Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

 

ΑΥΔΗΜΙΟΝ (ΑΥΔΗΜΙ Ή ΑΒΔΗΜΙ) – Ο ΕΥΔΗΜΟΣ ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ – ΣΗΜΕΡΑ UCMAKDERE

                                                ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

Συνέχεια της περιγραφής του Αυδημιού από τον υποστράτηγο εν αποστρατεία  ‘Αγγελο Γερμίδη,  στο εξαίρετο πόνημα, το οποίο εξέδωσε στην Θεσσαλονίκη το 1976, με τίτλο «ΤΑ ΓΑΝΟΧΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ»

 Κατά το τέλος του 19ου αιώνα ιδρύθηκε στο Αυδήμι γυναικείος Σύλλο­γος Κυριών και Δεσποινίδων υπό την επωνυμία «Άμιλλα», ο οποίος σε συ­νεργασία με τις Κοινοτικές Αρχές, κατώρθωσε να κτίση Δημοτικό σχολείο Θηλέων, πάνω στα ερείπια της καμένης εκκλησίας της Παναγίας. Έτσι το μέχρι τότε Μικτό Δημοτικό Σχολείο έγινε μόνον Αρρένων. Στο Παρθενα­γωγείο αυτό διετέλεσε Διευθύντρια η Αργυρώ Αράπογλου, απόφοιτη της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Επιβατών και από τα Ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων, η Ανθή Οικονομίδου. Η Γιαννούλα Αργυ­ράκη, όλες Αυδημιώτισσες, καθώς και άλλες από άλλα χωριά της Θράκης.

Το πόσο αποδοτικά λειτουργούσαν τα Σχολεία και πόσο φιλομαθείς ή­ταν οι Αυδημιώτες και Αυδημιώτισσες φαίνεται από το γεγονός ότι το χω­ριό αυτό είχε τους λιγώτερους αγράμματους, εν σχέσει με τα άλλα χωριά και ότι πολλοί απόφοιτοί τους διωρίσθηκαν δάσκαλοι σε μικρότερα καμποχώρια της περιοχής, άλλοι έγιναν ιερείς, οι οποίοι εκάλυπτον όχι μονάχα τις ανάγ­κες του Αυδημίου, του οποίου οι παπάδες ήταν πάντοτε ντόπιοι, αλλά υπηρε­τούσαν σαν εφημέριοι και σ' άλλα χωριά της Θράκης.

Β ρ ύ σ ε ς : Άφθονα ήταν τα πόσιμα νερά στο Αυδήμι, με πολλές βρύσες που τρέχανε συνέχεια νύχτα μέρα. Μνημονεύω μερικές από αυτές:

Τη βρύση που ήταν στο βάθος του χωριού προς το βουνό, δίπλα σ' ένα τεράστιο πλατάνι, που είχε το πιο εύγευστο και δροσερό νερό. Τη βρύση αυ­τή την είχαν κτίσει γύρω στα 1875 με δική τους δαπάνη οι αδελφοί Αθανά­σιος και Άνθιμος Σαράκογλου, Αυδημιώτες την καταγωγή, Μητροπολίτες, ο πρώτος Θεσ/νίκης και ο δεύτερος Μετρών και Άθύρων. Εντοιχισμένη στην πρόσοψη της βρύσης μαρμάρινη επιγραφή, μαρτυρούσε την δωρεά τους.

Τη βρύση του Σαρρή στον Πάνω Μαχαλά, μπροστά στο σπίτι του Ζήση Αργυράκη, που ήταν η μεγαλύτερη του χωριού και υδροδοτούσε με άφθονο και καθαρό νερό, όχι μονάχα τον Πάνω, μα και τον Πέρα Μαχαλά.

Τη βρύση του Αλωνιού, στην ομώνυμη πλατεία, στα νότια του Πάνω Μαχαλά, κατά τι μικρότερη από την προηγούμενη. Οι δυο αυτές βρύσες, πού τα νερά τους δεν στερεύανε ποτέ, τροφοδοτούσαν με νερό όλο τον χρόνο το χωριό.

Τη βρύση του Σχολείου Αρρένων, που έκτισε στην αυλή του και έφερε σ' αυτή νερό με δικά του έξοδα ο Άρχοντας Παντελής Λαμπαδάριος. Και στην πρόσοψη αυτής, σε μια εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, ανεγράφετο το ιστορικό της δωρεάς, σε αρχαία ελληνικά.

Τις τρείς βρύσες του Πέρα Μαχαλά, μια κοντά στο σπίτι του Παπά Μιχαήλ, μια κοντά στο σπίτι του Πρωτοψάλτη και μια μπροστά στο σπίτι του Αναστασίου Ιωάννου, πάππου του Αναστασίου Γιαννακοπούλου, ο οποίος διετέλεσε επί πολλά έτη μέλος του Δ.Σ. τού Θρακικού Κέντρου Αθη­νών. Στην επιγραφή της προσόψεως της τελευταίας αυτής βρύσης πού την είχε κτίσει ο Αναστάσιος Ιωάννου, ανεγράφετο το εξής επίγραμμα:

«Ή κρήνη αυτή κτήμα εστί εμού, του Αναστασίου Ιωάννου. Σήμερον εμού, αύριον ετέρου και ουδέποτε τινός».

Εκτός από τις πρoαvαφερθείσες βρύσες, είχαν πόσιμα νερά και όλα τα οινοπωλεία του χωριού.

Νερόμυλοι: Όπως και στα περισσότερα χωριά των Γανοχώρων, έτσι και στο Αυδήμι, υπήρχαν αρκετοί νερόμυλοι, πέντε τον αριθμόν. Αυτοί ήταν:

Ο νερόμυλος τού Στρατηγάκη Βαχάρογλου, στα βόρεια του χωριού, στην αριστερή πλευρά της ρεματιάς.

Ο νερόμυλος του Αργυράκη Ζήση, στην ίδια πλευρά της ρεμα­τιάς και λίγο πιο κάτω, αντίκρυ από τό σπίτι τού Πρωτοψάλτη.

Ο νερόμυλος του Παντελή Λαμπαδάριου, δεξιά στη συμβολή των δύο ποταμίσκων.

Ο νερόμυλος του Αργυρού Δαδάκαρου, στην ίδια κι αυτός πλευρά, στο τέλος του Κάτω Μαχαλά.

Ένας ακόμη νερόμυλος έξω από το χωριό, στην τοποθεσία «Σάρα», του ίδιου Δαδάκαρου, που είχε κτισθή τα τελευταία χρόνια.

Όλοι αυτοί οι μύλοι λειτουργούσαν μέχρι τό 1890 και είχαν άφθονη πελατεία, από τα γύρω πεδινά χωριά. Με την έναρξη όμως λειτουργίας των μεγάλων αλευρομύλων στις διάφορες πόλεις της Θράκης, όπως του Χατζή Εξηντάρη στα Μάλγαρα, του Μιμήκου στη Ραιδεστό, του Μπάλτα στο Λουλέ Βουργάζ, του Σταμούλη στή Σηλύβρια κ.ά., η πελατεία των νερόμυλων του Αυύδημίου, όπως άλλως τε και των άλλων κωμοπόλεων των Γανοχώρων, άρχισε να λιγοστεύη και οι μύλοι να κλείνουν ένας - ένας. Πρώτοι σταμάτησαν την λειτουργία τους οι νερόμυλοι των Στρατηγάκη Βαχάρογλου και Δαδάκαρου και τελευταίος ο μύλος του Παντελή Λαμπαδάριου, ο οποίος δούλεψε ως το 1922 συνέχεια, γιατί είχε νερό συνεχώς, χειμώνα καλοκαίρι.

Οι νερόμυλοι εκείνοι έδιδαν μια ξέχωρη γραφικότητα στην περιοχή της Ρεμματιάς. Τα ποταμάκια - χείμαρροι, που διέσχιζαν το Αυδήμι και κινούσαν τους γραφικούς νερόμυλούς του, πολλές φορές πλημμυρίζανε και προκαλού­σαν σημαντικές καταστροφές, ακόμα και θύματα. Μια τέτοια πλημμύρα έγινε το 1870, ύστερα από κατακλυσμιαίες βροχές σ' όλα σχεδόν τα Γανόχωρα. Στην πλημμύρα εκείνη καταστράφηκαν όλα τα αμπέλια της περιοχής, αρι­στερά από το μεγάλο Ρέμμα, από το Δερβένι ως την άκρη του χωριού, και παρασύρθηκαν στη θάλασσα πολλά ζώα, οικιακά σκεύη και έπιπλα των κοντά στις άκρες των ποταμίσκων σπιτιών. Και από τότε η περιοχή εκείνη των κατεστραμμένων αμπελιών πήρε την ονομασία «Χαλάσματα». Άλλη μια κα­ταστροφική πλημμύρα έγινε το 1873, οπότε πνίγηκε και ένας χωρικός, που τον παρέσυρε το νερό από το σπίτι του και άλλη μια το 1886, οπότε παρα­σύρθηκε και ένα μικρό σπιτάκι κοντά στο σχολείο.

Ακόμα και οι χειμώνες ήταν, πολλές φορές, βαρείς στο Αυδήμι, όπως και στα άλλα ορεινά χωριά των Γανοχώρων, στις εκατέρωθεν πλαγιές του Ιερού Όρους, όπως αναφέρουν μερικά χρονικά. Τον Ιανουάριο του 1866 έκανε τόσο κρύο, που επάγωνε το ψωμί, στα 1872 χιόνισε τόσο πολύ, ώστε ολόκληρο το χωριό αποκλείσθηκε επί 10 περίπου ήμερες και στα 1885 τόσο κρύο, ώστε ένας χωρικός που ερχόταν από το Νεοχώρι, με το μουλάρι του φορτωμένο σιτάρι και σταμάτησε για μια στιγμή για να ανάψη τσιγάρο, πάγωσε επί τόπου και το μουλάρι πήγε χωρίς αυτόν στο σπίτι του, οπότε οι συγγενείς του βγήκαν σε αναζήτησή του και τον βρήκαν κοκκαλιασμένο κον­τά στο δάσος Κουρί.

Το Αυδήμι είχε μεγάλη εμπορική και επαγγελματική κίνηση, φυσική άλλως τε, μια που υστερούσε σε γεωργική τοιαύτη. Είχε τέσσαρες αγορές (πιάτσες). Δυο εις τον Πάνω Μαχαλά και από μια στον Κάτω και στον Πέρα Μαχαλά. Οι πιάτσες του Πάνω Μαχαλά ήταν, μια στην πλατεία του Αλωνιού, με την προαναφερθείσα βρύση στο μέσο. Στη μια πλευρά ήταν τα σπίτια των Ζήση Αργυράκη, Αντ. Γιαννακοπούλου και Γιαννάκου Στοήλη, όλα με καφεποτοπωλείο στο ισόγειο και τα μαγαζιά των Αθ. Χατζή και Κων. Δαδακαρίδου, καθώς και παντοπωλείο και υφασματοπωλείο, στην απέ­ναντι πλευρά. Η δεύτερη ήταν στην πλατεία της βρύσης του Σαρρή. Γύρω σ' αυτήν ήταν το καφεπαντοπωλείο και υφασματοπωλείο των αδελφών Αναστασίου και Ζήση Αργυράκη, το σπίτι του πρώτου, βαμμένο με πράσινη λαδομπογιά, το καφενείο του Δημ. Ταυλαρίου, ο φούρνος της Χατζέσας και το κρεοπωλείο του Δίγκα.

Τρίτη πιάτσα ήταν στον Κάτω Μαχαλά, στην πλατεία Αβλαή, στο πάνω μέρος της οποίας ήταν το παρεκκλήσιο της Αγίας Παρασκευής, με δυο μεγάλες τσικουδιές (κακαδιές) στον αυλόγυρό του και στο κάτω μέρος το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου. Στην πλατεία αυτή βρίσκονταν και τα μεγάλα και βαμμένα με ελαιόχρωμα σπίτια των Γεωρ. 'Αναστασιάδη (γαλά­ζιο), Ζαφειράκη Γιαμά (βαθύ κόκκινο) και Αργυρού Δαδάκαρου (κίτρινο). Και τα σπίτια αυτά στα ισόγειά τους είχαν καφεπαντοπωλεία, του δε Ανα­στασιάδη και υφασματοπωλείο.

Η τετάρτη πιάτσα ήταν στον Πέρα Μαχαλά, όπου και το σπίτι του Αθαν. Πρωτοψάλτη, με καφεπαντοπωλείο κι αυτό.

Το Αυδήμι είχε πολλούς κτίστες, ακόμα και καλφάδες (ένα είδος πρα­κτικών αρχιτεκτόνων), οι οποίοι όχι μονάχα τις οικοδομικές ανάγκες του χω­ριού ικανοποιούσαν, αλλά ανελάμβαναν οικοδομικές εργασίες και σ' άλλα γει­τονικά χωριά, ένας δε από αυτούς, ο Χρηστάκης Στοήλης, ο οποίος μετώκησε στην Κων/πολι, εξελίχθηκε σε εργολάβο οικοδομών των Σουλτανικών ανα­κτόρων.

Με την έφεση που είχαν προςJμάθηση οι Αυδημιώτες, την εργατικότητα και το επιχειρηματικό τους πνεύμα, ήταν φυσικό να αναδείξουν έξοχες προ­σωπικότητες, σ' όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητος, Κληρικούς, Επιστήμονες, Καθηγητές, Διδασκάλους, επιχειρηματίες και ε­παγγελματίες, μερικούς από τους οποίους μνημονεύω κατωτέρω στο οικείο κεφάλαιο.

Οι κάτοικοι τού Αυδημίου διέφεραν από τους κατοίκους των άλλων κωμοπόλεων και χωριών των Γανοχώρων και στη γλώσσα, η οποία είχε ένα ιδιότυπο τοπικό ιδίωμα και στα ήθη και έθιμα, τα οποία έμοιαζαν μάλλον με τα ηπειρωτικά και από αυτό είχαν αποκρυσταλλώσει παλαιότερα το συμπέρα­σμα, ότι σε πολύ παληά χρόνια, είχαν έλθει από την Ήπειρο στο Αυδήμι πολλές οικογένειες, οι οποίες και απετέλεσαν την καλή να πούμε κοινωνία του χωριού. Το συμπέρασμα αυτό, μεταδιδόμενο από γενιά σε γενιά, έδιδε στους αποίκους εκείνους μια ιδιαίτερη αίγλη και οι απόγονοί τους λέγονταν «Κακο-σουλιώτες». Εργατικοί, οικονόμοι και ευσυνείδητοι, είχαν σχηματίσει μεγά­λες περιουσίες και, συν τω χρόνω, απετέλεσαν την «αρχοντιά» του Αυδημίου.

Το Αυδήμι, όπως στα παληά τα χρόνια και το βορείως του Σιδηροκά­στρου κοντά στο Στρυμόνα Μελένικο, είχε τις τάξεις του. Η πρώτη από αυτές ήταν η τάξη των πλουσίων αρχόντων, οι οποίοι σαν απόγονοι μεγάλων ονομάτων και κληρονόμοι μεγάλων περιουσιών και ετοίμων εργασιών, δεν αναγκάζονταν να εκπατρισθούν. Σ' αυτούς άνηκαν τα περισσότερα κτήματα και καταστήματα, υφασματοπωλεία, καφεπαντοπωλεία, ποτοποιεία με τα οποία διεξήγετο το εμπόριο των κρασιών, το εμπόριο εξαγωγής των ανθέων φιλύ­ρας (φλαμούρι), διότι το δάσος προς την κορυφή του Ιερού Όρους, ανήκε στην κυριότητα του Αυδημίου. Από την τάξη αυτή βγαίνανε οι πρόκριτοι και οι προύχοντες του χωριού, οι οποίοι και διαχειρίζονταν τα κοινοτικά του ζητήματα. Κατά το τέλος του 19ου αιώνα είχε καθιερωθή η δια χειροθεσίας του Μητροπολίτου ονομασία των πλέον σημαντικών προυχόντων σε διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα, ένα των οποίων ήταν και το αξίωμα του «Άρχον­τος». Ο τίτλος αυτός προυτάσσετο του ονόματος των τιμηθέντων και όλο το χωριό τους εσέβετο, όταν δε περνούσαν από τους δρόμους, οι γυναίκες, που κάθονταν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών κατά τις γιορτάσιμες ημέρες, ση­κώνονταν με σταυρωμένα τα χέρια, εις ένδειξιν σεβασμού. Τελευταίοι Άρχον­τες ήταν οι Λογοθέτης Κων/νος, Πρωτοψάλτης Αθανάσιος, Λαμπαδάριος ΙΙαντελής ή Παντολέων και Ταυλάριος Ευστράτιος. Απ' αυτούς, ο Άρχον­τας Ταυλάριος ήταν πασίγνωστος, γιατί εξυπηρετούσε αφιλοκερδώς, με τις ιατρικές γνώσεις του, τους άρρωστους του χωριού, το οποίο, μέχρι το 1912, δεν είχε γιατρό. Τις ιατρικές του γνώσεις τις είχε, γιατί όπως λέγανε οι συγ­χωριανοί του, διάβαζε τα γιατροσόφια που είχε στο σπίτι του. Βέβαια δεν έδιδε ποτέ φάρμακα, αλλά μονάχα συμβουλές για το τι να κάμουν. Όταν το 1888 πέθανε ο Άρχοντας αυτός και αυτοσχέδιος γιατρός, τον διαδέχθηκε ο Αντών. Γιαμάς, ο οποίος είχε στο Ισόγειο του σπιτιού του καφεπαντοπωλείο, αλλά και στην αυλή του ένα είδος φαρμακείου μικρού. Ο Γιαμάς, ένας έξυ­πνος τύπος χωρικού, πήγαινε συχνά στην Κων/πολι, όπου αγόραζε φάρμακα από φαρμακεμπόρους, από τους οποίους ενημερωνόταν για τις θεραπευτικές των ιδιότητες. Με τις επαφές αυτές απέκτησε και συστηματοποίησε αρκετές γνώσεις, που τον καθιέρωσαν στο Αυδήμι, σαν ένα γιατρό - φαρμακοποιό, επάγγελμα από το οποίο κέρδιζε περισσότερα από όσα κέρδιζε από το καφε­παντοπωλείο του, γιατί εκτός από το Αυδήμι, είχε πελάτες και τους κατοίκους του γειτονικού Νεοχωρίου, του οποίου τα άρρωστα παιδιά τα πηγαίνανε οι μητέρες τους σ' αυτόν. Το 1892 εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά γιατρός και στο Γάνο, αλλά αυτό δεν επηρέασε και τόσο πολύ τις ιατροφαρμακευτικές εργασίες τού Γιαμά. Όταν όμως το 1910 εγκαταστάθηκε στο Αυδήμι ο συμπατριώτης του ιατρός Κων/νος Αθανασιάδης, το ιατροφαρμακευτικό στάδιο του Γιαμά έληξε οριστικά.

Η δεύτερη τάξη ήταν η τάξη των Γιαλελήδων, δηλαδή των πλανεμπόρων, στην οποία ανήκαν όσοι είχαν εγκατεστημένες εργασίες διαφόρων επαγγελμάτων σε πόλεις και κωμοπόλεις του εσωτερικού της Θράκης και της Ανατ. Ρωμυλίας, όσον και εκείνοι, οι οποίοι μετήρχοντο το επάγγελμα του πλανοδίου εμπόρου, του γυρολόγου της σήμερον. Σέ άλλα χωριά, όπως στον Γάνο, Γιαλελήδες λέγονταν μονάχα εκείνοι που ασκούσαν το επάγγελμα του πλανοδίου εμπόρου. Η τάξη των Γιαλελήδων, που ήταν όλοι τους εργατικό­τατοι και πολύ καλοί νοικοκύρηδες, συνεπλήρωνε την οικονομική ευρρωστία του χωριού. Τα σπιτικά τους ζούσαν πολύ καλά και δυο φορές το χρόνο, χειμώνα και καλοκαίρι, οι ξενητεμένοι έρχονταν στο χωριό, να δουν τις οικο­γένειές τους, να ξεκουραστούν κοντά τους ψυχικά και σωματικά και να τα­κτοποιήσουν ότι εκκρεμή ζητήματα είχαν. Όταν δε γερνούσανε, παρέδιδαν τις εργασίες τους στα παιδιά τους και απόμαχοι πλέον, κάθονταν στο χωριό, για να περάσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.

Η τρίτη τάξη ήταν των ακτημόνων εργατών, οι οποίοι μη έχοντες δικό τους κλήρο, ούτε και οικονομικές δυνατότητες επαγγελματικής σταδιο­δρομίας, εργάζονταν σαν ημερομίσθιοι εργάτες σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, όπως το σκάψιμο, το κλάδεμα και ο τρυγητός των αμπελιών, υπάλ­ληλοι σε διάφορα καταστήματα και σε κάθε είδους αγροτική εργασία.

Το Αυδήμι ήταν ένα από τα ωραιότερα χωριά των Γιανοχώρων και γι' αυτό, όπως και οι Γανιώτες το Γάνο, οι Αυδημιώτες το έλεγαν Μικρό Παρίσι. Με την έκτασή του, στις δύο πλευρές της χαράδρας, δικαιολογούσε την φράση εκείνη, που υλοποιούσε την χωρογραφική διάρθρωση της Μητρο­πόλεως Γάνου και Χώρας, που έλεγε: «Γάνος, Χώρα από το μισό τ' Αυδήμι».

Το Αυδήμι ήταν ονομαστό και για τα όμορφα κορίτσια του. Οι Τούρ­κοι, για να χαρακτηρίσουν ωρισμένα προϊόντα ή ιδιότητες των Γανοχώρων και των γειτονικών με αυτά περιοχών της Ραιδεστού, Σηλυβρίας, Μαλγάρων και Κεσσάνης, έλεγαν: «Σιλιβρίν γιαουρτού, Τεκίρ Νταγίν καρπουζλαρί, Ούτσμάν Ντερέ κιοΐν κιζλαρί, Μυρεφετίν κεραμιτλερί, Ίντζεκιοΐν χαβασί, Μαλγαρανίν χαλβασί», δηλαδή: «Το γιαούρτι της Σηλυβρίας, τα καρπούζια της Ραιδεστού, τα κορίτσια του Αυδημίου, τα κεραμίδια του Μυριοφύτου, το κλίμα του Ιντζέκιοϊ, ο χαλβάς των Μαλγάρων».

Είχαν όμως και μια αδυναμία οι Αυδημιώτες. Ήταν λίγο καυγατζήδες, οι τόσο εξαιρετικοί κατά τα άλλα Γανοχωρίτες και με το παραμικρό τρέχανε στα δικαστήρια. Η συχνή δε αυτή επαφή τους με τα τεμένη της Θέμιδος τους έδωσε πολλές νομικές γνώσεις, ώστε και οι Τούρκοι υπάλληλοι και οι άλλοι Γανοχωρίτες να τους λένε Δικηγόρους.

Με τόσες δραστηριότητες και προσόντα, οι Αυδημιώτες, ήταν φυσικό να αναδείξουν εξέχουσες προσωπικότητες στον επιστημονικό, πνευματικό και επιχειρηματικό τομέα, μερικές από τις όποιες θα αναφέρω πιο κάτω.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, τα κύρια προϊόντα του Αυδημίου ήταν τα αμπελουργικά και τα σηροτροφικά. Η σηροτροφία είχε λάβει μεγάλη εξέλιξη μετά το 1886, οπότε ήλθαν μεταξέμποροι από την Προύσσα και ίδρυσαν εργοστάσια κατεργασίας κουκουλιών και παραγωγής μεταξοσπόρου, σ' όλη την περιοχή των Γανοχώρων, γιατί οι μεταξόσποροι της περιοχής αυτής ήταν φημισμένοι και περιζήτητοι και σ' αυτή την Περσία, με την οποία διεξήγετο κυρίως το εμπόριο αυτό. Τό πρώτο τέτοιο εργοστάσιο στο Αυδήμι το ίδρυσαν οι αδελφοί Πασχαλίδη, οι οποίοι αργότερα μετέφεραν τις εργασίες τους στην Ηρακλείτσα, στο δε Αυδήμι τους διαδέχθηκε ο Αυδημιώτης Χριστοδουλίδης, ο οποίος διετήρησε τις εργασίες του μέχρι τον χαλασμό του 1922. Εν τω μεταξύ όμως πολλοί νέοι Γανοχωρίτες από όλα σχεδόν τα χωριά των Γανοχώρων, εφοίτησαν στην ιδρυθείσα από την Τουρ­κική Κυβέρνηση Αυτοκρατορική Σηροτροφική Σχολή στην Προύσσα, οι οποίοι όταν εγύρισαν, ίδρυσαν δικές τους εργασίες στον κλάδο αυτό, με απο­τέλεσμα η σηροτροφία να γενικευθή και να εξελίχθη σε σπουδαιότατο πλου­τοπαραγωγικό εμπόριο.

 

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΩ

Οι τρεις πρώτες είναι τραβηγμένες το 1994, οι υπόλοιπες τραβήχτηκαν το 2015 και το 2019 και η τελευταία προέρχεται από το διαδίκτυο.

 Στις τρεις πρώτες φωτογραφίες βλέπετε μια έμμετρη επιγραφή, που ήταν τοποθετημένη, μέχρι το 2015 τουλάχιστον, στο κενό (τρύπα) της κρήνης, που βλέπετε στην 4η και 5η φωτογραφία, (προφανώς κι εκεί η αρχαιοκαπηλία καλά κρατεί). Η κρήνη βρισκόταν στην ρίζα ενός μεγάλου πλατάνου, (ευτυχώς που την βιντεοσκόπησα το 1994). Η επιγραφή ήταν αφιερωμένη στο σπουδαίο τέκνο του Αυδημιού, τον Άνθιμο Σαράκογλου, που διετέλεσε μητροπολίτης Μετρών και Αθύρων του πατριαρχικού θρόνου, από το 1865 έως τις 10 Ιουνίου του 1874.

Στις 6η έως και 10η φωτογραφίες βλέπετε ένα παλιό, εγκαταλειμμένο οινοποιείο.

Στην 11η φωτογραφία είναι ο ακούραστος, αδελφικός φίλος και συνοδοιπόρος μου, Νίκος Τσουμπάκης, πρόεδρος της Θρακικής Εστίας Καβάλας.

Στην 12η φωτογραφία είμαι ο υπογράφων, σε μια γειτονιά του όμορφου χωριού.

Στις υπόλοιπες φωτογραφίες, βλέπετε διάφορες όψεις του χωριού, όπως αυτό παρουσιάζεται κατά την τελευταία πενταετία.

Σήμερα το Αυδήμι εξακολουθεί να είναι ένα πανέμορφο χωριό, πνιγμένο στην βλάστηση, με μεγάλα πλατάνια, πολλά νερά και άφθονη δροσιά. Ήδη, μάλιστα, λειτουργεί εδώ κι ένα ωραίο ξενοδοχείο, που ονομάζεται AVDIMIO HOTEL.
































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου