Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

 

           Η ΗΡΑΚΛΕΙΤΣΑ ΤΩΝ ΓΑΝΟΧΩΡΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

 

                                            ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

Α) ΙΣΤΟΡΙΑ

Στην Ανατολική Θράκη, την πανάρχαια γη των προγόνων μας, περίοπτη θέση καταλάμβαναν, ήδη κατά την απώτερη αρχαιότητα, οι πόλεις και οι οχυρές θέσεις των θρακικών παραλίων της Προποντίδας. Ειδικά στην περιοχή του Ιερού Όρους, υπήρχαν οι αρχαίες πόλεις Τειρίστασις (ή Περίστασις), Ηράκλεια (η μετέπειτα Ηρακλείτσα), η Γάνος (αργότερα ο Γάνος), αι Γανίαι και το Νέο τείχος, κτισμένες σε επίλεκτα σημεία της θρακικής παραλίας, είτε από γηγενείς Θράκες, είτε από Έλληνες αποίκους, (όπως λ.χ. η Γάνος, την οποία ίδρυσε ο οικιστής του Βυζαντίου, Βύζας ο Μεγαρεύς).

Το Ιερό Όρος αποτελεί εκτεταμένη, χαμηλή σχετικά οροσειρά, η οποία ξεκινά από το ύψος περίπου των χωριών Σιμιτλή και Κουμβάου και φθάνει μέχρι τη χερσόνησο της Καλλιπόλεως, καλύπτοντας το αντίστοιχο τμήμα της θρα­κικής παραλίας της Προποντίδας. Είναι πολύ δασωμένο και στ’ απέραντα δάση του ευδοκιμούν ποικιλίες δένδρων οικο­δομήσιμης και καύσιμης ξυλείας, ενώ σε ορισμένα σημεία της παραλίας της Προποντίδας, μεταξύ Αυδημίου και Κουμβάου, καταλήγει σε απόκρημνες και πετρώ­δεις πλαγιές, αδιάβατες ακόμα και σήμερα, που ήταν γνωστές με το όνομα «Βαρδαλάκος».

Στη βυζαντινή περίοδο, η περιοχή των Γανοχώρων παρουσίασε μεγάλη ακμή, γιατί βρισκόταν πολύ κοντά στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, ενώ ιδιαίτερα γνωστή έγινε όταν, στις δασωμένες πλαγιές του Ιερού Όρους, ιδιαίτερα πάνω από τον Γάνο, ιδρύθηκε, κατά τον 11ο αιώνα, ονομαστό, μοναστικό κέντρο, με πλήθος μοναστηριών, όπου μόνασαν σπουδαίες μορφές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, όπως ο ιδρυτής της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους, Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης.

Αυτή η ευμάρεια των Γανοχώρων δεν σήμαινε, όμως, ότι ήταν απαλλαγμένα από συμφορές. Οι για αιώνες επιδρομές διάφορων, βαρβαρικών λαών, που κατέβαιναν από τη βόρεια Βαλκανική και ιδιαίτερα οι συνεχείς επιθέσεις και λεηλασίες της Θράκης από τους Βουλγάρους δεν άφηναν αθικτα τα Γανόχωρα. Η χαριστική βολή, όμως, ήλθε όταν το έτος 1354 καταλήφθηκε από το Σουλεϋμάν, γιο του οθωμανού σουλτάνου Ορχάν, η Καλλίπολη, την κατάληψη της οποίας ακολούθησαν τα γειτονικά Γανόχωρα, τα οποία, έτσι, υπήρξαν τα πρώτα εδάφη της Ευρώπης, τα οποία περιήλθαν υπό την οθωμανική κυριαρχία.

Η κατάληψη της Θράκης γενικότερα και των Γανοχώρων ειδικότερα, με τις σφαγές και την υποδούλωση των κατοίκων, τις λεηλασίες και τις αναγκαστικές μετοικεσίες, κύρια δε τον βίαιο εξισλαμισμό των Χριστιανών κατοίκων, οδήγησε στην ερήμωση της Θράκης, καθώς και των ευρισκόμενων στην θρακική παραλία της Προποντίδας βυζαντινών φρουρίων, μετά όμως την κατάκτηση, αργά – αργά το Ιερό Όρος και τα παράλιά του εποικίστηκαν και πάλι από Έλληνες Θρακιώτες, που ίδρυσαν, αρχίζοντας από το δυτικό, Ιερό Όρος, μια σειρά κωμοπόλεων και χωριών, με αμιγώς ελληνική σύσταση και χαρακτήρα, τα οποία αργότερα ονομάστηκαν Γανόχωρα, από τα ονόματα των δύο αρχαιοτέρων και σημαντικοτέρων απ’ αυτά, του Γάνου και της Χώρας. Οι δύο μάλιστα αυτοί γεωγραφικοί όροι έγιναν τόσο αλληλένδετοι μεταξύ τους, ώστε να μη νοείται ό ένας διάφορος από τον άλλον. Στην πράξη, Γανόχωρα σήμαινε Ιερό Όρος και Ιερό Όρος σήμαινε Γανόχωρα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα τα Γανόχωρα αποτελούσαν ένα σύνο­λο 21 ακραιφνώς ελληνικών κωμοπόλεων και χωριών, με συνολικό πληθυσμό 32.000 περίπου ψυχών, από τα όποια τα πέντε κυριώτερα, Γάνος, Χώρα, Μυριόφυτο, Περίσταση και Στέρνα, ήταν πραγματικές κωμοπόλεις, με πληθυ­σμό ο οποίος, πριν από τους διωγμούς του 1914, έφθανε, κατά τα τότε στοι­χεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τις 4000, 4500, 5000, 5000 και 3000, αντίστοιχα. Αποτελούσαν δύο εκκλησιαστικές επαρχίες, τη Μητρόπολη Γάνου και Χώρας, που περιλάμβανε τις κοινότητες, Γάνου, Χώρας, Αυδημίου, Νεο­χωρίου, Μηλιού, Κερασιάς, Ιντζέκιοΐ, Κασταμπόλεως, Σεντουκίου και Παλαμουτίου και την Μητρόπολη Μυριοφύτου και Περιστάσεως, που ιδρύθηκε το έτος 1909 και περιλάμβανε τις Κοι­νότητες Μυριοφύτου, Περιστάσεως, Ηρακλείτσας, Πλατάνου, Στέρνας, Λούπιδας, Καλαμιτσίου, Καλοδένδρου, Λιμνίσκης και Νεοχωρίου, με τελευταίους Μητροπολίτες, τον σεβασμιώτατο Τιμόθεο Λαμνή (Λέσβιο την καταγωγή) η πρώτη και τον Σωφρόνιο Σταμούλη (Σηλυβριανό την καταγωγή) η δεύ­τερη.

Ο πληθυσμός των κωμοπόλεων και χωριών αυτών, γνησιώτατα ελλη­νικός, (από τις 32.000 κατοίκους των αρχών του 20ού αιώνα, οι 30.500 ήταν Έλληνες), με σιδερένια, εθνική συνείδηση και ακμαία σχολεία, ζούσε σχεδόν ελεύθερος ως το 1913, οπότε άρχισε ο φρικτός εκείνος διωγμός των Ελλήνων της Ανατ. Θράκης, που κράτησε ως την κήρυξη του Α' παγκοσμίου πολέμου και συνεχίσθηκε σ' όλη σχεδόν την διάρκειά του. Ήταν ένας πληθυσμός με πλήρη επίγνωση των εθνικών του υποχρεώσεων, εμφορούμενος από το όραμα της εθνικής αποκατάστασής του. Ήταν τόσο έντονη η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στις δύο εκεί­νες εκκλησιαστικές επαρχίες, ώστε μετά την κήρυξη του τουρκικού Συντάγματος του 1908, Καϊμακάμηδες (Έπαρχοι) διορίζονταν Έλληνες.

Μια από τις ακμαίες, ελληνικές κοινότητες των Γανοχώρων της Προποντίδας ήταν και η Ηρακλείτσα, για την οποία ο Ευστράτιος Δράκος, στο σύγραμμα που εξέδωσε το έτος 1892 στην Αθήνα με τίτλο «ΤΑ ΘΡΑΚΙΚΑ – Διάλεξις περί των εκκλησιαστικών επαρχιών Σηλυβρίας, Γάνου και Χώρας, Μετρών και Αθύρων, Μυριοφύτου και Περιστάσεως, Καλλιπόλεως και Μαδύτου», αναφέρει, με την γλώσσα εκείνης της εποχής, τα εξής: «»Πάνυ ευάερος και χαρίεσσα νυν είναι η παραθαλασσία Ηρακλείτσα, κειμένη νοτίως πως και ώραν μακράν του Μυριοφύτου..»

Στη θέση της Ηρακλείτσας υπήρχε κατά την αρχαιότητα μια ισχυρή, παράλια κώμη, η Ηράκλεια, την οποία αναφέρει ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς στο έργο του «Περίπλους», ως εξής: «Μετά δε την Χερρόνησόν εστι Θράκια τείχη τάδε. Πρώτον Λευκή Ακτή, Τειρίστασις,  Ηράκλεια, Γάνος, Γανίαι, Νέον Τείχος, Πέρινθος πόλις και λιμήν…» Το όνομά της εκείνη η αρχαία κώμη το έλαβε από τον Ηρακλή, όπως αποδείχθηκε από μια επιγραφή που βρέθηκε κατά τη θεμελίωση του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία έγραφε «ΙΕΡΟΝ ΗΡΑ», υπονοώντας τον Ηρακλή. Ίχνη από τα αρχαία τείχη της υπήρχαν, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ το ακρωτήριό της, μαζί με το απέναντι, στη μικρασιατική ακτή, ευρισκόμενο ακρωτήρο της αρχαίας ελληνικής πόλεως Πριάπου, σχημάτιζαν τα χείλη του Ελλησπόντου.

Σ΄ένα Μηναίο, που εξέδωσε κάποιος Ανδρέας Σπινέλλος, «μονετάριος της εκλαμπρωτάτης αρχής των Ενετών», με αφορμή την περιγραφή κάποιας κατακλυσμιαίας βροχής που έπληξε το Μυριόφυτο, την Περίσταση και την Ηρακλείτσα την 7η Οκτωβρίου του 1684, αναφερόταν ότι τότε η Ηρακλείτσα «πόλις ην μεγάλη».

Οι Έλληνες κάτοικοι της Ηρακλείτσας ανέρχονταν κατά το έτος 1873 σε 1.500, σύμφωνα με την Επετηρίδα του Θρακικού, Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, το 1890 αριθμούσαν περί τις 250 οικογένειες και, σύμφωνα με τον Ευστράτιο Δράκο, περί τα 1.850 άτομα κι ασχολούνταν με τη γεωργία, την αμπελουργία και την σηροτροφία, ενώ πολλοί είχαν ξενητευθεί, στην Κωνσταντινούπολη και το εξωτερικό, όπου απέκτησαν οικονική επιφάνεια αλλά κι εκεί ποτέ δεν λησμόνησαν την πατρίδα τους, την οποία συνεχώς και παντοιοτρόπως βοηθούσαν. Στην Ηρακλείτσα λειτουργούσε με­γάλο εργοστάσιο επεξεργασίας μεταξιού, της εμπορικής επιχείρησης των αδελφών Πασχαλίδη, που είχε την έδρα της στην Προύσα. Τα προϊόντα της ήταν ξακουστά σ' όλη την Ανατολή κι εξάγονταν έως την Περσία και το Τουρκιστάν.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα στην Ηρακλείτσα δεν υπήρχαν Τούρκοι, εκτός από έναν υπάλληλο που εισέπραττε τους φόρους. Η κοινότητα ήταν πλήρως αυτοδιοικούμενη, μια και τη διοίκησή της ασκούσε η δημογεροντία, μ’ εκτελεστικό όργανο τον λεγόμενο Δήμαρχο ή Μουχτάρη ή Τσορμπατζή, ο οποίος και προέδρευε στις συνεδριάσεις της.

Οι Ηρακλειτσιανοί διέθεταν Κώδικα, που φυλασσόταν στην εκκλησία κι ήταν θεωρημένος από την Μητρόπολη, του οποίου το κύρος αναγνώριζαν και τα οθωμανικά Δικαστήρια. Σ’ αυτόν καταχωρούνταν οι κάθε είδους δικαιοπραξίες κι επίσημες πράξεις, όπως διαθήκες, προικοσύμφωνα, δωρεές, πωλητήρια κλπ. Ο Κώδικας αυτός έφθασε μεν μέχρι την Καβάλα, μαζί με ολόκληρη την κινητή περιουσία της κοινότητας, συσκευασμενη σε κιβώτια που περιείχαν τις εικόνες των ναών, βιβλία εκκλησιαστικά και ιερά άμφια, λάβαρα και φανούς της εκκλησίας, βιβλία της βιβλιοθήκης του σχολείου, καμπάνες της εκκλησίας και των σχολείων και άλλα, χάθηκε όμως μόλις έφθασε, μαζί με ολόκληρ το κιβώτιο που τον περιείχε, στον περίβολο του ιερού ναού του Αγίου Ιωάννη, όπου είχαν τοποθετηθεί τα κιβώτια.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ηρακλείτσα παρουσίαζε μεγάλη πρόοδο, αφού η οικονομία της ήταν ανθηρή, όλη όμως αυτή η πρόοδος σταμάτησε τα ξημερώματα της 27ης Ιουλίου του 1912 (με το παλιό ημερολόγιο), οπότε ένας ισχυρότατος σεισμός, έντασης 7,6 ρίχτερ, προερχόμενος από το διερχόμενο από την Προποντίδα ρήγμα της Ανατολίας και τον οποίο ακολούθησαν, μετά από 8 ώρες ένας μετασεισμός των 6,2 ρίχτερ και μετά ένα μήνα ένας ακόμη των 6,7 ρίχτερ, σώριασαν σ’ ερείπια τα όμορφα Γανόχωρα κι έσπειραν το θάνατο, την καταστροφή και τη δυστυχία σ’ αυτά. Ο σεισμός, που τον ακολούθησαν εκτεταμένες πυγκαγιές, κατέστρεψε γύρω από την Προποντίδα 310 πόλεις και χωριά, προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε 272 οικισμούς, είχε 2.826 νεκρούς και 7.353 τραυματίες, ενώ άφησε 83.600 άστεγους.

Ειδικά στην Ηρακλείτσα κατέρρευσε το μεγαλύτερο μέρος των κτισμάτων κι έχασαν τη ζωή τους 37 κάτοικοι, ενώ τραυματίστηκαν περίπου 200. Επίσης, η γυναικεία Ιερά Μονή των επτά Μακκαβαίων και της μητρός τους Σολομονής ερειπώθηκε από το σεισμό και παρέμεινε μισοκατεστραμμένη μέχρι το έτος 1922, ενώ μέχρι τότε στη θέση της παρέμεινε λειτουργικό μόνο ένα παρεκκλήσι της. Πολλοί, όμως, κάτοικοι της Ηρακλείτσας κατοικούσαν μόνιμα στην Κων/πολη και σε πόλεις του εξωτερικού, ορισμένοι δε απ’ αυτούς κατείχαν και υψηλές θέσεις στα γράμματα, το εμπόριο, την εκκλησία και γενικά στη οικονομική και πνευματική κίνηση, ενώ υπήρχαν και αρκετοί τεχνίτες οικοδόμοι και ξυλουργοί, που κατοικούσαν στην Ηρακλείτσα, αλλά εργάζονταν κι αυτοί στην Κωνσταντινούπολη και στην υπόλοιπη Θράκη. Όλοι αυτοί προσέτρεξαν για την περίθαλψη των σεισμοπλήκτων του χωριού τους, σε συνεργασία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, (ο ίδιος ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ επισκέφθηκε τότε τα Γανόχωρα), στέλνοντας τρόφιμα, ρουχισμό, γιατρούς και νοσοκόμους, γεωλόγους, καθώς και ξυλεία για την ανοικοδόμηση των οικιών των φτωχών οικογενειών, καθώς και των εκπαιδευτηρίων που είχαν καταστραφεί. Τότε φάνηκε το υψηλό αίσθημα αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των ομογενών προς την αγαπημένη πατρίδα τους.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας και ολόκληρης της Θράκης υπέστησαν πολλά δεινά, μεταξύ των οποίων ήταν η συστηματική προσπάθεια των νεοτούρκων να εξοντώσουν ή να εκδιώξουν βίαια από τις πανάρχαιες εστίες τους όλους τους ελληνικούς πληθυσμούς, αφού κανένας τους δεν συναινούσε να εκτουρκιστεί. Αυτό προσπάθησαν να το πετύχουν οι νεότουρκοι με την αποστολή των ανδρών στα «αμελέ ταμπουρού» ή τάγματα εργασίας, τον εκτοπισμό των γυναικοπαίδων και των γερόντων στη Μικρά Ασία με σκοπ΄τη συστηματική εξόντωσή τους από τις κακουχίες, με φόνους, βιασμούς γυναικών, καταπίεση και τρομοκρατία, αλλά και με την υψηλή φορολογία και τον εμπορικό αποκλεισμό των ελληνικών οικονομικών μονάδων, δεινά τα οποία αυξάνονταν από τη δράση Βούλγαρων κομιτατζήδων, που διέτρεχαν όλη την Θράκη και καταπίεζαν τους Έλληνες κατοίκους της με τρόπο όχι καλύτερο από εκείνο των Τούρκων. Εκείνη την περίοδο (1914) εκτοπίστηκαν από τις εστίες τους στα Γανόχωρα 7.018 Γανοχωρίτες, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι 773 από τους 1.442 κατοίκους που είχε τότε η Ηρακλείτσα. Οι πιο πάνω Ηρακλειτσιανοί εκτοπίστηκαν στη Λεύκη της Νίκαιας. Πράγματι, από επιστολή των προκρίτων της Ηρακλείτσας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου του 1915, πληροφορούμαστε ότι οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μεταναστεύσουν στη Λεύκη της Νίκαιας. Στην αρχή της επιστολής οι πρόκριτοι εξέφραζαν τις ευχαριστίες τους προς την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προς την Επιτροπή των προσφύγων, για την οικονομική βοήθεια των 15 λιρών που τους απέστειλε, ενώ στη συνέχεια ζητούσαν «πάλιν να φροντίση περί ημών και μη αφήση να χαθούν τόσαι υπάρξεις ένεκα πείνης και γυμνό­τητος. Χριστιανοί εκποίησαν μέχρι τούδε παν ότι είχον προς διατροφήν των». Πράγματι, οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας, κατά την περίοδο της παραμονής τους στη Λεύκη, αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα. Αυτό το διαπιστώνουμε μέσα κι από άλλες επι­στολές των κατοίκων προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως αυτή που έφερε ημερομηνία 23 Νοεμβρίου του 1915. Ο μητροπολίτης Μυριοφύτου και Περιστάσεως Φιλόθεος (1908-1916) αναφέρει, σχετικά με την κατάσταση των προσφύγων, τα εξής·. «Η εσχάτη απόγνωσις και απελπισία, ήτις κατέβαλε τους δυστυχείς και ταλαιπώρους Χριστιανούς των χωρίων Ηρακλείτσης καί Λούπιδας της ταπεινής επαρχίας μου, τους εν ελεεινή και οικτρά καταστάσει ευρισκο­μένους εν τη ξένη, εξαναγκάζει αυτούς και πάλιν και πολλάκις ίνα μεθ' αιμασσούσης καρδίας διεκτραγωδήσωσι τα δεινοπαθήματα αυτών, τα εκ της δυστυχίας καί της μαστίζουσης αυτούς πείνης απορρέοντα, και εξαντλήσωνται την φιλόστοργον μέριμνα της Μη­τρός Εκκλησίας». Από την επιστολή αυτή γνωρίζουμε τη δρα­ματική κατάσταση των προσφύγων κατοίκων της Ηρακλείτσας, καθώς επίσης και το ότι ο μητροπολίτης Μυριοφύτου και Περιστάσεως Φιλόθεος, προφανώς λόγω των ταραχών, εγκατέλειψε τότε την έδρα του και διέ­μενε στο Φανάρι.

Οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Λεύκη, προσπάθησαν ν’ αντιμετωπίσουν τα οικονομικά τους προβλήματα· όρισαν μάλιστα το 1915 αντιπροσώπους, οι οποίοι προσπάθησαν να δώσουν λύσεις στη δύσκολη ζωή των προ­σφύγων στη Λεύκη. Οι πρόσφυγες στερούνταν και τα απα­ραίτητα προς το ζην και κατόρθωσαν να επιβιώσουν χάρη στην υπο­μονή τους και τη βοήθεια του Οικουμενικού θρόνου. Η προσφυγιά τους διήρκεσε έως το Νοέμβριο του 1918, οπότε οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας εγκατέλειψαν τη Λεύκη και μέσω των κωμοπόλεων Αντά Παζάρ και Χαϊντάρ Πασά επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Όμως, από τους 773 εκτοπισθέντες, μόνο οι 395 επέστρεψαν στο χωριό τους, όπου ήλθαν αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα. Οι υπόλοιποι είχαν πεθάνει από τις κακουχίες. Αλλά και για όσους επέζησαν, ο πόλεμος είχε καταστρέψει τις περιουσίες τους. Τη δραματική κατάστασή τους απεικονίζει εναργώς έα πρακτικό, που συν­τάχθηκε από τη δημογεροντία Ηρακλείτσας την 21η Απριλίου του 1919 και από το οποίο προκύπτει ότι από τις 305 οικίες που υπήρχαν στην Ηρακλείτσα πριν την αναχώρηση των κατοίκων για τη Λεύκη, οι 105 είχαν καταστραφεί και μόνο οι 80 ήταν κατοικήσιμες. Στις υπόλοιπες 120 έπρεπε να γίνουν σημαντικές επισκευές. Από τα 1.000 στρέμματα αμπελώνων είχαν καταστραφεί τα 950· από τα 750 στρέμματα μουριών τα 720. Συνολικά, από τα 10.200 στρέμματα καλλιεργήσιμων αγρών που υπήρχαν στην κοινότητα, τα 10.000 είχαν γίνει άγονα. Επίσης, από τα 35 ζεύγη βοών που εγκατέλειψαν πίσω τους, βρέθηκαν μόνο τα 4. Στον αγώνα τους, όμως, για την αποκατάσταση των ζημιών, οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας δεν ήταν μόνοι· είχαν την ηθική και υλική υποστήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σημαντική ήταν και η βοήθεια που δόθηκε το 1919 στους άπορους αμπελουργούς, από την Κεντρική Επιτροπή Μετατοπισθέντων Ελλη­νικών Πληθυσμών, που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη.

Έτσι, σταδιακά και παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι της Ηρακλείτσας, άρχισαν ν’ ανακάμπτουν. Οι εκλεγμένοι δημο­γέροντες δραστηριοποιήθηκαν και προσπάθησαν να δώσουν λύσεις, στα οικονομικά κυρίως, προβλήματα. Ήδη την 21 Απριλίου του 1919, σ’ επιστολή τους προς το μητροπολίτη Μυριοφύτου και Περιστάσεως Σωφρόνιο Σταμούλη, οι δημογέροντες της Ηρακλείτσας εξέ­θεσαν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν και ζήτησαν τη συμπαράστασή του. Σ' άλλη επιστολή τους, με ημερομηνία 28 Ιουλίου του 1919, οι δημογέροντες προσπάθησαν να βοηθήσουν τους άπορους αμπελουργούς.

Τον Ιούνιο του 1920 ο ελληνικός στρατός, έχοντας επικεφαλής τον Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, απελευθέρωσε τη Δυτική Θρά­κη και κατευθύνθηκε προς την Ανατολική, όπου, ήδη από τον Απρίλιο του 1920, είχε εκδηλωθεί στασιαστικό κίνημα κατά του σουλτάνου, εκ μέρους του διοικητή του Α’ τουρκικού σώματος, Τζαφέρ Ταγιάρ. Σύντομα (τον Ιούλιο του 1920) οι ελληνικές δυνάμεις υποχρέωσαν τον Ταγιάρ να συνθηκολογή­σει και αμέσως κατέλαβαν την Αδριανούπολη, ενώ μέχρι το τέλος Ιουλίου επεκτάθηκαν σ’ ολό­κληρη την Ανατολική Θράκη, εκτός από μια μικρή περιοχή ανατολικά της γραμμής Μήδειας-Τσατάλτζας και τη Θρακική χερσόνησο. Ακολούθησε η έλευση του τότε Έλληνα μονάρχη, Αλεξάνδρου, στη Ραιδεστό, τις Σαράντα Εκκλησιές και στην Αδριανούπολη και στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 υπογράφτηκε η συνθήκη των Σεβρών, η οποία παραχώρησε στην Ελλάδα ολόκληρη την Δυτική Θράκη και την Ανατολική με την Καλλίπολη μέχρι την Τσατάλτζα (γραμμή Ποδήματος-Στράντζας-Ηράκλειας). Στις 9 Αυγούστου του 1920 ο Βενιζέλος έστειλε τηλεγράφημα στον ύπατο αρμοστή της Ελλάδας στην Θράκη, Αντ. Σαχτούρη, με το οποίο του ζητούσε να λάβει αμέσως ουσιαστικά μέτρα, για την αναδιοργάνωση των νέων, ελληνικών εδαφών και την εφαρμογή ενός σχεδίου που θα ενέπνεε εμπιστοσύνη σε όλες τις εθνότητες, θα εξα­σφάλιζε την ισονομία και την ισοπολιτεία, θα επέβαλε την λήθη στα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί και θα συνέβαλε στην άμεση επιστροφή των εκτοπισμένων, ελληνικών πληθυσμών. Σταδιακά άρχισε, έτσι, η εγκατάσταση των ελληνικών, διοικητικών αρχών στην Θράκη και οι Τούρκοι προϊστάμενοι των υπηρεσιών της Αδριανουπόλεως και των διοικήσεων Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών και Καλλιπόλεως παρέδωσαν τις διοικήσεις τους στους Έλληνες με τακτικά πρωτόκολλα.

Η ελληνική διοίκηση στην Ανατολική και στη Δυτική Θράκη οργανώθηκε με αργά, αλλά σταθερά βήματα. Γενικός διοικητής των δύο επαρχιών ορίσθηκε αρχικά ο ύπατος αρμο­στής Αντ. Σαχτούρης. Με τον νόμο 2492 της 10ης Σεπτεμβρίου 1920 ενσωματώθηκε και τυπικά στο ελληνικό κράτος η κατεχό­μενη στρατιωτικά Ανατολική και Δυτική Θράκη και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος.

Η Ανατολική Θράκη διαιρέθηκε σε 4 νομούς και 23 υποδιοικήσεις. Αργότερα, μετά την διοικητική ένωση και της Δυτικής Θράκης, η Θράκη χωρίσθηκε σε 6 νομούς (Αδριανουπόλεως, Καλλιπόλεως, Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών, 'Εβρου και Ροδόπης). Οι πρωτεύουσες των νομών και των υποδιοικήσεων πήραν ελληνικές ονομασίες όπως π.χ. Νίκη (Χάφσα), Μακρά Γέφυρα (Ουζούν-Κιοπρού), Περίσταση (Σάρκιοϊ) κλπ., ενώ παράλληλα με την εσωτερική οργάνωση των κοινοτήτων της Ανα­τολικής Θράκης η ελληνική διοίκηση κατέβαλλε τεράστιες προσπάθειες για την οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών.

Από τις 16-09-1920 μέχρι τις 25-10-1920 επέστρεψαν στις εστίες τους, στην Ανατολική Θράκη, 62.000 πρόσφυγες, ανάμεσα στους οποίους και πολλοί Ηρακλειτσιανοί, που προστέθηκαν στους άλλοτε εκτοπισμένους στη Λεύκη της Νίκαιας, οι οποίοι είχαν επιστρέψει νωρίτερα. Η προσπάθεια ανασυγκρότησης του χωριού τους και της οικονομίας του ενισχύθηκε από τις προσπάθειες της ελληνικής Διοίκησης Θράκης, η οποία με αποτελεσματικούς τρόπους προσπάθησε να θέσει και πάλι σε λειτουργία την οικονομία της Ανατολικής Θράκης, όπως π.χ. παρέχοντας δάνεια, όπως ήταν αυτά που παρείχε σε 200 από τις 314 συνολικά προσφυγικές οικογένειες της επαρχίας Περιστάσεως, ύψους 40.530 τουρκικών λιρών, ενισχύοντας και στηρίζοντας την ίδρυση Γεωργικών, Πιστωτικών Συνεταιρισμών, όπως ήταν αυτός που ιδρύθηκε στην Ηρακλείτσα τον Οκτώβριο του 1920, με 23 ιδρυτικά μέλη και κεφάλαιο 4.600 τουρκικών λιρών κλπ.

Λίγο, όμως, πολύ λίγο χάρηκαν κι οι Ηρακλειτσιανοί, όπως και οι υπόλοιποι Ανατολικοθρακιώτες, την ελευθερία τους και την ενσωμάτωσή τους στον εθνικό κορμό. Όλες οι προσπάθειές τους γι’ ανασυγκρό­τηση του χωριού τους έμειναν ημιτελείς, αφού ήλθε αναπάντεχα ο χαλασμός του Αυγούστου του 1922 στη Μικρά Ασία, που παρέσυρε στο χαμό και την καταστροφή και την Ανατολική Θράκη. Όπως όλοι οι Ανατολικοθρακιώτες, έτσι κι αυτοί πήραν τον δρόμο της εξορίας, εγκαταλείποντας, οριστικά αυτή τη φορά, τις πατρο­γονικές τους εστίες. Άφησαν το αγαπημένο χωριό τους, τα σπίτια και τα καταστήματά τους, τους αγρούς και τα βοσκοτόπια τους, τα σχολεία, τις εκκλησίες και τα ιστορικά μοναστήρια τους, τα νεκροταφεία με τους τάφους των γονέων, αδελ­φών και συγγενών τους, για να καταφύγουν, πρόσφυγες πια, με ατμόπλοια που τους παρέλαβαν από την Περίσταση, στην Καβάλα και να ιδρύσουν εδώ τη νέα πατρίδα τους, στην οποία έδωσαν το όνομα της αλησμόνητης πατρίδας τους στη Θράκη, ενώ ένα μέρος τους εγκαταστάθηκε στην Κάρυανη Καβάλας.

Η αναχώρηση των Ηρακλειτσιανών,  όπως και των λοιπών Ανατολικοθρακιωτών, από τη γενέθλια γη δεν έγινε ήρεμα, αλλά μέσα σε κλίμα έντονου πανικού, ο οποίος κατέλαβε όλους τους Θρακιώτες το φθινόπωρο του 1922, αμέσως μετά την απόφαση για την εκκένωση της Θράκης, με το επαίσχυντο Πρωτόκολλο των Μουδανιών, μετά την υπογραφή του οποίου ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε μέσα σε 15 μέρες να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη και ν' αποσυρθεί δυτικά του Έβρου. Συμμαχικές δυνάμεις ανέλαβαν να μεταβιβάσουν τις πολιτι­κές εξουσίες στις τουρκικές αρχές, 30 μέρες μετά την εκκένωση της Ανα­τολικής Θράκης από τους κατοίκους της. Τότε ο πανικός των ντόπιων και των προσφυγικών πληθυσμών  της Ανατολικής Θράκης έγινε απέραντος κι ανεξέλεγκτος. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1922 ο αναπληρωτής του γενικού διοικητή Θράκης Κ. Γεραγάς ανέλαβε επίσημα να συντονίσει το άχαρο έργο του ξεριζωμού του ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης κι έστειλε τηλεγρά­φημα στις ελληνικές πολιτικές, διοικητικές και στρατιωτικές αρχές, με το οποίο τους έλεγε ότι η αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανα­τολική Θράκη θ' αρχίσει την 1η Οκτωβρίου, μέχρι την 7η Οκτωβρίου αυτά θα έχουν αποσυρθεί από τις περιφέρειες των Υποδιοικήσεων 40 Εκκλησιών, Αρκαδιουπόλεως, Μυριοφύτου, Περιστάσεως, Αρτισκού, Μαλγάρων, Κεσσάνης, Μακράς Γέφυρας, Νί­κης, Δρογγυλίου και την 15η Οκτωβρίου θα είναι συγκεντρωμένα στη δυτική όχθη του ποταμού 'Εβρου. Στη συνέχεια έδινε οδηγίες για τα σημεία προς τα οποία έπρεπε να κατευθυνθούν οι κάτοικοι των περιφερειών της Ανατολικής Θράκης, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Ειδικά όσον αφορά τα Γανόχωρα, το τηλεγράφημα έλεγε ότι οι κάτοικοι της περιφέρειας Μυριοφύτου θα μεταφέρονταν ατμοπλοϊκώς από τα λιμάνια του λιμένας Μυριοφύ­του ή της Περιστάσεως, όσοι μπορούσαν να κατέβουν στην Περίσταση. Οι κάτοικοι της Περιστάσεως θ' αναχωρούσαν ατμοπλοϊκώς από το λιμάνι τους. Υποδείκνυε, τέλος, στις αρχές της Ανατολικής Θράκης, το εθνικό καθήκον που είχαν, ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση με ψυχραιμία και να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να προλάβουν τον πανικό και τις τυχόν υπερβασίες εκ μέρους κακοποιών στοιχείων.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου