Κυριακή 15 Μαρτίου 2015


ΛΙΓΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ, ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΝΑΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ.

 

Στη θέση του σημερινού, απέραντου κάμπου των Φιλίππων, που διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα τύρφης στη γη, εκτεινόταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 ένα μεγάλο έλος, τα «τενάγη των Φιλίππων», η πλήρης αποξήρανση του οποίου, με την κατασκευή μιας κεντρικής αποστραγγιστικής τάφρου, (σήμερα, «κεντρικό κανάλι») και πολλών μικρότερων τάφρων, η διευθέτησή του και η χάραξη αγροτικών δρόμων και αγρών σ’ αυτό, που έγιναν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, επέτρεψαν στο Ελληνικό Κράτος να διαμοιράσει, ως αγροτικούς κλήρους, τους αγρούς που σχηματίστηκαν, στους πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας, οι οποίοι, λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν εγκατασταθεί στις γύρω από τη νέα αυτή πεδιάδα κωμοπόλεις και χωριά.

Πριν όμως από το 1930 μία μόνο αξιόλογη προσπάθεια αποξήρανσης ενός σημαντικού τμήματος του έλους των Φιλίππων είχε επιχειρηθεί, από τον Φίλιππο τον Β’, βασιλιά της Μακεδονίας, ο οποίος, θέλοντας, στη θέση του θρακικού πολίσματος των Κρηνίδων, (το όνομα των οποίων είχε προέλθει από τη λέξη κρήνη, που δείχνει ότι η περιοχή είχε - κι εξακολουθεί να έχει μέχρι σήμερα - άφθονα νερά και το οποίο, μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν καταλάβει κι αποικίσει Θάσιοι άποικοι, μ’ επικεφαλής τον εξόριστο Αθηναίο στρατηγό Καλλίστρατο), να δημιουργήσει μια νέα, σημαντική, Μακεδονική πόλη, που της έδωσε τελικά τ’ όνομά του, αντιλήφθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν, με τα έλη να φθάνουν μέχρι τις παρυφές της και χωρίς αυτή να διαθέτει καλλιεργήσιμη γη.

Πράγματι, ο Φίλιππος, διαβλέποντας, ευθύς εξ αρχής, τη μεγάλη σπουδαιότητα της σημερινής πεδιάδας των Φιλίππων, αποξήρανε και παρέδωσε στην καλλιέργεια μεγάλα τμήματα του απέραντου τότε έλους των Φιλίππων. Για το σπουδαίο αυτό έργο ο Θεόφραστος, στην "περί φυτών αιτίας" εργασία του, μιλώντας για την περιοχή αυτή, που την γνώριζε πολύ καλά, αφού είχε κτήμα στην περιοχή των Σταγείρων, μιλάει ως εξής για την αποξήρανση του έλους, που έλαβε χώρα τον 4ο αιώνα π.Χ. και η οποία χρειάστηκε να περάσουν άλλα 2.300 χρόνια για να ολοκληρωθεί, στη δεκαετία του 1930, από το νεώτερο Ελληνικό κράτος: «Στους Φιλίππους παλαιότερα είχε περισσότερους παγετούς, τώρα δε, επειδή αποστραγγίστηκαν τα νερά και το έδαφος καλλιεργείται, έχει πολύ λιγότερους. Κι ο αέρας είναι πιο αραιός (ξηρός) και γιατί αποστραγγίστηκαν τα νερά και γιατί το έδαφος υπόκειται σε κατεργασία. Διότι εκείνη η περιοχή η οποία παραμένει χέρσα, και πιο ψυχρή είναι και πιο πυκνό (υγρό) αέρα έχει, γιατί είναι δασωμένη κι ούτε οι ακτίνες του ηλίου φθάνουν εύκολα προς αυτήν, ούτε οι άνεμοι πνέουν, ενώ συνάμα αυτή (η περιοχή) έχει και πολλά νερά, τρεχούμενα ή στάσιμα. Τούτο συνέβαινε και γύρω από τις Κρηνίδες όταν τις κατοικούσαν οι Θράκες, γιατί όλη η πεδιάδα ήταν γεμάτη με δένδρα και νερά.».

Παρατίθεται στη συνέχεια αυτούσιο αυτό το τόσο σημαντικό, όχι μόνο για την ιστορία της περιοχής, αλλά και για την ιστορία του παγκόσμιου κλίματος, κείμενο του Θεοφράστου: «Έν τε Φιλίπποις πρότερον μεν μάλλον εξεπήγνυντο, νυν δ’ επεί καταποθείς εξήρανται το πλείστον, ή τε χώρα πάσα κάτεργος γέγονεν ήττον πολύ. Καίτοι λεπτότερος ο αήρ, δι’ άμφω, και δια το ενεξηράνθαι το ύδωρ και δια το κατειργάσθαι την χώραν. Η γαρ αργός, ψυχροτέρα και παχύτερον έχει τον αέρα, δια το υλώδης είναι και μήτε τον ήλιον ομοίως διικνείσθαι, μήτε τα πνεύματα διαπνείν, άμα δε και αυτήν έχειν υδάτων συρροάς και συστάσεις πλείους. Ό και περί τας Κρηνίδας ήν, των Θρακών κατοικούντων. Άπαν γαρ το πεδίον δένδρων πλήρες ήν και υδάτων. Οπότε νυν μάλλον πρότερον εκπήγνυσιν, εξηραμμένων των υδάτων, ου την λεπτότητα του αέρος αιτιατέον ως τινές φασιν».

Στο πιο πάνω σημαντικό κείμενο αναφέρθηκε ιδιαίτερα ο μεγάλος ανασκαφέας των Φιλίππων, αρχαιολόγος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, Collart, στις σελίδες 41 και 185 του έργου του, «Philippes, ville de la Macedoine, dcepuis ses origins jusqua la fin de l’ époque romain”, λέγοντας ότι ο Πλίνιος, στο έργο του «Φυσική Ιστορία», αναφερόμενος στον ιστορικό Μαρσύα από τους Φιλίππους, έλεγε ότι αυτός είχε προσελκυσθεί, παρόλο που ήταν ιστορικός, από το ενδιαφέρον που παρουσίαζε η ιδιαίτερη πατρίδα του για τους βοτανολόγους. Έγραψε, επίσης, ο Collart, ότι «το βοτανολογικό ενδιαφέρον της περιοχής των Φιλίππων «αποτελεί τη αιτία για την οποία συχνά αυτή η περιοχή μνημονεύθηκε εκείνη την εποχή, (ενν. τον 4ο αιώνα π.Χ.) κι η ίδια αυτή περιοχή αποτέλεσε το πεδίο των παρατηρήσεων του Θεόφραστου. Είναι βέβαιο ότι αυτός ο συγγραφέας πρέπει να διέμεινε στους Φιλίππους, γιατί γνώριζε την ποιότητα του εδάφους τους, όπου τα φυτά μπορούν κι αναπαράγονται χωρίς αλλοιώσεις, όπου μπορούν και φύονται οι ιτιές με μια ασυνήθιστη ζωηράδα, όπου μεταφυτεύθηκαν και καλλιεργούνται τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα, που βρήκαν οι κάτοικοι της πόλης στο Παγγαίο. Γιατί αυτός (Θεόφραστος) είναι καλά πληροφορημένος για τις ιδιαιτερότητες του κλίματος της περιοχής αυτής, οι οποίες, για έναν αναγνώστη όχι καλά πληροφορημένο, μοιάζουν αδιανόητες: Για τον βίαιο άνεμο που σηκώνεται κάθε μέρα, γύρω στο μεσημέρι και σκληραίνει τα κουκιά, αποσπώντας τα από τα στελέχη τους. Για την βλαβερή ακινησία του αέρα κατά τις νυχτερινές ώρες, στα χαμηλότερα σημεία του έλους. Για τις πηγές που είδε ο ίδιος ο Θεόφραστος κοντά στα μεταλλεία του Παγγαίου και των οποίων η παροχή διαφέρει ανάλογα με την εποχή, (τούτο μας το μετέφερε κι ο Αθήναιος, ως εξής, «εν δε Θράκη περί το Πάγγαιον ιστορεί Θεόφραστος είναι κρήνην, αφ’ ης ταυτό γέμον ύδατος αγγείον ιστάμενον χειμώνος, έλκειν διπλάσιον αριθμόν ή θέρους»). Σχετική, εξ άλλου με το κλίμα είναι κι η σπουδαία πληροφορία που μας δίνει ο Θεόφραστος, όταν αναφέρεται στη γόνιμη δραστηριότητα των Μακεδόνων αποίκων της πόλης των Φιλίππων: Ενώ κατά την εποχή των Θρακών και της κώμης των Κρηνίδων, λέει, η πεδιάδα ήταν ακόμη σκεπασμένη από δένδρα και νερά και η χέρσα γη διατηρούσε το κρύο και την υγρασία, χάρη στην αποξήρανση του έλους και τη βελτίωση της καλλιέργειας της γης, οι συνθήκες ζωής έγιναν πιο υγιεινές».

Αλλά κι ο αείμνηστος έφορος αρχαιοτήτων Δημ. Λαζαρίδης, στο έργο του «οι Φίλιπποι», που εκδόθηκε το 1956, έγραφε ότι «ο Θεόφραστος, πού γνωρίζει πολύ καλά την περιοχή των Φιλίππων, μας πληροφορεί πώς στον 4° π.Χ. αιώνα, με την εγκατάσταση των Μακεδόνων αποίκων, εκτελείται ένα τεράστιο πλου­τοπαραγωγικό έργο: ή αξιοποίηση των τεναγών της πεδιάδας, πού ως τότε ήταν σκεπασμένη με νερά και δέντρα. Τα αποξηραντικά έργα, πού έγιναν τότε, είχαν σαν αποτέλεσμα και την καλυτέ­ρευση του κλίματος. Η πληροφορία του Θεοφράστου βεβαιώνεται κι' από μια ακρωτηριασμένη επιγραφή της εποχής του Μεγάλου Αλε­ξάνδρου, πού βρέθηκε στις ανασκαφές των Φιλίππων. Τα κομμά­τια της επιγραφής αυτής εκτίθενται στο Μουσείο της Καβάλας».

Το 42 π.Χ., πολύ κοντά στην πόλη των Φιλίππων, στον αποξηραμένο από τον Φίλιππο κάμπο τους, η ιστορία επιφυλάσσει στην περιοχή μια προνομιακή μεταχείριση, που σφραγίζει ανεξίτηλα την πορεία της. Έξω από τα παλιά μακεδονικά τείχη των Φιλίππων παίζεται η τελευταία πράξη του δράματος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, αφού εκεί οι δημοκρατικοί Ρωμαίοι με στρατηγούς τον Βρούτο και τον Κάσσιο αντιμετωπίζουν τους οπαδούς της Μοναρχίας υπό τον Αντώνιο, τον Οκταβιανό (μετέπειτα Καίσαρα Αύγουστο, πρώτο Αυτοκράτορα των Ρωμαίων) και τον Λέπιδο, στην περίφημη μάχη των Φιλίππων, όπου ηττώνται οι δημοκρατικοί, αυτοκτονούν οι επικεφαλής αυτών και ξεκινά για τη Ρώμη η Αυτοκρατορική περίοδος διακυβέρνησής της. Μέσα στον κάμπο διακρίνεται ακόμη και σήμερα ο χαμηλός λόφος, στον οποίο οι δημοκρατικοί Ρωμαίοι είχαν στήσει το στρατόπεδό τους.

Μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των ελών της περιοχής των Φιλίππων μας δίνει επίσης ο ανασκαφέας της βυζαντινής πόλης των Φιλίππων, Paul Lemerle στο έργο του «Philippes et la Macedoine orientale a l’ époque chretienne et byzantine», βασισμένος σε κείμενα του Καντακουζηνού: Αναφερόμενος στη χρονική περίοδο μετά τον θάνατο του Σέρβου κράλλη Στεφάνου Δουσάν, που είχε κατακτήσει την Ανατολική Μακεδονία, πλην της Χριστουπόλεως (σημερινής Καβάλας) και είχε εγκαθιδρύσει εδώ το εφήμερο Σερβικό κράτος του, με έδρα τις Σέρρες και ειδικότερα στο έτος 1355 και στην διαμάχη για την εξουσία, ανάμεσα στο νόμιμο αυτοκράτορα Ιωάννη 5ο Παλαιολόγο και τον διεκδικητή του θρόνου, Ματθαίο Καντακουζηνό, μας λέει τα εξής, ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για την περιοχή των Φιλίππων: «Το έτος εκείνο ο Ματθαίος Καντακουζηνός, επικεφαλής μιας στρατιάς που την αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά Τούρκοι και αυτόχθονες Έλληνες, που είχαν στρατολογηθεί στο Θέμα του Βολερού, (σημειώνουμε εδώ ότι ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι πατούσαν τα χώματα της Ανατολικής Μακεδονίας, φερμένοι, δυστυχώς, από έναν Έλληνα, διεκδικητή του βυζαντινού θρόνου!) διέσχισε τις στενές διόδους της Χριστουπόλεως και διείσδυσε στην περιοχή που ανήκε στον (Σέρβο) καίσαρα Βόϊνα, ληστεύοντας και καταστρέφοντας τα χωριά που βρίσκονταν γύρω από τους Φιλίππους, τα οποία ήταν μεν Ελληνικά, αλλά ήταν από πολύ καιρό υποταγμένα στους Σέρβους. Ο Βόϊνα υποχώρησε από τη Δράμα (όπου ήταν εγκατεστημένος) στις Σέρρες, κοντά στις οποίες έλαβε χώρα μια σύγκρουση, στην οποία τα στρατεύματα του Ματθαίου νίκησαν τους Σέρβους. Στη συνέχεια ο Ματθαίος εγκατέστησε το στρατόπεδό του δίπλα στον Πάνακα (Αγγίτη) ποταμό, όπου, όμως, έλαβε χώρα ένα συμβάν, που έμελλε να είναι μοιραίο γι’ αυτόν: Οι στρατιώτες του εξέλαβαν ως Σερβικό στράτευμα ένα φιλικό προς τον Ματθαίο τμήμα στρατού, το οποίο επέστρεφε από λεηλασία και καταληφθέντες από ξαφνικό πανικό, τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν. Πήραν το δρόμο προς την κατεύθυνση των Φιλίππων, γιατί πίστευαν ότι αν τους προλάβαινε η νύχτα και οι κάτοικοι των Φιλίππων αντιλαμβάνονταν τη φυγή τους, τίποτε δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τον ολοκληρωτικό όλεθρό τους: Οι κάτοικοι των Φιλίππων που κατείχαν το πέρασμα, (ανάμεσα στα έλη και στην πόλη τους), δεν θα τους επέτρεπαν να περάσουν στη Θράκη και ο Σερβικός στρατός θα τους σφαγίαζε. Σ’ αυτό το σημείο ο (συγγραφέας) Καντακουζηνός, για να εξηγήσει τον πανικό των Τουρκικών στρατευμάτων, κάνει μια περιγραφή της περιοχής των Φιλίππων, που είναι η πιο ακριβής την οποία ένας ιστορικός θα μπορούσε να μας αφήσει…: «Επί τινος γαρ υπωρείας της Φιλιππησίων πόλεως κειμένης, το μεν υπέρ την πόλιν άβατόν εστι δια σκληρότητα, φάραγξι βαθείαις και κρημνοίς και πέτραις περιειλημμένον, το δ’ υπό την πόλιν λείον ον, τέναγός εστι και τέλμα βαθύ, ελώδες και ύδασι πολλοίς κατάρρυτον. Στενή δε τις δίοδός εστι μεταξύ της πόλεως και του τενάγους», (δηλαδή, επειδή η πόλη των Φιλίππων βρίσκεται σε μια υπώρεια, το μεν έδαφος πάνω από την πόλη είναι αδιάβατο, εξ αιτίας του ότι είναι βραχώδες και περιβάλλεται από βαθιά φαράγγια, γκρεμούς και βράχους, το δε έδαφος κάτω από την πόλη, που είναι λείο, αποτελεί ένα βαθύ τέναγος, ελώδες και γεμάτο με πολλά νερά. Κι υπάρχει μια στενή δίοδος, ανάμεσα στην πόλη και στο τέναγος). Σ’ αυτό ακριβώς το στενός πέρασμα, (λοιπόν), ανάμεσα στα τείχη της πόλης και στο έλος, οι φυγάδες έλπιζαν να φθάσουν, χωρίς να προσελκύσουν την προσοχή των κατοίκων. Ένας μικρός όμως αριθμός τους μόνο το πέρασε, ενώ οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν. Οι Έλληνες (της περιοχής) πήραν μέρος σ’ αυτή την κατατρόπωση των Τούρκων (μισθοφόρων) κι οι προσπάθειες του Ματθαίου Καντακουζηνού δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν αυτή τη συμμετοχή. Ο Βόϊνα και το Σερβικό στράτευμα των Σερρών αγνοούσαν τι είχε συμβεί, αλλά οι Σέρβοι που κατοικούσαν στα χωριά γύρω από τους Φιλίππους έσπευσαν κι έπεσαν πάνω στους φυγάδες, τους οποίους ο Ματθαίος επιδίωξε μάταια να προστατεύσει. Ο βασιλέας ο ίδιος, (δηλ. ο Ματθαίος), θέλοντας να προστατέψει τον ίδιο του τον εαυτό, πλησίασε κι αυτός τους Φιλίππους. Το άλογό του, εξαντλημένο από τις επιθέσεις και τις αδιάκοπες εφόδους, έπεσε. Ο βασιλέας βρέθηκε σε απελπιστική κατάσταση μέχρις ότου ένα μέλος του βασιλικού οίκου, ονόματι Κυπαρισσιώτης, ο οποίος ήταν άνθρωπος που ελάχιστη σχέση είχε με τον πόλεμο και τις μάχες, ήταν όμως πολύ μορφωμένος, έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει για να τον σώσει: Κατέβηκε από το άλογό του και το έδωσε στον βασιλέα, εκθέτοντας τον εαυτό του σε ολοφάνερο, θανάσιμο κίνδυνο. Αυτόν, πράγματι, τον συνέλαβαν σύντομα οι Σέρβοι κι έμεινε για λίγο καιρό φυλακισμένος απ’ αυτούς, μέχρις ότου απελευθερώθηκε, χάρη στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, (που ήταν ίδιες μ’ αυτές με των Σέρβων). Έτσι ο βασιλέας έφθασε μόνος στους Φιλίππους, όμως βρήκε το στενό πέρασμα κατειλημμένο από τόσους πολλούς ανθρώπους, ώστε δεν διανοήθηκε καν να το περάσει. Μην έχοντας, μετά απ’ αυτό, τίποτε καλύτερο να κάνει, μπήκε μέσα στο έλος, που ήταν καλυμμένο από καλαμιές, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να μείνει κρυμμένος εκεί, μέχρι νάρθει η νύχτα. Καθώς όμως το έλος δεν μπορούσε ν’ αντέξει το βάρος του αλόγου, του οποίου οι οπλές βούλιαζαν στη λάσπη και παρέμεναν παγιδευμένες, ο βασιλέας κατέβηκε από το άλογο και το άφησε ελεύθερο. Αλλά οι κάτοικοι των Φιλίππων είχαν τρέξει στο κατόπι του, γνωρίζοντας ποιος ήταν: Κάποιος Γαβράς, που ήταν ένας από τους οικείους του, είχε πέσει τραυματισμένος στα χέρια τους και την ώρα που παρέδινε το πνεύμα του τον είχε αναγνωρίσει από μακριά και τους είχε πει ότι ήταν ο βασιλιάς αυτός που πλησίαζε. Οι κάτοικοι των Φιλίππων, λοιπόν, άρχισαν να ερευνούν τις καλαμιές και τα δένδρα του έλους με σκύλους, βρήκαν τον βασιλιά και τον οδήγησαν στην πόλη τους. Την επόμενη ημέρα ο καίσαρας Βόϊνα, μόλις έμαθε ότι ο βασιλιάς ήταν φυλακισμένος στους Φιλίππους, τον παρέλαβε και τον οδήγησε στην κατοικία του, στους Φιλίππους, για να τον παραδώσει λίγο αργότερα στον Ιωάννη 5ο Παλαιολόγο, ο οποίος έτσι απαλλάχθηκε από όλους τους διεκδικητές του θρόνου του κι έμεινε μόνος κύριος των βυζαντινών εδαφών».

Μια ακόμη, γλαφυρή περιγραφή του κάμπου και των ελών των Φιλίππων έχουμε, τέλος, από τον Θ. Αθανασιάδη, σε δημοσίευμά του στο «Ημερολόγιον Δράμας», που εκδόθηκε το έτος 1930, (πριν την αποξήρανση του έλους), της οποίας διατηρήσαμε την αρχική σύνταξη κι ορθογραφία: «Ό κάμπος των Φιλίππων προς τα γύρω και πέρα βαθύτερα δυτικά ο κάμπος της Δράμας:. Απέναντί του το Παγγαίον με την ιστορία των χρυσορυχείων του. Οι ηφαιστειοειδείς υψηλοί λόφοι του Πραβίου, (ενν. την σημερινή Ελευθερούπολη), το Σύμβολον όρος με την οροσειρά του λόφου που βρίσκομαι. Πέρα βόρεια ο Όρβηλος, δυτικά το Μενοίκιον όρος, πιο κάτω η Αλιστράτη με τα υψώματά της που σταματούν το μάτι και κάτω από αυτά μια έκταση απέραντη προς την Αγγίστα. Στον κάμπο κάτω εμπρός ο μικρός Ιορδάνης, που ξετυλίγεται μέσα στα χωράφια με τα διάφορα σχήματά των, σαν γαλάζια λωρίδα, παρέκει άλλα νερά και παραπέρα προς τη Στημένη Πέτρα (Δεκιλή Τας) με τες καταπράσινες ακόμα λεύκες της, άλλα προς τα Πραβινά και άλλα που σχηματίζουν βάλτους και σκεπάζουν τόσο χρήσιμη γη μα και πόσα ιστορικά μνημεία δεν κρύβουν και δεν παραχώνουν βαθύτερα! Νερά, πηγές με βίο κι αυτά τόσων αιώνων! Θαυμάζω τη φυσική αυτή μεγαλοπρέπεια και δεν χορταίνει το μάτι μου βλέποντας. Κυριαρχεί μια απερίγραπτη ευχαρίστησι απ’ τη θέα αυτή. Ή φθινοπωριάτικη πρασινάδα, τα λουλούδια, οι καλαμιές, τα τόσα υδροχαρή φυτά παρουσιάζουν τον κάμπο αυτό σαν πλουμπισμένο τάπητα με τέχνη αφάνταστη, που κανένας άλλος απ’ τον Μεγάλο αυτό τεχνίτη, τη Φύσι, δεν θα μπορούσε, όχι να τον κάνη, αλλά και να τον φαντασθή. Χρειάζεται κάλαμος γερός για να μπόρεση να δώση στο χαρτί με λέξεις μια τέτοια εικόνα που είναι μπροστά μου. Γι' αυτό καταλαβαίνοντας την αδυναμία του καλάμου μου φέρω μόνο στο νου μου με γρηγοράδα το παρελθόν αυτού του τόπου απ’ την κορυφή του λόφου που περήφανα υψώνεται σε τέτοιες και τόσες ωμορφιές και φαίνεται σαν κύριος και δεσπότης όλων... Είχαν δίκαιο οι ευφάνταστοι πρόγονοί μας στην αρχαιότητα, στη μυθο­λογία, να πουν πως εδώ έγινε ή αρπαγή της Περσεφόνης απ’ τον Πλούτωνα. Και πού αλλού μπορούσαν να βρουν τέτοιο συνδυασμό ευφορίας, γονιμότητας και μαγευτικής, ωμορφιάς κάμπου; Ή ωραία Κόρη, η θυγατέρα της Δήμητρας, θεάς της Γεωργίας, μαγευμένη από την ωμορφιά αυτή της πεδιάδος των Κρηνίδων (Φιλίππων), ενώ έπαιζε εδώ με τάς Νύμφας και έκοβε λουλούδια από τον φυσικό αυτό ανθόκηπο, έγινε σεισμός και άνοιξε η γη και τότε βγήκε ό βασιλιάς του Άδου και των Υποχθονίων Πλούτων άρπαξε στην αγκαλιά του την ώμορφη Περσεφόνη και την έφερε στο υπόγειο βασίλειό του για γυναίκα του».

Τα λιγοστά αυτά κείμενα που παραθέσαμε αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος από τη πλούσια βιβλιογραφία που ανά τους αιώνες αναφέρθηκε στην ευλογημένη αυτή περιοχή, αυτή στην οποία, πέρα από την πλούσια φύση της, ακόμη μεγαλύτερο πλούτο παρείχαν τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του Παγγαίου και των βουνών της Λεκάνης, που έκαναν το «Δάτον», το αρχαίο πόλισμα που αργότερα ονομάστηκε «Κρηνίδες» κι ακόμη αργότερα «Φίλιπποι», να γίνει ονομαστό σ' όλη την αρχαιότητα για τον τεράστιο πλούτο του, η δε έκφραση "Δάτον αγαθών" να γίνει μια παροιμιώδης έκφραση των προγόνων μας, που σήμαινε την πιο μεγάλη αφθονία και τον πιο μεγάλο πλούτο που μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Σαν ελάχιστο φόρο τιμής, λοιπόν, σ’ αυτή την πλούσια, γοητευτική αλλά και τόσο άγνωστη ιστορία του τόπου μας, παραθέτει και ο υπογράφων το παρόν, ταπεινό του πόνημα.

ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ

            ΙΩΑΝΝΗ ΦΟΥΣΤΕΡΗ 2

          64100 ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015



Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΑΣ   ΑΛΜΩΠΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ

Μέσα στα όρια της Ανατολικής Μακεδονίας, στην περιοχή που εκτείνεται ανατολικά του κάτω ρου του ποταμού Στρυμόνα, δεσπόζει ο όγκος του Παγγαίου όρους, που υψώνεται απότομα μέχρι τα 1956 μέτρα, (κορυφή «Μάτι») και καλύπτει τμήματα των Νομών Σερρών και Καβάλας.

Απομονωμένο απ’ όλες τις πλευρές του από τη θάλασσα κι από τις πεδιάδες των Φιλίππων και των Σερρών, με τις απόκρημνες πλαγιές του, τις βαθιές χαράδρες του τις γεμάτες με δάση οξιάς και βελανιδιάς, με τις υψηλές κορυφές του, που πολλούς μήνες του χρόνου παραμένουν σκεπασμένες από χιόνια, το Παγγαίο όρος ασκούσε από τ’ αρχαία χρόνια μιαν ακατανίκητη έλξη στην ανθρώπινη ψυχή. Όχι τυχαία, λοιπόν, πάνω σ’ αυτό οι Πίερες, οι Οδόμαντες και κύρια οι ορεσίβιοι Σάτρες, οι αδάμαστοι κι ανυπόταχτοι, διατήρησαν επί μακρόν, σε πείσμα των διαδοχικών καταλήψεων του βουνού από διάφορους κατακτητές, τους καθάριους χαρακτήρες τους και τις μυστηριακές λατρείες τους. Ακόμη και στη διάρκεια των πρώτων μετά Χριστόν αιώνων, το αρχαίο μαντείο του Διονύσου, για το οποίο μίλησε, αιώνες πριν ο Ηρόδοτος, συνέχισε να εμπνέει τους Διονυσιακούς θιάσους που είχαν δημιουργηθεί πολυάριθμοι στις πλαγιές του.
Οι μύθοι της πανάρχαιας μυθολογίας του βουνού δεν είχαν χάσει καθόλου από τον μυστηριακό τους χαρακτήρα κι από την έλξη που ασκούσαν στους αυτόχθονες. Έτσι, όταν οι Φίλιπποι έγιναν ρωμαϊκή αποικία και ρωμαίοι άποικοι κατέκλυσαν και τις πλαγιές του ιερού όρους κι ολόκληρη την Πιερία κοιλάδα, η ρωμαϊκή θρησκεία συνάντησε εδώ μύθους καθάριους και ζωντανούς, που τους ενσωμάτωσε στον βασικό κορμό της κι ο θρησκευτικός αυτός συγκρητισμός δημιούργησε μια βαθιά πνευματική θρησκεία, με ενεργή προσήλωση και πίστη στη μέλλουσα ζωή, που έκανε τους μυημένους της έτοιμους να δεχθούν το πνευματικό μήνυμα της νέας Χριστιανικής θρησκείας, η οποία τότε είχε αρχίσει ν’ ανατέλλει. Κι έτσι, δεν είναι τυχαία, όπως πιστεύει ο υπογράφων, η επιλογή αυτού ακριβώς του τόπου από τον Απόστολο των Εθνών, τον Παύλο, για την έναρξη της Χριστιανικής διδασκαλίας, για πρώτη φορά πάνω στο Ευρωπαϊκό έδαφος.

Παράλληλα, εξ άλλου, ποιος ιστορικός, αρχαίος ή σύγχρονος δεν θα φέρει αμέσως στο νου του, με μόνο το άκουσμα του ονόματος του ιερού αυτού βουνού, ότι εδώ ακριβώς βρισκόταν ο τόπος όπου ο Θουκυδίδης έγραψε την Ιστορία του, ο Φίλιππος της Μακεδονίας είχε τις πρώτες κατακτήσεις του, όπου αποφασίστηκε το μέλλον της Ρώμης, όπου η ρωμαϊκή δημοκρατία έδωσε τη θέση της στην αυτοκρατορική διακυβέρνηση, μετά την μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ.; 

Οι νότιες πλαγιές του όρους καταλήγουν στην Πιερία κοιλάδα, μια κοιλάδα που το χωρίζει από το γειτονικό (και πολύ πιο χαμηλό) όρος Σύμβολο, το οποίο κι αυτό οι αρχαίοι μας πρόγονοι το θεωρούσαν σαν ανώνυμη κορυφή του Παγγαίου.

Ο παλιός αμαξιτός δρόμος από την Καβάλα προς την Θεσσαλονίκη ακολουθεί τους πρόποδες του βουνού, διασχίζοντας τα κατάφυτα, γραφικά χωριουδάκια που από αιώνες είναι χτισμένα στη σκιά του. Ένα από αυτά τα χωριά, ο γραφικός Πλατανότοπος, που τ’ όνομά του και μόνο αρκεί για να δροσίσει την σκέψη του ταξιδευτή, πόσο μάλλον τα γάργαρα νερά του, στεφανώνεται από δυο παλιούς (σήμερα ερειπωμένους) οικισμούς, αναγόμενους στην εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, το Αχατλάρ (που μετά το 1929 μετονομάστηκε σε Μικροχώρι) και το Τζιφλίκ, που μετονομάστηκε σε Τρίτα, οι οποίοι ήταν κτισμένοι, αντίστοιχα, στα βόρεια και βορειοανατολικά του, (το δεύτερο, βορείως του 42ου χιλιομέτρου της υπό κρίση εθνικής οδού).

Τον Σεπτέμβριο του 1936 το χωριό Τρίτα είχε ακόμη λιγοστούς κατοίκους όταν δέχθηκε την επίσκεψη ενός εκλεκτού φιλέλληνα επιστήμονα, του Γάλλου αρχαιολόγου και ερευνητή, ανασκαφέα των Φιλίππων, του Paul Collart. Ο μεγάλος εκείνος επιστήμονας ήλθε ως εδώ, ακολουθώντας τα βήματα ενός επίσης σπουδαίου Έλληνα αρχαιολόγου και ακούραστου ερευνητή της ιστορίας του τόπου μας, του τότε Επιμελητή Αρχαιοτήτων στην Καβάλα, Γεωργίου Μπακαλάκη, που πρώτος είχε φθάσει στην Τρίτα, μετά από υπόδειξη του αειμνήστου φιλίστορος Μητροπολίτου Ελευθερουπόλεως κ. Σωφρονίου και κατοίκων του χωριού κι είχε εντοπίσει την επιγραφή με την οποία ασχολείται το παρόν άρθρο, για την οποία, μάλιστα, συνέγραψε και σχετικό άρθρο, με τίτλο «περί Αλμώπων και Αλμωπίας θεάς», το οποίο ανακοινώθηκε από τον Α. Κεραμόπουλο και περιλήφθηκε στα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, (ΧΙΙ, 1937, σελ. 484-488). Ήλθε, έτσι στην Τρίτα κι ο μεγάλος Γάλλος ερευνητής, για να συμπληρώσει την έρευνα που είχε ήδη διενεργήσει ο Μπακαλάκης και πάνω στον μεγάλο φυσικό βράχο, τον μαρμαρούχο σχιστόλιθο ο οποίος δέσποζε τότε του χωριού, καθώς υψωνόταν στα δυτικά του, βρήκε και μελέτησε μια επιγραφή που ήταν πλέον, (ακόμη και τότε), τόσο άσχημα διατηρημένη, λόγω της επί αιώνες έκθεσής της στα κάθε είδους καιρικά φαινόμενα, ώστε με δυσκολία μπορούσε, ακόμη και τότε να διακριθεί, ακόμη κι από το προσεκτικό μάτι του ερευνητή.

Η επιγραφή έχει χαραχθεί πάνω στην καμπύλη επιφάνεια του βράχου, χωρίς καμιά προηγούμενη επεξεργασία, καταλαμβάνει χώρο διαστάσεων 0,68 μέτρων ύψους και 0,86 μέτρων πλάτους και είναι γραμμένη σε δύο στήλες, σαφώς χωρισμένες η μια από την άλλη, από τις οποίες η πρώτη (αριστερή γι’ αυτόν που τις κοιτάζει) έχει οκτώ σειρές γραμμάτων και η δεύτερη (δεξιά) δεκατρείς σειρές. 

Οι δύο τελευταίες από τις σειρές της δεξιάς στήλης δεν διατηρούν την κάθετη ευθυγράμμιση των υπολοίπων ένδεκα.

Το μέσο ύψος των γραμμάτων είναι γύρω στα τρία εκατοστά του μέτρου, εκτός από εκείνων της πρώτης σειράς της πρώτης στήλης, που αναφέρουν το όνομα της θεότητας και έχουν ύψος περίπου πέντε εκατοστών.

Οι χαρακτήρες (τα γράμματα) είναι μεν σχεδιασμένοι χονδροειδώς, είναι όμως σκαλισμένοι αρκετά βαθιά στον βράχο κι έτσι είναι ορατοί ακόμη και σήμερα, που έχουν περάσει άλλα εξήντα και πλέον χρόνια από την μελέτη τους από τον Γάλλο σοφό. Εν τούτοις, η συνεχής διέλευση του νερού της βροχής πάνω από τον κεκλιμένο βράχο έφθειρε πολύ την επιφάνεια αυτού κι εξαφάνισε ορισμένους από τους χαρακτήρες.

Τέλος, τον βράχο χωρίζουν μεγάλες αυλακώσεις, οι οποίες όμως υπήρχαν και την εποχή που χαράχθηκε η επιγραφή η οποία, γι’ αυτό τον λόγο, γράφηκε σε δύο στήλες κι έλαβε υπόψη της τις αυλακώσεις αυτές.

Το κείμενο της επιγραφής ήταν το ακόλουθο (οι χαρακτήρες μέσα σε αγκύλες είναι υποθετικοί, διότι οι πραγματικοί έχουν σβηστεί):








   

ΘΕΑΣ                                             ΚΕ ΟΙ [Α]

ΑΛΜΩΠΙ                                       ΠΟΣΤΟ

ΑΣ ΑΜΠΕΛΟΣ                             ΛΟΙ ΣΕΡΩΗΝΙ

[Η]ΓΟΡΑΣΜΕΝΗ                         ΚΕ Η[Ρ]ΟΥΝΙ

ΠΑΣ Ο ΚΙΝΩΝ                             ΚΕ ΗΛΙ[ΟΔ]ΩΡΩ

[ΔΩΣΕΙ] *..........                            ΚΕ ΕΥΠΟΡΩ

                                                       ΚΕ ΚΑΛΠΡΙΩ

Ο ΙΕ[Ρ]Ε[Υ]Σ                                 ΚΕ ΕΥΠΟΥΛΩ

ΦΙΛΙ[ΠΠΩΝ]                                 Ρ[Μ] Ο [Θ]Υ[Σ]ΑΣ

                                                                ΡΜ ΖΙΠΑΣ ΖΙΠΟΔΟΥ

                                                                ΡΜ ΚΑΠΙΑΠΟΣ

                                                   ΖΗΝΟΝΟΣ

                                                   ..........Κ....

Δεν θα προχωρήσω σε σχολιασμό των συμβόλων της επιγραφής, η οποία, παρά την μακραίωνη ηλικία της και την επί τόσους αιώνες έκθεσή της στη φύση, έχει ένα σαφές νόημα, που το παραθέτω στη συνέχεια. Περιορίζομαι, συνεπώς εδώ να σημειώσω ότι το μεν σύμβολο * της έκτης σειράς της πρώτης στήλης είναι αυτό που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για τα δηνάρια, το νόμισμα της αυτοκρατορίας τους, η δε ανάγνωση των γραμμάτων ΡΜ στην αρχή των σειρών 9-11 της δεύτερης στήλης υπονοεί τον αριθμό 140 και, συνεπώς, την αξία της αμπέλου, για την οποία η επιγραφή κάνει λόγο.

Ας δούμε, λοιπόν, μετά από όλα αυτά, το νόημα της επιγραφής, ακολουθώντας την σκέψη του μεγάλου Γάλλου σοφού:

Η επιγραφή σημαδεύει τη θέση ενός αμπελιού αφιερωμένου σε κάποια θεά Αλμωπία και πιστοποιεί την απόκτηση αυτού του αμπελιού για λογαριασμό της θεάς. Απειλεί με χρηματική ποινή, (της οποίας το ποσό έχει σβηστεί), όποιον τολμήσει να την μετακινήσει (καταστρέψει). Απαριθμεί τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην ανάθεση της προσφοράς του αμπελιού στη θεά, τον ιερέα και τις αντιπροσωπείες (αποστόλους - απεσταλμένους) ορισμένων γειτονικών οικισμών ή πόλεων. Αναφέρει, τέλος, σύμφωνα με τον Γάλλο επιστήμονα, το ποσό (ΡΜ = 140 δηνάρια), αντί του οποίου οι πιστοί, που τα ονόματά τους αναγράφονται σε δοτική πτώση, αγόρασαν το αμπέλι για την θεά τους.

Έχουμε, συνεπώς, εν προκειμένω να κάνουμε μ’ ένα θρησκευτικό κείμενο, που αναφέρεται σε μια τοπική, Παγγαική λατρεία και που το σχήμα και ο τύπος, γενικά, των χαρακτήρων (γραμμάτων) του το παραπέμπει και το χρονολογεί γύρω στον τρίτο (3ο) μετά Χριστόν αιώνα, (μια χρονολόγηση) που εξηγεί με τη σειρά της την χρήση της Ελληνικής γλώσσας στο κείμενο της επιγραφής, η οποία μόλις τότε είχε αρχίσει να υποσκελίζει την επίσημη λατινική γλώσσα και να παίρνει στην περιοχή αυτή, που εξακολουθούσε ν’ αποτελεί ρωμαϊκή αποικία, την μοναδική, κυρίαρχη θέση που κατείχε, αιώνες πριν. Αποκαλυπτικές, εξ άλλου, για την ασφαλή χρονολόγηση της επιγραφής είναι και οι ορθογραφικές ιδιαιτερότητές της, όπως η χρήση του ΚΕ αντί του ΚΑΙ, του Ι αντί του ΟΙ, που δείχνουν πώς προφερόταν οι αντίστοιχοι γραμματικοί τύποι εκείνη την εποχή.

Πάντως κι αυτή η χρονολόγηση της επιγραφής γίνεται από τον Γάλλο σοφό με επιφύλαξη, γιατί δεν στηρίζεται σε ακλόνητα τεκμήρια. Έτσι ο συνετός επιστήμονας συμπληρώνει, ότι οι χαρακτήρες της επιγραφής, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον δείχνουν την αρχαιότητά της.

Ο θρακικός, εξ άλλου, χαρακτήρας της επιγραφής επιβεβαιώνεται από τα θρακικά κύρια ονόματα που περιέχει, μεταξύ των οποίων τα πιο χαρακτηριστικά είναι τα ΖΙΠΑΣ - ΖΙΠΟΔΟΥ, που επανειλημμένα κοσμούν επιγραφές που έχουν βρεθεί στα όρια της αρχαίας Θράκης, αλλ’ ακόμη και στην περιοχή μας, όπως λ.χ. στη λατινική επιγραφή που βρίσκεται αριστερά της εισόδου του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, στην Ελευθερούπολη.

Ας ακολουθήσουμε, όμως, τις σειρές των χαρακτήρων της επιγραφής, για να συνεχίσουμε με την παράθεση των ιστορικών στοιχείων στα οποία αυτή μας παραπέμπει και να κλείσουμε με την παράθεση του τρόπου της «εκ νέου ανεύρεσης» της επιγραφής από τον υπογράφοντα, που απετέλεσε την αφορμή για να γραφεί αυτό το άρθρο.

Κορυφαίο πρόσωπο στην επιγραφή μας είναι ο «ιερεύς των Φιλίππων», που ήλθε εδώ για να καθαγιάσει την αγοραπωλησία του αμπελιού. Το σημείο όπου βρίσκεται η επιγραφή ενέπιπτε, πράγματι, στη διάρκεια και του 3ου μ.Χ. αιώνα, στην ευρύτερη περιοχή που κατελάμβανε η ρωμαϊκή αποικία των Φιλίππων, της οποίας το απώτατο δυτικό όριο (FINES) αναγράφηκε σε κάποιο βράχο, βόρεια του Ποδοχωρίου, όπου είναι εμφανές μέχρι σήμερα. (Πέραν αυτού του ορίου εκτεινόταν η αυτόνομη σ’ όλη τη ρωμαϊκή περίοδο πολιτεία της Αμφιπόλεως). Για τον ίδιο λόγο ήλθαν ως εδώ και οι απεσταλμένοι, («απόστολοι» καλούνται στην επιγραφή), άλλων κωμοπόλεων, των οποίων αρκετά ονόματα αναγνώρισε ο Paul Collart στη δεύτερη στήλη της επιγραφής, είτε με την μορφή εθνικού ονόματος με την κατάληξη –ην(ο)ί, που συνόδευε τη λέξη «απόστολοι», είτε με τη μορφή του κυρίου ονόματός τους, που τέθηκε σε γενική πτώση του ενικού αριθμού, με την κατάληξη -ω (ου): Έτσι, ΣΕΡΩΗΝ(Ο)Ι μοιάζουν να είναι οι κάτοικοι των Σερρών, το τοπωνύμιο των οποίων αναφέρθηκε ήδη πολλούς αιώνες ενωρίτερα από τον Ηρόδοτο με τον τύπο «ΣΙΡΙΣ», για να γίνει σύντομα «ΣΕΡΡΑΙ». Η λέξη ΕΥΠΟΡΟΣ μπορεί να υπονοεί την Ευπορία, ένα ρωμαϊκό σταθμό που βρισκόταν πάνω στον Στρυμόνα, πολύ κοντά στην Αμφίπολη και πάνω στις δύο ρωμαϊκές οδούς που οδηγούσαν, η μια περνώντας βόρεια και η άλλη νότια του Παγγαίου, από την Ηράκλεια τη Σιντική, (που βρισκόταν εκεί που σήμερα βρίσκεται το Ζερβοχώρι Σερρών), στους Φιλίππους. Κάτω από τη λέξη ΚΑΛΠΡΙΩ μπορεί να κρύβεται ένας αρχαίος οικισμός του οποίου οι κάτοικοι, οι «Καλπαπουρείται», μνημονεύονται σε μια επιγραφή που ανακαλύφθηκε ανάμεσα στην Καβάλα και στους Φιλίππους.

Οι πράξεις των θρησκευτικών αδελφοτήτων (συλλόγων) της εποχής εκείνης περιλάμβαναν μερικές φορές, μετά την απαρίθμηση των ονομάτων των πιστών, και μια κατάσταση με τις δωρεές τους. Και στην επιγραφή μας αυτή, λοιπόν, στις τελευταίες σειρές της δεύτερης (αριστερής) στήλης του κειμένου της ο Paul Collart διέκρινε τα ποσά που δαπανήθηκαν για την αγορά, στ’ όνομα της θεάς, του συγκεκριμένου αμπελιού. Άλλωστε, η αγορά αυτή αναγγέλλεται ήδη από την αρχή της επιγραφής, στη δεξιά στήλη της οποίας γίνεται λόγος για «άμπελο ηγορασμένη». Στις τρεις τελευταίες σειρές, (17–19) αναφέρεται το ψηφίο ΡΜ, που στην αρχαία ελληνική γλώσσα ισοδυναμούσε με τον αριθμό 140. Το τίμημα της πώλησης της αμπέλου, συνεπώς, φαίνεται ότι ήταν 140 (ρωμαϊκά) δηνάρια, ένα ποσό μεγάλο, που δείχνει, ταυτόχρονα και το ανάλογο μέγεθος του αμπελιού, το οποίο οι αναγραφόμενοι πιστοί αγόρασαν για χάρη της θεάς τους.

ΖΙΠΑΣ ή ΖΕΙΠΑΣ είναι ένα όνομα πολύ συνηθισμένο στην αρχαία Θράκη και ειδικά στην περιοχή του Παγγαίου, (η λατινική επιγραφή που είναι εντοιχισμένη στ’ αριστερά της εισόδου του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου της Ελευθερούπολης φέρει, για παράδειγμα, το όνομα αυτό). ΚΑΠΙΑΠΟΣ είναι επίσης ένα θρακικό όνομα, που ανάγει την προέλευσή του σε κάποια τοποθεσία και σήμαινε, από φιλολογική άποψη, τον ελικοειδή ποταμό». Αυτά τα θρακικά ονόματα συμπληρώνουν τις πολυάριθμες ενδείξεις που έχουμε για τη συνεχιζόμενη ζωντάνια του θρακικού στοιχείου, τρεις και πλέον αιώνες μετά την ολοκλήρωση της ρωμαϊκής αποίκισης της περιοχής, ιδιαίτερα στις αγροτικές και τις ορεινές περιοχές, των οποίων οι Φίλιπποι ήταν η πρωτεύουσα. Οι Θράκες συνέχιζαν, πράγματι, μετά από τόσους αιώνες ρωμαϊκής κυριαρχίας, ν’ ασκούν αξιόλογη επιρροή στους διονυσιακούς θιάσους (συλλόγους), που ήταν πολυάριθμοι στην περιοχή γύρω από το Παγγαίο, είχαν μυστικιστικό χαρακτήρα και τους ξέρουμε από τις επιγραφές που βρέθηκαν πάνω και γύρω από το ιερό αυτό όρος.

Η πράξη την οποία οι προαναφερθείσες προσωπικότητες και οι επίσημες αντιπροσωπείες των γειτονικών πόλεων ήλθαν για να επισημοποιήσουν εδώ, στην Τρίτα, λίγο έξω από τον σημερινό Πλατανότοπο, ήταν η αγορά και ο καθαγιασμός του αμπελιού, που είχε αγοραστεί με τα δηνάριά τους. Και η επιγραφή έδειχνε ακριβώς το σημείο όπου βρισκόταν το αμπέλι που αγοράσθηκε, καθαγιάσθηκε κι αφιερώθηκε στη θεά Αλμωπία. Μάλιστα, είχαν παρθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης της ιδιοκτησίας της θεάς, όπως δείχνει η φράση «ΠΑΣ Ο ΚΙΝΩΝ» που φαίνεται στην τέταρτη γραμμή της πρώτης (αριστερής) στήλης της επιγραφής. Με την φράση αυτή απειλούνταν με πρόστιμο, το ποσό του οποίου δεν διακρίνεται, σχεδόν καθόλου, (ίσως όμως να ήταν «Σ» δηλαδή 200 δηνάρια), καθένας που θα τολμούσε να μετακινήσει την επιγραφή και να παραβιάσει, έτσι τα όρια του αμπελιού της θεάς. Ο παραβάτης προειδοποιούνταν ότι ο περίκλειστος χώρος του αμπελιού της θεάς δεν προστατευόταν μόνο και μόνο επειδή ήταν ιερός, αλλά (προστατευόταν) κι από συγκεκριμένες νομικές διατάξεις, που τέθηκαν σε ισχύ με την επιγραφή αυτή. Ήταν πολύ συνετή πράξη, συνεπώς, να χαραχθεί αυτή η αυστηρή προειδοποίηση, όχι πάνω σε μια στήλη που εύκολα θα μπορούσε να μετακινηθεί, αλλά πάνω σ’ ένα συμπαγή βράχο του βουνού.

Ποια ήταν, όμως η θεότητα στην οποία αφιερώθηκε το αμπέλι από τους πιστούς της; Το όνομά της δεν αναφέρεται στην επιγραφή. Αυτή προσδιορίζεται μόνο από το τοπικό επίθετο Αλμωπία, το οποίο προσδιορίζει την προέλευσή της. Αλμώπιος, Αλμωπία αλλά και Άλμωψ είναι εθνικά επίθετα, που αναφέρονται και προέρχονται από τους Άλμωπες, φύλο της δυτικής Μακεδονίας που αναφέρεται από τον Πλίνιο και τον Πτολεμαίο, οι οποίοι, κατά τη μυθολογία, ανήγαν την καταγωγή τους στον γίγαντα που είχε το όνομα Άλμωψ κι ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Έλλης, κόρης του Αθάμαντα. Τον λαό αυτόν μνημονεύει, επίσης κι ο Θουκυδίδης, μεταξύ εκείνων των φύλων που υποτάχθηκαν ή εκδιώχθηκαν από τους Τημενίδες, στη διάρκεια των κατακτήσεων που προσπόρισαν στους τελευταίους το Μακεδονικό Βασίλειο, (Θουκυδίδη ΙΙ,99 : «ανέστησαν δε….. και εξ Αλμωπίας Άλμωπας»).

Κατανοεί, συνεπώς ο καθένας, πόσο ενδιαφέρον παρουσιάζει, να ξαναβρίσκεται το όνομα αυτού του λαού πάνω στις νότιες πλαγιές του Παγγαίου όρους, δηλαδή ακριβώς σ’ εκείνη την περιοχή όπου έφτιαξαν τη νέα τους πατρίδα οι Πίερες, που επίσης είχαν εκδιωχθεί από τους Μακεδόνες από την παλιά τους πατρίδα, την Πιερία του Ολύμπου, (Θουκυδίδη ΙΙ,99, 3: «… αναστήσαντες μάχη εκ μεν Πιερίας Πίερας, οί ύστερον υπό το Πάγγαιον πέραν Στρυμόνος ώκησαν Φάγρητα και άλλα χωρία (και έτι νυν Πιερικός κόλπος καλείται η υπό τω Παγγαίω προς θάλασσαν γη»).

Ο σοφός Γάλλος αρχαιολόγος Collart, που πρώτος περιέγραψε την επιγραφή, θεωρεί έτσι πολύ πιθανό, οι Άλμωπες, κατά τη φυγή τους από τη Δυτική Μακεδονία, να πήραν τον ίδιο δρόμο με τα γειτονικά τους φύλα, τους Βοττιαίους, τους Εορδούς, τους Ηδωνούς (ή Ηδώνες) και τους Πίερες, από τους οποίους άλλοι σταμάτησαν στα όρια της Χαλκιδικής, ενώ άλλοι κατευθύνθηκαν πέρα από τον ποταμό Στρυμόνα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, πιστεύει ο Collart, ο Γεώργιος Μπακαλάκης πίστεψε ότι είδε στην επιγραφή αυτή την πλήρη και τυπική επιβεβαίωση της πιο πάνω υπόθεσης και τοποθέτησε έτσι γύρω από τον βράχο της Τρίτας, πάνω στον οποίο είχε σκαλιστεί η επιγραφή προς τη Θεά Αλμωπία, το καταφύγιο του φύλου των Αλμώπων, για το οποίο απλά είχε, κατά τη γνώμη του, παραλείψει να κάνει λόγο ο Θουκυδίδης. Εν τούτοις, ο σοφός Collart πιστεύει ότι πρέπει να τοποθετηθεί μέσα στα σωστά της όρια η αξία αυτού του ντοκουμέντου που μας προσέφερε η γη της αρχαίας Θράκης, (στην οποία ανήκε η περιοχή της Τρίτας, την εποχή που χαράχθηκε η επιγραφή).  Αν, λέει ο καθηγητής, αυτή η επιβεβαιωμένη κι εντοπισμένη στον χώρο από την επιγραφή μας λατρεία είναι πράγματι πολύ παλιά και πράγματι μεταφέρθηκε στο Παγγαίο από τους Άλμωπες, ήδη από την εποχή της μετανάστευσής τους, η σχετική άποψη δεν χάνει τίποτε από τη σημασία της. Αν, αντίθετα, αυτή η λατρεία είχε εισαχθεί πρόσφατα, (δηλαδή λίγο πριν από τη λάξευση της επιγραφής), η τελευταία δείχνει απλά ότι είχαν δημιουργηθεί στενές σχέσεις ανάμεσα στη Μακεδονική κοιτίδα, (δηλαδή τη Δυτική Μακεδονία) των εκδιωχθέντων πληθυσμών και στις θρακο – μακεδονικές περιοχές, όπου αυτοί οι πληθυσμοί κατόρθωσαν να εγκατασταθούν.

Μετά από όλες αυτές τις σκέψεις, μένει να διαλευκανθεί, ποια ήταν αυτή η Θεά Αλμωπία, που λατρευόταν κατά τους πρώτους μετά Χριστό αιώνες στο Παγγαίο. Στο ερώτημα αυτό ο σοφός Γάλλος καθηγητής δίνει μια ικανοποιητική, όπως πιστεύει ο γράφων, απάντηση.

Περί τα 80 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης, η αρχαία Αλμωπία κατελάμβανε τη φυσική λεκάνη που σχημάτιζαν οι πηγές του ποταμού Λουδία. Αυτή η λεκάνη ήταν κλεισμένη από τα βόρεια κι από τα δυτικά από το υψηλό όρος Βόρας (Καϊμακτσαλάν), που κορυφωνόταν στα 2.525 μέτρα κι από τ’ ανατολικά την χώριζε από την κοιλάδα του Αξιού ένας ορεινός όγκος λίγο πιο χαμηλός. Έτσι, αυτή η απομονωμένη λεκάνη δεν είχε πρόσβαση, παρά μόνο από τα νότια, όπου ο ποταμός σχηματίζει ένα πέρασμα ανάμεσα στους λόφους που περιβάλλουν την Έδεσσα. Από την Αριδαία, που ήταν η καρδιά της Αλμωπίας, η Έδεσσα, (που ο σοφός καθηγητής εσφαλμένα θεωρούσε ότι ήταν οι Αιγές, η αρχαία πρωτεύουσα του Μακεδονικού Βασιλείου), δεν απείχε παρά 17 χιλιόμετρα κι έτσι ακουμπούσε κυριολεκτικά την Αλμωπία, πράγμα που είχε υπογραμμίσει, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, ένας έξοχος γνώστης της αρχαίας γεωγραφίας της Μακεδονίας, ο άγγλος ταξιδευτής W. M. LEAKE.  Τα δύο ονόματα εξ άλλου γειτόνευαν και στα κείμενα του Ιεροκλή. Τέλος, ακόμη και σήμερα, οι επαρχίες της Έδεσσας και της Αλμωπίας είναι γεωγραφικά ενωμένες σε μια ενιαία περιοχή, την οποία οριοθετεί στα νότια της Έδεσσας το όρος Βέρμιο.

Αυτή ακριβώς η περιοχή της Έδεσσας, η ενωμένη με την Αλμωπία, λάτρευε κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα μια γυναικεία θεότητα, καλούμενη «Μα», την λατρεία της οποίας επιβεβαιώνουν πολλές αναθηματικές επιγραφές, που έχουν βρεθεί στην πόλη αυτή. Η «Μα» ήταν αρχαία θεότητα της γης, συγγενική προς τις Μεγάλες Μητέρες της Ανατολής, είχε τα πρώτα της ιερά στα Κόμανα της Καππαδοκίας και στα Κόμανα του Πόντου, στα οποία ιερά της συνωθούνταν κατά χιλιάδες οι ιερόδουλοι και οι ιερόδουλες που υπάκουαν στους ιερείς της. Αλλά κι αργότερα αυτή η θεότητα είχε πιστούς, αφενός μεν στη Ρώμη, αφετέρου δε στη λεκάνη του Αιγαίου πελάγους και της Προποντίδας, όπως στην Πέργαμο, στο Γαλατά, στην Κωνσταντινούπολη, στην Έδεσσα, στην οποία η λατρεία της μεταφέρθηκε από τις ρωμαϊκές λεγεώνες που είχαν πάει στη Μικρά Ασία για να πολεμήσουν κατά του Μιθριδάτη, καθώς κι από Καππαδόκες σκλάβους.

Οι επιγραφές της Έδεσσας, που είναι σχεδόν όλες χρονολογημένες, κυμαίνονται από το 211 μέχρι το 265 μ.Χ. Τότε, λοιπόν φαίνεται αυτή η Μακεδονική πόλη να γίνεται η νέα εστία της λατρείας της Μα. Πιστεύει, έτσι, ο Γάλλος καθηγητής, που ερμήνευσε την επιγραφή κατά τον τρόπο που ο υπογράφων απλώς σας τον παρουσιάζει, ότι η θεά Αλωπία της Τρίτας, του δικού μας, δηλαδή Πλατανοτόπου, που ήταν πασίγνωστη στους πιστούς της μ’ αυτό ακριβώς το επίθετο που πρόδινε τον τόπο καταγωγής της, δεν μπορεί να ήταν άλλη από τη μεγάλη θεά της Έδεσσας, την «ΘΕΑ ΜΑ ΑΝΕΙΚΗΤΟ».Και δεν πρέπει, σύμφωνα με τον καθηγητή Collart, να μας εκπλήσσει αυτή η ακαθόριστη επίκληση της θεάς. Για μαγικούς λόγους οι Θράκες του Παγγαίου απέφευγαν με μεγάλη ευσυνειδησία ν’ αποκαλούν τους θεούς τους με τα ονόματά τους, (κατά τον ίδιο τρόπο, όπως σημειώνει ο γράφων, που και οι αρχαίοι Ισραηλίτες απέφευγαν την επίκληση του ονόματος του Θεού).

Ενώ, λοιπόν, η θεότητα αυτή (ΜΑ, Μα) αναφέρεται συχνά στις επιγραφές, οι αρχαίοι συγγραφείς που μας μιλούν γι’ αυτήν τηρούν κι αυτοί μια παρόμοια επιφύλαξη. Πράγματι, η Μα προσδιορίζεται και κρύβεται στα φιλολογικά κείμενα, είτε κάτω από το όνομα κάποιας θεότητας με την οποία μοιάζει, ή με ακόμη πιο ανώνυμο τρόπο, ως «η θεός», όπως, για παράδειγμα, στον Στράβωνα (Γεωγραφία, ΧΙΙ, 3, 32, παράγρ. 557 - ΧΙΙ, 3, 36, παράγρ. 559 - ΧΙΙ 8, 9, παράγρ. 575 «η θεός», ΧΙΙ 2, 3, παράγρ. 335: «το της Ενυούς ιερόν»), στον Αππιανό (Μιθρ, 114: «της εν Κομάνοις Θεάς»), στον Πλούταρχο (Συλλογαί, 9, 7, παράγρ. 457: «θεόν, ήν τιμώσι Ρωμαίοι παρά Καππαδόκων μαθόντες, είτε δη Σεμέλην ούσαν είτ’ Αθηνάν είτ’ Ενυώ») και σε διάφορους ρωμαίους συγγραφείς (Bellona). Ίσως, όμως, σύμφωνα με τον Collart, θα πρέπει να διακρίνουμε μια νέα ένδειξη, βοηθητική στην προσπάθειά μας να εξακριβώσουμε την ταυτότητα της θεότητας που κρύβεται στην επιγραφή μας, στο γεγονός ότι η ιερή προσφορά που έχουμε εδώ προς τη θεά Αλμωπία είναι ένα αμπέλι. Πράγματι, η μια από τις επιγραφές της Έδεσσας περιείχε, παρόμοια, μια προσφορά αμπελιού προς τη θεά Μα. Ο Α. Cameron αποκατέστησε πριν από αρκετές δεκαετίες εκείνη την επιγραφή, δίνοντας την αληθή έννοια στο σύνολο των ντοκουμέντων που προήλθαν από το ιερό της θεάς στην Έδεσσα. Η επιγραφή αυτή, για την οποία κάνουμε λόγο, σύμφωνα με τον W. Baege, διαβάζεται ως εξής: «Έτους αqτ’ μηνός / Δίου. Στρα(τ)τώ δούλη / θεάς ανικήτου Μας / καταγράφω αμπέλων / [π]λέθρα δύο πλείον ή ε[φ όσ]ον τότ[ε] μακρώ [..σα..]». Η ημερομηνία της επιγραφής, που έχει σαν αφετηρία το Μακεδονικό ημερολόγιο, διαβάζεται: αqτ’ = τ’qα = 391 – 148 = 243 πρό Χριστού. Βέβαια, θα μπορούσαμε να έχουμε εδώ μια απλή σύμπτωση. Αυτή η ταύτιση των ιερών αφιερώσεων  στις δύο επιγραφές, από μόνη της δεν θα μπορούσε ν’ αποδείξει ότι επρόκειτο και στις δύο περιπτώσεις για την ίδια θεότητα. Η καλλιέργεια της αμπέλου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Μακεδονία. Στη Θεσσαλονίκη, όπως και στο σημερινό οικισμό των Φιλίππων, (δίπλα στους αρχαίους Φιλίππους – παλιά «Σέλιανη») βλέπουμε ν’ αναφέρονται συχνά, μέσα στα κείμενα τελευταίας βούλησης (διαθήκες), αρκετά στρέμματα αμπελιών, τα εισοδήματα από τα οποία προορίζονταν να σιγουρέψουν την εκτέλεση των τελευταίων βουλήσεων του διαθέτη. Στη Χαλκιδική, το ακραίο σημείο της Σιθωνίας έφερε το χαρακτηριστικό όνομα «Ακρωτήριον Άμπελος». Και οι πλαγιές της Βιβλίας ή Βιβλίνης χώρας, δηλαδή οι παραλιακές πλαγιές του σημερινού Συμβόλου όρους, που δεν απείχαν και πολύ από το Παγγαίο, ανάμεσα στις πόλεις Νεάπολι (σημερινή Καβάλα) και Οισύμη (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Νέα Πέραμος), παρήγαν ένα φημισμένο στην αρχαιότητα κρασί, τον «βίβλινο οίνο». Αυτή η σύμπτωση είναι, εν τούτοις, χρήσιμο να επισημανθεί. Διότι δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι η προσφορά ενός αμπελιού ανταποκρινόταν και στη μια και στην άλλη περίπτωση σε κάποια ιδιαίτερη λατρευτική ανάγκη. Αντίθετα, και στις δυο περιπτώσεις αυτή η προσφορά αμπελιού είχε σαν σκοπό να εξασφαλίσει ένα εισόδημα στη θεότητα. Έτσι, μέχρι και τις μέρες μας, σε αρκετές περιοχές του Αιγαίου, (όπως, π.χ. στην Κάλυμνο), ελαιώνες αφιερώνονται στην Παναγία, στην οποία διατίθεται η συγκομιδή, με πρόθεση, ολοφάνερα πανομοιότυπη μ’ εκείνη των αρχαίων πιστών.

Η λατρεία, λοιπόν της Μα, της θεάς Αλμωπίας, δεν κατόρθωσε, σύμφωνα με τον σοφό Collart, να φθάσει στο Παγγαίο παρά στη ρωμαϊκή εποχή και συγκεκριμένα κατά τον τρίτο μετά Χριστό αιώνα. Δεν μπορεί, κατά συνέπεια, με κανένα τρόπο, κάποια αρχαία αυτόχθονη λατρεία της Δυτικής Μακεδονίας να ήλθε στο Παγγαίο οκτώ αιώνες ενωρίτερα, τότε που μετανάστευσαν οι Άλμωπες από τις αρχαίες κοιτίδες τους.. Η συγκεκριμένη λατρεία, στην οποία αναφέρεται η επιγραφή μας, που είχε οργιαστικό κι αιματηρό χαρακτήρα, με τις έξαλλες συνοδείες της και τους εκούσιους κατατεμαχισμούς της, όπως περιγράφεται κυρίως από ορισμένους λατίνους συγγραφείς, πρέπει να βρήκε απλώς εδώ, στο Παγγαίο, ιδιαίτερα ευνοϊκό έδαφος. Πράγματι, όπως ήδη από το 1910 είχε επισημάνει ο σοφός καθηγητής P. Perdrizet, στο σύγγραμμά του «Cultes et mythes du Pangee” (Λατρείες και μύθοι του Παγγαίου), “η ενθουσιαστική θρησκεία του Βάκχου επέτρεψε, όπως φαίνεται, στους κατοίκους της Παγγαιικής χώρας, να υποδεχθούν μ’ ευχαρίστηση τις οργιαστικές λατρείες της Μικράς Ασίας». Οι διονυσιακοί θίασοι, που ήταν πολυάριθμοι σ’ αυτές τις περιοχές, τις απομακρυσμένες από την περιοχή της αποικίας των Φιλίππων, αναζητούσαν κι αυτοί, όπως γινόταν και στη Μικρά Ασία με τις λατρείες που αναφέραμε, μέσα από την έκσταση και τις νεκρικές τελετές, την επικοινωνία με το θεό. Άλλωστε, εξ αιτίας ακριβώς αυτής της οργιαστικής πλευράς της λατρείας της, η θεά Μα μερικές φορές ταυτιζόταν και με τη Σεμέλη, ή συγκαταλεγόταν στις τροφούς του βρέφους Διονύσου, (δείτε Στέφανο Βυζάντιο στη λέξη Μάσταυρα: «Μα δε τη Ρέα είπετο, ην παρέδωκε Ζευς Διόνυσον τρέφειν...»).

Στην ύστερη εποχή, κατά την οποία σκαλίστηκε η επιγραφή μας, η λατρεία της Μα κατέληξε να ταυτισθεί μ’ αυτήν της Κυβέλης, της Μεγάλης ανατολικής Μητέρας, από την οποία σε παλιότερες εποχές διακρινόταν καθαρά, οπότε και ξαναβρήκε τον αρχικό χαρακτήρα της, ο οποίος απεικονίζεται πλέον στο όνομά της, «Μα», που σημαίνει «Μητέρα».Η Κυβέλη, όμως, είχε πιστούς σ’ αυτό το κομμάτι της Ανατολικής Μακεδονίας: Σημάδια της λατρείας της έχουν βρεθεί στη Μυγδονία, τη Βισαλτία, στην Άκανθο, στη Θάσο και, όσον αφορά την περιοχή του Παγγαίου, στην Αμφίπολη και στους Φιλίππους. Για τον ίδιο αυτόν λόγο, σε μια από τις αναθηματικές επιγραφές της Έδεσσας, η θεά ονομάζεται όχι πλέον «Μα», αλλά «Μήτηρ θεών».

Γνωρίζουμε όλοι καλά πόσο σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν στη διάδοση των θρησκευτικών ιδεών και λατρειών οι μεγάλες οδοί επικοινωνίας. Μέσω της Εγνατίας Οδού, η οποία διέσχιζε την Βαλκανική χερσόνησο από το Δυρράχιο μέχρι τον Ελλήσποντο και μέσω της θαλάσσιας οδού που οδηγούσε από τη Νεάπολη στην Αλεξάνδρεια της Τρωάδος, η Μακεδονία συνδεόταν με τη Μικρά Ασία με δεσμούς και σχέσεις άμεσες και συχνές. Αυτές, λοιπόν τις οδούς χρησιμοποίησαν οι οπαδοί των ανατολικών λατρειών, για τις οποίες κάναμε λόγο, για να τις φέρουν μέχρι την Έδεσσα. Απ’ αυτήν, ακριβώς, την Εγνατία Οδό, που διέσχιζε τους Φιλίππους, ήλθαν ως εδώ και οι λατρείες των θεών της Αιγύπτου, οι οποίοι είχαν ιερό σ’ αυτή την πόλη. Απ’ αυτή τη μεγάλη, διεθνή τότε, οδική αρτηρία έφθασε, περίπου στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ., κι ο Απόστολος Παύλος, για να ιδρύσει στους Φιλίππους, στη Θεσσαλονίκη και στη Βέροια τις πρώτες Χριστιανικές εκκλήσίες της Ευρώπης. Έτσι, το έντονο ρεύμα αυτών των θρησκευτικών και πολιτιστικών ανταλλαγών που ακολουθούσε τα ίχνη της Εγνατίας Οδού, ανάμεσα στο Αιγαίο Πέλαγος και την Αδριατική, ήταν εκείνο που, υπό την αντίστροφή του έννοια, επέτρεψε, κατά τον 3ο μετά Χριστόν αιώνα, και τη μεταφύτευση, από την Έδεσσα στο Παγγαίο, της λατρείας της Μα, της θεάς Αλμωπίας, αναβιώνοντας ίσως την ανάμνηση των αρχαίων δεσμών που ένωναν, χαμένοι βαθιά μέσα στην ιστορία, τις δύο αυτές περιοχές της Μακεδονίας. 

Μέχρι σήμερα, λίγα μέτρα μακριά από την επιγραφή και στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου εκτεινόταν το αμπέλι της θεάς Αλμωπίας, οι κάτοικοι του Πλατανοτόπου εξακολουθούν να καλλιεργούν τ’ αμπέλια τους. Δεν γνωρίζουν τίποτε για την επιγραφή, ούτε έχουν ακούσει ποτέ για τη θεά Αλμωπία. Εξακολουθούν, όμως κι αυτοί, όπως έκαναν οι πρόγονοί τους, να προσφέρουν τάματα και καρπούς της γης και της φύσης στον ένα και μοναδικό, αληθινό Θεό, στους Αγίους και τους μάρτυρές της χριστιανικής Θρησκείας, συνεχίζοντας, έτσι την μακραίωνη παράδοση αυτού του λαού στο σεβασμό και τον φόβο προς τα άγια και τα όσιά του κι αποδεικνύοντας, δεκαεπτά αιώνες μετά, ότι κι αυτοί κι εκείνοι ανήκουν σ’ αυτό το πεισματάρικο, περήφανο, έθνος, που το χαρακτηρίζει «το όμαιμον και το ομόγλωσσον και τα κοινά των προγόνων έθη».

ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘ. ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ


 

 


 
 

 

 

 

 

 

 

 

 
 
 
 

 

 

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

(Διάλεξη του Θεοδώρου Δημ. Λυμπεράκη, που δόθηκε στις 7-12-2009, επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης 250 χρόνων από την ανέγερση του Ιερού Ναού).

Το Πράβι (η σημερινή Ελευθερούπολη) είναι μια από τις αρχαιότερες κωμοπόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας.

Είναι κτισμένη στους πρόποδες των βουνών Παγγαίου και Συμβόλου, από τα οποία το πρώτο υπήρξε σπουδαιότατο, θρησκευτικό κέντρο της αρχαιότητας, αλλά και αξιόλογη πηγή πλούτου, με τα μεγάλα δάση του και τα περίφημα μεταλλεία χρυσού και αργύρου.

Στην κορυφή του υπήρχε, ήδη πριν την εποχή του Ηροδότου, το μαντείο του Διονύσου, που το κατείχε και το εκμεταλλευόταν το πολεμικό, θρακικό φύλο των Σατρών.

Ή ύπαρξη αρχαίων ευρημάτων στην περιοχή του Πραβίου είχε επισημανθεί ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν ο Γάλλος περιηγητής E. Cousinery, γενικός πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, περνώντας στα 1786 από το Πράβι, ανέφερε την ύπαρξη «ορισμένων αρχαιοτήτων», χωρίς ωστόσο να τις περιγράψει.

Πολύ αργότερα ο Γάλλος αρχαιολόγος L. Heuzey, που πέρασε από το Πράβι μαζί με τον επίσης Γάλλο αρχιτέκτονα Daumet, δημοσίευσε δύο επιγραφές από το Πράβι, που τις είδε εντοιχισμένες στον τότε «επισκοπικό» ναό της επισκοπής Ελευθερουπόλεως, δηλαδή στον Άγιο Νικόλαο. Απ’ αυτές η μία ήταν μια επιτύμβια επιγραφή των παλαιοχριστιανικών χρόνων, που βρισκόταν εντοιχισμένη στον τοίχο του εξωτερικού περιβόλου του Ναού. Μια τρίτη επιγραφή, την οποία δημοσίευσε ο Salac, ήταν αυτή για την οποία ο Ρ. Perdrizet είχε επισημάνει ότι χρησίμευε ως κατώφλι του ναού. Δυστυχώς και οι τρεις παραπάνω επιγραφές είναι σήμερα χαμένες. Πάντως, ακόμη και σήμερα, στο νότιο περιστύλιο, αριστερά της εισόδου του ναού και δίπλα στο εικονοστάσι, σώζεται μια λατινική επιτύμβια επιγραφή, αφιερωμένη σ’ ένα μικρό, πεντάχρονο θράκα.

Οι μαρτυρίες για την ύπαρξη ρωμαϊκής κώμης στην Ελευθερούπολη, που υπήρχαν μέχρι τότε, αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών αναστήλωσης και ανάπλασης του ναού του Αγίου Νικολάου, που πραγματοποιήθηκαν μετά το 1971, όταν, μετά την καταστροφή του ναού από πυρκαγιά και την απομάκρυνση των εξωτερικών επιχρισμάτων του, αποκαλύφθηκε ένα πλήθος θραυσμάτων αρχιτεκτονικών μελών παλαιοχριστιανικών χρόνων, καθώς και θραύσματα επιγραφών ρωμαϊκών χρόνων, εντοιχισμένα σε διάφορα σημεία του ναού και στην αψίδα του ιερού, όπου και η κτητορική επιγραφή του 1759.

Ωστόσο, οι ανασκαφές που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της αναστήλωσης του ναού, έφεραν στο φως κι άλλα ευρήματα, τα οποία βεβαίωσαν και προγενέστερες φάσεις της ιστορίας αυτού του ρωμαϊκού οικισμού της Ελευθερούπολης, του οποίου γνωρίζουμε με μεγάλη πιθανότητα δύο ονόματα, αυτό του 2ου αιώνα μ.Χ. (Trillon ή Trinlo) και αυτό του 3ου αιώνα μ.Χ. (κώμη των Ανθεριτηνών). Η αποκάλυψη μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής, κάτω από τον μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου, απέδειξε τη συνέχεια τής ζωής του ρωμαϊκού οικισμού στα παλαιοχριστιανικά χρόνια, η οποία είχε ήδη τεκμηριωθεί με τα εντοιχισμένα στο μεταβυζαντινό ναό αρχιτεκτονικά μέλη, καθώς και τη χαμένη σήμερα επιτύμβια επιγραφή των παλαιοχριστιανικών χρόνων, ενώ η ανεύρεση ενός ελληνιστικού τάφου του 2ου π. Χ. αιώνα με πλούσια κτερίσματα και της διάσπαρτης κεραμικής του 4ου και 5ου π. Χ. αιώνα βεβαίωσε την ύπαρξη του οικισμού στους ελληνιστικούς και κλασικούς χρόνους.

Η θέση του αρχαίου αυτού οικισμού, στον οποίο ανήκουν τα ευρήματα του νεκροταφείου των ρωμαϊκών, ελληνιστικών και κλασσικών χρόνων κάτω από τον Άγιο Νικόλαο, εντοπίσθηκε το 1979 στο λόφο πού υψώνεται ανάμεσα στις βορειοανατολικές παρυφές της πόλης και στο σύγχρονο νεκροταφείο, στην περιοχή «Παλιάμπελα».

Ο οικισμός αυτός, όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα από την επιφανειακή, κυρίως, έρευνά του, κατοικήθηκε αδιάκοπα ήδη από την ύστερη νεολιθική εποχή, (4.000 π.Χ. περίπου), μέχρι και το τέλος της ρωμαϊκής περιόδου.

Ο λόγος της διαχρονικής ανάπτυξης του οικισμού, αρχικά στο λόφο πάνω από τα σημερινά νεκροταφεία και στη συνέχεια, ήδη από την πρώιμη, βυζαντινή περίοδο, στο σημείο όπου είναι κτισμένη η σημερινή Ελευθερούπολη, ήταν η θέση του οικισμού. Πράγματι, από την πόλη μας περνούσε, ήδη από τη πρώιμη αρχαιότητα, η αρχαία (ή Κάτω) Οδός, που ήταν αυτή την οποία είχε ακολουθήσει ο Ξέρξης, κατά την εκστρατεία του στην Ελλάδα. Η Κάτω Οδός εγκαταλείφθηκε γύρω στις αρχές του 2ου π.Χ. αιώνα, για να ξαναχρησιμοποιηθεί από τους Ρωμαίους, οι οποίοι πάνω στα παλιά της ίχνη χάραξαν τη (δευτερεύουσα) οδό που συνέδεε τους Φιλίππους με την Αμφίπολη. Μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες, οπότε άλλαξαν οι συγκοινωνιακές συνθήκες της ευρύτερης περιοχής, το Πράβι εξακολουθούσε να είναι ένας σημαντικός, οδικός κόμβος και σ’ αυτήν ακριβώς την ιδιότητά του όφειλε την ευημερία του.

Πάνω σ’ αυτό τον σημαντικό, οδικό άξονα, που για πολλούς αιώνες χρησίμευσε για τη μετακίνηση ανθρώπων, εμπορευμάτων και ιδεών, ήταν επόμενο ν ανεγερθεί πολύ πρώιμα, ήδη στην παλαιοχριστιανική περίοδο, (6ο αιώνα μ.Χ.), ένας περίλαμπρος ναός, του οποίου τη λαμπρότητα αποδεικνύουν τ’ αρχιτεκτονικά μέλη του, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα, εντοιχισμένα στον πολύ αργότερα ανεγερθέντα, Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου.

Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, πότε ακριβώς εκείνος ο περίλαμπρος ναός είχε καταστραφεί, αλλ’ από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια και μέχρι το έτος 1759 δεν φαίνεται να υπήρξε άλλος ναός πάνω στα θεμέλιά του. Επειδή όμως ήταν επί αιώνες ορατά κάποια ίχνη του παλαιοχριστιανικού ναού, ενώ παράλληλα διατηρούνταν προφανώς κι η ανάμνησή του, όπως ίσως να διατηρούνταν στην προφορική παράδοση και το ότι αυτός ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Μηνά, γι’ αυτό μέχρι σήμερα ο ναός γιορτάζει δυο φορές το χρόνο, μια στη γιορτή του Αγίου Μηνά και μία σ’ αυτή του Αγίου Νικολάου. Το γεγονός, άλλωστε, ότι σώζεται προφορική παράδοση, σύμφωνα με την οποία, στη διάρκεια των απελευθερωτικών πολέμων των αρχών του 20ού αιώνα, οι κάτοικοι του Πραβίου έβλεπαν τον προστάτη Άγιό τους με το άλογό του πάνω από την πόλη, καθώς και το γεγονός ότι το τελούμενο προς τιμή του Αγίου Μηνά «κουρμπάνι» προδίδει μια λατρεία του Αγίου, προφανώς παλαιότερη αυτής του Αγίου Νικολάου, αποτελούν ισχυρά τεκμήρια, ότι ίσως ο παλαιοχριστιανικός ναός που βρίσκεται κάτω από τον Άγιο Νικόλαο ετιμάτο στη μνήμη του Αγίου μεγαλομάρτυρος Μηνά, παρόλο που τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά και ιστορικά τεκμήρια δεν βεβαιώνουν κάτι τέτοιο..

Πάνω στα θεμέλια του παλαιού εκείνου ναού άρχισε, λοιπόν, ν' ανεγείρεται το έτος 1759 ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, γεγονός για το οποίο μας πληροφορεί μια επιγραφή, χαραγμένη στο πάνω μέρος σπασμένου αμφικιονίσκου, τοποθετημένου ανεστραμμένα. Ό αμφικιονίσκος, που στη σημερινή του θέση, στην εξωτερική επιφάνεια της κόγχης του ιερού, τοποθετή­θηκε σε δεύτερη χρήση, ως οικοδομικό υλικό, φέρει πρόχειρα χαραγμένο, εκτός από το έτος που αναφέρθηκε, κι ένα μικρό σταυρό και είναι πολύ πιθανό να προέρχεται από παράθυρο της παλαιοχριστιανικής βασιλικής.

Για την ανέγερση του νέου ναού χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό, πέραν του κυρίου υλικού του, που το αποτελούσαν οι σχιστολιθικές πέτρες και οι σχιστολιθικές πλάκες της στέγης του, καθώς και τα ξύλα των ξύλινων μερών του, πολλά αρχιτεκτονικά μέλη (κίονες, αμφικίονες, κιονόκρανα κλ.π.) της παλαιοχριστιανικής βασιλικής που βρισκόταν κάτω από τα θεμέλιά του, η Αγία Τράπεζα της βασιλικής, που αποτελεί και τη σημερινή Αγία Τράπεζα του Ναού, ορισμένες, ρωμαϊκές επιγραφές και πλάκες, άγνωστης προέλευσης και μια ρωμαϊκή πεσόσχημη βάση, πού χρησιμοποιήθηκε και στην παλαιοχριστιανική εκκλησία, πιθανόν ως φιάλη, γιατί έχει ανάγλυφους σταυ­ρούς στις τρεις πλευρές και σήμερα βρίσκεται τοποθετημένη στην ανατολική άκρη της νότιας πλευράς του περίστωου κλπ.

Θα πρέπει, όμως, προτού αρχίσουμε ν’ αναφερόμαστε στην ιστορία του ναού του Αγίου Νικολάου, από την ανέγερσή του και μετά, να κάνουμε κι ορισμένες σκέψεις για τη θρησκευτική κατάσταση των Χριστιανών Πραβινών, στα χρόνια πριν την ανέγερση του ναού: Ήδη από το έτος 1212, σ' ένα γράμμα του, ο τότε Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ', απευθυνόμενος στον τότε καθολικό (λόγω της λατινικής κατάκτησης) Μητροπολίτη Φιλίππων Γουλιέλμο, ανέφερε ανάμεσα στις περιοχές της δικαιοδοσίας του τελευταίου και την "Pravicaresta" που πιθανώτατα είναι το Πράβι. Από πατριαρχικά έγγραφα, εν συνεχεία, αναφερόμενα στη δικαιοδοσία των Μητροπολιτών της Μητροπόλεως Φιλίππων, γνωρίζουμε ότι από παλαιών χρόνων, («έκπαλαι»), το Πράβι ανήκε, ως ενοριακό, στη μητρόπολη εκείνη. Είναι, επίσης, αναμφίβολο ότι και στη διάρκεια όλης της μακραίωνης δουλείας του, το Πράβι είχε και Χριστιανούς κατοίκους. Αυτό το τελευταίο επιβεβαιώνεται από ένα. Σιγίλιο, που εξέδωσε στη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχίας του ο Νεόφυτος ο Β', ο από Αθηνών, το έτος 1608, με το οποίο ξαναπροσαρτήθηκαν στη Μητρόπολη Φιλίππων, από την οποία είχαν παλιότερα (άγνωστο όμως πότε) αποσπασθεί και προσαρτηθεί στη Μητρόπολη Δράμας, τα χωριά Πράβι και Αικισίανη (σημερινή Νικήσιανη), «προκειμένου ν’ αποκατασταθεί η αρχαία τάξη».

Στα χρόνια πριν την ανέγερση του Αγίου Νικολάου οπωσδήποτε υπήρξε μια σημαντική αναζωογόνηση του χριστιανικού πληθυσμού του Πραβίου, που δεν ήταν, βέβαια, άσχετη με την έναρξη της οικονομικής ανάπτυξής του, η οποία, με τη σειρά της, οφειλόταν στην εξαιρετική θέση του και στη μεγάλη, εμπορική κίνησή του. Πράγματι, περιηγητές που πέρασαν από το Πράβι στις αρχές του 18ου αι., (όπως ο Πώλ Λούκας κ.λ.π.), μας πληροφορούν ότι αυτό είχε πολλά χάνια, είχε εργοστάσιο κατασκευής βλημάτων ("τοπούζια") για πυροβόλα όπλα, (στη σημερινή στοά Νάτσιου), τα οποία μεταφέρονταν από τα λιμάνια της Καβάλας και του Τσάγεζι (Ορφανίου) στο ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης, ενώ την ίδια περίοδο, λόγω των πολλών νερών της περιοχής, άκμαζε ήδη η βυρσοδεψία και η κατασκευή των περίφημων γεμενιών, ελαφρών υποδημάτων που τα λέγανε "τουλούμπες" - γιατί τα χρησιμοποιούσαν οι πυροσβέστες ή τουλουμπατζήδες - και τα οποία κατέκλυζαν τις αγορές της Κωνσταντινούπολης και της Φιλιππούπολης, (ανάμνηση αυτής της απασχόλησης αποτελεί ίσως η ονομασία της σημερινής συνοικίας "Τουλούμπα»). Εξ άλλου, περίτρανη απόδειξη της αναζωογόνησης της δράσης του χριστιανικού στοιχείου που διέθετε το Πράβι αποτελεί το γεγονός ότι από εδώ πέρασε κι ο Κοσμάς ο Αιτωλός για να διδάξει, το πέρασμά του, όμως, τοποθετείται οπωσδήποτε μετά το έτος 1760, οπότε ο πατριάρχης Σεραφείμ Β' του έδωσε την άδεια να περιοδεύσει και να διδάξει στη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Αιτωλοακαρνανία, πράγμα που σημαίνει ότι η ανέγερση του ναού δεν συνδέεται με την προηγούμενη διέλευση του Αγίου, αφού ο ναός του Αγίου Νικολάου είχε ήδη ανεγερθεί, όταν πέρασε ο Άγιος, αλλά η διέλευση του Αγίου οφειλόταν στην αναζωογόνηση του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής.

Αυτή η οικονομική αναζωογόνηση των χριστιανών κατοίκων του Πραβίου δεν ήταν, όμως, η μόνη αιτία για την ανέγερση του ναού στα 1759. Μια δεύτερη, σημαντική αιτία συνδέεται άμεσα με την αρχαία επισκοπή Ελευθερουπόλεως.

Η βυζαντινή Ελευθερούπολη τοποθετείται από τους ιστορικούς, τους αρχαιολόγους και τους ερευνητές στα ερείπια του βυζαντινού κάστρου της Ανακτορούπολης, (τη Νέα Πέραμο) Πράβι και αργότερα στις σημερινές Ελευθερές. Εκεί, συνεπώς, έδρευε όλους τους αιώνες που υφίστατο (και γνωρίζουμε ότι η επισκοπή Ελευθερουπόλεως, ή Αλεκτρυοπόλεως ή Ανακτοροπόλεως υπήρχε τουλάχιστον από το 879 μ.χ., οπότε στην υπό τον Φώτιο σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως μνημονεύεται ο επίσκοπος Ελευθερουπόλεως Θεόδωρος), η υπαγόμενη στην Αποστολική Μητρόπολη των Φιλίππων, επισκοπή Ελευθερουπόλεως, η οποία, στο β' μισό του 15ου αιώνα, (περίοδο Τουρκικής κατάκτησης), ήταν η μόνη ζώσα επισκοπή της Μητροπόλεως Φιλίππων, σ’ αυτήν υπαγόταν ακόμη και η άλλοτε επισκοπή Χριστουπόλεως (Καβάλας) και στο εξής ο τίτλος "επίσκοπος Ελευθερουπόλεως" ήταν ο μοναδικός σε χρήση.

Από τους "επισκοπικούς καταλόγους της Εκκλησίας της Ελλάδος απ' αρχής μέχρι σήμερον" που δημοσίευσε ο Β.Γ. Ατέσης στην Αθήνα το έτος 1975, (σελ. 61), προκύπτει ότι οι τελευταίοι επίσκοποι της επισκοπής Ανακτοροπόλεως ή Ελευθερουπόλεως στην παλαιά της έδρα ήταν ο Δαμιανός, εκλεγείς το 1615 και ο Παρθένιος, εκλεγείς το 1624. Μετά τον τελευταίο μεσολάβησε ένα μεγάλο χρονικό κενό 142 (ή κατ' άλλους 159) χρόνων, μέσα στο οποίο δεν αναφέρεται κανένα όνομα επισκόπου της επισκοπής. Τούτο αποδίδεται από τους μελετητές στο ότι η έδρα της επισκοπής είχε παρακμάσει ή ίσως και να είχε καταστραφεί ολότελα, ο δε τίτλος της επισκοπής είχε παραμείνει ενδεχόμενα σε κάποιον αρχιερέα, υπαγόμενο στη Μητρόπολη Δράμας και Φιλίππων.

Το έτος 1766, όμως, επανιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Σαμουήλ Α' τον Χαντζερή, μετά από αίτηση του επισκόπου Φιλίππων και Δράμας Καλλινίκου, η επισκοπή Ελευθερουπόλεως, οπότε εξελέγη επίσκοπος Ελευθερουπόλεως ο Γεράσιμος, που αργότερα διετέλεσε Μητροπολίτης Φιλίππων και Δράμας. Ήδη όμως η επανίδρυση της επισκοπής συνδέθηκε με τη νέα έδρα της, που δεν ήταν πλέον η αρχαία έδρα που είχε επί σειρά αιώνων, είτε στην περιοχή της σημερινής Νέας Περάμου, είτε στην περιοχή των Ελευθερών, αλλά το Πράβι. Υπάρχουν, ως εκ τούτου, δύο πιθανότητες: Είτε ότι το σπουδαίο γεγονός, της μεταφοράς της έδρας της επισκοπής, από τις Ελευθερές στο Πράβι, αποτέλεσε την αιτία της προηγούμενης ανέγερσης του ναού του Αγίου Νικολάου, προκειμένου ο ναός αυτός ν’ αποτελέσει τον επισκοπικό ναό της αρχαίας επισκοπής στη νέα έδρα της, είτε ότι η μεταφορά της έδρας στο Πράβι έγινε ακριβώς επειδή στο τελευταίο, το οποίο ήδη αποτελούσε ένα είδος επαρχιακού, ημιαστικού κέντρου, με μεγάλη εμπορική κίνηση, υπήρχε ιδιαίτερα ευσεβές, χριστιανικό στοιχείο, το οποίο πρόσφατα είχε κτίσει ένα ωραίο ναό, που άξιζε ν’ αποτελέσει τον επισκοπικό ναό της αρχαίας επισκοπής.

Γύρω από το ναό του Αγίου Νικολάου, πάντως, που ευθύς μετά την μεταφορά της έδρας της επισκοπής Ελευθερουπόλεως στο Πράβι έγινε επισκοπικός, (ίσως μάλιστα και η αφιέρωσή του στ' όνομα του "θαλασσινού" Αγίου Νικολάου να οφείλεται ή και να προέρχεται ακριβώς από την παλαιά έδρα της επισκοπής, που βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, όπως ήδη αναφέραμε), υπήρχε και συνέχισε να υπάρχει (ακόμη και μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους, ασχέτως του ότι ήδη πλέον δεν χρησιμοποιούνταν παρά μόνο για έκτακτα περιστατικά, ήτοι ταφές αβάπτιστων νεογνών ή ταφές τιμωμένων προσώπων), το νεκροταφείο των Χριστιανών της πόλης, ενώ τον χώρο περιέβαλλε υψηλός τοίχος ύψους 3,5 μέτρων, (που σωζόταν μέχρι το 1960), με 4 εισόδους, εντός και μέχρι του ύψους του οποίου υπήρχε το παλαιό, λιθόκτιστο καμπαναριό του ναού, που το έτος 1915 επεκτάθηκε καθ’ ύψος γύρω στα 11 μέτρα από Καλλιπολίτες μάστορες, με δωρεά του ντόπιου κατοίκου Α. Χατζηνάσιου, αγωγιάτη το επάγγελμα. Μέσα στον περίβολο επίσης υπήρχαν και οι τάφοι του νεκροταφείου καθώς και 2 πηγάδια, δύο λιθόκτιστα δωμάτια, ένας υπόστεγος, ημιυπαίθριος χώρος και, τέλος, ένα παλαιότατο παρεκκλήσι ταφής, (πίσω από το ιερό), με ωραιότατες τοιχογραφίες και με τα οστά των παλιών Πραβινών.

Εδώ, συγκεκριμένα, ήταν θαμμένοι προύχοντες του τόπου, όπως λ.χ., ο Μητροπολίτης Ιωσήφ, μέλη της οικογένειας Διαμαντή, η Ασπασία Αλ. Παπουτσοπούλου, το γένος Π. Κολοβού, που γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 14-7-1869 και πέθανε στις 15-1-1901 κι ήταν συγγενής του Μάνθου Κολοβού, γραμματέα του Αλή πασά, ο Βασίλειος Παπαχρηστίδης, (που πέθανε στην Αθήνα το 1941) κ.α.

Μόλις κατά το έτος 1930 έπαψε η ταφή των Πραβινών στον χώρο του Αγίου Νικολάου, αφού ήδη από το 1923 είχε ανεγερθεί ο μικρός ναός των Αγίων Θεοδώρων, από τους πρόσφυγες που μετά την Μικρασιατική καταστροφή κατέκλυσαν την πόλη μας, ο οποίος έγινε ο Ιερός Ναός του κοιμητηρίου της.

Στο σημείο αυτό θ’ αναφερθούμε και σ’ ένα άλλο, ιστορικό πρόβλημα, που συνδέεται με το ναό μας. Γνωρίζουμε ότι η ελληνική συνοικία της ανέκαθεν μεικτής, (αποτελούμενης από Τούρκους, Έλληνες και Αθίγγανους), κοινωνίας του Πραβίου εκτεινόταν νότια της σημερινής λεωφόρου Φρίξου Παπαχρηστίδη (ή αλλιώς Εθνικής Οδού Καβάλας - Θεσσαλονίκης) και ταυτίζεται με τον διατηρητέο σήμερα οικισμό της παλιάς πόλης. Μέσα στα όρια όμως της ελληνικής συνοικίας δεν υπάρχει οποιοδήποτε ιστορικό στοιχείο, που να πιστοποιεί την ύπαρξη τυχόν Ιερού Ναού, ικανού να εξυπηρετήσει τις εκκλησιαστικές ανάγκες του χριστιανικού στοιχείου. Η σκέψη όμως ότι το επισκοπείο της επισκοπής Ελευθερουπόλεως, ανεγερθέν αμέσως μετά την μεταφορά της έδρας της τελευταίας στο Πράβι και λίγο μετά την ανέγερση του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου (και κατεδαφισθέν το έτος 1967) βρισκόταν στην καρδιά της ελληνικής συνοικίας και δίπλα στο σημερινό Β' Δημοτικό Σχολείο, δημιούργησε στους ερευνητές την υποψία, ότι ίσως εκεί δίπλα υπήρχε κάποιος ναός, για την ύπαρξη του οποίου όμως δεν έχουμε καμία πληροφορία. Την υποψία αυτή επιτείνει το γεγονός της επιλογής της προ του επισκοπείου εκείνου πλατείας, ως χώρου κατάλληλου για την ανέγερση του Ιερού Ναού Αγίου Ελευθερίου το έτος 1929, σε συνδυασμό και με την πληροφορία ότι μέχρι την ανέγερση του τελευταίου, στην ίδια θέση υπήρχε κάποιο "στασίδι", (μικρό, προσκυνηματικό εκκλησάκι), που είχε, επίσης κατά πληροφορίες, ανεγερθεί εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα και το οποίο κατεδαφίστηκε το 1929.


Η ΧΗΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΕΛΕΥΘ/ΛΕΩΣ, ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗ ΚΑΙ Η ΠΟΛΥΣΧΙΔΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΣΤΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΚΕΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ .

Τον Μάρτιο του 1917 οι Βούλγαροι, μη μπορώντας να συγχωρήσουν στον εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Γερμανό Σακελλαρίδη το γεγονός της ενεργού συμμετοχής του, αρχικά στην τελευταία φάση του Μακεδονικού αγώνα και στη συνέχεια στους εναντίον τους αγώνες, μόλις κατέλαβαν εκ νέου την Ανατολική Μακεδονία, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στο Πράβι, όπου, αφού τον βασάνισαν και τον εξευτέλισαν επί πολλούς μήνες, τελικά, τη βροχερή νύχτα της 5ης προς 6η Ιουλίου του 1917 τον έσυραν έξω από τη φυλακή του, με ισχυρή συνοδεία στρατιωτών, δήθεν για να τον οδηγήσουν στη Δράμα ή στη Βουλγαρία, στην πραγματικότητα όμως για να τον οδηγήσουν στο μαρτύριο, που έλαβε χώρα με την κατακρεούργησή του δίπλα σ’ ένα πηγάδι, κοντά στο χωριό Δάτο του σημερινού Δήμου Φιλίππων, από τις λόγχες των Βούλγαρων στρατιωτών, οι οποίοι στη συνέχεια τον απαγχόνισαν, ανάβοντας μάλιστα φωτιά κάτω από το μαρτυρικό σώμα του, μέχρις ότου εξέπνευσε.

Από το πρωί, λοιπόν, της 6ης Ιουλίου του 1917 τύποις, από το Μάρτιο όμως του ίδιου έτους στην ουσία, ο μητροπολιτικός θρόνος Ελευθερουπόλεως έμεινε κενός. Το βάρος της ουσιαστικής διοικήσεως της Ιεράς Μητροπόλεως και της πνευματικής καθοδηγήσεως του ποιμνίου της, σ’ εκείνες τις χαλεπές εποχές, ανέλαβε μια άλλη, ηρωική μορφή, ο στενός φίλος και συνεργάτης του εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Γερμανού στον Μακεδονικό αγώνα και στην κατά των Βουλγάρων αντίσταση, ο Αρχιερατικός Επίτροπος παπα – Νικόλας Οικονόμος ή Βλάχος, του οποίου το πολύτιμο αρχείο, αποτελούμενο από εκατοντάδες έγγραφα αλλά και φωτογραφίες, με τη δική του επιμέλεια, με τη μετέπειτα φροντίδα του γιου του, αγαπητού Πραβινού ιερέα παπα - Δημήτρη Οικονόμου, κυρίως όμως χάρη στην ευαισθησία των τριών εγγονών του από το γιο του Παπα- Δημήτρη, του Νίκου, του Σπύρου και του Σταύρου Οικονόμου, παραδόθηκε, με τη μεσολάβηση του ομιλούντος, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Παράρτημα Καβάλας, επιτρέποντας, έτσι, να διασωθεί ένα ιδιαίτερα πολύτιμο κομμάτι της εκκλησιαστικής (και όχι μόνο) ιστορίας του τόπου μας και της περιοχής στην οποία εκτεινόταν η Ιερά Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως.

Με μια ενδεικτική, λοιπόν κι όχι, ασφαλώς, αποκλειστική σειρά εγγράφων, στα οποία θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια περιληπτικά και τα οποία προέρχονται από το πολύτιμο αρχείο που προαναφέραμε, θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε εκείνη την περίοδο της εκκλησιαστικής ιστορίας του τόπου μας, προσπαθώντας συνάμα να δείξουμε τον αγώνα και τη συμβολή της τοπικής εκκλησίας στους κόπους και το μόχθο του χειμαζόμενου λαού μας.

Στις 18 Ιανουαρίου του 1918, μόλις είχαν φύγει οι Βούλγαροι κατακτητές, αφήνοντας ρημαγμένη και λεηλατημένη την Ανατολική Μακεδονία και τους κατοίκους της, όσους είχαν επιζήσει, απόρους, ο υποδιοικητής Πραβίου στέλνει στον αρχιερατικό επίτροπο, παπα – Νικόλα Οικονόμο, ένα έγγραφο, με το οποίο του δηλώνει ότι συνιστά μια τετραμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τον ίδιο τον ιερέα, τον Δήμαρχο Πραβίου και τις δεσποινίδες Γλυκερία Υφαντοπούλου και Μαρία Κυριακού, την οποία επιφορτίζει με το καθήκον να διανείμει δωρεάν, στους πιο άπορους Πραβινούς, 90 υποκάμισα και 25 δεκάδες καλτσών!

Στη συνέχεια έρχεται ένα σημαντικό έγγραφο, που φέρει ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 1918, υπογράφεται από τον «αρχιερατικό επίτροπο Οικονόμου Νικόλαο» και περιέχει μια κατάσταση που περιγράφει τα ιερά άμφια, τα κειμήλια και τα βιβλία που άρπαξαν οι Βούλγαροι κατακτητές από τον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου του Πραβίου, (σήμερα Ελευθερούπολης), στις 24 Ιουνίου του 1917, η συνολική αξία των οποίων, όπως στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται, ανερχόταν σε 19.555 δραχμές εκείνης της εποχής!

Στις 20 Δεκεμβρίου του 1918 ο «Μητροπολίτης Ξάνθης και Καβάλλας Άνθιμος», όπως υπέγραφε, απέστειλε στον «Αιδεσ. παπά Νικόλα» μια επιστολή, με την οποία τον πληροφορούσε ότι του ανατέθηκε, από το Εκκλησιαστικό, Αρχιερατικό Συμβούλιο της Μητροπόλεως Ξάνθης και Καβάλας, η εποπτεία της επαρχίας Ελευθερουπόλεως και γι’ αυτό τον καλούσε στην Καβάλα «δια τα περαιτέρω», προφανώς, δηλαδή, για να του αναθέσει καθήκοντα κι αρμοδιότητες.

Στις 26 Δεκεμβρίου του 1918 ο πρόεδρος της κοινότητας Μουσθένης απηύθυνε προς τον αρχιερατικό επίτροπο παπα – Νικόλα μια επιστολή, με την οποία, αφού τον πληροφορούσε ότι κι οι δυο ψάλτες της κοινότητάς του είχαν πεθάνει όμηροι στη Βουλγαρία, του ζητούσε να μεσολαβήσει, ώστε ο κ. Στέργιος Σιμιτσής, άλλοτε δάσκαλος στο χωριό Κάρυανη, να διοριστεί δάσκαλος στη Μουσθένη, γιατί συνάμα αυτός είχε τη δυνατότητα «να μετέρχεται και την ψαλτικήν». Μέσα απ’ αυτό το έγγραφο φαίνεται γυμνή η αλήθεια της πλήρους και ολοσχερούς αποδιοργάνωσης της ελληνικής διοίκησης στην επαρχία της Ιεράς Μητροπόλεως, που έλαβε χώρα στη διάρκεια της τρομερής, βουλγαρικής κατοχής 1915-1917, καθώς και του ολέθρου που έσπειραν οι κατακτητές, αφαιρώντας χιλιάδες ζωές σ’ εκτελέσεις κι ομηρίες κι αφήνοντας ακόμη και τις εκκλησιές έρημες, χωρίς ιερείς και ψάλτες.

Στις 4 Φεβρουαρίου του 1919 ο αρχιερατικός επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Καβάλας, στην εποπτεία της οποίας εξακολουθούσε να υπάγεται η επαρχία Ελευθερουπόλεως, απέστειλε στον παπα – Νικόλα μια επιστολή, με την οποία του ζητούσε να πληροφορήσει την εποπτεύουσα Ιερά Μητρόπολη για την τύχη των αρχιερατικών και λοιπών περιουσιακών στοιχείων του εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Γερμανού, ποια ήταν τα ονοματεπώνυμα των ιερέων της επαρχίας Ελευθερουπόλεως, οι οποίοι είχαν απαχθεί στη Βουλγαρία κι αν κάποιοι απ’ αυτούς εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη Βουλγαρία, τον πληροφορούσε ότι οι καταστάσεις με τις ζημίες που είχαν υποστεί τα χωριά της επαρχίας Ελευθερουπόλεως από τους κατακτητές δεν είχαν φτάσει ακόμη στα χέρια της εποπτεύουσας Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Καβάλας και του ζητούσε να στείλει τα χρήματα από τις εκδοθείσες άδειες γάμου, γιατί η Ιερά Μητρόπολη Ξάνθης και Καβάλας «είχε απόλυτον ανάγκην χρημάτων».

Στις 9 Φεβρουαρίου του 1919 ο υποδιοικητής Πραβίου στέλνει στον Δήμαρχο Πραβίου, στον αρχιερατικό επίτροπο, παπα – Νικόλα Οικονόμο και στις δεσποινίδες Μαρίκα Κυριάκου και Ελένη Αθανασίου Νικολάου ένα έγγραφό του, με το οποίο τους ενημερώνει ότι συνιστά μια νέα, τετραμελή επιτροπή διανομής ιματισμού, την οποία επιφορτίζει με το καθήκον, να συντάξει ονομαστικό κατάλογο των εντελώς απόρων της περιφερείας Πραβίου, των εχόντων ανάγκη ιματισμού, επισημαίνοντάς τους ότι έπρεπε να προτιμηθούν οι χήρες και τα ορφανά των φονευθέντων, στην Ελλάδα ή στη Βουλγαρία, των αποθανόντων από κακουχίες και στερήσεις, καθώς και οι οικογένειες των ομήρων και των προσφύγων.

Στις 26 Φεβρουαρίου του 1919 ο Δήμαρχος Πραβίου, κ. Κωνσταντίνος Εμμανουηλίδης, αποστέλλει προς τον αρχιερατικό επίτροπο, «Αιδεσ. Ιερέα Νικόλαον», δύο έγγραφα: Με το πρώτο απ’ αυτά του κοινοποιεί την εγκύκλιο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, «περί προσκλήσεως προς κατάταξη των στρατευσίμων της απογραφής του 1919 και τον παρακαλεί να φροντίσει, ώστε αυτή ν’ αναγνωστεί στους Ιερούς Ναούς της επαρχίας της Ιεράς Μητροπόλεως, ενώ με το δεύτερο του κοινοποιεί έγγραφο του Υποδιοικητή Πραβίου, «περί περιθάλψεως των θυμάτων του πολέμου», αξιωματικών ή οπλιτών, που είχαν περιέλθει σε κατάσταση απορίας.

Την επομένη, 27η Φεβρουαρίου του 1919, η Εκκλησιαστική Επιτροπή, οι κοινοτικές αρχές κι όλοι οι κάτοικοι του χωριού Κορμίστα (που σήμερα ανήκει στο Νομό Σερρών), απευθύνουν προς τον αρχιερατικό επίτροπο, παπά – Νικόλα Οικονόμο, επιστολή, με την οποία τον παρακαλούν να διορίσει τον πατέρα Στέργιο Παπαθανασίου ως ιερέα του χωριού, με τον οποίο η κοινότητα Κορμίστης είχε προβεί σε σχετική συμφωνία. Στην επιστολή αυτή βλέπουμε την Κορμίστα, (Χορομίτσα των υστεροβυζαντινών εγγράφων του Αγίου Όρους), να υπάγεται, ακόμη τότε, στην εκκλησιαστική και ποιμαντική δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως.

Στις 20 Μαρτίου του 1919 ο αρχιερατικός επίτροπος, παπα – Νικόλας Οικονόμος, απαντώντας σε σχετικό αίτημα του Γενικού Διοικητή Ανατολικής Μακεδονίας, αποστέλλει προς αυτόν μια πολύ ενδιαφέρουσα, όσο και τραγική επιστολή: Πρόκειται για την ονομαστική κατάσταση των ιερέων της επαρχίας Ελευθερουπόλεως, που είχαν αποσταλεί όμηροι στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας της Βουλγαρίας επί δεκαπεντάμηνο και άλλοι μεν εξ αυτών επέστρεψαν, άλλοι όμως άφησαν τη τελευταία τους πνοή στα τρομερά εκείνα στρατόπεδα ή στο δρόμο της επιστροφής. Τα ονόματα των ιερέων εκείνων και ο τόπος όπου αυτοί λειτουργούσαν, αντί για μνημόσυνο, θα δημοσιευτούν στα Πρακτικά του παρόντος συνεδρίου.

Μετά το παραπάνω τραγικό έγγραφο παραθέτουμε ένα ακόμη, τραγικότερο, το οποίο συνέταξε ο παπα – Νικόλας Οικονόμος ως «Αρχιερατικός επίτροπος του αγίου Ελευθερουπόλεως». Το έγγραφο αυτό δεν φέρει χρονολογία, πλην όμως από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι συντάχθηκε αμέσως μόλις ο συντάκτης του επέστρεψε από την ομηρία στα βουλγαρικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το έγγραφο απευθύνεται «προς την Αυτού Σεβασμιότητα τον Πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου της Ελλάδος» και αποφεύγοντας, λόγω της τραγικότητάς του, να το σχολιάσουμε, παραθέτουμε αυτούσιο το πιο σημαντικό κομμάτι του: «……. Άμα τη κατά το χιλιοστόν εννεακοσιοστόν δέκατον έκτον έτος αφίξει των προαιωνίων εχθρών του έθνους και της εκκλησίας ημών, των απαισίων Βουλγάρων, οίτινες με εξοντωτικόν πρόγραμμα ήλθον, (στρεφόμενοι;) μεταξύ των άλλων κυρίως (κατά;) επιστημόνων, εκ των οποίων άλλοι μεν εξορίσθησαν, άλλοι εφυλακίσθησαν και άλλοι εδολοφονήθησαν, δεν ηδυνήθη να υπεκφύγει και ο ημέτερος Μητροπολίτης Άγιος Ελευθερουπόλεως, παρά (των) τα μένεα πνεόντων κατ’ αυτού από το δεκατρία (εννοεί τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο του 1913), δεν ήργησαν να προσάψωσιν κατ’ αυτού κατηγορίαν ως κατασκόπου και την 6ην Φεβρουαρίου το 917 συλληφθείς ερρίφθη εις τα φυλακάς όπου εκρατήθη μέχρι της απαγωγής του εις εξορίαν γεννησομένης τη 23 Ιουνίου του ιδίου έτους και την 28 του ιδίου μηνός και έτους απήχθη νύκτωρ εκ Πραβίου, κατ’ αφήγησιν των ενταύθα εναπομεινάντων…» (και περιγράφεται ακολούθως το γνωστό μαρτύριο του εθνομάρτυρα).

Από τις 23 Μαρτίου του 1919 έρχεται ένα έγγραφο του Δημάρχου Πραβίου, Κωνσταντίνου Εμμανουηλίδη προς τον αρχιερατικό επίτροπο, με το οποίο παρακαλείται ο τελευταίος να μεριμνήσει για την τελετή της επίσημης δοξολογίας της εορτής της 25ης Μαρτίου, η οποία εορτή δεν είχε τελεστεί ποτέ στα προηγούμενα χρόνια, λόγω των εχθρικών κατακτήσεων.

Στις 20 Απριλίου του 1919 ο Υποδιοικητής Πραβίου ζητά από τον αρχιερατικό επίτροπο, παπα – Νικόλα Οικονόμο, να τον ενημερώσει για τα επιδόματα που θα εισέπρατταν οι παλλινοστήσαντες από την τρομερή, δεκαπεντάμηνη εξορία ιερείς της Ιεράς Μητροπόλεως.

Από τις 6 Μαίου του 1919 έχουμε τρία (3) έγγραφα της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Καβάλλας, τα οποία υπογράφει ο Μητροπολίτης Άνθιμος, με τα οποία η ως άνω Ιερά Μητρόπολη ζητά από τον αρχιερατικό Επίτροπο της χηρεύουσας ακόμη Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως:

Με το υπ’ αρ. πρωτ. 187 έγγραφο, να συγκεντρώσει από τους εφημερίους και τις εκκλησιαστικές επιτροπές των ιερών ναών της επαρχίας Ελευθερουπόλεως λεπτομερείς δηλώσεις «περί των ζημιών των προελθουσών εκ του πολέμου εις τας περιουσίας των ιερών ναών, (τόσον του Πραβίου, όσον και των λοιπών κοινοτήτων), τις οποίες να υποβάλει στην Υποδιοίκηση Πραβίου.

Με το υπ’ αρ. πρωτ. 188 έγγραφο, να ειδοποιήσει τις εκκλησιαστικές επιτροπές των ιερών ναών της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως, ν’ αποστείλουν στην εποπτεύουσα Ιερά Μητρόπολη Ξάνθης και Καβάλας πληροφορίες σχετικές με τον αριθμό των ενοριακών ναών και εξωκκλησίων, καθώς και των ιδιωτικών εκκλησιδίων που υπήρχαν σε κάθε χωριό, στη μνήμη τίνος αγίου τιμάται κάθε ναός, τα πλήρη στοιχεία όλων των εφημερίων των ναών αυτών, τις γραμματικές τους γνώσεις κλπ.

Με το υπ’ αρ. πρωτ. 189 έγγραφο, να ειδοποιήσει τις εκκλησιαστικές επιτροπές των ιερών ναών της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως, σε συνεργασία με λογίους που υπήρχαν σε κάθε χωριό, (αρχαιολόγους, δασκάλους κλπ.), ν’ αποστείλουν στην εποπτεύουσα Ιερά Μητρόπολη Ξάνθης και Καβάλας πληροφορίες σχετικές με τ’ αντικείμενα και ιερά σκεύη των ναών, εξωκκλησίων, νεκροταφείων κλπ. που είχαν αρχαιολογική αξία, καθώς και με τις παλαιές εικόνες αυτών.

Στις 24 Μαίου του 1919 ο Μητροπολίτης Ξάνθης και Καβάλλας, κ. Άνθιμος αποστέλλει στον αρχιερατικό επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως επιστολή, με την οποία του ζητά πληροφορίες για το σεπτό σκήνωμα του εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως κ. Γερμανού, το οποίο είχε βρεθεί πρόσφατα, για τον τόπο όπου αυτό βρέθηκε και για την πάνδημη κηδεία του, της οποίας προέστη ο Μητροπολίτης Θεουπόλεως, ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Σ’ ένα έγγραφο της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως με ημερομηνία 14 Οκτωβρίου 1919 η εκκλησιαστική επιτροπή του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Ελευθερουπόλεως, συνελθούσα σε συνεδρίαση μετά του αρχιερατικού επιτρόπου, αποφασίζει να καταθέσει στο υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος στην Καβάλα 8.000 δραχμές, για να υπάρχουν για τις ανάγκες του ναού. Το ενδιαφέρον του εγγράφου αυτού συνίσταται στο ότι το τη γνησιότητα των υπογραφών των μελών της επιτροπής, (Νικολάου Νικολάου, μετέπειτα Δημάρχου Πραβίου και Ιωσήφ Στεφάνου), καθώς και του αρχιερατικού επιτρόπου, επικυρώνει με την σφραγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης και Καβάλλας και με την υπογραφή του ο Μητροπολίτης της, κ. Άνθιμος.

Την 21η Οκτωβρίου του 1919 ο ίδιος πιο πάνω Μητροπολίτης Ξάνθης και Καβάλλας ζητά από τον παπα – Νικόλα να φροντίσει, ώστε η τοπική εκκλησία (εννοεί, προφανώς, την Ιερά Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως), να συνδράμει  με κάποιο χρηματικό ποσό στην αγορά θρανίων από την επιθεώρηση των σχολείων, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η έναρξη της λειτουργίας των σχολείων της περιφέρειας Ελευθερουπόλεως.

Ακολουθεί ένα σημαντικό έγγραφο, με αριθμό πρωτοκόλλου 2272 της 7ης Νοεμβρίου 1919 της Υποδιοικήσεως Πραβίου, με το οποίο η εν λόγω Υποδιοίκηση ζητά από τον αρχιερατικό επίτροπο, παπα – Νικόλα Οικονόμο, να ζητήσει από τους καταγόμενους από τη Δυτική Θράκη ιερείς της Ιεράς Μητροπόλεως, να παλινοστήσουν στους τόπους καταγωγής τους, γιατί οι εκεί παλινοστήσαντες Έλληνες παραπονούνταν για την έλλειψη ιερέων. Οι συντάκτες του παρόντος έχουν τη γνώμη ότι εν προκειμένω η Υποδιοίκηση αναφερόταν, οπωσδήποτε και στους ιερείς εκείνους που είχαν έλθει στην Ελλάδα από την Ανατολική Θράκη (ή, ενδεχομένως μόνο σ’ εκείνους), οι οποίοι όφειλαν να επιστρέψουν στους τόπους καταγωγής τους, δεδομένου ότι μετά τη Συνθήκη των Σεβρών και την υπαγωγή ολόκληρης της Θράκης υπό ελληνική διοίκηση, πολλοί Έλληνες είχαν επιστρέψει στους τόπους όπου διαβίωναν πριν την αναγκαστική μετανάστευσή τους στην Ελλάδα κι είχαν ανάγκη ιερέων.

  Σ’ ένα έγγραφό της από την 29η Δεκεμβρίου του 1919 η εκκλησιαστική επιτροπή του ενοριακού ναού της Μουσθένης στέλνει στον αρχιερατικό επίτροπο το πρακτικό με το προϊόν του εράνου υπέρ των ορφανών των πολέμων, τον οποίο είχε διενεργήσει, κατόπιν εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εδώ μνημονεύεται κι η πληροφορία, ότι η επαρχία Πραβίου υπαγόταν τότε διοικητικά στο Νομό Δράμας.

Μ’ έγγραφο που αποστέλλει ο τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου, Μητροπολίτης Προύσης, κ. Δωρόθεος, στις 30 Απριλίου του 1920, πληροφορεί τους ιερείς και τους πιστούς Χριστιανούς της Ιεράς Μητροπόλεως ότι η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου όρισε ως τοποτηρητή της χηρεύουσας, από του μαρτυρικού θανάτου του Μητροπολίτου Ελευθερουπόλεως κ. Γερμανού, Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως, «τον Πανιερώτατον Μητροπολίτην Νευροκοπίου κ. Δαμασκηνόν», τον οποίο τους προτρέπει να δεχθούν ασμένως, να τον τιμούν και να τον αγαπούν και να μνημονεύουν το όνομά του κατά τις ιερές τελετές.

Τον Απρίλιο του 1921 βρίσκεται σ’ εξέλιξη η μικρασιατική εκστρατεία του ελληνικού στρατού και πολλοί επίστρατοι από την επαρχία της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως βρίσκονται ήδη στο μέτωπο. Γι’ αυτό στις 26 Απριλίου του 1921 ο παπα – Νικόλας στέλνει στον τοποτηρητή Μητροπολίτη Νευροκοπίου κ. Δαμασκηνό μια επιστολή, με την οποία, αφού του αναφέρει ότι ο ίδιος είναι πρόεδρος της επιτροπής εράνου υπέρ των απόρων οικογενειών των επιστράτων, του ζητά όπως επιτραπεί στην επιτροπή να ψηφίσει ένα μηνιαίο βοήθημα υπέρ των οικογενειών των επιστράτων, από το εκκλησιαστικό ταμείο. Πάνω στο ίδιο έγγραφο ο τοποτηρητής Μητροπολίτης αναγράφει την εγκριτική του απόφαση και αφού την σφραγίζει με την σφραγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως, την υπογράφει ως «τοποτηρητής Ελευθερουπόλεως Δαμασκηνός»

Στις 9 Αυγούστου του έτους 1921 ο τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου, Μητροπολίτης Καισαρείας Νικόλαος, αποστέλλει έγγραφο στον Μητροπολίτη Ξάνθης και Καβάλας, κ. Άνθιμο, με το οποίο τον ενημερώνει ότι λόγοι πολιτικοί και εθνικοί, των παρουσών μάλιστα περιστάσεων, επιβάλλουν όπως η πνευματική διακυβέρνηση της χηρευούσης Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως διεξάγεται υπό τον ίδιο, ως πλησιέστερο αρχιερέα και τον πληροφορεί ότι παύει η προσωρινή Τοποτηρητεία του Μητροπολίτη Νευροκοπίου.

Η Τοποτηρητεία της χηρεύουσας Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως από τον Μητροπολίτη Νευροκοπίου, κ. Δαμασκηνό, διήρκεσε από τις αρχές Μαΐου του 1920 μέχρι τον Οκτώβριο του 1921, αυτό δε το τελευταίο χρονικό σημείο προκύπτει, μεταξύ άλλων εγγράφων κι από το φέρον αριθμό πρωτοκόλλου 417 και εκδοθέν την 5η Φεβρουαρίου του 1922 έγγραφο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου προς τον Μητροπολίτη Νευροκοπίου κ. Δαμασκηνό, στο οποίο αναφέρεται ότι «γνωρίζομεν τη Υμετ. Πανιερότητι, ότι από του μηνός Οκτωβρίου παρελθόντος έτους διωρίσθη Τοποτηρητής Ελευθερουπόλεως ο Πανιερ. Ξάνθης…».

Η Τοποτηρητεία του Μητροπολίτου Ξάνθης και Καβάλλας κ. Ανθίμου λήγει, με τη σειρά της, την Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 1922, οπότε εκλέγεται Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως ο τιτουλάριος επίσκοπος Λεύκης, κ. Κωνσταντίνος Μεγκρέλης, στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου.

Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε, έστω και ακροθιγώς, στα προσωπικά ημερολόγια του παπα Νικόλα, που με λεπτομέρειες περιγράφουν γεννήσεις, γάμους και θανάτους των κατοίκων της επαρχίας Παγγαίου και δείχνουν, (και μόνο λ.χ. μέσα από την αναλογία 10 περίπου θανάτων για κάθε γέννηση), την τραγικότητα και την σκληρότητα της τρομερής εκείνης, εχθρικής κατοχής.

Επιλέξαμε μόνο λίγα, χαρακτηριστικά έγγραφα της εκκλησιαστικής ιστορίας του τόπου μας, που αφορούν την χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται η παρούσα ανακοίνωση, από το πλούσιο αρχείο της οικογένειας Οικονόμου, τα οποία, μαζί και με κάποια ακόμη που παραλείψαμε, θ’ αναλύονται στο κείμενο που θα δημοσιευτεί στα πρακτικά του συνεδρίου, όπου θ’ αναφέρονται και οι αριθμοί καταχώρησής τους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πιστεύουμε ότι μέσα απ’ αυτά καταφάνηκε η πολυσχιδής, κοινωνικά σωτήρια κι εθνικά απαραίτητη προσφορά της ακέφαλης τότε Ιεράς Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως στην ιδιαίτερα δύσκολη εκείνη περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Βλέπουμε την Ιερά Μητρόπολη και όλη την τοπική εκκλησία, όσο μεν διαρκεί η βουλγαρική κατάκτηση, να δίνει το αίμα του Μητροπολίτη της και των ιερέων της για την πατρίδα και να υφίσταται τα πάνδεινα, γιατί στέκεται σαν ένα επικίνδυνο εμπόδιο στην προσπάθεια αφελληνισμού της Ανατολικής Μακεδονίας, την βλέπουμε όμως και μετά την απελευθέρωση, ν’ αγωνίζεται με κάθε τρόπο και μέσο για την ανακούφιση των πασχόντων, την περίθαλψη των ορφανών και των χηρών και για την αναδιοργάνωση των κοινωνικών και διοικητικών δομών της επαρχίας της. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι αυτός ο ρόλος της τοπικής εκκλησίας έπρεπε να γίνει γνωστός, επιλέξαμε το θέμα της παρούσας ανακοίνωσης.