ταφικές τους λειτουργίες (17).
Παρόμοιες θρησκευτικές αντιλήψεις στην αρχαία Θράκη θα πρέπει να μελετηθούν σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο. Φυσικά, οι πιο στενές παραλληλίες ενδέχεται να βρίσκονται στη λατρεία της φρυγικής Μεγάλης Θεάς Κυβέλης, η οποία συνήθως ταυτίζεται μ’ ένα βουνό που φέρει το ίδιο όνομα (18). Σε μια σειρά επιγραφικών μαρτυριών από τη Μικρά Ασία, που χρονολογούνται στον 4ο–3ο αιώνα π.Χ. και στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, η θεά ονομαζόταν Μήτηρ Όρεία (19). Ο Διόδωρος επίσης μαρτυρεί ότι η Κυβέλη ήταν γνωστή ως «Ορεία Μήτηρ» (20) και περιγράφει ένα βουνό που ονομαζόταν Κύβελος, η θεά δε, πήρε το όνομά της από αυτό το βουνό (21). Τα Όρη «Κυβέλοι» αναφέρονται στα «Ορφικά Αργοναυτικά» (22), ενώ ο Ηρωδιανός περιέγραψε την «Κύβελα» ως «πόλις εις την Φρυγίαν και όρος Ιερόν» (23) και ανέφερε επίσης το ιερό όρος «Κυβέλοι» (24). Αργότερα, οι πληροφορίες του Ηρωδιανού επαναλήφθηκαν από τον Στέφανο τον Βυζάντιο (25), ενώ ο Ησύχιος περιέγραψε την Κυβέλη ως «ένα βουνό στη Φρυγία, με σπηλιές και τάφους» (26), όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Όλες αυτές οι πηγές καταδεικνύουν σαφώς τη ορεινή διάσταση της θεάς.
Σύμφωνα με αυτές τις ιδέες, ορισμένα επίθετα της Μεγάλης Θεάς στη Μικρά Ασία είναι επίσης σημαντικά. Ο Στράβων έγραψε ότι σ’ έναν λόφο κοντά στην Λάμψακο υπήρχε ένα ιερό της «Μητρός Θεών», που ονομαζόταν Τήρεια (27). Ταυτόχρονα, το βουνό της θεάς Τηρείας βρισκόταν κοντά στην Κύζικο, ήταν γνωστό στον Όμηρο (28) και περιγράφηκε εκ νέου από το Στράβωνα (29). Αργότερα, ο Ησύχιος έγραψε ότι η Τηρεία ήταν ένα βουνό στην Τρωάδα (30). Πολύ σαφείς ενδείξεις προέρχονται επίσης από ορισμένες επιγραφικές μαρτυρίες. Έτσι, σε πολυάριθμες επιγραφές η Μήτηρ Θεών ονομαζόταν «Σιπυληνή» (31), όνομα που προφανώς προέρχεται από το όρος Σίπυλος, και με παρόμοιο τρόπο η Μεγάλη Θεά ονομαζόταν με μια άλλη επίκληση βουνού: «Δινδυμήνη» (31), που προέρχεται από το Δίνδυμον (Δίνδυμα). Πράγματι, αυτός ο τρόπος, με τον οποίο αποδίδεται στη θεά ένα όνομα που προέρχεται από διάφορα βουνά της Μικράς Ασίας, περιγράφεται αναλυτικά από τον Στράβωνα (33).
Όλα αυτά τα τεκμήρια σχετικά με τις λατρείες των θεών των βουνών πιθανώς αντανακλούν κάποιες σχέσεις μεταξύ των αρχαίων Φρυγών και των Θρακών, και ίσως μάλιστα να υποδηλώνουν ότι οι ρίζες του φρυγικού λαού βρίσκονται στα Βόρεια Βαλκάνια, όπως μαρτυρούν λογοτεχνικές πηγές και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από αρχαιολογικό υλικό από το Γόρδιο (34). Από την άλλη πλευρά, η φρυγική «Μήτηρ Όρεία» φαίνεται να επηρεάζει έντονα την ελληνική λογοτεχνία και λατρεία, κάτι που επιβεβαιώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στην εικόνα της θεάς Ρέας, η οποία αποκαλείται «Ορεία Μήτηρ». Μια παρόμοια συγκρητική διαδικασία μπορεί να ανιχνευθεί στα λογοτεχνικά έργα του τέλους του 5ου αιώνα π.Χ. Έτσι, ο Αριστοφάνης (35) και ο Ευριπίδης (36) περιέγραψαν τη Ρέα (που σχετιζόταν με την Κυβέλη) ως «Μήτηρ (Μάτηρ) Όρεία», ενώ σε μια άλλη τραγωδία του Ευριπίδη, η θεά αποκαλούνταν «Όρεία Μάτηρ θεών» (37). Στην πραγματικότητα, η λογοτεχνική εικόνα της Ρέας ως «Ορείας Μητρός» δημιουργήθηκε πιθανόν στις ζώνες αλληλεπίδρασης της Μικράς Ασίας, όπου την ιδέα αυτή (οι Έλληνες) είχαν δανειστεί από μη ελληνικούς λαούς. Μια παρόμοια υπόθεση μπορεί να υποστηριχθεί από ένα σχόλιο στον Απολλώνιο τον Ρόδιο (38), που αναφέρεται σ ένα ιερό της Όρείας Μητρός στο Σαγγάριο (ποταμό), το οποίο περιγράφεται από τον Έλληνα λογογράφο Ξάνθο από τη Λυδία, ο οποίος έζησε τον 6ο-5ο αιώνα π.Χ.
Η λογοτεχνική εικόνα της «Ορείας Μητρός» επιβίωσε μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική περίοδο, όπως μαρτυρεί ο Αντίστιος (39): «Όρεία Μήτηρ θεών», καθώς και στους Ορφικούς Ύμνους, όπου η Ρέα περιγράφεται ως «Μήτηρ Όρειομανής». Είναι ενδιαφέρον ότι σ’ έναν άλλο Ορφικό Ύμνο, η Γαία θεωρούνταν επίσης, με παρόμοιο τρόπο, «Μήτηρ Όρέων», και σε μεταγενέστερη περίοδο ο Ευσέβιος (42) αποκαλούσε την Θεά «Παμμήτωρ Ορέων».
Όλοκληρώνοντας αυτό το άρθρο, αξίζει ν’ αναφερθεί μια ακόμη επιγραφική μαρτυρία. Σ΄ ένα αργυρό κύπελλο της Ύστερης Ελληνιστικής περιόδου, από τη Συλλογή των Barbara και Lawrence Fleischman, είναι χαραγμένη μια σύντομη επιγραφή: Κοτεους Μητρός Όρέας – που μεταφράζεται ως «Κοτέους [γιου/υπηρέτη] της Μητέρας του Βουνού». Και παρότι η προέλευση του θησαυρού είναι άγνωστη, είναι πιθανό να υποθέσουμε ότι το σκεύος προέρχεται είτε από τη Μικρά Ασία είτε από την αρχαία Θράκη. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, η επιγραφή αυτή αποτελεί αξιοσημείωτη μαρτυρία για τις θρησκευτικές αντιλήψεις και τις λατρείες που σχετίζονται με την ορεινή μορφή της θεάς. Μια μελλοντική σύγκριση, μεταξύ των γραπτών πηγών που αναφέρονται εδώ και του αρχαιολογικού υλικού, μπορεί να συμβάλει στο σαφέστερο προσδιορισμό της λατρείας των ορεινών γυναικείων θεοτήτων στην αρχαία Θράκη και της σχέσης τους με άλλες γυναικείες θεότητες, που λατρεύονταν στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Νίκανδρος, Θηριακά, Ι, 459-462 Gow-Scholfield· Σχόλια Νικάνδρου, Θηριακά, Ι, 459-462 Gow-Scholfield.
(2) Ο.π.· Τίτος Λίβιος, XXXVIII, 41, 4 Muller.
(3) Οι κύριες πηγές για τη Ζηρύνθια συγκεντρώνονται στο: D. Detschew, Die thrakischen Sprachreste, Βιέννη, 19762, σ. 184-185· βλ. επίσης Λυκόφρωνος, Αλεξάνδρα, 72-80 Scheer· Νίκανδρος, Θηριακά., I, 462-463 Gow-Scholfield· Σχόλια στον Αριστοφάνη, Pax, 277-278, Koster· Νόννος, «Διoνυσιακά», XIII, 400, Keydell.
(4) Ο.π.
(5) Ησύχιος, λήμμα «Κυβέλα», Alberti.
(6) A. Dumont, «Melanges d' archeologie et d’epigraphie», Παρίσι, 1892, σ. 420, σημ. 88α.
(7) Σχετικά με το θρακικό προσωπικό όνομα Σεύθης, βλ. Detschew, ο.π. (σημ. 3), σ. 434-437.
(8) Ό. π., σ. 99 με τις πηγές σχετικά με το όρος Γάνος και τη γύρω περιοχή, που ονομάζεται Γανιάδα· για τη Γανιάδα και έναν οικισμό που ονομάζεται Γάνος βλ. Ξενοφ. Ανάβ., VII, 5, 8 Masqueray και Αισχίν., Κατά Κτησιφώντος. ΙΙΙ, 82, 6 Blass.
(9) Ξενοφ., «Ανάβαση», VII, 1, 14 Masqueray· βλ. επίσης N. Theodossiev, «The Sacred Mountain of the Ancient Thracians», στο Studia in honorem Alexandri Fol, Σερδική, 1995 (Thracia 11), σ. 371-384.
(10) Δημοσθένης, «Κατά Αριστοκράτους», 104 Blass· Philip, ΙΙΙ, 15 Croiset.
(11) Αισχίνης, II. Περί της παραπρεσβείας, 90 Martin-Bude,
(12) Στράβων, VII, αποσπ. 56 Meineke.
(13) Detschew, ο.π. (σημ. 3), σ. 273 σχετικά με το όρος Κογαίονον και σ. 173-175 σχετικά με τη λατρεία του Ζάλμοξη.
(14) Ο.π., σ. 349-350 σχετικά με το όρος Πάγγαιον και σ. 395-397 σχετικά με τον Ρήσο· βλ. επίσης [Ευριπίδου], Ρήσος, 963-973 Ebener σχετικά με τη λατρεία του Ρήσου στο Πάγγαιον και Αισχύλ., Βασσαρίδες, αποσπ. 83, Mette, σχετικά με τον Ορφέα, που τιμά τον Ήλιο-Απόλλωνα στο Πάγγαιο
(15) N. Lewis, Samothrace, The Ancient Literary Sources, Νέα Υόρκη, 1958 (Samothrace I), σ. 4, σημ. 7, σ. 7, σημ. 16-18, σ. 18-19, σημ. 39, σ. 20, σημ. 42, σ. 21-22, σημ. 45-46 και σ. 38-39, σημ. 83 σχετικά με το όρος Σάος και διάσπαρτα σημεία με αρχαία λογοτεχνικά κείμενα για τις λατρείες της Σαμοθράκης· σχετικά με τα μυστήρια των Μεγάλων Θεών βλ.: S.G. Cole, Theoi Megaloi. The Cult of the Great Gods at Samothrace, Leiden, 1984, διάσπαρτα σημεία.
(16) M. Domaradzki, «Sanctuaires thraces du IIe - Ier millénaire av. n.e.», Acta Archaeologica Carpathica 23 (1986), σ. 89-100· ο ίδιος, «Les lieux de culte thraces (deuxième moitié du IIe - Ier mill. av. J.C.)», Helis 3, 1 (1994), σ. 69-108.
(17) Για μια τέτοια πιθανότητα, βλ. Theodossiev, «The Sacred Mountain» (σημ. 9)· ο ίδιος, North-Western Thrace from the Fifth to First Centuries BC, Οξφόρδη, 2000 (BAR Inter. Ser. 859), σ. 53-55.
(18) C. Brixhe, «Le nom de Cybele», Die Sprache 25 (1979), σ. 40-45· L. Zgusta, «Weiteres zum Namen der Kybele», Die Sprache 28 (1982), σ. 171-172.
(19) M.J. Vermaseren, Corpus Cultus Cybelae Attidisque. I. Asia Minor, Leiden, 1987, σ. 79, σημ. 242 από την Χαλκηδόνα· σ.
(20) Διόδωρος Σικελιώτης, ΙΙΙ, 58, 3 Vogel.
(21) Ο.π., ΙΙΙ, 58, 1 Vogel.
(22) Ορφέως Αργοναυτικά, 21-23 Abel.
(23) Ηρωδιανού, Περί καθολικής προσόδου, Ι, 381 Lentz.
(24) Ο.π., I, 322 Lentz.
(25) Στέφανος ο Βυζάντιος, λ.τ. ΚΥΒΕΛΕΙΑ Meineke.
(26) Ησύχιος, λ.τ. Κύβελα Alberti.
(27) Στράβων, XIII, 1, 17 Meineke· βλ. A.B. Cook, Zeus. A Study in Ancient Religion. II, Κέιμπριτζ, 1925, σ. 697.
(28) Όμηρος, Ιλ. II, 828-830 Ameis-Hentze.
(29) Στράβων, XII, 4, 6· XIII, 1, 10 και 17 Meineke.
(30) Ησύχιος, λ.τ. Τήρεια, Alberti.
(31) Vermaseren, ο.π. (σημ. 19), σ. 31, σημ. 80 από τον Geveze· σ. 101-163, σημ. 543-546, σ. 164-165, σημ. 549-551, σ. 167, σημ. 555, σ. 169, σημ. 564, σ. 171-172, σημ. 571, σ. 172-173, σημ. 575-576, σ. 174-175, σημ. 580, σ. 175-176, σημ. 582-584 από τη Σμύρνη.
(32) Ο.π., σ. 81, σημ. 251 από την Απάμεια Μυρλέα (;); σ. 96, σημ. 290 από την Κύζικο· σ. 230-231, σημ. 765 από το Καρίκ Σαράι· σ. 238-239, σημ. 791 από τη Λαοδίκεια Κομβούστα· βλ. Ηρωδιανός, περί καθολικής προσόδου, I, 333 και 382, Lentz και Στέφανος ο Βυζάντιος, s.v. Δίνδυμα, Meineke.
(33) Στράβων, X, 3, 12, Meineke.
(34) L.E. Roller, «Phrygian Mother Goddess and her Thracian Connections» (Η φρυγική μητέρα-θεά και οι θρακικές της συνδέσεις), στο Όγδοο Διεθνές Συνέδριο Θρακολογίας. Θράκη και Αιγαίο (Περιλήψεις), Σόφια - Γιάμπολ, 2000, σ. 76-77· O.W. Muscarella, «The Iron Age Background to the Formation of the Phrygian State», BASOR 299-300 (1995), σ. 91-101.
(35) Αριστοφάνης, Όρνιθες., 746 Hall-Geldart.
(36) Ευρυπίδη, Κρήσσαι., αποσπ. 472 Nauck 2· Ιππόλυτος, 143-144 Nauck.
(37) Ευρ., Ελένη, 1301-1302 Kannicht.
(38) Παλαιός σχολιαστής στον Απολλώνιο Ρόδιο, Αργοναυτικά, II, 7
(39) Antist, «Ep», 1-2 Waltz.
(40) Ορφικοί Ύμνοι, XXXI. Ύμνος στους Κούρητες, 5 Quandt.
(41) Ορφικοί Ύμνοι, XV. Διός, 4 Quandt.
(42) Ευσέβ., Προετοιμασίες για το Ευαγγέλιο, III, 9, σ. 100α-105δ, Dindorf.
(43) A Passion for Antiquities. Ancient Art from the Collection of Barbara and Lawrence Fleischman, Malibu, 1994, σ. 229-231· βλ. μια λεπτομερή μελέτη των επιγραφών στο N. Theodossiev, «KOTEOYC ΗΛΙΟΥ και KOTEOYC MHTPOC OPEAC», Hermes 129, 2 (2001), σ. 279-283.

