Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025





Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΗΜΙΘΕΟΥ ΗΡΩΑ ΤΩΝ ΘΡΑΚΩΝ, ΡΗΣΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΠΟΛΗ – Ο ΝΑΟΣ, ΤΟ ΤΑΦΙΚΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ, ΣΤΟ ΠΑΓΓΑΙΟ

(μέσα από μια εξαντλητική, φιλολογική έρευνα των πηγών)



Το έτος 1927, ο διακεκριμένος, Γερμανός φιλόλογος και Ελληνιστής JOHANNES REMPE (1903-1977) υπέβαλε στο Wilhelmine - Westphalian Univerrsity (Πανεπιστήμιο) του Münster της Γερμανίας, τη διδακτορική διατριβή του, που είχε τίτλο «DE RHESO THRACUM HEROE» (περί του Ρήσου, ως Ήρωα λατρευόμενου από τους Θράκες).

Όσα θα παραθέσω στη συνέχεια, προέρχονται και αποτελούν μέρος εκείνης της εκπληκτικής διατριβής, που μεταφράστηκε στην Αγγλική γλώσσα και σχολιάστηκε από τον David Armstrong και απηχούν τις επιστημονικές απόψεις και κρίσεις του συγγραφέα, του οποίου παραθέτω την αφήγηση, ακόμη κι όταν αυτή είναι γραμμένη σε πρώτο, ενικό πρόσωπο. Σ’ ελάχιστα σημεία που θα παρεμβαίνω εγώ, το κάνω για να διευκολύνω – απλοποιήσω την ανάγνωση. Στο blog μου, όμως, http://lymperakis-theodoros.blogspot.com/, παραθέτω το κείμενο του Rempe σε πλήρη ανάπτυξη και με τις παραπομπές του.

Τέλος, δείτε και τις προηγούμενες αναρτήσεις μου, για τον Ρήσο: ΜΥΘΙΚΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ: https://www.facebook.com/theodoros.lymperakis/posts/pfbid0KjS3JTLX7fF67pksTNySeWwKgqQzzgMYRHGejHUq7w5xoqb764bK91hECEzXX6n3l

ΜΗΠΩΣ Ο ΤΥΜΒΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΣΚΑΠΤΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΠΟΛΗ ΧΡΗΣΙΜΕΥΣΕ ΑΡΧΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΡΗΣΟΥ, ΤΟΥ ΜΥΘΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ;:

https://www.facebook.com/theodoros.lymperakis/posts/pfbid0LjRVa56r5bhsGe5iKMLAnXs8yo2T2doih1oqSpaqmxhRJCTtr2Cdmen7KECtShpml



Σχετικά με το ταφικό μνημείο και την ταφική λατρεία του μυθικού βασιλιά των Ηδωνών Θρακών της περιοχής του Παγγαίου, πληροφορίες μας παρείχαν οι αρχαίοι συγγραφείς Μαρσύας και Πολύαινος. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με όσα ο Rempe αναφέρει γι’ αυτούς:

Με το όνομα Μαρσύας υπήρξαν δύο ιστορικοί: Ο Μαρσύας της Πέλλας, (356-294 π.Χ.), που ήταν συγγενής του μεγάλου Αντίγονου Α΄ Μονόφθαλμου και εξίσου διάσημος ως στρατιωτικός, όσο και ως συγγραφέας και ο συνονόματός του, Μαρσύας των Φιλίππων, που είχε μικρότερο, ειδικό βάρος από τον πρώτο (ίσως περ. 150 π.Χ.). Και οι δύο τιτλοφόρησαν τα σημαντικότερα έργα τους ως «Μακεδονικά».

Για τη θέση στην ιστορία του Μαρσύα του νεότερου, ο Ritschl, (Opuscula Philologica,Leipzig 1866, «De Marsyis Rerum Scriptoribus,» I. 448-470), αναφέρει τα εξής: «Ο Μαρσύας των Φιλίππων, ιερέας του Ηρακλή, που αναφέρεται για πρώτη φορά από συγγραφείς των χρόνων του Βεσπασιανού, του Τραϊανού και του Αδριανού, ακόμη και αν δεν είναι σαφές, πόσο αργότερα έζησε από τον Μαρσύα της Πέλλας, ανήκε αναμφίβολα σε μια περίοδο, όπου το απλό ύφος μιας παλαιότερης, κλασικής Ελλάδας είχε εκφυλιστεί σε επιδείξεις (αφενός) πολλαπλής και ποικίλης παιδείας και (αφετέρου) έρευνας για απλές λεπτομέρειες».

Ο Μαρσύας ο νεότερος, που μας ενδιαφέρει εδώ, ανέφερε, στις δικές του «Μακεδονικές Ιστορίες», ότι σ’ έναν συγκεκριμένο λόφο στην Αμφίπολη υπήρχε ένας ναός της Κλειούς, που είχε θέα προς τον τάφο του Ρήσου. (Σχολιαστής στην τραγωδία «ΡΗΣΟΣ» 346: «υπάρχει ναός της Κλειούς στην Αμφίπολη, κτισμένος σε λόφο, απέναντι από τον τάφο του Ρήσου»).

Το ναό και τον τάφο του Ρήσου, που περιγράφει ο νεότερος αυτός Μαρσύας, μπορούμε κάλλιστα να πιστέψουμε ότι, είτε τους είδε ο ίδιος, είτε στηρίχθηκε σε κάποια καλή πηγή, για την περιγραφή τους.

Ο Πολύαινος, πάλι, (συγγραφέας που έζησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μάρκου Αυρήλιου και του Λούκιου Βέρου, 161-169 μ.Χ., στους οποίους αφιερώνει τα «Στρατηγήματα»), μας διηγείται (6.53) την ακόλουθη ιστορία. Ο Άγνων ο Αθηναίος, γιος του Νικία, όταν επρόκειτο να ιδρύσει αποικία στην περιοχή, που μέχρι τότε ονομαζόταν «Εννέα οδοί» και στη συνέχεια «Αμφίπολη», έλαβε ένα χρησμό, να μεταφέρει τα οστά του Ρήσου στη νέα του πόλη - και μόνο όταν το έκανε αυτό, πέτυχε το σχέδιό του. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Πολύαινο:

Ο Άγνων σκόπευε να εγκαταστήσει μια Αττική αποικία, σ’ εκείνη την περιοχή του ποταμού Στρυμόνα, που ονομαζόταν «Εννέα Οδοί», όμως, ο ακόλουθος χρησμός φάνηκε να τον προειδοποιεί, για την απόπειρά (του) αυτή:

«Αθηναίοι, γιατί τελευταία προσπαθείτε να ιδρύσετε

την περήφανη δομή (οικοδόμημα) σας και ν’ αποικίσετε τις Εννέα Οδούς;

Μάταιη η προσπάθεια, δεν είναι εγκεκριμένη από τον Ουρανό,

Ολέθρια η απόφαση, που η άκαμπτη μοίρα έχει εκδώσει

κατά της πράξης (σας), μέχρις ότου, από το σιωπηλό τάφο...

στην Τροία, έρθουν τα οστά του γερο-Ρήσου...

και ενωθούν με το πατρικό του χώμα.

Τότε, προχωρήστε

και η μοίρα θα κάνει την προσπάθειά σας, ένδοξη πράξη. »

Ως αποτέλεσμα αυτού του μηνύματος του θεού, ο Άγνων έστειλε μερικούς άνδρες στην Τροία, για ν’ ανοίξουν τον τάφο του Ρήσου, νύχτα και να μεταφέρουν τα οστά του. Εκείνοι τύλιξαν τα οστά του σ’ έναν πορφυρό χιτώνα και τα έφεραν στον ποταμό Στρυμόνα. Ωστόσο, οι βάρβαροι (ενν. τους Θράκες), που κατοικούσαν στη χώρα, δεν του επέτρεψαν να περάσει τον ποταμό. Ο Άγνων, ο οποίος δεν μπόρεσε να περάσει με τη βία τον ποταμό, συνήψε μαζί τους ανακωχή, για τρεις ημέρες. Οι βάρβαροι αποσύρθηκαν στα σπίτια τους και τον άφησαν ήσυχο, για το χρονικό διάστημα που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. Εκείνος, τη νύχτα διέσχισε τον Στρυμόνα με το στρατό του. Μετέφερε μαζί του τα οστά του Ρήσου, τα οποία έθαψε στην όχθη του ποταμού κι εκεί κατασκεύασε τάφρο και οχυρώσεις. Ξεκουραζόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας και κάθε βράδυ δούλευε πάνω στις οχυρώσεις - και μέσα σε τρεις νύχτες, τα αμυντικά του έργα ολοκληρώθηκαν. Όταν οι βάρβαροι επέστρεψαν και διαπίστωσαν τί έκανε, κατά τη διάρκεια της απουσίας τους, τον κατηγόρησαν ότι παραβίασε την ανακωχή. «Σίγουρα δεν είμαι ένοχος γι' αυτό», απάντησε ο Άγνων. «Η (συμφωνία γι’) ανακωχή ήταν να παραμείνω ανενεργός για τρεις ημέρες και την τήρησα με θρησκευτική ευλάβεια. Τα αμυντικά έργα, τα οποία βλέπετε, κατασκευάστηκαν τις νύχτες που μεσολάβησαν». Αυτή ήταν η δημιουργία της πόλης, την οποία έχτισε ο Άγνων στις Εννέα Οδούς και την ονόμασε Αμφίπολη.

Αυτά τα λόγια του Πολύαινου έκαναν πολλούς μελετητές, (τον Perdrizet, τον Leaf, τον Robert) να θεωρήσουν ότι ο τάφος του Ρήσου, τον οποίο περιέγραψε ο Μαρσύας, κατασκευάστηκε επίσης από τον Άγνωνα και ότι η λατρεία του Ρήσου στην Αμφίπολη καθιερώθηκε το 437/6. Πριν, όμως, συμφωνήσουμε μ’ αυτή τη θεωρία, πρέπει ν’ αναρωτηθούμε, αν η παράδοση που αναφέρει ο Πολύαινος είναι αληθινή.

Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι ο Πολύαινος δεν είναι πολύ αξιόπιστος ιστορικός και ότι αντιμετωπίζει το υλικό του περισσότερο ως ρήτορας, παρά ως ιστορικός, ο οποίος ερευνά επιμελώς τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων εκείνων μελετητών, που πιστεύουν την ιστορία του.

Αντιθέτως, ο Θουκυδίδης, ο πρωτουργός και ο κορυφαίος (όλων) εκείνων, που αναζητούν ακούραστα την αλήθεια και την ακρίβεια κατά τη συγγραφή της ιστορίας του, ο οποίος έζησε τα ίδια τα γεγονότα που περιγράφει και ο οποίος, όντως, κατείχε χερσαία ιδιοκτησία, κοντά στην Αμφίπολη (Marcellinus, vita Thucyd. 19f), ήταν ναύαρχος του αθηναϊκού ναυτικού, που στάλθηκε στην περιοχή αυτή, έσωσε την Ηιόνα από τον Βρασίδα, ο οποίος την πολιορκούσε και, ως εκ τούτου, ήταν, σίγουρα, ο ειδικός στις υποθέσεις της Αμφίπολης, εκείνη την περίοδο, ήθελε να δει να λέγεται η αλήθεια γι' αυτές και γι' αυτό κανείς δεν θα μπορούσε ν’ αμφισβητήσει αυτό που έγραψε, ότι οι Αθηναίοι είχαν ξεκινήσει από την Ηιόνα, προκειμένου να ιδρύσουν την Αμφίπολη (Θουκυδ. Πελοπον. Πόλεμος 4.102). Ο Πολύαινος, όμως, ισχυρίστηκε ότι ο Άγνων, όταν οι βάρβαροι (Θράκες κάτοικοι των Εννέα Οδών, στην θέση των οποίων ιδρύθηκε η Αμφίπολη), δεν του επέτρεψαν να περάσει το Στρυμόνα, σύναψε μαζί τους τριήμερη ανακωχή και στη συνέχεια, περνώντας το Στρυμόνα τη νύχτα, πήρε τα οστά του Ρήσου και τα έβαλε σε τάφο, τον οποίο άνοιξε δίπλα στον ποταμό, τον περιέκλεισε και τον οχύρωσε. Και τότε, όταν οι βάρβαροι επέστρεψαν, μετά από τρεις ημέρες και διαμαρτυρήθηκαν ότι είχε παραβιάσει την ανακωχή, εκείνος απάντησε ότι είχε συνάψει συμφωνία για τρεις ημέρες, αλλά όχι (και για) τις νύχτες.

Εμείς, λοιπόν, οφείλουμε να εξετάσουμε πρώτα αυτό το γεγονός, αν οι Αθηναίοι ξεκίνησαν από την Ηιόνα – ένα γεγονός που πληροφορούμαστε από τον Θουκυδίδη και του οποίου η ορθότητα είναι ολοφάνερη, δεδομένου ότι όλοι μας δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι οι Αθηναίοι ξεκίνησαν από την Ηιόνα, μια πόλη την οποία αυτοί κατείχαν, ως εμπορικό τους σταθμό και ότι δεν είχαν κανένα λόγο να διασχίσουν τον Στρυμόνα, για να φτάσουν στις Εννέα Οδούς, (που σύντομα θα ονομαζόταν Αμφίπολη), οι οποίες βρίσκονταν 12 μίλια μακριά. Από αυτή και μόνο τη λεπτομέρεια, αποδεικνύεται ότι ο Πολύαινος χρησιμοποίησε μια πηγή, η οποία δεν είχε εμβαθύνει στο ιστορικό πλαίσιο.

Για να μη φανεί, όμως, ότι στηριζόμαι αποκλειστικά στη σιωπή του Θουκυδίδη, για ν’ αντικρούσω την αφήγηση του Πολύαινου, προσθέτω τα εξής: Οι Θράκες (ισχυρίζεται ο Πολύαινος) συμφώνησαν σε ανακωχή με τους στρατιώτες της Αθήνας, παρόλο που, 29 χρόνια πριν (στη μάχη της Δραβησκού, το 465 π.Χ., όταν η Αθήνα είχε κάνει την πρώτη της προσπάθεια να καταλάβει και ν’ αποικίσει τις Εννέα Οδούς, Θουκ. 4.102), είχαν εξοντώσει δέκα χιλιάδες Αθηναίους στρατιώτες. Η ανακωχή αυτή, μάλιστα, υποτίθεται ότι συμφωνήθηκε από αυτούς, για κανέναν άλλο σκοπό, παρά μόνο για να δοθεί στους Αθηναίους η ευκαιρία να θάψουν τα οστά του Ρήσου, τυλιγμένα σε πορφυρό μανδύα και να περιτειχίσουν τον τάφο του μ’ επάλξεις (πολεμίστρες). Και αφού συμφώνησαν σ’ αυτό, οι Θράκες έφυγαν αμέσως και, αφού πέρασαν τρεις μέρες, επέστρεψαν, επιτέλους και μόνο τότε είδαν τι είχε κάνει ο εχθρός τους. Όλα αυτά φαίνονται τόσο απίθανα, ώστε είναι αδύνατον να τα πιστέψουμε, ειδικά όταν μας αποκαλύπτεται ότι επρόκειτο για ένα τέχνασμα, που λέγεται, σε άλλες πηγές, ότι το είχαν εφεύρει πρώτοι οι ίδιοι οι Θράκες και με το οποίο, (όπως ισχυρίζονται αλλού ο Στράβων (9.401-2) και ο ίδιος ο Πολύαινος (7.43, αναφέροντας τον Έφορο ως πηγή), αυτοί (Θράκες) εξαπάτησαν τους Έλληνες, όταν τους ζήτησαν ανακωχή για έναν αριθμό ημερών και μετά προσποιήθηκαν ότι δεν περιελάμβαναν τις νύχτες!

Συνεπώς, το συμπέρασμά μας, σχετικά με την ιστορία του Πολύαινου, πρέπει να είναι το εξής: Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζεται αιτιολογική μυθοπλασία, η οποία επινοήθηκε για δύο λόγους:

Πρώτον, μια σύντομη ιστορία, που να δείχνει, γιατί η Αμφίπολη πήρε αυτό το όνομα. (Σχετικά με αυτό το θέμα, η άποψη του Melber, ότι το όνομα Αμφίπολη επιλέχθηκε, σε ανάμνηση της ασάφειας της τριήμερης εκείνης ανακωχής, είναι τόσο απωθητική, που εγώ θα προτιμούσα μάλλον να συμφωνήσω ακόμη και με τον Wünsch, σύμφωνα με τον οποίο «Αμφίπολη» σήμαινε «πόλη που χτίστηκε γύρω από (ἀμφί) τον τάφο του Ρήσου». Ο Θουκυδίδης (4. 102, Τ7), ωστόσο, δίνει την αληθινή ετυμολογία, ότι η πόλη πήρε το όνομά της από το γεγονός ότι ο Στρυμόνας ρέει «γύρω» και από τις δύο πλευρές της).

Ακολούθως, με τη βοήθεια αυτής της ιστορίας, να αιτιολογηθεί, γιατί ο τάφος του Ρήσου θα έπρεπε να βρίσκεται στην Αμφίπολη.

Επειδή, όμως, όλοι οι ερευνητές συμφωνούν ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως ο Ρήσος είχε ταφεί στην Τροία, μια και αυτό αναφέρεται στην 10η Ραψωδία της Ιλιάδας, (την επονομαζόμενη «Δολώνεια», στους φιλολογικούς κύκλους), ότι αυτός σκοτώθηκε από τον Διομήδη, κοντά στην πόλη της Τροίας, εκείνοι που κατασκεύασαν τον υπό εξέταση μύθο, αναρωτήθηκαν, πώς έφτασε να χτιστεί ένας τάφος του Ρήσου στην Αμφίπολη και σκέφτηκαν μια εξήγηση: Τα οστά του είχαν μεταφερθεί στην Αμφίπολη από τον Άγνωνα, ο οποίος, όπως θα μπορούσε κανείς να γνωρίζει από τον Θουκυδίδη και πολλούς άλλους συγγραφείς μετά από αυτόν, ή από τους ίδιους τους κατοίκους της Αμφίπολης, ήταν ο πρώτος ιδρυτής της πόλης, (δεδομένου, μάλιστα, ότι και για πολλούς άλλους ήρωες είχαν ειπωθεί παρόμοιες ιστορίες: Λ.χ., τα οστά του Θησέα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, Πλούταρχος Κίμων 8, του Μελάνιππου από τη Θήβα στη Σικυώνα, Ηρόδοτος 5.67 κλπ.). Ο Πολύαινος, λοιπόν, δεν είδε τίποτε το απίστευτο σ’ αυτή την ιστορία και γι’ αυτό μπόρεσε να πιστέψει ότι τα οστά του Ρήσου είχαν, πράγματι, μεταφερθεί εκεί!

Έτσι, λοιπόν, το μόνο που μπορούμε να κρατήσουμε, από την πηγή του Πολύαινου, ως αληθινό, είναι το μόνο στοιχείο, σχετικά με τη λατρεία του Ρήσου, που (μας) ήταν ήδη γνωστό από τον Μαρσύα το νεότερο: Ότι υπήρχε ένα ηρωικό ιερό και ένας τάφος του Ρήσου στην Αμφίπολη, ακόμη και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Τώρα, όμως, που αποδείξαμε ότι αυτό το ιερό δεν χτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν ίδρυσαν τη νέα τους πόλη (και, σίγουρα, αποκλείεται αυτοί να έχτισαν το ιερό αργότερα, αφού, μετά την κατάληψη της πόλης από τον Βρασίδα, το 424/5, αυτή δεν περιήλθε ποτέ ξανά στην εξουσία τους), ας ψάξουμε να βρούμε στοιχεία, για το αν το ιερό αυτό χτίστηκε εξ ολοκλήρου από Θράκες ή από Έλληνες:

Δεδομένου ότι ο ναός της Κλειούς βρισκόταν σ’ έναν λόφο απέναντι από το ιερό του Ρήσου, ίσως θα μπορούσαμε εύλογα να υποθέσουμε ότι οι Έλληνες έχτισαν και το ναό και τον τάφο του, (σημ. γράφοντος: για το ναό της Κλειούς, ο Rempe μιλάει σε άλλο σημείο της διατριβής του, το οποίο θ’ ανεβάσω σε προσεχή ανάρτηση), ακόμη, όμως κι αν οι Έλληνες (και όχι οι Θράκες) είχαν κατασκευάσει τον τάφο του Ρήσου, οφείλουμε να πιστέψουμε και ότι ο Ρήσος ήταν ήδη γνωστός στους γηγενείς Θράκες, διότι το να βρήκαν οι Έλληνες, με τη φαντασία τους, έναν λόγο για να συνδέσουν τον Ρήσο με την Αμφίπολη είναι πολύ απίθανο, τόσο από μόνο του, όσο και διότι γνωρίζουμε ότι ο ήρωας αυτός ήταν ήδη, και από την αρχή, συνδεδεμένος με τη χώρα γύρω από την Αμφίπολη και είναι αποδεδειγμένο, από τις αρχαίες πηγές, (στις οποίες, επίσης, αναφέρεται ο Rempe σε άλλο σημείο της διατριβής του και το οποίο κι εγώ θ’ ανεβάσω, σ’ επόμενη αναρτησή μου), ότι ο Ρήσος ήταν γεννημένος και μεγαλωμένος Θράκας και λατρευτικός ήρωας των ίδιων των Θρακών, που κατοικούσαν στην Αμφίπολη.

Ερχόμαστε, τώρα, στην τραγωδία «ΡΗΣΟΣ», σε τρεις, διαφορετικούς στίχους της οποίας (279- 304- 652) ο Θράκας ήρωας αποκαλείται γιος του Στρυμόνα. Παράλληλα και οι αρχαίοι συγγραφείς Όμηρος, Μαρσύας ο νεότερος, Κόνων και Στράβων μας δίνουν να καταλάβουμε ότι η παράδοση για τον Ρήσο προέρχεται από τις όχθες του ποταμού Στρυμόνα. Επομένως, όταν ο ποιητής του Ρήσου τον αποκαλεί γιο του Στρυμόνα, δεν εφευρίσκει τη σχέση, απλώς, ακολουθεί μια παράδοση, που υπήρχε ήδη στην κοιλάδα του Στρυμόνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, για το θέμα που εξετάζουμε, είναι όσα μαθαίνουμε από την τελευταία σκηνή της τραγωδίας, τα οποία οφείλουμε να εκθέσουμε προσεκτικά και με λεπτομέρειες. Διότι, ενώ η υπόλοιπη τραγωδία έχει να πει ελάχιστα πράγματα, που δεν υπήρχαν ήδη στη Δολώνεια (10η Ραψωδία της Ιλιάδας), η τελική σκηνή διαφέρει εντελώς, από όσα ανέφερε ο Όμηρος. Εδώ, η Μούσα, η μητέρα του Ρήσου, εμφανίζεται με το σώμα του στην αγκαλιά της (στίχ. 890 κ.ε.), τον θρηνεί και προφητεύει τη μοίρα που τον περιμένει, απαγορεύει, όμως, στον Έκτορα, ο οποίος επιθυμεί να θάψει τον Ρήσο με όλες τις τιμές (στίχ. 959 κ.ε.), να το κάνει, λέγοντας (στίχ. 962-6):

«Δεν θα μπει στο σκοτεινό χώμα της γης,

αυτό θα ζητήσω από τη νύφη των κάτω βασιλείων,

την κόρη της Δήμητρας, της θεάς της γονιμότητας,

ν’ απελευθερώσει το πνεύμα του - γιατί αυτή μου χρωστάει (χάρη)

και πρέπει να δείξει ότι τιμά το γένος του Ορφέα».

Ο Ρήσος, εδώ, αποκαλείται συγγενής του Ορφέα, επειδή είναι πρώτος εξάδελφός του (στίχ. 944), αφού και οι δύο είναι γιοι κάποιας Μούσας, (ο Ορφέας θεωρείται συχνά γιος της Καλλιόπης). Ο ισχυρισμός της Μούσας ότι η Περσεφόνη είναι υποχρεωμένη να τιμά τους συγγενείς του Ορφέα, μοιάζει ν’ αναφέρεται στο σημείο εκείνο της τραγωδίας «ΡΗΣΟΣ» (στίχ. 943-44), όπου ο Ορφέας λέγεται ότι δίδαξε στους Αθηναίους τα πιο ιερά Μυστήρια κι εμείς μπορούμε εύκολα να πιστέψουμε ότι αυτός είχε την εύνοια της Περσεφόνης, ακριβώς επειδή το είχε κάνει! (Το αν, όμως, αυτά τα Μυστήρια, που δίδαξε ο Ορφέας, ήταν τα Ελευσίνεια Μυστήρια, πρέπει να παραμείνει αμφίβολο, αφού υψηλές αυθεντίες στην ιστορία της ελληνικής θρησκείας, αρνούνται ότι ο Ορφέας είχε σημαντικό ρόλο στην Ελευσίνεια λατρεία).

Όπως κι αν είναι όλα αυτά, δύσκολα μπορούμε ν’ αρνηθούμε ότι ο συγγραφέας της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ πίστευε ότι υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ του Ορφέα και των μυστηρίων της Περσεφόνης, ανεξάρτητα από το αν στην πραγματική ζωή υπήρχε τέτοια σχέση ή όχι.

Τώρα, οι κρίσιμοι στίχοι, για την έρευνά μας σχετικά με την ιδιότητα του Ρήσου, ως Θράκα λατρευτικού ήρωα, είναι οι ακόλουθοι: Η Μούσα συνεχίζει:

«κρυπτὸς δ᾽ ἐν ἄντροις τῆς ὑπαργύρου χθονὸς

ἀνθρωποδαίμων κείσεται βλέπων φάος,

Βάκχου προφήτης ὥστε Παγγαίου πέτραν ᾤκησε,

σεμνὸς τοῖσιν εἰδόσιν θεός.

(Δηλαδή, «και κρυμμένος σε σπηλιές κάτω από την ασημόχρωμη γη, (σαν) ανθρωποδαίμονας (ημίθεος) θα βρίσκεται εκεί, βλέποντας το φως, όπως ακριβώς (ὤστε) ένας προφήτης του Βάκχου, (ο Ρήσος) έχει εγκατασταθεί στο βράχο του Παγγαίου, ενός ιερού («σεμνός») θεού, για όσους κατέχουν την γνώση». (Ρήσος, στίχ. 1070-1073)

(ή – διαβάζοντας, αντί για «ώστε», «ὅς τε» -- που σημαίνει «και ο οποίος ως προφήτης του Βάκχου», βλ. παρακάτω).

Σε αυτούς τους στίχους, κατ’ αρχάς φαίνεται αβέβαιο, αν ο «ιερός θεός» είναι ο Ρήσος ή κάποιος «προφήτης του Βάκχου» και έπειτα, ποιος πρέπει να είναι αυτός ο «προφήτης του Βάκχου». Οι μορφωμένοι σχολιαστές διαφωνούν πολύ εδώ, αλλά, εξετάζοντας αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι υπήρχε, από πιο παλιά, λατρεία του Βάκχου στο όρος Παγγαίο. Πράγματι, ο Ηρόδοτος (7. 111) αναφέρει, στο πλαίσιο της περιγραφής της πορείας του Ξέρξη στη Θράκη, ότι οι Σάτρες, (ένα από τα γηγενή (θρακικά) φύλα του Παγγαίου), διατηρούσαν μαντείο του Βάκχου στις κορυφές του βουνού και ότι οι Βησσοί, ένα άλλο, τέτοιο, γηγενές, (θρακικό) φύλο, ήταν οι ερμηνευτές των χρησμών, οι οποίοι εκφωνούνταν από μια ιέρεια, «όπως ακριβώς και στους Δελφούς» - ενώ, στο επόμενο κεφάλαιο, 7. 112, λέει ότι οι Σάτρες, οι Πιέρες και οι Οδόμαντες ήταν οι κύριοι («μάλιστα») κάτοικοι του όρους Παγγαίου.

Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι το χωρίο της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ, που εξετάζουμε, αναφέρεται στον Λυκούργο, έναν προφήτη του Βάκχου. (Έτσι, ο Vater, «Ευριπίδης, Ρήσος», Βερολίνο 1837, μεταφράζει: «Ο Ρήσος θα είναι θεός εκεί, σαν τον Λυκούργο, τον ιερέα του Βάκχου, που κατοικεί στο Παγγαίο, ως ιερός θεός»). Αλλά ποιος ήταν ο Λυκούργος; Ιδού η ιστορία του, (γνωστή στη μυθολογία):

Ο Λυκούργος, βασιλιάς των Ηδωνών (Θρακών), καταδίωξε τον Διόνυσο και τις τροφούς του στο όρος Νύσα και τυφλώθηκε, όπως είχε ήδη ειπωθεί από τον Όμηρο (Ιλιάδα 7.137ff) το Σοφοκλή, (Αντιγόνη 955ff), τον Εύμηλο και τον Αισχύλο στις Βασσαρίδες του. Ειδικά, ο Σοφοκλής γράφει ότι (ο Λυκούργος) φυλακίστηκε σε βράχο (σπήλαιο), από τον οργισμένο Βάκχο.

Ο Λυκούργος συγχέεται αργότερα με τον ίδιο τον Βάκχο, όπως αναφέρει ο Στράβων (10. 3. 16), η ιδέα, όμως, ότι ο Λυκούργος, ενώ ήταν εχθρός και διώκτης του Διονύσου, θα γινόταν «προφήτης» του, είναι απίθανη και, ως εκ τούτου, είναι απίθανο, το απόσπασμα του «Ρήσου» να κάνει σιωπηρή αναφορά σ’ αυτόν.

Ο Εrnst Maass (Orpheus, Μόναχο 1895, 68ff, 134ff), πάλι, υποστηρίζει ότι ο «προφήτης του Βάκχου» δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Ορφέα, τον οποίο η Μούσα μόλις έχει ονομάσει (ΡΗΣΟΣ, 966), για τους εξής λόγους: Ο Αισχύλος, στο χαμένο έργο του Βασσάραι, ένα θραύσμα του οποίου αναφέρει το όρος Παγγαίο, διηγήθηκε την ιστορία, ότι ο Ορφέας κομματιάστηκε από τις Μαινάδες της Θράκης, αλλά τα διάσπαρτα μέλη του συγκεντρώθηκαν από τις Μούσες και θάφτηκαν «στον τόπο που ονομάζεται Λίβηθρα». Τα Λίβηθρα, τώρα, ήταν κοντά στον Όλυμπο και δίπλα στο Δίον (Στράβων 7. 330, 18), όπου, σε μεταγενέστερους χρόνους, υπήρχε ένας τάφος του Ορφέα, όπως μας λέει ο Παυσανίας (9.30.7). Επειδή όμως υπήρχε μια παράδοση, ότι οι Πίερες, που ζούσαν κοντά στον Όλυμπο, εκδιώχθηκαν από τους Μακεδόνες και μετανάστευσαν στην περιοχή γύρω από το όρος Παγγαίο (Ηρόδ. 7.112, Θουκ. 2.99, Στράβων 9.410) - και επειδή ο Himerius (Or. 13.4) μιλάει για Λιβήθριους, που λάτρευαν τον Ορφέα στο όρος Παγγαίο, όπου είχαν συγκεντρώσει τα διάσπαρτα μέλη του - φαίνεται απίθανο, ο Αισχύλος (στις Βασσαρίδες) να είπε ότι οι Μούσες, που διέσωσαν τα μέλη του Ορφέα, τα πήραν από το Παγγαίο, όπου τα είχαν συγκεντρώσει (και τα μετέφεραν) στον Όλυμπο, για να τα θάψουν. Όχι, κατά τον Αισχύλο, τα μέλη του Ορφέα θάφτηκαν εκεί όπου διαδραματίστηκε το έργο του, στο όρος Παγγαίο.

Αυτό ήταν το επιχείρημα του Maass, που ο Perdrizet προσπάθησε ν’ αντικρούσει, υποθέτοντας ότι ο Himerius έκανε λάθος, που πίστευε ότι οι Λιβήθριοι ζούσαν στον Παγγαίο. Βέβαια, οι συγγραφείς γεωγραφικών κειμένων, στην ύστερη αρχαιότητα, ήταν πολύ επιρρεπείς στο λάθος. Αλλά, καθώς οι Πίερες, που όπως είπαμε είχαν ζήσει νωρίτερα κοντά στα Λίβηθρα και τον Όλυμπο, μετανάστευσαν αργότερα, για να εγκατασταθουν στο Παγγαίο, αυτό που είπε ο Himerius πρέπει να ήταν αλήθεια. Άλλωστε, ο Maass (135,18) επικαλείται κι άλλες αναφορές, που αποδεικνύουν ότι η λατρεία του Ορφέα είχε μεταφερθεί στην περιοχή του Παγγαίου. Για παράδειγμα, ο Βιργίλιος (Γεωργικά 4,507 κ.ε.) αναφέρει ότι, όταν ο Ορφέας έχασε για δεύτερη φορά τη γυναίκα του, Ευρυδίκη,

«για επτά μήνες, δίπλα στον ανεμοδαρμένο βράχο,

στην έρημη πλημμύρα του ποταμού Στρυμόνα,

έκλαιγε κι επεξεργαζόταν αυτές τις λέξεις, στις ψυχρές σπηλιές του...»

Ο Ιάμβλιχος (Vit. Pythag. 146) λέει ότι ο Πυθαγόρας είχε μυηθεί από τον Αγλαόφαμο στις μυστηριώδεις τελετές στα Λίβηθρα και, με βάση τη μαρτυρία του Αγλαόφαμου, ισχυρίστηκε ότι ο Ορφέας, ο γιος της Καλλιόπης, είχε εκπαιδευτεί στο όρος Παγγαίο και, ως εκ τούτου, εκεί ήταν, που αυτός (Ορφέας) «μίλησε για τον ιερό αριθμό, που είναι η αιώνια και πιο θαυμάσια (θεϊκή) αιτία όλου του ουρανού και της γης και όλων των φύσεων μεταξύ αυτών...». Έτσι, με βάση αυτά τα αποσπάσματα (και άλλα: Maass 136, 18), γνωρίζουμε ότι η παράδοση συνέδεε τον Ορφέα με το Παγγαίο και, εκ του λόγου αυτού, ο Maass δεν διστάζει να ισχυριστεί ότι το πραγματικό νόημα του συγγραφέα του «Ρήσου» (στους στίχους 1070-1073) έχει ως εξής: Ο Ρήσος μετατρέπεται, στα σπήλαια της αργυροφόρου γης, από (νεκρό), ανθρώπινο ον, σε δαίμονα (ημίθεο), που βλέπει το φως, με τον ίδιο τρόπο που, (ὥστε), ο Ορφέας, ο προφήτης του Βάκχου, «εγκαταστάθηκε» (γιατί το αόριστο «ᾤκησε» είναι εισαγωγικό - ενεστωτικό) στους βράχους του Παγγαίου όρους και είναι «ιερός θεός για όσους γνωρίζουν» (δηλ, για όσους είναι μυημένοι, σοφοί: Porter xxi).

Ωστόσο, ο Wilamowitz («Lesefrüchte», Hermes 61 1926, 277-303, στο 285 και σημ. 1) έθεσε υπό αμφισβήτηση, το κατά πόσον ο Ορφέας θα μπορούσε, πράγματι, να χαρακτηριστεί «ιερός θεός». Ίσως, όμως, ο ποιητής να τον θεωρούσε ως συμμετέχοντα σε κάποιο κατώτερο είδος θεϊκής φύσης, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός που διατυπώνεται στον Ρήσο είναι ότι (μόνο) για τους μυημένους (τοῖσιν εἰδόσιν) αυτός θα μπορούσε να θεωρηθεί «ιερός θεός». Αν ακολουθήσουμε αυτή την εκδοχή, κι αυτός (ο Ορφέας) θα μπορούσε, επίσης, να είχε διατελέσει «προφήτης του Βάκχου» - ένας ρόλος που ο Wilamowitz ορθά θεωρεί ότι είναι ασύμβατος, με τη θεϊκή φύση, με τη στενή έννοια, όπως, όμως, έδειξε ο Otto Kern (Orpheus, Berlin 1920, 26, 28), δεν υπάρχει τίποτα αξιοσημείωτο στο ν’ αποκαλείται ο Ορφέας «προφήτης του Βάκχου». Έτσι, η άποψη του Maass μπορεί να είναι αμφίβολη, αλλά δεν μου φαίνεται ότι έχει αποκρουσθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πρέπει να την αποκηρύξουμε.

Ο Perdrizet, όμως, (27, γραμμές 10 κ.ε.), όπως, πριν απ’ αυτόν και οι Matthiae και Musgrave (πρβλ. τις αναφορές τους στο Vater 1837, 279) θεώρησαν ότι ο ίδιος ο Ρήσος ήταν ο «προφήτης του Βάκχου», διότι δεν γνωρίζουμε καμία παράδοση, που να καθιστά τον Λυκούργο ή τον Ορφέα «προφήτες». Έτσι, ο Perdrizet μεταφράζςει το χωρίο: «Ο Ρήσος θα είναι ο προφήτης του θεού των μυστηρίων, εκείνου που έχει για θρόνο του τους απόκρημνους βράχους του Παγγαίου» , υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν δύο γεγονότα, τα οποία ο ποιητής ισχυρίζεται ότι γνωρίζει:

I. ότι ο Ρήσος λατρεύεται στην Αμφίπολη,

II. ότι πάνω από την Αμφίπολη (στους «απόκρημνους βράχους») υπήρχε ένα μεγάλο ιερό του Βάκχου, το οποίο βρισκόταν υπό την διαχείριση των Βησσών.

Έτσι, λοιπόν, ο Ρήσος είχε αναλάβει τον ρόλο του προφήτη του Βάκχου, πιστεύει ο Perdrizet, προκειμένου να καθοδηγεί τα μυαλά και τα πνεύματα των Βησσών, οι οποίοι ήταν και οι ίδιοι προφήτες, που ερμήνευαν τους χρησμούς. Αλλά, εδώ φτάνουμε σε μια άλλη δυσκολία. Αν είναι έτσι, γιατί ο «προφήτης» λέγεται ότι ζει όχι στον ίδιο τόπο όπου βρισκόταν το μαντείο, πάνω στους «απόκρημνους βράχους» (του Παγγαίου), αλλά στο κάτω μέρος των βράχων, μέσα σε μια σπηλιά, κοντά στην Αμφίπολη; Ο Wilamowitz (Hermes 61 1926, 185-line 1ff) ερμηνεύει την εν λόγω φράση σχεδόν με τον ίδιο τρόπο με τον Perdrizet, αν και αποφεύγει αυτή τη δυσκολία. Αυτός λέει ότι ούτε ο Λυκούργος ούτε ο Ορφέας θα μπορούσαν να ονομαστούν «προφήτες του Βάκχου» ή «θεοί»: Μάλλον, αυτές οι λειτουργίες θα πρέπει ν’ αποδοθούν στον ίδιο τον Ρήσο. Ο Ρήσος θα ζει στη σπηλιά, ως προφήτης του Βάκχου, ο οποίος (ο Βάκχος) θα είναι ιερός θεός, για όσους είναι σοφοί (μυημένοι)». Όσο εύκολη κι αν φαίνεται, ωστόσο, η διόρθωση, υπάρχουν εμπόδια, στο να δεχτούμε την ανάγνωση του Wilamowitz, το κυριότερο από τα οποία είναι το εξής: Το γεγονός ότι ο Βάκχος αποκαλείται «ιερός θεός για όσους γνωρίζουν», σημαίνει ότι ο Βάκχος είναι θεός των Θρακών και λιγότερο «γνωστός» στους Έλληνες. Αλλ’ όμως, η ίδια η αττική τραγωδία προήλθε από τη λατρεία του Βάκχου και ποιος θα πίστευε ποτέ ότι τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Βάκχος ήταν ένας θεός, ελάχιστα γνωστός στους Έλληνες; Και γι' αυτό οι λέξεις «σεμνὸς τοῖσιν ειδόσιν θεός», (δηλαδή) «ένας θεός, αλλά μόνο σ' αυτούς που γνωρίζουν», δεν μπορεί παρά ν’ αναφέρονται σε ένα κατώτερο (υποδεέστερο) είδος θεϊκής ύπαρξης.

Ο Nock («The End of the Rhesus», CR 40 1926, 184-6, στο 185), με τη σειρά του, υποστηρίζει ότι ο «σεμνός για τους μυημένους θεός του Παγγαίου» είναι ο Ζάλμοξις, ένας ήρωας, ο οποίος υποτίθεται ότι δίδαξε στους Γέτες την πίστη στην αθανασία (και ο οποίος, λέγεται ότι ζούσε ανάμεσά τους, σ’ ένα υπόγειο σπήλαιο, βλ. Ηρόδοτος 4. 194-6). (Αυτό το κάνει ο Nock) γιατί στηρίζεται στη μαρτυρία του Ηρόδοτου, του Στράβωνα (7. 297, πρβλ. 16. 762) και του Hellanicus (fr. 73 Jacoby), προκειμένου να πει ότι ο Ζάλμοξις μπορεί, κάλλιστα, ν’ αποκαλείται «ο προφήτης του Βάκχου». Ωστόσο, δεδομένου ότι η λατρεία του Ζάλμοξη φαίνεται να είχε ως επίκεντρο περιοχές βορειότερα στη Θράκη, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο συγγραφέας του Ρήσου (ο οποίος εντοπίζει τον ήρωά του στο Παγγαίο) είχε άγνοια της τοπογραφίας, αν και ο ίδιος ο Nock διστάζει να το παραδεχτεί αυτό. Εν πάση περιπτώσει, ο Nock πιστεύει ότι ήταν δυνατόν, σ’ έναν λαό (όπως οι Θράκες), που είχε λατρείες του Ζάλμοξι και του Ορφέα και λάτρευε τον Βάκχο, σε πολλά, διαφορετικά μέρη, να υπήρχαν ακμαίες παραδόσεις γι’ άλλους ήρωες, των οποίων τα ίχνη έχουν εξαφανιστεί. Αλλά ορισμένα από τα επιχειρήματα του Nock δεν είναι καθόλου αυτονόητα. Θεωρεί ότι ο «ανθρωποδαίμων» ταυτίζεται με τον «προφήτη του Βάκχου», παρόλο που η γραμματική του συγκεκριμένου χωρίου από τον ΡΗΣΟ δεν υποστηρίζει την άποψή του. Έτσι, ο ισχυρισμός του είναι, όπως τον ερμηνεύω εγώ, (λέει, πάντοτε, ο Rempe), ότι ο Ζάλμοξις ήταν το «πρωτότυπο» εκείνων των θεϊκών προφητών, που ο Στράβων λέει (7. 3.5) ότι ήταν παρόντες, ως σύμβουλοι του βασιλιά των Γετών. Ότι, ως εκ τούτου, επίσης, εκείνος ο «προφήτης του Βάκχου», που αναφέρεται στο απόσπασμά μας από το «Ρήσο», ήταν το «πρωτότυπο» εκείνων των προφητών του Βάκχου που, στο μαντείο του Βάκχου, στα υψώματα του Παγγαίου όρους, λέγεται από τον Ηρόδοτο (7.111) ότι έπαιζαν τον ρόλο του προφήτη. Και αυτός ο «πρωτότυπος» προφήτης ονομαζόταν με το όνομα «προφήτης του Βάκχου» και συμμετείχε στη λατρεία του Βάκχου στο Παγγαίο. Το συμπέρασμα του Nock δεν είναι απόλυτα πειστικό, αν και μου φαίνεται ένα συμπέρασμα, που δεν πρέπει απλώς να απορριφθεί εκ προοιμίου.

Για να συνοψίσω αυτή την ανασκόπηση των διαφόρων επιλογών, για την ερμηνεία αυτών των εδαφίων, καμία από τις απόψεις που μας προσφέρουν αυτοί οι μελετητές δεν φαίνεται να είναι τόσο καλά τεκμηριωμένη ή υποστηριζόμενη με στοιχεία, ώστε να μην αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες - το παραδέχομαι αυτό. Αλλά αν και δύσκολα μπορεί κανείς να πάρει οριστικά θέση, υπέρ του ενός ή του άλλου, μου αρέσει πολύ περισσότερο η περιγραφή του Maass.

Είδαμε παραπάνω, εν πάση περιπτώσει, ότι ήδη από την εποχή του Μαρσύα του νεότερου (περίπου 150 π.Χ.) υπήρχε ένας τάφος του Ρήσου στην Αμφίπολη κι εγώ προσπάθησα ν’ αποδείξω ότι (αυτός) κατασκευάστηκε από Θράκες και όχι από Έλληνες. Αυτό ταιριάζει καλά με την προφητεία της Μούσας στον «Ρήσο», σχετικά με τον τόπο κατοικίας του γιου της, διότι, λαμβάνοντας υπόψη (αυτή) την προφητεία της, ότι ο Ρήσος θα κατοικούσε σε μια σπηλιά και το γεγονός ότι ο Μαρσύας μας λέει ότι είχε χτιστεί ένας μνημειακός βωμός (ένα ιερό μνημείο), προς τιμή του Ρήσου, απέναντι από τον λόφο, στον οποίο υπήρχε ένα ιερό της Μούσας - μητέρας του, πρέπει να έχει κανείς, κατά νου, τη φύση του τόπου. Διότι η Αμφίπολη ήταν χτισμένη σε λόφο, που υψωνόταν από την κοιλάδα του Στρυμόνα και περιβαλλόταν από τη ροή του ποταμού από τρεις πλευρές. Πρέπει να έχει επίσης υπόψη του και τις «ψυχρές σπηλιές» στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα, που αναφέρει ο Βιργίλιος, στο ίδιο σημείο (Γεωργ. 4.507 κ.ε.). Έτσι, το σπήλαιο του Ρήσου βρισκόταν στο κάτω μέρος αυτού του λόφου, κοντά στον ίδιο τον ποταμό, και αργότερα κοσμήθηκε με έναν τάφο, απέναντι από τον οποίο, και πιο πάνω, στο λόφο στον οποίο βρισκόταν η Αμφίπολη, χτίστηκε το ιερό της Μούσας Κλειούς.

Δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί (ως εκ τούτου), ότι στην Αμφίπολη, στις όχθες του πατέρα του, του ποταμού Στρυμόνα, υπήρχαν τόσο ένα σπήλαιο όσο και ένας τάφος του γιου του Στρυμόνα, του ήρωα Ρήσου, τον οποίο οι Θράκες της Αμφίπολης λάτρευαν εκεί - έστω και αν δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, με ποιον τρόπο λατρευόταν, γιατί, για το θέμα αυτό, δεν έχουμε καθόλου στοιχεία.

Ο Leaf (3ff), βέβαια, αρνήθηκε, πεισματικά, ότι υπήρχε οποιαδήποτε λατρεία του Ρήσου, βασιζόμενος στον Κικέρωνα (De Natura Deorum, 3.45: T13). Ο Κικέρωνας, πράγματι, αρνιόταν ότι ο Ορφέας και ο Ρήσος, παιδιά των Μουσών, ήταν δυνατόν να είναι θεοί, «επειδή δεν λατρεύονται πουθενά», λέγοντας, ειδικότερα, τα εξής: «Ακριβώς όπως, κατά το αστικό δίκαιο, εκείνος του οποίου η μητέρα είναι ελεύθερη γυναίκα, είναι ελεύθερος άνθρωπος, έτσι και κατά το νόμο της φύσης, εκείνος του οποίου η μητέρα είναι θεά, πρέπει να είναι θεός. Και στο νησί της Αστυπάλαιας, ο Αχιλλέας λατρεύεται ευλαβικά από τους κατοίκους, για τους λόγους αυτούς - αλλά αν ο Αχιλλέας είναι θεός, το ίδιο ισχύει και για τον Ορφέα και τον Ρήσο, που η μητέρα του καθενός ήταν μούσα, εκτός αν ίσως ένας γάμος στον βυθό της θάλασσας μετράει περισσότερο από έναν γάμο στην ξηρά! Αν αυτοί δεν είναι θεοί, επειδή δεν λατρεύονται πουθενά, πώς μπορούν οι άλλοι να είναι θεοί);

Ο Rohde (βλ. Psyche I. 162 w/notes) προσπάθησε ν’ απαντήσει ότι ίσως δεν υπήρχε τέτοια λατρεία στην εποχή του Κικέρωνα, αλλά ο Leaf δεν θα επιτρέψει να σταθεί αυτή η εξήγηση, διότι, αν ο Κικέρωνας λέει ότι δεν υπήρχε, τότε προκύπτει ότι σε κανέναν από τους Αλεξανδρινούς συγγραφείς, που ασχολήθηκαν με τη θρησκεία και τους οποίους ο Κικέρωνας, πιθανόν, να χρησιμοποιούσε ως αυθεντίες, όσο φιλότιμοι και αν ήταν, στην προσπάθειά τους να βρουν υλικό από κάθε δυνατή πηγή, για να υποστηρίξουν κάθε τους άποψη, δεν ήταν γνωστή μια λατρεία του Ρήσου. Ή, τουλάχιστον, έτσι ισχυριζόταν ο Leaf. Ωστόσο, είναι εύκολο για μας, να δείξουμε ότι αυτή η γνώμη του είναι έωλη. Ποιος (όμως) ήταν ο λόγος, για τον οποίο ο Leaf ήταν τόσο πεπεισμένος ότι ο Κικέρων, εκφράζοντας αυτή την άποψη, αυθόρμητα, στη διάρκεια μιας διαφωνίας, πρέπει να είχε συμβουλευθεί πολλούς, Αλεξανδρινούς σχολιαστές, υψηλής μόρφωσης; Εξάλλου, ο Ορφέας, για τον οποίο ο Κικέρων λέει ότι δεν λατρευόταν, όπως και ο Ρήσος, (εν τούτοις), σίγουρα λατρευόταν, αν όχι με θεϊκές, οπωσδήποτε με ηρωικές τιμές, όπως είναι γνωστό. (Gruppe, Ro. III 1082f, 1084f, Baege cit. 182, Kern Orpheus 17, 24-line 2ff).

Όσο για το ότι ο Rohde πίστευε ότι ο Ρήσος ήταν θεός, αμφιβάλλω, ξέρω, όμως, με βεβαιότητα τούτο: Ο συγγραφέας της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ πρέπει ν’ άντλησε την άποψή του από τους ίδιους τους Θράκες, όταν φέρνει τη Μούσα στη σκηνή, προκειμένου αυτή να περιγράψει την υπόγεια σπηλιά του Ρήσου. Κανένα από τα στοιχεία μας δεν καθιστά τον Ρήσο θεό. Διότι, με πολύ μετρημένα λόγια, η Μούσα, στην τραγωδία «Ρήσος», προφητεύει ότι ο γιος της θα είναι τώρα σαν νεκρός γι' αυτήν:

Και σαν ένας νεκρός, που δεν μπορεί να δει το φως

θα είναι για μένα, από τώρα και στο εξής:

γιατί ποτέ δεν θα βγει να με συναντήσει,

ούτε θα δει το σώμα της μητέρας του,

αλλά θα είναι κρυμμένος σε σπηλιές της αργυρόχρωμης γης.

Θα βρίσκεται εδώ, ένας ανθρωποδαίμων...(967-71)

Αν ο Ρήσος ήταν, πράγματι, θεός, γιατί η Μούσα να περιγράψει την επιβίωσή του (μετά θάνατο), με τόσο περιορισμένα λόγια; Και πάλι, η λέξη ανθρωποδαίμων, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημαίνει ένα ανθρώπινο ον, που μετατράπηκε σε δαίμονα (θεό), όχι έναν δαίμονα (θεό), προικισμένο με ανθρώπινο σώμα- αυτή η έννοια μαρτυρείται, για τη (συγκεκριμένη) λέξη, από τον Προκόπιο (ap. Suidas s.v. ανθρωποδαίμονες), και ο Στέφανος δίνει αυτή τη σημασία, στο Thesaurus I. 781 (βλ. επίσης Perdrizet, 29,1). Διότι και πάλι, πώς θα μπορούσε η Μούσα να πει ότι θα ζητήσει από την Περσεφόνη να ελευθερώσει την ψυχή του Ρήσου από τον Άδη, αν ο Ρήσος ήταν αθάνατος θεός; Επομένως, πρέπει ν’ αρνηθούμε σθεναρά ότι ο ποιητής της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ πίστευε ότι ο Ρήσος ήταν θεός, ενώ και τα χωρία μας, από τον Μαρσύα (το νεότερο), τον Πολύαινο και τον Φιλόστρατο, δεν του αποδίδουν την ιδιότητα του θεού.

Ο Ρήσος, τώρα, σε διάφορα κείμενα (Ιλ. 10.435, Στράβων 7.331,36) αναφέρεται ρητά ότι ήταν βασιλιάς των Θρακών, σε όλες τις μαρτυρίες απεικονίζεται ως βασιλικός ηγέτης και δεν παρουσιάζει κάποιο χαρακτηριστικό, που να μας εμποδίσει να τον θεωρήσουμε ως ένα ντόπιο βασιλιά. Στο θέμα αυτό, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στον Κόνωνα, (Narrationes 4), ο Ρήσος ονομάζεται γιος του Στρυμόνα και βασιλιάς των Θρακών και ο Στρυμόνας λατρευόταν ακόμη ως ποτάμιος θεός, στις ημέρες του Φιλίππου Β' του Μακεδόνα. (Κόνωνος, Narrationes 4: «Ο Στρυμών είχε τρεις γιους, τον Βράγγα, τον Ρήσσο και τον Όλυνθο. Ο Ρήσσος πήγε να πολεμήσει στο πλευρό του Πριάμου, στην Τροία και σκοτώθηκε από τον Διομήδη. Ο Όλυνθος αντιμετώπισε ένα λιοντάρι, σ’ ένα κυνήγι και πέθανε. Ο αδελφός του, Βράγγας, θρήνησε πολύ την ατυχία κι έθαψε τον Όλυνθο εκεί που έπεσε. Στη συνέχεια, ερχόμενος στη Σιθωνία, έχτισε μια μεγάλη και ευημερούσα πόλη, την οποία ονόμασε Όλυνθο, από το όνομα του αγοριού»).

Τα συμπεράσματα που εξάγουμε, απ’ αυτά τα γεγονότα, είναι τα εξής: Ότι ο Ρήσος ήταν ένας βασιλιάς, εκ γενετής, των Θρακών, ο οποίος έγινε ήρωας μετά το θάνατό του και ο οποίος, όπως πίστευαν οι Θράκες, κατοικούσε σε μια σπηλιά, στην Αμφίπολη και απολάμβανε, εκεί και σε άλλα μέρη, μια ηρωική λατρεία (λατρεία ήρωα).

Ο Sittig (PW IA 629 κ.ε.), ο οποίος πίστευε ότι ο Ρήσος ήταν ένας ντόπιος δαίμων, που κατοικούσε μέσα στη γη, σκέφτηκε ότι ίσως θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι ο Διομήδης, ο κύριος των ανθρωποφάγων αλόγων, όσον αφορά την λατρεία του ως ήρωα, ήταν αντίγραφο του Ρήσου, του πιο καλοκάγαθου κυρίου των λευκών αλόγων, στην Τροία - ωστόσο τα στοιχεία, με τα οποία θα μπορούσαμε να στηρίξουμε αυτή την εικασία, όπως σημειώνει ο ίδιος, δεν είναι πειστικά. Ο Jessen (Ro. IV 100) πιστεύει ότι ολόκληρη η ιστορία του Διομήδη, ως νικητή επί του Ρήσου, επινοήθηκε από τους ίδιους εκείνους που λάτρευαν τον Διομήδη ως ήρωα, για να υποβαθμίσουν τη λατρεία του Ρήσου και να προωθήσουν εκείνη του Διομήδη. Αλλά αν και ο Jessen είχε δίκιο, να θεωρεί ότι ο μύθος αυτός σηματοδοτεί τον θρίαμβο των λατρευτών του Διομήδη, δεν υπάρχει τίποτα στον μύθο, που να εξηγεί την αλλαγή της λατρείας του Ρήσου. Διότι, αν ισχυριστούμε ότι ο μύθος σηματοδοτεί κάποια διαμάχη, μεταξύ των θρακικών λαών, των οποίων ήρωας ήταν ο Διομήδης και εκείνων, των οποίων ήρωας ήταν ο Ρήσος, αυτό φαίνεται αρκετό, για να τον εξηγήσει απόλυτα. Ούτε έχουμε κάποιο ίχνος λατρείας του Ρήσου στα Άβδηρα, ούτε κάποιας λατρείας του Διομήδη στην Αμφίπολη. Επίσης, η άποψη του Sittig ότι οι Θράκες πίστευαν από την αρχή ότι ο Ρήσος ήταν ένας χθόνιος δαίμων, μου φαίνεται αδύνατη, διότι, αν την αποδεχτεί κανείς, τότε οι απόψεις των πιστών του Ρήσου μοιάζει να είχαν πολύ μεγάλες διακυμάνσεις. Πράγματι, (αν δεχθούμε αυτή την άποψη), οι ποιητές θα πρέπει να είχαν, πρώτα, μετατρέψει τον Ρήσο, έναν δαίμονα εκ γενετής, σ’ έναν απλό, άνθρωπο - πολεμιστή και μετά ν’ αποφάσισαν να τον αλλάξουν εκ νέου, κάνοντάς τον λατρευτικό ήρωα, που κατοικεί σε μια σπηλιά.

Πολύ απλούστερη, λοιπόν, και πολύ καλύτερα προσαρμοσμένη στα στοιχεία μας είναι η ακόλουθη εξήγηση: Οι Θράκες πίστευαν ότι, μετά τον θάνατο του Ρήσου, που ήταν βασιλιάς των Θρακών, αυτός είχε γίνει ήρωας – και το ίδιο το όνομα «Ρήσος» μοιάζει με απόδειξη του ότι ήταν, (πράγματι), ένας απόλυτα γήινος βασιλιάς. Και έπειτα, όσον αφορά το ότι ο Ρήσος ήταν αθάνατος, οι αντιλήψεις και οι απόψεις των Θρακών έχουν μεγάλη βαρύτητα, σ’ αυτό το επιχείρημα. Το πιο διάσημο παράδειγμα είναι αυτό που βρίσκουμε στην αφήγηση του Ηροδότου για τον Ζάλμοξι, ενώ υπάρχουν και μελετητές, που συγκρίνουν αυτόν τον «ήρωα» ή «θεό», με τον Ρήσο. Και οι δύο ζουν σε μια σπηλιά. Και οι δύο έχουν θεραπευτικές δυνάμεις. Και οι δύο κυνηγούν. Τώρα, αυτές οι ιδιότητες είναι κοινές σε όλους σχεδόν τους λατρευτικούς ήρωες. Ως εκ τούτου, από τη σύγκριση με τον Ζαλμόξι δεν μαθαίνουμε τίποτα καινούργιο ή ιδιαίτερο για τον Ρήσο. Ωστόσο, αν τα άλογα, το κυνήγι και η ένοπλη μάχη είναι πράγματα που υποτίθεται ότι αγαπούσε ο Ρήσος, τότε ο Jessen (Ro. IV 110 κ.ε.) ορθά έκρινε ότι οι Θράκες απέδιδαν τα δικά τους, αγαπημένα πράγματα, στον ήρωά τους, οπότε, ακόμη και απ’ αυτό μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε τον Ρήσο ως γεννημένο και αναθρεμμένο Θράκα ήρωα.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, θεωρώ τα εξής απόλυτα ασφαλή: Ο Ρήσος, βασιλιάς των Θρακών, όπως πίστευαν οι ίδιοι οι Θράκες, έγινε ήρωας μετά τον θάνατό του και κατοικούσε σε μια σπηλιά, που βρίσκεται στην Αμφίπολη του Στρυμόνα. Ως Θράκας, του αποδόθηκαν, ως χαρακτηριστικά, (ως ιδιότητές του), εκείνα ακριβώς τα πράγματα, που οι ίδιοι οι Θράκες απολάμβαναν και τους άρεσαν πιο πολύ. Αισθάνομαι, όμως, ότι πρέπει να αρνηθούμε ότι (αυτός) ήταν ένας από τους θεούς τους.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:

1η. ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΟΣ ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΥΛΙΑ. ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

2η. ΑΜΦΙΠΟΛΗ. Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ

3η. ΑΜΦΙΠΟΛΗ. Ο ΛΌΦΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΣΙΓΝΩΣΤΟ ΠΙΑ ΤΥΜΒΟ ΤΟΥ ΛΟΦΟΥ ΚΑΣΤΑ.

4η. ΑΜΦΙΠΟΛΗ. Η ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΟΥ ΤΟΥ ΤΥΜΒΟΥ

5η. ΑΜΦΙΠΟΛΗ. Η ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΟΥ ΤΟΥ ΤΥΜΒΟΥ







Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025


ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ, («ΘΡΑΚΙΚΗ») ΟΧΥΡΩΣΗ, ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΟΧΘΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΝΕΣΤΟΥ



Σε μικρή, σχετικά, απόσταση από το ερειπωμένο, σήμερα, χωριό «Κρωμνικό» του Δήμου Τοπείρου, της Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, (που ονομαζόταν Sarnidz, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και βλέπετε ίχνη του στις τέσσερις πρώτες φωτογραφίες), υπάρχει άλλη μια αρχαία οχύρωση, κατασκευασμένη από ξερολιθιά, από αυτές που καλούνται, συμβατικά, «θρακικά κάστρα» και υπερβαίνουν τις εκατό (100),μόνο στο τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης, που εκτείνεται από τον ποταμό Νέστο, μέχρι την πεδιάδα των Φιλίππων και τις κοιλάδες Νικηφόρου και Παρανεστίου και το οποίο ονομάζεται και «βουνά της Λεκάνης», ονομαζόταν δε «Τσάλ-νταγ», κατά την οθωμανική περίοδο.

Η οχύρωση, που την βλέπετε στις υπόλοιπες φωτογραφίες που αναρτώ, είναι κτισμένη στην κορυφή ενός απότομου λόφου, προς τον οποίο υπήρχε πρόσβαση μόνο από τα ανατολικά. Αυτή, ακριβώς, η ευπαθής πλευρά ήταν καλά οχυρωμένη, η νότια πλευρά ελάχιστα οχυρωμένη, ενώ από τις λοιπές, απότομες πλευρές του λόφου, δεν χρειαζόταν οχύρωση. Στο εκτεταμένο εσωτερικό της οχύρωσης υπάρχουν ίχνη τοίχων, που παραπέμπουν σε κτίσματα ή ενδεχομένως και σ’ ένα «προτείχισμα».

Οι λόγοι ύπαρξης τόσων πολλών οχυρώσεων, σε μια τόσο μικρή, γεωγραφική περιοχή, δεν έχουν ερευνηθεί ακόμη από τους αρμόδιους επιστήμονες, σίγουρα, όμως, οι τεράστιες δαπάνες και οι χιλιάδες ώρες εργασίας, που απαιτήθηκαν, για την κατασκευή όλων αυτών των οχυρώσεων, δεν δικαιολογούν την άποψη ότι αυτές κατασκευάζονταν απλά και μόνο για να προστατεύουν τους θρακικούς, ορεινούς, κτηνοτροφικούς πληθυσμούς και τα ποίμνιά τους. Η δική μου άποψη είναι ότι τέτοιου μεγέθους έργα υποδομής, με τόση πυκνότητα, στον υπό εξέταση τόπο, δεν μπορούσαν παρά να συνδέονται με την ύπαρξη τοπικών ηγεμόνων και με την εξόρυξη των πλούσιων μεταλλευμάτων, για τα οποία ήταν φημισμένος ο τόπος αυτός, κατά την αρχαιότητα, (λ.χ., χρυσωρυχεία Σκαπτής Ύλης και Ασύλων - στη σημερινή, Περιφερειακή Ενότητα Καβάλας - χρυσωρυχεία Κιμμερίων κλπ. - στη σημερινή, Περιφερειακή Ενότητα Ξάνθης).



ANOTHER ANCIENT ("THRACIAN") FORTRESS, NEAR THE EASTERN BANK OF THE NESTOS RIVER



At a short distance from the now ruined village of "Kromniko", in the municipality of Topeiros, in the regional unit of Xanthi, (which was called “Sarnidz”, during the period of Ottoman rule, traces of which can be seen in the first four photographs), there is another ancient fortification, built of dry stone, one of more than a hundred (100) conventionally called "Thracian castles," in the section of the Rhodope mountain range alone, which stretches from the Nestos River to the Philippi plain and the Nikiforos and Paranesti valleys, also known as the "mountains of Lekani" and were called "Tsal-dag", during the Ottoman period.

The fortification, which you can see in the rest of the photos I am posting, is built on top of a steep hill, which was only accessible from the east. This vulnerable side was well fortified, the south side was minimally fortified, while the other steep sides of the hill did not need fortification. Inside the extensive fortification, there are traces of walls, which suggest buildings or possibly a "pre-fortification."

The reasons for the existence of so many fortifications in such a small geographical area have not yet been researched by the relevant scientists, but certainly the enormous costs and thousands of hours of labor, required to construct all these fortifications, do not justify the view that they were built solely to protect the Thracian mountain pastoral populations and their flocks. My own view is that infrastructure projects of this size, with such density in the area under consideration, could only be linked to the existence of local rulers and to the mining of the rich ores, for which this area was famous, in ancient times, (e.g., the gold mines of Skapti Yli and Asylon - in today's Regional Unit of Kavala - the mines of Kimmeria etc. - in today's Regional Unit of Xanthi).
















Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025


ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΨΗΦΙΔΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΤΩΝ ΤΕΝΑΓΩΝ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ, ΕΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΞΗΡΑΝΣΗ ΤΟΥΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1930.



Στη θέση του σημερινού, απέραντου κάμπου των Φιλίππων, που διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα τύρφης στη γη, εκτεινόταν, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ένα μεγάλο έλος, τα «τενάγη των Φιλίππων». Με το έλος αυτό σχετίζονται μερικά, εν πολλοίς άγνωστα, πλην όμως ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, ιστορικά στοιχεία, των οποίων θα επιχειρήσω να σας καταστήσω κοινωνούς.

Ξεκινώ με κάποια, σημαντικά, μυθολογικά στοιχεία, σχετικά με την οικονομική γεωγραφία της περιοχής των τεναγών κατά την αρχαιότητα και σαν πιο σημαντικό απ’ αυτά θεωρώ την μόνη, αξιόλογη προσπάθεια αποξήρανσης ενός σημαντικού τμήματός τους, που έγινε πριν από την δεκαετία του 1930 και ήταν εκείνη που είχε επιχειρηθεί από τον Φίλιππο τον Β’, βασιλιά της Μακεδονίας, ο οποίος, θέλοντας, στη θέση του θρακικού πολίσματος των Κρηνίδων, (το όνομα των οποίων είχε προέλθει από τη λέξη κρήνη, που δείχνει ότι η περιοχή είχε - κι εξακολουθεί να έχει μέχρι σήμερα - άφθονα νερά και το οποίο, μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν καταλάβει κι αποικίσει Θάσιοι άποικοι, μ’ επικεφαλής τον εξόριστο Αθηναίο στρατηγό Καλλίστρατο), να δημιουργήσει μια νέα, σημαντική, Μακεδονική πόλη, που της έδωσε τελικά τ’ όνομά του, αντιλήφθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν, με τα έλη να φθάνουν μέχρι τις παρυφές της και χωρίς αυτή να διαθέτει καλλιεργήσιμη γη.

Πράγματι, ο Φίλιππος, διαβλέποντας, ευθύς εξ αρχής, τη μεγάλη σπουδαιότητα της σημερινής πεδιάδας των Φιλίππων, αποξήρανε και παρέδωσε στην καλλιέργεια μεγάλα τμήματα του απέραντου τότε έλους των Φιλίππων. Για το σπουδαίο αυτό έργο, ο ιστορικός Θεόφραστος, στην "περί φυτών αιτίας" εργασία του, μιλώντας για την περιοχή αυτή, που την γνώριζε πολύ καλά, αφού είχε κτήμα στην περιοχή των Σταγείρων, μιλάει ως εξής για την αποξήρανση του έλους, που έλαβε χώρα τον 4ο αιώνα π.Χ. και η οποία χρειάστηκε να περάσουν άλλα 2.300 χρόνια για να ολοκληρωθεί, κατά την δεκαετία του 1930, από το νεώτερο Ελληνικό κράτος: «Στους Φιλίππους παλαιότερα είχε περισσότερους παγετούς, τώρα δε, επειδή αποστραγγίστηκαν τα νερά και το έδαφος καλλιεργείται, έχει πολύ λιγότερους. Κι ο αέρας είναι πιο αραιός (ξηρός) και γιατί αποστραγγίστηκαν τα νερά και γιατί το έδαφος υπόκειται σε κατεργασία. Διότι εκείνη η περιοχή η οποία παραμένει χέρσα, και πιο ψυχρή είναι και πιο πυκνό (υγρό) αέρα έχει, γιατί είναι δασωμένη κι ούτε οι ακτίνες του ηλίου φθάνουν εύκολα προς αυτήν, ούτε οι άνεμοι πνέουν, ενώ συνάμα αυτή (η περιοχή) έχει και πολλά νερά, τρεχούμενα ή στάσιμα. Τούτο συνέβαινε και γύρω από τις Κρηνίδες όταν τις κατοικούσαν οι Θράκες, γιατί όλη η πεδιάδα ήταν γεμάτη με δένδρα και νερά».

Στο σημείο αυτό παραθέτω αυτούσιο και το σημαντικό αυτό κείμενο του Θεοφράστου: «Έν τε Φιλίπποις πρότερον μεν μάλλον εξεπήγνυντο, νυν δ’ επεί καταποθείς εξήρανται το πλείστον, ή τε χώρα πάσα κάτεργος γέγονεν ήττον πολύ. Καίτοι λεπτότερος ο αήρ, δι’ άμφω, και δια το ενεξηράνθαι το ύδωρ και δια το κατειργάσθαι την χώραν. Η γαρ αργός, ψυχροτέρα και παχύτερον έχει τον αέρα, δια το υλώδης είναι και μήτε τον ήλιον ομοίως διικνείσθαι, μήτε τα πνεύματα διαπνείν, άμα δε και αυτήν έχειν υδάτων συρροάς και συστάσεις πλείους. Ό και περί τας Κρηνίδας ήν, των Θρακών κατοικούντων. Άπαν γαρ το πεδίον δένδρων πλήρες ήν και υδάτων. Οπότε νυν μάλλον πρότερον εκπήγνυσιν, εξηραμμένων των υδάτων, ου την λεπτότητα του αέρος αιτιατέον ως τινές φασιν».

Στο πιο πάνω σημαντικό κείμενο αναφέρθηκε, πρώτος, ο σπουδαίος αρχαιολόγος και ανασκαφέας των Φιλίππων, μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, Paul Collart, στις σελίδες 41 και 185 του έργου του, «Philippes, ville de la Macedoine, dcepuis ses origins jusqu’ a la fin de l’ époque romain», λέγοντας ότι ο Πλίνιος, στο έργο του «Φυσική Ιστορία», αναφερόμενος στον ιστορικό Μαρσύα από τους Φιλίππους, έλεγε ότι αυτός είχε προσελκυσθεί, παρόλο που ήταν ιστορικός, από το ενδιαφέρον που παρουσίαζε η ιδιαίτερη πατρίδα του για τους βοτανολόγους. Έγραψε, επίσης, ο Collart, ότι «το βοτανολογικό ενδιαφέρον της περιοχής των Φιλίππων αποτελεί την αιτία, για την οποία συχνά αυτή η περιοχή μνημονεύθηκε εκείνη την εποχή, (ενν. τον 4ο αιώνα π.Χ.) κι η ίδια αυτή περιοχή αποτέλεσε το πεδίο των παρατηρήσεων του Θεόφραστου. Είναι βέβαιο ότι αυτός ο συγγραφέας πρέπει να διέμεινε στους Φιλίππους, γιατί γνώριζε την ποιότητα του εδάφους τους, όπου τα φυτά μπορούν κι αναπαράγονται χωρίς αλλοιώσεις, όπου μπορούν και φύονται οι ιτιές με μια ασυνήθιστη ζωηράδα, όπου μεταφυτεύθηκαν και καλλιεργούνται τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα, που βρήκαν οι κάτοικοι της πόλης στο Παγγαίο. Γιατί αυτός (Θεόφραστος) είναι καλά πληροφορημένος για τις ιδιαιτερότητες του κλίματος της περιοχής αυτής, οι οποίες, για έναν αναγνώστη όχι καλά πληροφορημένο, μοιάζουν αδιανόητες: Για τον βίαιο άνεμο που σηκώνεται κάθε μέρα, γύρω στο μεσημέρι και σκληραίνει τα κουκιά, αποσπώντας τα από τα στελέχη τους. Για την βλαβερή ακινησία του αέρα κατά τις νυχτερινές ώρες, στα χαμηλότερα σημεία του έλους. Για τις πηγές που είδε ο ίδιος ο Θεόφραστος, κοντά στα μεταλλεία του Παγγαίου και των οποίων η παροχή διαφέρει ανάλογα με την εποχή, (τούτο μας το μετέφερε κι ο Αθήναιος, ως εξής, «εν δε Θράκη περί το Πάγγαιον ιστορεί Θεόφραστος είναι κρήνην, αφ’ ης ταυτό γέμον ύδατος αγγείον ιστάμενον χειμώνος, έλκειν διπλάσιον αριθμόν ή θέρους»). Σχετική, εξ άλλου με το κλίμα είναι κι η σπουδαία πληροφορία που μας δίνει ο Θεόφραστος, όταν αναφέρεται στη γόνιμη δραστηριότητα των Μακεδόνων αποίκων της πόλης των Φιλίππων: Ενώ κατά την εποχή των Θρακών και της κώμης των Κρηνίδων, λέει, η πεδιάδα ήταν ακόμη σκεπασμένη από δένδρα και νερά και η χέρσα γη διατηρούσε το κρύο και την υγρασία, χάρη στην αποξήρανση του έλους και τη βελτίωση της καλλιέργειας της γης, οι συνθήκες ζωής έγιναν πιο υγιεινές».

Λίγο αργότερα, ο αείμνηστος έφορος αρχαιοτήτων Δημ. Λαζαρίδης, στο έργο του «οι Φίλιπποι», που εκδόθηκε το 1956, έγραψε ότι «ο Θεόφραστος, που γνωρίζει πολύ καλά την περιοχή των Φιλίππων, μας πληροφορεί πως στον 4° π.Χ. αιώνα, με την εγκατάσταση των Μακεδόνων αποίκων, εκτελείται ένα τεράστιο, πλου­τοπαραγωγικό έργο, η αξιοποίηση των τεναγών της πεδιάδας, που ως τότε ήταν σκεπασμένη με νερά και δέντρα. Τα αποξηραντικά έργα που έγιναν τότε, είχαν σαν αποτέλεσμα και την καλυτέ­ρευση του κλίματος. Η πληροφορία του Θεοφράστου βεβαιώνεται κι από μια ακρωτηριασμένη επιγραφή της εποχής του Μεγάλου Αλε­ξάνδρου, που βρέθηκε στις ανασκαφές των Φιλίππων. Τα κομμά­τια της επιγραφής αυτής εκτίθενται στο Μουσείο της Καβάλας».

Ολοκληρώνω το θέμα της απόπειρας αποξήρανσης των τεναγών, από τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας, με μια παρατήρηση: Ένας δρόμος πλάτους δέκα περίπου μέτρων διασχίζει τα τενάγη, από τους Φιλίππους μέχρι το Παλαιοχώρι και διακρίνεται ιδιαίτερα κατά τον μήνα Μάιο, που ακόμη δεν υπάρχουν καλλιέργειες. Αναρωτήθηκα επανειλημμένα, μήπως αυτός ο δρόμος, πάνω στον οποίο έχουν βρεθεί και ρωμαϊκές ταφές, αποτελεί τμήμα του φιλόδοξου εγχειρήματος του Φιλίππου Β’!

Ακολούθως, αναφέρομαι στην, από αρχαιοτάτων ήδη χρόνων, καλλιέργεια δημητριακών στην περιοχή των μετέπειτα Φιλίππων, σημαντικό, αποδεικτικό στοιχείο της οποίας πρέπει να θεωρηθεί ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, τον θεό του Κάτω Κόσμου, μια γοητευτική περιπέτεια, που οι αρχαίοι πίστευαν ότι έλαβε χώρα στη Νύσα, "κατ' ηγάθεον Νυσήιον". Η Νύσα ήταν μια αγιασμένη χώρα και βρισκόταν, σύμφωνα με αρχαίους και σύγχρονους ιστορικούς, όπως ο Ρωμαίος Αππιανός και ο σοφός Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου του Nancy, των αρχών του 20ού αιώνα, P. Perdrizet, (ο τελευταίος, στηριζόμενος κύρια στην τραγωδία του Ευρυπίδη «Βάκχες»), στην περιοχή όπου βασίλευε ο Λυκούργος, εφόσον δε ο τελευταίος ήταν βασιλιάς των Ηδωνών Θρακών, οι οποίοι κατοικούσαν ανατολικά και δυτικά του Παγγαίου όρους, αλλά και στο νησί της Θάσου, που τότε ονομαζόταν Ωδονίς, Νύσα δεν μπορούσε παρά να είναι το πανάρχαιο, μυστικιστικό όνομα αυτού του ίδιου του βουνού, στου οποίου, όπως λέγει ο ομηρικός ύμνος στον Διόνυσο, το παιδί – θεός μεγάλωσε μέσα στις κοιλάδες και τα σπήλαια ("Νύσης εν γυάλοις") και στου οποίου το όνομα βλέπει κανείς σαν πρώτο μεν συνθετικό τη λέξη "Διός", (που είναι πρώτο συνθετικό και πολλών θρακικών φύλων, όπως οι Δίοι, οι Διοβησσοί κ.λ.π. ενώ βέβαια έχει κοινή ρίζα με αυτή του Διός, του μεγάλου Θεού των Ελλήνων), σαν δεύτερο δε συνθετικό το όνομα του όρους "Νύσα". Ο Διόνυσος ήταν, συνεπώς, για τους Θράκες, ο θεός της Νύσας, δηλαδή ο θεός του ιερού βουνού του, του Παγγαίου.

Είναι σημαντικό, κατόπιν των ανωτέρω, να παραθέσω το κείμενο του Αππιανού, στο οποίο ο Ρωμαίος εκείνος ιστορικός περιέγραψε την μάχη των Φιλίππων, το 42 π.Χ., (Appian., Bell. civ., IV, 105) κι από το οποίο προκύπτει ότι και οι Ρωμαίοι, την ιερή χώρα Νύσα την τοποθετούσαν στην περιοχή των Φιλίππων: «….ο Βρούτος και ο Κάσσιος, με μια εκπληκτική πράξη θράσους, προχώρησαν στους Φιλίππους, όπου αποβιβάστηκε και ο Τίλλιος και ολόκληρος ο στρατός ήταν συγκεντρωμένος εκεί. Οι Φίλιπποι είναι μια πόλη, που παλαιότερα ονομαζόταν Δάτον και πριν από αυτό Κρηνίδες, γιατί εκεί γύρω από έναν λόφο αναβλύζουν πολλές πηγές. Ο Φίλιππος την οχύρωσε, γιατί την θεωρούσε εξαιρετικό οχυρό κατά των Θρακών και την ονόμασε, από τον εαυτό του, «Φίλιπποι». Βρίσκεται σ’ έναν απόκρημνο λόφο……. Υπάρχουν δάση στα βόρεια, μέσα από τα οποία ο Ρασκούπορις (βασιλιάς των Θρακών) οδήγησε τον στρατό του Βρούτου και του Κάσιου. Στα νότια υπάρχει ένα έλος, που εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα. Στα ανατολικά είναι τα φαράγγια των Σαππαίων και των Κορπιλαίων και στα δυτικά μια πολύ εύφορη και όμορφη πεδιάδα, που εκτείνεται στις πόλεις Murcinus και Drabiscus και τον ποταμό Στρυμόνα, περίπου 350 στάδια. Εδώ λέγεται ότι παρέσυρε (ο θεός Άδης) την Περσεφόνη, ενώ μάζευε λουλούδια και εδώ είναι ο ποταμός Ζυγάκτης, στη διάβαση του οποίου λένε ότι έσπασε ο ζυγός του άρματος του θεού, από την οποία και πήρε το όνομά του το ποτάμι………….» (Σημείωση δική μου: Δείτε και το γειτονικό στον ποταμό Ζυγάκτη χωριό Ζυγός, που διατήρησε, στην διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης και διατηρεί μέχρι σήμερα το πανάρχαιο αυτό όνομά του)!

Αξίζει, όμως, να παραμείνω, λίγο περισσότερο, στον μύθο, στον οποίο αναφερόταν ο Αππιανός και για τον οποίο πίστευε (όπως πίστευαν και όλοι οι Ρωμαίοι) ότι έλαβε χώρα στην περιοχή του Παγγαίου και συγκεκριμένα κοντά στον Ζυγάκτη ποταμό, που μέχρι σήμερα κυλάει τα νερά του δίπλα από τα λαμπρά ερείπια των αρχαίων Φιλίππων, όπως αυτός ο μύθος περιγράφεται στον Ομηρικό ύμνο προς την (θεά) Δήμητρα, ένα επικό ποίημα, που συντάχθηκε στα τέλη του 7ου με αρχές του 6ου αιώνα προ Χριστού:

Τη Δήμητρα - θεά καλλίκομη, σεμνή - θα υμνήσω,

την ίδια και την κόρη της με τα λεπτά σφυρά·

ο Αϊδωνεύς την άρπαξε, ο Ζευς τού την εχάρισε,

βαρύχτυπος, βροντόφωνος· κι από τη Δήμητρα, οπού κρατεί

χρυσό σπαθί κι ωραίους καρπούς,

τη χώρισε, την ώρα που έπαιζε με τις βαθύκολπες Ωκεανίδες.

Μαζεύοντας λουλούδια, ρόδα και κρόκο,

όμορφους μενεξέδες σε μαλακό λιβάδι,

κρίνα, υάκινθο και νάρκισσο - η Γη τον έσπειρε τον νάρκισσο,

δόλο της Κόρης με το πρόσωπο ανθισμένο,

γιατί ο Δίας το θέλησε, κάνοντας χάρη στον Πολυδέκτη.

Έλαμπε ο νάρκισσος, θαύμα και θέαμα σε όλους όσοι τον είδαν,

αθάνατοι θεοί και άνθρωποι θνητοί·

από την ίδια ρίζα φύτρωναν μοσχομυρίζοντας άνθη εκατό -

γέλασε τότε ο ουρανός απέραντος από ψηλά,

η γη ολάκερη και τ' αλμυρό το κύμα της θαλάσσης.

Θαμπώθηκεν κι η Κόρη κι έσκυψε, απλώνοντας τα δυο της χέρια,

να πιάσει του κόσμου αυτό το χάρμα.

Ξάφνου ανοίγει η γη, στο Νύσιο πεδίο,

από βαθιά έγινε πλατιά, κι ανέβηκε ο βασιλιάς του κάτω κόσμου

με τα άλογά του αθάνατα, ο πολυώνυμος του Κρόνου γιος.

Βίαια την άρπαξε, την έσυρε επάνω στο χρυσό του άρμα, ολοφυρόμενη,

ενώ η φωνή της κατακόρυφη αντηχούσε,

καλώντας τον πατέρα της Κρονίδη, μέγα και πρώτον.

Κι όμως κανείς δεν βρέθηκε, αθάνατος ή και θνητός,

ν' ακούσει την κραυγή της,

μήτε λαμπρόκαρπες οι Ελιές».

Ανέφερα ήδη, παραθέτοντας το κείμενο του Θεόφραστου, το σχετικό με την προσπάθεια αποξήρανσης τμήματος των τεναγών, από τον Φίλιππο Β’, ότι οι κάτοικοι των Κρηνίδων καλλιεργούσαν τριαντάφυλλα, που είχαν μεταφυτέψει από το όρος Παγγαίο. Αυτό το τελευταίο, πράγματι, φημιζόταν, από αρχαιότατους χρόνους, για τα περίφημα, εκατόφυλλα τριαντάφυλλά του, τα οποία μνημόνευσαν, πλην του Θεοφράστου και ο Αθήναιος και ο Πλίνιος και των οποίων μια ιδέα μας δίνουν τα μικρά άγρια τριαντάφυλλα, που μέχρι σήμερα σκορπίζουν το άρωμά τους στις χαμηλές πλαγιές του. Στο νόμισμα του 5ου αιώνα π.Χ. της αρχαίας Τραγίλου, πόλης των Βισαλτών Θρακών, κοντά στο σημερινό Αηδονοχώρι Σερρών, υπάρχει το ρόδο του Παγγαίου, σαν μακρινή ανάμνηση του οποίου θεωρούσε, ο σπουδαίος Γάλλος αρχαιολόγος και περιηγητής Leon Heuzey, που πέρασε από την περιοχή μας πριν από ένα και πλέον αιώνα, το ίδιο το όνομα της γνωστής και με μεγάλη ιστορία κωμόπολης του βόρειου Παγγαίου, του Ροδολείβους, που περιέχει τη ρίζα "ρόδο = τριαντάφυλλο". Αυτά τα τριαντάφυλλα του Παγγαίου, στη ρωμαϊκή εποχή, χρησιμοποιούνταν ιδιαίτερα στην τελετή της λατρείας των νεκρών (rosalia), η οποία συνίστατο, είτε στην καύση τους πάνω από τους τάφους των νεκρών, είτε στο στολισμό αυτών των τάφων, ενώ δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που θεωρούν ότι αυτά, σε παλαιότερες εποχές, διαδραμάτιζαν σοβαρό ρόλο και σ' αυτή την ίδια τη λατρεία του Διονύσου, που το μαντείο του βρισκόταν στο Παγγαίο.

Στην γύρω από τους Φιλίππους περιοχή αναφέρθηκε και ο Ρωμαίος γεωγράφος Στράβων, ο οποίος, μιλώντας για την γη της περιοχής του αρχαίου Δάτου, δηλαδή των μετέπειτα Φιλίππων, κάνει λόγο για "αρίστη και εύκαρπον χώρα",

Είναι γνωστό, επίσης, από τις ανασκαφές που διεξάγει, εδώ και πολλά χρόνια, η Γαλλική, Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, στην τούμπα του Ντικιλί τας, (δίπλα στις σημερινές Κρηνίδες), ότι έχει πιστοποιηθεί η καλλιέργεια αμπέλου και μάλιστα σε πολύ πρώιμο χρόνο, αλλά για τα σχετικά ευρήματα παραπέμπω στις σχετικές δημοσιεύσεις της προαναφερθείσας Σχολής.

Από μια επιγραφή, τέλος, που βρέθηκε στην περιοχή των Φιλίππων, προκύπτει ότι ένας Ρωμαίος κάτοικος των Φιλίππων, ονόματι Όππιος Φρόντων, διατηρούσε, στην περιοχή των Φιλίππων, ιχθυοτροφείο (cella natatoria).

Όσον αφορά την βυζαντινή περίοδο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για την περιοχή των τεναγών, παρουσιάζουν οι δύο καταστροφικοί, εμφύλιοι πόλεμοι, που έλαβαν χώρα στα μέσα του 14ου αιώνα, ανάμεσα, από την μια στο νεαρό αυτοκράτορα, Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο, (με το βασιλικό διευθυντήριο - βασιλομήτωρ Άννα Σαβοΐας/Παλαιολογίνα - Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας - αυλικός Αλέξιος Απόκαυκος) και από την άλλη στον ικανό και έμπειρο αξιωματούχο, Μέγα Δομέστικο και αντιβασιλέα, κατοπινό, δε, de facto αυτοκράτορα, Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό, μαζί με τον πρωτότοκο γιο του Ματθαίο. (Καντακουζηνός 2008: ιστ', τόμ. I), από τους οποίους πολέμους επωφελήθηκε ο Σέρβος βασιλιάς, Στέφανος Δουσάν, που κατέλαβε σύντομα τεράστιες εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και την πόλη των Σερρών, το Σεπτέμβριο του 1345, καθώς και την Δράμα και τους Φιλίππους. λίγο δε αργότερα, τον Οκτώβριο του 1345, αυτοανακηρύχθηκε «Κράλης και αυτοκράτωρ Σερβίας και Ρωμανίας», στον τότε μητροπολιτικό ναό των Αγίων Θεο­δώρων Σερρών (Στεργίου 2018:34). Οι Σέρρες αποτέλεσαν, κατόπιν τούτου, την έδρα του Δουσάν και την πρωτεύουσα του Σερβικού κράτους, στην οποία διέμενε και ο Πατριάρχης των Σέρβων (Στεργίου 2018:35), ευτυχώς, όμως, για τους Βυζαντινούς, αυτός απεβίωσε ξαφνικά το 1355, οι δε διάδοχοί του δεν διέθεταν τις δικές του, ηγετικές ικανότητες, με αποτέλεσμα το Βυζάντιο να σωθεί του­λάχιστον από τους Σέρβους.

Στα τέλη του 1354 με αρχές του 1355, ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος επικράτη­σε του Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού, ο δε τελευταίος αποσύρθηκε κι έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ. Ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος είχε, πλέον, ν’ αντιμετωπίσει μόνο τον γιο του Ιωάννη Καντακουζηνού, Ματθαίο, όμως, αυτός ήταν ισχυρός, γι’ αυτό ο Ιω­άννης Ε' Παλαιολόγος αποφάσισε να συνάψει μαζί του μια συμ­φωνία συμφιλίωσης, για να τερματίσει τον αιματηρό εμφύλιο, τη συμφωνία, όμως, αυτή καταπάτησε ο Ματθαίος, που συμμάχησε με Τούρκους κι επιτέθηκε στον αυτοκράτορα Ιωάννη. Τελικά, στα τέλη του 1356 ή αρχές του 1357, ο Σέρβος κυβερνήτης της Δράμας Βοΐνα (Vojihna / Vojhna / Vojin) συνέλαβε τον Ματθαίο Καντακουζηνό και λίγο αργότερα τον παρέδωσε στον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, πιθανώς το καλοκαίρι του 1357.

Εδώ, όμως, αφήνω να περιγράψει τα τόσο ενδιαφέροντα, για την περιοχή τα ων τεναγών των Φιλίππων, γεγονότα, με πρωταγωνιστή τον Ματθαίο Καντακουζηνό, το μέλος της Γαλλικής, Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, ανασκαφέας της βυζαντινής πόλης των Φιλίππων και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, Paul Lemerle, στο έργο του «Philippes et la Macedoine orientale a l’ époque chretienne et byzantine», βασισμένος σε κείμενα του Καντακουζηνού: «Το έτος εκείνο ο Ματθαίος Καντακουζηνός, επικεφαλής μιας στρατιάς που την αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά Τούρκοι και αυτόχθονες Έλληνες, που είχαν στρατολογηθεί στο Θέμα του Βολερού, (σημειώνουμε εδώ ότι ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι πατούσαν τα χώματα της Ανατολικής Μακεδονίας, φερμένοι, δυστυχώς, από έναν Έλληνα, διεκδικητή του βυζαντινού θρόνου!) διέσχισε τις στενές διόδους της Χριστουπόλεως και διείσδυσε στην περιοχή που ανήκε στον (Σέρβο) καίσαρα Βόϊνα, ληστεύοντας και καταστρέφοντας τα χωριά που βρίσκονταν γύρω από τους Φιλίππους, τα οποία ήταν μεν Ελληνικά, αλλά ήταν από πολύ καιρό υποταγμένα στους Σέρβους. Ο Βόϊνα υποχώρησε από τη Δράμα (όπου ήταν εγκατεστημένος) στις Σέρρες, κοντά στις οποίες έλαβε χώρα μια σύγκρουση, στην οποία τα στρατεύματα του Ματθαίου νίκησαν τους Σέρβους. Στη συνέχεια ο Ματθαίος εγκατέστησε το στρατόπεδό του δίπλα στον Πάνακα (Αγγίτη) ποταμό, όπου, όμως, έλαβε χώρα ένα συμβάν, που έμελλε να είναι μοιραίο γι’ αυτόν: Οι στρατιώτες του εξέλαβαν ως Σερβικό στράτευμα ένα φιλικό προς τον Ματθαίο τμήμα στρατού, το οποίο επέστρεφε από λεηλασία και καταληφθέντες από ξαφνικό πανικό, τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν. Πήραν το δρόμο προς την κατεύθυνση των Φιλίππων, γιατί πίστευαν ότι αν τους προλάβαινε η νύχτα και οι κάτοικοι των Φιλίππων αντιλαμβάνονταν τη φυγή τους, τίποτε δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τον ολοκληρωτικό όλεθρό τους: Οι κάτοικοι των Φιλίππων που κατείχαν το πέρασμα, (ανάμεσα στα έλη και στην πόλη τους), δεν θα τους επέτρεπαν να περάσουν στη Θράκη και ο Σερβικός στρατός θα τους σφαγίαζε. (δηλαδή, επειδή η πόλη των Φιλίππων βρίσκεται σε μια υπώρεια, το μεν έδαφος πάνω από την πόλη είναι αδιάβατο, εξ αιτίας του ότι είναι βραχώδες και περιβάλλεται από βαθιά φαράγγια, γκρεμούς και βράχους, το δε έδαφος κάτω από την πόλη, που είναι λείο, αποτελεί ένα βαθύ τέναγος, ελώδες και γεμάτο με πολλά νερά. Κι υπάρχει μια στενή δίοδος, ανάμεσα στην πόλη και στο τέναγος). Σ’ αυτό ακριβώς το στενός πέρασμα, (λοιπόν), ανάμεσα στα τείχη της πόλης και στο έλος, οι φυγάδες έλπιζαν να φθάσουν, χωρίς να προσελκύσουν την προσοχή των κατοίκων. Ένας μικρός όμως αριθμός τους μόνο το πέρασε, ενώ οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν. Οι Έλληνες (της περιοχής) πήραν μέρος σ’ αυτή την κατατρόπωση των Τούρκων (μισθοφόρων) κι οι προσπάθειες του Ματθαίου Καντακουζηνού δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν αυτή τη συμμετοχή. Ο Βόϊνα και το Σερβικό στράτευμα των Σερρών αγνοούσαν τι είχε συμβεί, αλλά οι Σέρβοι που κατοικούσαν στα χωριά γύρω από τους Φιλίππους έσπευσαν κι έπεσαν πάνω στους φυγάδες, τους οποίους ο Ματθαίος επιδίωξε μάταια να προστατεύσει. Ο βασιλέας ο ίδιος, (δηλ. ο Ματθαίος), θέλοντας να προστατέψει τον ίδιο του τον εαυτό, πλησίασε κι αυτός τους Φιλίππους. Το άλογό του, εξαντλημένο από τις επιθέσεις και τις αδιάκοπες εφόδους, έπεσε. Ο βασιλέας βρέθηκε σε απελπιστική κατάσταση μέχρις ότου ένα μέλος του βασιλικού οίκου, ονόματι Κυπαρισσιώτης, ο οποίος ήταν άνθρωπος που ελάχιστη σχέση είχε με τον πόλεμο και τις μάχες, ήταν όμως πολύ μορφωμένος, έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει για να τον σώσει: Κατέβηκε από το άλογό του και το έδωσε στον βασιλέα, εκθέτοντας τον εαυτό του σε ολοφάνερο, θανάσιμο κίνδυνο. Αυτόν, πράγματι, τον συνέλαβαν σύντομα οι Σέρβοι κι έμεινε για λίγο καιρό φυλακισμένος απ’ αυτούς, μέχρις ότου απελευθερώθηκε, χάρη στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, (που ήταν ίδιες μ’ αυτές με των Σέρβων). Έτσι ο βασιλέας έφθασε μόνος στους Φιλίππους, όμως βρήκε το στενό πέρασμα κατειλημμένο από τόσους πολλούς ανθρώπους, ώστε δεν διανοήθηκε καν να το περάσει. Μην έχοντας, μετά απ’ αυτό, τίποτε καλύτερο να κάνει, μπήκε μέσα στο έλος, που ήταν καλυμμένο από καλαμιές, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να μείνει κρυμμένος εκεί, μέχρι νάρθει η νύχτα. Καθώς όμως το έλος δεν μπορούσε ν’ αντέξει το βάρος του αλόγου, του οποίου οι οπλές βούλιαζαν στη λάσπη και παρέμεναν παγιδευμένες, ο βασιλέας κατέβηκε από το άλογο και το άφησε ελεύθερο. Αλλά οι κάτοικοι των Φιλίππων είχαν τρέξει στο κατόπι του, γνωρίζοντας ποιος ήταν: Κάποιος Γαβράς, που ήταν ένας από τους οικείους του, είχε πέσει τραυματισμένος στα χέρια τους και την ώρα που παρέδινε το πνεύμα του τον είχε αναγνωρίσει από μακριά και τους είχε πει ότι ήταν ο βασιλιάς αυτός που πλησίαζε. Οι κάτοικοι των Φιλίππων, λοιπόν, άρχισαν να ερευνούν τις καλαμιές και τα δένδρα του έλους με σκύλους, βρήκαν τον βασιλιά και τον οδήγησαν στην πόλη τους. Την επόμενη ημέρα ο καίσαρας Βόϊνα, μόλις έμαθε ότι ο βασιλιάς ήταν φυλακισμένος στους Φιλίππους, τον παρέλαβε και τον οδήγησε στην κατοικία του, στους Φιλίππους, για να τον παραδώσει λίγο αργότερα στον Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο, ο οποίος έτσι απαλλάχθηκε από όλους τους διεκδικητές του θρόνου του κι έμεινε μόνος κύριος των βυζαντινών εδαφών».

Τελικά, σύμφωνα με το «Βυζαντινόν Χρονολόγιον» (14ου αιώνα): «μετά τη σύλληψη του Ματθαίου Καντακουζηνού και την παράδοσή του στο νόμιμο αυτοκράτορα, ο πατέρας του πρώτου μεσολάβησε και ο Ματθαίος απελευθερώθηκε το 1358, αφού πρώτα πείστηκε να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του στον θρόνο και στην Αδριανούπολη. Τότε, ο Ματθαίος και ο πατέρας του αποσύρθηκαν στον Μυστρά» (ιστότοπος https:// byzantium.gr/index.html).

(Όλες οι πληροφορίες που παρέθεσα, σχετικά με τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Ιωάννη Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, προέρχονται από το βιβλίο του Συμεών Μαυρίδη «η καστροπολιτεία του Περιθεωρίου Θράκης και ο Γενοβέζος διοικητής της Giovanni Adorno (1422-1424)»).

Έρχομαι, στη συνέχεια, στις περιγραφές των τεναγών ή σε αναφορές σ’ αυτά, που έγιναν, ήδη από τον 18ο αιώνα, από περιηγητές, στρατιωτικούς κλπ.

Το έτος 1913, εκδόθηκε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας, από το NICOLAS IORGA, το σύγγραμμα με τίτλο “Chronique de l'expédition des Turcs en Morée 1715, attribuée à Constantin Dioikétès”, (δηλαδή, “Χρονικό της εκστρατείας των Τούρκων στο Μωριά, το 1715, αποδιδόμενο στον Κωνσταντίνο Διοικητή”). Σ’ αυτό, ανάμεσα στα πλείστα, ενδιαφέροντα, ιστορικά στοιχεία, διαβάζουμε και τα εξής, όπως τα αφηγήθηκε ο προαναφερθείς Ρουμάνος στρατιωτικός, ο οποίος, επικεφαλής σώματος Βλάχων, κατευθυνόταν προς την Πελοπόννησο, προκειμένου να βοηθήσει τους Τούρκους, στους αγώνες τους κατά των Ενετών: «Μετά ο δρόμος (εννοεί, προφανώς, που ανεβαίνει από την Καβάλα), αρχίζει να γίνεται πιο μεγάλος κι ανάμεσα στα βουνά που τον περιβάλλουν, όπως και στα μισά του δρόμου, υπάρχουν άδενδρα μέρη, συστηματικοί αμπελώνες και κήποι, πανέμορφες τοποθεσίες, μέχρι το Μπερεκετλή (Δάττο), όπου βρίσκονται ωραίες πηγές, το νερό των οποίων πηγάζει από το βουνό, καθώς και πολυάριθμα χωριά. Την 23η Απριλίου, ημέρα του Αγίου Γεωργίου, φεύγοντας από το Μπερεκετλή, φθάσαμε στο Τορκούλ – καϊνάρντ-σασί, (Πόρτες Νικήσιανης), μετά από πορεία τριών ωρών….. « Ακολούθως, ο συγγραφέας του κειμένου, αφού περιγράφει το Πράβι, (σημερινή Ελευθερούπολη), μας λέει τα εξής: «Από εδώ και πέρα, στους πρόποδες του βουνού υπάρχει καλός δρόμος. Καλά και ωραία ύδατα πηγάζουν από το βουνό και στη συνέχεια σχηματίζουν πιο κάτω, μέσα στους τυρφώνες, λασπερά έλη. Προτού φθάσουμε σ’ αυτές τις πηγές, ανάμεσα στα ψηλά βουνά, κοντά σ΄ ένα ύψωμα στα δεξιά μας, υπάρχει ένας «κετσές», ένα πέρασμα. Ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος, στενός: Ανεβαίνει και κατεβαίνει. Στο κατέβασμα, χαμηλά, βλέπουμε καρυδιές, δένδρα, πηγάδια, χωριά. Όμορφα μέρη. Στη συνέχεια, η πεδιάδα πλαταίνει, οι πηγές που αναφέραμε σχηματίζουν έλη και ο δρόμος συνεχίζει, στους πρόποδες του βουνού μέχρι το Τορκούλ -Καϊνάρντ-τσασί, (εννοεί τις Πόρτες, τα νερά μετά τη Νικήσιανη), το οποίο είναι μια μεγάλη πηγή, που πηγάζει από το βουνό, πάνω στο οποίο βρίσκεται η μονή της Παρθένου, «της Αχειροποιήτου» (στα ελληνικά, στο κείμενο).

Στην Επιθεώρηση των Ναπολεοντείων Μελετών, του έτους 1918, δημοσιεύθηκε το οδοιπορικό του J. J. TROMELIN, με τίτλο «Itinéraire d' un voyage fait dans la Turquie d' Europe, d'après les ordres de Son Excellence le général en chef Marmont, duc de Raguse», (δηλαδή, «οδοιπορικό ενός ταξιδιού, που έγινε στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, σύμφωνα με τις διαταγές του Αρχιστράτηγου Marmont, δούκα της Ραγκούζας). Ο Tromelin ήταν Γάλλος στρατιωτικός, ευρισκόμενος στην υπηρεσία του Ναπολέοντα, ο οποίος περιόδευσε σ’ όλη την Ευρωπαϊκή Τουρκία το έτος 1807, καταγράφοντας κυρίως τα στρατιωτικά έργα, τις οχυρές θέσεις, τις στρατιωτικές δυνάμεις και το οδικό δίκτυο των χωρών της βαλκανικής χερσονήσου, που ήταν υποταγμένες στο Σουλτάνο. Ο Tromelin μας αναφέρει, λοιπόν, στο κεφάλαιο, με τίτλο «Οδός από την Πράουστα στις Σέρρες, 14 ώρες», τα εξής: «Αφήνοντας την Πράουστα, για να πάει κανείς στις Σέρρες, πρέπει ν’ ακολουθήσει τους πρόποδες των βουνών που περιβάλλουν την πεδιάδα των Φιλίππων από τα δυτικά. Το έδαφος στα δεξιά της οδού είναι τόσο ελώδες, ώστε δεν αφήνει παρά ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σ’ αυτό και στα βουνά προς τ’ αριστερά. Δεν μπορεί κανείς να διασχίσει αυτή την πεδιάδα, παρά μόνο απέναντι από την Πράουστα ή ακόμη καλύτερα από τα νότια, για να φθάσει στα ερείπια των Φιλίππων, που τα διακρίνει κανείς στους πρόποδες των βουνών προς τα ανατολικά, ή στη Δράμα, οκτώ ώρες στα βορειοανατολικά της πεδιάδας. Αυτά τα έλη σχηματίζονται από τα νερά που τρέχουν από τα βουνά και από ενεργές πηγές, πολύ πλούσιες, που πηγάζουν από τον βράχο, ακριβώς πάνω στην οδό. Ένα μέρος, εν τούτοις, αυτών των νερών φεύγει, μέσω ενός χειμάρρου, που χύνεται στα βόρεια στον αρχαίο Στρυμόνα, ο οποίος ονομάζεται Καρά σού και ποτάμι της Δράμας από τους Τούρκους. Περίπου μισή λεύγα από την Πράουστα, οι πηγές που αναβλύζουν από τους πρόποδες των βουνών σχηματίζουν εκεί ένα έλος τόσο βαθύ, που σε υποχρεώνει ν’ αφήσεις την πεδιάδα και να εισέλθεις σε μια άλλη κοιλάδα, περισσότερο υπερυψωμένη. Σ΄’ αυτήν εισέρχεται κανείς, ανεβαίνοντας μια λιθόστρωτη οδό, 15-16 πόδια πλατιά. Στην έξοδο του αυχένα που οδηγεί εκεί, υπάρχει ένα στενό πέρασμα που περικλείεται από βουνά, το οποίο είναι εύκολο να οχυρωθεί (να το υπερασπιστεί κανείς). Αφού κατεβεί κανείς σ’ αυτό το φαράγγι, βλέπει στ’ αριστερά του δρόμου το τουρκικό χωριό Ντρανίτς (Σημείωση μεταφραστή: σημ. Αντιφίλιπποι) και λίγο πιο μακριά το «Παλουόρ» (Σημείωση μεταφραστή: σημ. Παλαιοχώρι), που κατοικείται από Έλληνες. Αυτό το μικρό φαράγγι είναι εύφορο και πολύ δασωμένο. Στη συνέχεια, επιστρέφει κανείς για κάποιο διάστημα στην πεδιάδα, συνεχίζει να βαδίζει κατά μήκος μιας αρκετά καλής οδού, (παρόλο που σ’ αυτήν, μεγάλα χαλίκια, που μεταφέρονται από νερά, δημιουργούν εμπόδια) μέχρις ότου φθάνει σ’ ένα ακόμη στενό. Αυτό το στενό πέρασμα είναι χωμένο (περιορισμένο) ανάμεσα στα βουνά από τα αριστερά κι ένα αδιαπέραστο έλος από τα δεξιά. Οι Τούρκοι, γι’ αυτό το λόγο, του έδωσαν το όνομα Πόρτες, (Σημ. μεταφραστή: Στο κείμενο αναφέρεται η ελληνική λέξη): Αυτές βρίσκονται στο βόρειο άκρο της πεδιάδας των Φιλίππων».

Το έτος 1851 εκδόθηκε, από τον Βασίλειο Νικολαϊδη, η «Στρατιωτική Γεωγραφία της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και ιδίως των Ομόρων της Ελλάδος Επαρχιών, ήτοι Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Ηπείρου και Αλβανίας». Στο σύγγραμμα αυτό, ο Νικολαϊδης, στο κεφάλαιο με τίτλο «πεδιὰς Δράμας και Φιλίππων», αναφέρει ότι «η πεδιὰς της Δράμας είναι μία των καρποφορωτάτων και πλουσιωτάτων της μεγάλης Ελλάδος, παράγουσα αφθονωτάτους δημητριακοὺς καρπούς, ορύζια, οίνον, σίσαμον, βάμβακας, καπνοὺς κτλ., παρὰ δε τοις Οθωμανοίς υπάρχει ρητόν, «Δράμα οβασί, αλτὶν οβασί», ήτοι η πεδιὰς της Δράμας είναι πεδιὰς χρυσίου. Ποτιζομένη υπὸ διαφόρων υδάτων πηγαζόντων εκ του όρους Μπὸζ-Δαγ και κειμένη μεταξὺ υψηλών και μεγάλων ορέων, η πεδιὰς αύτη παχύνεται καθεκάστην, αντὶ να στερηθή των συστατικών αυτής γόνων. Έχει μήκος μεν απ᾽ άρκτου προς μεσημβρίαν 6 ωρών περίπου και πλάτος 3-4 απ᾽ ανατολών προς δυσμάς. Περιβαλλομένη πανταχόθεν υπὸ ορέων, λοφοσειρών και ελών, δεν παρέχει άλλην δίοδον ειμὴ προς μεν άρκτον, δια των στενωπών του Αγγίστα και της Δράμας, προς δε νότον δια των της Πραύης και των Φιλίππων….. Εις 3ωρον απὸ Δράμας η οδὸς συναντά πηγὴν αφθόνου και διαυγεστάτου ύδατος, ο αύλαξ του οποίου ζευγνύεται δι᾽ ενὸς ισχυρού μονομερούς ογκομαρμάρου και παράκειται υδρόμυλος. Εκτὸς της πηγής ταύτης, υπάρχουσι προς ανατολὰς και άλλαι πηγαὶ επίσης εξαιρέτου ύδατος, και είναι σχεδὸν βέβαιον ότι κατὰ τας πηγὰς ταύτας κατεψύγη ο στρατὸς του Βρούτου και Κασσίου, αφού δι᾽ ολόκληρον ημέραν έμεινεν άνυδρος. Εις 4ωρον απὸ Δράμας η οδὸς ακολουθούσα ομαλώτατον πεδίον, και έχουσα προς μεν δεξιὰν τα έλη Φιλίππων, προς δε αριστερὰ τας τελευταίας υπωρείας του όρους Μπὸζ-δαγ, φθάνει εις τα ερείπια Φιλίππων, ένθα στενεύει ολίγον και καθίσταται οχληρὰ, αφού προσκολληθή επὶ του ορεινού μέρους. Η οδὸς εξελθούσα της θέσεως Δικελὶ-Τάσ, ένθα υπάρχει παντοπωλείον, καφενείον, αποθήκη και υδρόμυλος μετὰ πολλού και αξιολόγου ύδατος, διευθύνεται προς ανατολάς, τείνουσα προς το Σύμβολον όρος, το οποίον καλείται ούτω, διότι ενώνει το Παγγαίον όρος μετὰ των τελευταίων κλάδων της Ροδόπης. Δεξιὰ της οδού κείται η λίμνη Φιλίππων, γέμουσα απὸ καλάμους και πέραν αυτής η πόλις Πράβη, (Πράβιστα), ήτις νέμεται την μεταξὺ αυτής, της λίμνης και του Συμβόλου πεδιάδα, καλουμένην Μπερεκετλὶ-οβασί, (πλουσιοπάροχον πεδιάδα), περιβαλλομένην υπὸ πολλών καὶ πλουσίων χωρίων».

Τον Μάιο του 1834, δύο Χριστιανοί (προτεστάντες) ιεραπόστολοι, ονόματι Dwifht και Schauffler, περιηγήθηκαν την Μακεδονία και την Θράκη και τις ταξιδιωτικές και πνευματικές περιπλανήσεις τους δημοσίευσαν το 1836, στον 32ο τόμο της ετήσιας έκδοσης με τίτλο «THE MISSIONARY HERALD: CONTAlNING THE PROCEEDINGS AT LARGE OF THE AMERICAN BOARD OF COMMISSIONERS FOR FOREIGN MISSIONS WITH A GENERAL VIEW OF OTHER BENEVOLENT OPERATIONS». Στο έργο τους εκείνο, αναφέρουν ότι «σύμφωνα με τον επίσκοπο της Πράβιστας και άλλους Έλληνες που γνωρίσαμε εκεί, μεγάλο μέρος από τα ερείπια (της πόλης των Φιλίππων) καλύπτονται σήμερα από λιμνάζοντα ύδατα και μπορεί κανείς να τα δει στον πυθμένα των υδάτων αυτών, αλλά αυτό το τμήμα της πόλης βρισκόταν πολύ μακριά από την περιοχή που θα επισκεπτόμασταν εμείς. Στην πραγματικότητα, θ’ απαιτούνταν μέρες, όχι ώρες, για να εξερευνήσουμε μια τοποθεσία σαν κι αυτήν».

Στα τεύχη της 12ης και της 16ης Μαρτίου 1903, της γαλλόφωνης εφημερίδας της ισραηλιτικής κοινότητας Θεσσαλονίκης «JOURNAL DE SALONIQUE»), ο Ολλανδός δημοσιογράφος MAURITZ WAGENVOORT έγραψε τα εξής ενδιαφέροντα άρθρα, υπό τον κοινό τίτλο «στα ερείπια των Φιλίππων»:

Στις 12-3-1903 ανέφερε: «Η πόλη των Φιλίππων, όπως υποδηλώνει και το όνομά της, ιδρύθηκε γύρω στο 350 π.Χ., από τον πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και είχε στιγμές δόξας. Δεν είναι γνωστό, πότε η πόλη έπεσε σε ερείπια. Οι κάτοικοι πρέπει να την εγκατέλειψαν, όταν καθαρίστηκαν τα έλη. Ακόμη και σήμερα, μπορείτε να δείτε τα ρέματα που εκβάλλουν στους πρόποδες της αρχαίας πόλης. Στο παρελθόν, τα ρέματα αυτά πρέπει να ήταν πολύ μεγάλα και να κατέληγαν στη θάλασσα ,χάρη σε κολοσσιαία, τεχνικά έργα, όπως μόνο οι Ρωμαίοι ήξεραν να κατασκευάζουν. Μόνο οι Ρωμαίοι ήξεραν να χτίζουν. Αργότερα, όταν η πόλη περιήλθε στα χέρια των Βυζαντινών, οι Βυζαντινοί, από απροσεξία ή για κάποιο άλλο λόγο, άφησαν τις αποχετεύσεις να υποβαθμιστούν και δεν μπόρεσαν να τις ξαναφτιάξουν. Δημιουργήθηκαν βάλτοι, που βρωμούσαν τον αέρα. Η θνησιμότητα ήταν υψηλή. Οι κάτοικοι πανικοβλήθηκαν και εγκατέλειψαν την πόλη. Σε κάθε περίπτωση, η πόλη δεν είχε πλέον κανένα ενδιαφέρον ή έλξη. Είχε έρθει η ώρα να πέσει σε παρακμή, και αυτό επιτάχυνε την αναχώρηση των κατοίκων προς τη Νεάπολη (Cavalla) και αλλού».

Στις 16-3-1903, ο ίδιος δημοσιογράφος έγραψε, στην ίδια εφημερίδα: «Οι ταξιδιώτες που κινούνται από την Δράμα προς την Καβάλα ή αντίστροφα, μένουν έκθαμβοι, όταν βλέπουν, στο μέσον της διαδρομής, σαν συνέχεια της πύλης του πανδοχείου, που χρησιμεύει για την ανάπαυση των ταξιδιωτών, (σημ. μεταφραστή: Ο περιηγητής αναφέρεται στο χάνι, τα ερείπια του οποίου φαίνονται σήμερα δίπλα στην προϊστορική τούμπα του Ντικιλί τας), έναν πελώριο, τετράγωνο μονόλιθο, λίγο λεπτότερο στη βάση, σε σύγκριση με το επάνω άκρο του. Τι είναι αυτός ο μονόλιθος; Πιστεύεται ότι πρόκειται για ταφικό μνημείο, πλην όμως, οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν επί τόπου, δεν έφεραν τίποτε στο φως. (Ίσως, βέβαια, αυτές οι ανασκαφές να μην έγιναν σε αρκετό βάθος). Άλλοι υποθέτουν πως ο μονόλιθος μπορεί να ήταν η βάση του αγάλματος ενός αλόγου. Η πρώτη υπόθεση φαίνεται πιο ακριβής (αξιόπιστη), όπως θα δούμε πιο κάτω. Οι επιγραφές που φέρει πάνω του ο μέγας αυτός λίθος έχουν σβηστεί κι ο λόγος είναι ο ακόλουθος: Ο μύθος ήθελε, η σκόνη από αυτό τον λίθο να κάνει καλό στις στείρες γυναίκες. Αυτές οι τελευταίες, μια συγκεκριμένη στιγμή του έτους, έρχονταν στους Φιλίππους, έξυναν το μονόλιθο κι έπαιρναν απ’ αυτόν λίγη σκόνη. Οι στείρες γυναίκες, που κατέφευγαν σ’ αυτό το επινόημα (τέχνασμα), πρέπει να ήταν πολυάριθμες, γιατί η ποσότητα των κομματιών που έχουν αφαιρεθεί από τον λίθο είναι αρκετά σημαντική. Σήμερα, εκείνος ο μύθος έδωσε την θέση του σ’ έναν άλλο: Η σκόνη του μονολίθου θεωρούνταν αποτελεσματική ενάντια στην ελονοσία. Αυτή η τελευταία ενδημούσε μόνιμα στην περιοχή και αντιλαμβάνεται κανείς, με πόση ένταση πρέπει να γίνονταν τα ξυσίματα του λίθου».

Στο τεύχος της 24ης Σεπτεμβρίου του 1909 έτους, της αναφερθείσας ήδη, γαλλόφωνης εφημερίδας της Θεσσαλονίκης «JOURNAL DE SALONIQUE», υπήρχε η εξής ανακοίνωση:

«Οι κύριοι Ναρίφ και Δημητράκης Αφτουνίδης (μήπως Αφθονίδης;), δικηγόροι, πρότειναν στις (οθωμανικές) Αρχές της Δράμας τον μετασχηματισμό (αξιοποίηση) των θερμών λουτρών της περιοχής «Maggar», που βρίσκονται σε απόσταση δύο ωρών από την Δράμα, πάνω στον δρόμο προς Καβάλλα.

Οι πιο πάνω επιχειρηματίες δεσμεύονται να επισκευάσουν τους δρόμους, να κατασκευάσουν ξενοδοχεία και ν’ αυξήσουν την ποσότητα των νερών. Παραχωρούν, επίσης, υπέρ του οθωμανικού στόλου το 10% και υπέρ της Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων το 5% των καθαρών εσόδων της επιχείρησης.

Όλες οι κατασκευές θα περιέλθουν στην κυριότητα του Κράτους, όταν συμπληρωθεί η τριακονταετής διάρκεια της σχετικής σύμβασης.

Όποιοι θα ήθελαν να κάνουν καλύτερες προσφορές, παρακαλούνται ν’ απευθυνθούν στις Αρχές της Δράμας».

Το έτος 1901, ο Τρύφων Ευαγγελίδης, στο σύγγραμμά του, με τίτλο ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ, ήτοι, ιστορική, γεωγραφική, τοπογραφική και αρχαιολογική περιγραφή των νέων ελληνικών χωρών: Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας κλπ.», περιγράφει ως εξής την μετάβασή του, από την Δράμα προς την Καβάλα:

«Διαβαίνομεν ευλαβώς τον παραρρέοντα ρύακα, τον ονομασθέντα δικαίως υπό των περιηγητών μικρόν Ιορδάνην, διότι εν αυτώ εβαπτίσθη υπό του Αποστόλου Παύλου η πρώτη εν Ευρώπη χριστιανή, η ενάρετος και ευσεβής Λυδία, η πορφυροπόλις…. Τινές τον ποταμίσκον τούτον εκλαμβάνουσιν ως τον Ζυγάκτην, ονομασθέντα ούτω, διότι κατά την διάδοσιν, αυτού εθραύσθη ο άξων της αμάξης του Πλούτωνος απάγοντος την ωραίαν Περσεφόνην, συλλέγουσαν άνθη ανά το ανθοβριθές και τερπνόν τοπίον, το κάτωθεν και προς δυσμάς των Φιλίππων εκτεινόμενον (Αππιανού, εμφυλίων πολέμων, βιβλίον Δ’, 105, 128)….. Εκ Φιλίππων, προχωρούντες δια μέσου καταφύτων και τεναγωδών εκτάσεων, της αμαξιτού διερχομένης επί γεφυρών ποταμίων, συναντώμεν ερείπια νεκρουπόλεως αρχαίας και περαιτέρω, μετά ¼ εις Δικελή (=τρύπιος λίθος) παρά τινι ξενοδόχω βλέπομεν το μνημείον του G. Vibius, ανατολικώς το τουρκικόν χωρίον Μπερεκετλή (=εύφορον ή μυριόφυτον) και το επίσης τουρκικόν Μπατεμλή (=αμυγδαλόεν).

Μια ακόμη, γλαφυρή περιγραφή του κάμπου και των ελών των Φιλίππων έχουμε, από τον Θ. Αθανασιάδη, σε δημοσίευμά του στο «Ημερολόγιον Δράμας», που εκδόθηκε το έτος 1930, (πριν την αποξήρανση του έλους), της οποίας διατηρήσαμε την αρχική σύνταξη κι ορθογραφία: «Ο κάμπος των Φιλίππων προς τα γύρω και πέρα βαθύτερα δυτικά ο κάμπος της Δράμας: Απέναντί του το Παγγαίον, με την ιστορία των χρυσορυχείων του. Οι ηφαιστειοειδείς υψηλοί λόφοι του Πραβίου, (ενν. την σημερινή Ελευθερούπολη), το Σύμβολον όρος με την οροσειρά του λόφου που βρίσκομαι. Πέρα βόρεια ο Όρβηλος, δυτικά το Μενοίκιον όρος, πιο κάτω η Αλιστράτη με τα υψώματά της, που σταματούν το μάτι και κάτω από αυτά μια έκταση απέραντη προς την Αγγίστα. Στον κάμπο κάτω, εμπρός, ο μικρός Ιορδάνης, που ξετυλίγεται μέσα στα χωράφια, με τα διάφορα σχήματά των, σαν γαλάζια λωρίδα, παρέκει άλλα νερά και παραπέρα, προς τη Στημένη Πέτρα (Δεκιλή Τας), με τες καταπράσινες ακόμα λεύκες της, άλλα προς τα Πραβινά και άλλα που σχηματίζουν βάλτους και σκεπάζουν τόσο χρήσιμη γη, μα και πόσα ιστορικά μνημεία δεν κρύβουν και δεν παραχώνουν βαθύτερα! Νερά, πηγές, με βίο κι αυτά τόσων αιώνων! Θαυμάζω τη φυσική αυτή μεγαλοπρέπεια και δεν χορταίνει το μάτι μου βλέποντας. Κυριαρχεί μια απερίγραπτη ευχαρίστησι, απ’ τη θέα αυτή. Ή φθινοπωριάτικη πρασινάδα, τα λουλούδια, οι καλαμιές, τα τόσα υδροχαρή φυτά παρουσιάζουν τον κάμπο αυτό σαν πλουμισμένο τάπητα με τέχνη αφάνταστη, που κανένας άλλος απ’ τον Μεγάλο αυτό τεχνίτη, τη Φύσι, δεν θα μπορούσε, όχι να τον κάνη, αλλά και να τον φαντασθή. Χρειάζεται κάλαμος γερός, για να μπόρεση να δώση στο χαρτί, με λέξεις, μια τέτοια εικόνα που είναι μπροστά μου. Γι' αυτό, καταλαβαίνοντας την αδυναμία του καλάμου μου, φέρω μόνο στο νου μου με γρηγοράδα το παρελθόν αυτού του τόπου, απ’ την κορυφή του λόφου που περήφανα υψώνεται σε τέτοιες και τόσες ωμορφιές και φαίνεται σαν κύριος και δεσπότης όλων... Είχαν δίκαιο οι ευφάνταστοι πρόγονοί μας στην αρχαιότητα, στη μυθο­λογία, να πουν πως εδώ έγινε ή αρπαγή της Περσεφόνης απ’ τον Πλούτωνα. Και πού αλλού μπορούσαν να βρουν τέτοιο συνδυασμό ευφορίας, γονιμότητας και μαγευτικής, ωμορφιάς κάμπου; Ή ωραία Κόρη, η θυγατέρα της Δήμητρας, θεάς της Γεωργίας, μαγευμένη από την ωμορφιά αυτή της πεδιάδος των Κρηνίδων (Φιλίππων), ενώ έπαιζε εδώ με τας Νύμφας και έκοβε λουλούδια από τον φυσικό αυτό ανθόκηπο, έγινε σεισμός και άνοιξε η γη και τότε βγήκε ό βασιλιάς του Άδου και των Υποχθονίων Πλούτων άρπαξε στην αγκαλιά του την ώμορφη Περσεφόνη και την έφερε στο υπόγειο βασίλειό του για γυναίκα του».

Τελευταία άφησα την διαφωνία που ανέκυψε, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, για το αν τα τενάγη των Φιλίππων ταυτίζονται με την Πρασιάδα λίμνη, την οποία αναφέρει ο Ηρόδοτος, («έστιν εκ της Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα ες Μακεδονίην (Ηροδ. V, 17). Την άποψη αυτή υποστήριξαν λόγιοι άνδρες, όπως ο γιατρός Σταύρος Μερτζίδης, που συνέγραψε ιστορικής φύσεως βιβλία για την υπό εξέταση περιοχή, (ΦΙΛΙΠΠΟΙ, ΑΙ ΧΩΡΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ κλπ.), ο άλλοτε Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιος Σταμούλης κλπ., ήδη, όμως, οι νεώτεροι ιστορικοί απορρίπτουν, στο σύνολό τους, την άποψη εκείνη, ταυτίζοντας την Πρασιάδα, είτε με την λίμνη Δοϊράνη, είτε με την Κερκινίτιδα λίμνη, (δείτε: α) κείμενο της Μαρίας Παπαγεωργίου, με τίτλο «έστιν εκ της Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα ες Μακεδονίην (Ηροδ. V, 17, β) κείμενο του Μ. ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ, με τίτλο «Η ΠΡΑΣΙΑΣ ΛΙΜΝΗ – ΕΝΘΑ Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΑΔΙΚΩΣ ΕΛΕΓΧΕΤΑΙ ΣΦΑΛΛΟΜΕΝΟΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ – Η ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΔΟΪΡΑΝΗΣ (Η ΠΡΑΣΙΑΣ)» 1893, γ) άλλο κείμενο του Μ. ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ, με τίτλο «Η Πρασιάς λίμνη: Μελέτη γεωγραφική και ιστορική», δ) κείμενο του Τριαντάφυλλου Παπαζώη, με τίτλο «Το Δύσωρο όρος και η Πρασιάδα λίμνη κατά την αρχαιότητα : ιστορική και γεωγραφική έρευνα» κλπ.

Τα λιγοστά αυτά κείμενα που παρέθεσα αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος από τη πλούσια βιβλιογραφία, που ανά τους αιώνες αναφέρθηκε στην ευλογημένη αυτή περιοχή, αυτή στην οποία, πέρα από την πλούσια φύση της, ακόμη μεγαλύτερο πλούτο παρείχαν τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του Παγγαίου και των βουνών της Λεκάνης, που έκαναν το «Δάτον», το αρχαίο πόλισμα που αργότερα ονομάστηκε «Κρηνίδες» κι ακόμη αργότερα «Φίλιπποι», να γίνει ονομαστό σ' όλη την αρχαιότητα για τον τεράστιο πλούτο του, η δε έκφραση "Δάτον αγαθών" να γίνει μια παροιμιώδης έκφραση των προγόνων μας, που σήμαινε την πιο μεγάλη αφθονία και τον πιο μεγάλο πλούτο που μπορούσε κανείς να φανταστεί.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ, ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΑ ΤΕΝΑΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ, ΟΠΩΣ ΑΥΤΑ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ:

1η έως 7η. Από την Ακρόπολη των Φιλίππων

8η έως 10η. Από τον λόφο των Ασύλων Διονύσου

11η έως 13η. Από τις κορυφές του Παγγαίου όρους

14η έως 18η. Από το Σύμβολο όρος, νοτίως του Κοκκινοχώματος (στις φωτογραφίες αυτές, τα τενάγη φαίνονται πλημμυρισμένα).

Τέλος, στις τρεις τελευταίες φωτογραφίες βλέπετε τον «δρόμο», πλάτους δέκα (10) περίπου μέτρων, που διασχίζει τα τενάγη, ξεκινώντας από τους Φιλίππους και καταλήγοντας στο Παλαιοχώρι. Στη συγκεκριμένα λωρίδα γης, πάνω στην οποία έχουν βρεθεί αρχαιότητες, αναφέρεται και αρχαιολογικό δελτίο της ΙΗ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας.