Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

 

ΑΥΔΗΜΙΟΝ (ΑΥΔΗΜΙ Ή ΑΒΔΗΜΙ) – Ο ΕΥΔΗΜΟΣ ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ – ΣΗΜΕΡΑ UCMAKDERE

                                           ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

(ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΑΒΗΓΜΕΝΕΣ ΤΟ 1994)

 

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χωριά των Γανοχώρων της Ανατολικής Θράκης, (τα οποία κατοικούνταν από Έλληνες και ήταν κτισμένα κατά μήκος της θρακικής ακτής της Προποντίδας, στις πλαγιές και στους πρόποδες του Ιερού όρους),  ήταν το Αυδήμιον – Αυδήμι ή Αβδήμι, ο «Εύδημος Πλάτανος» των Βυζαντινών. Δεν θα μιλήσω, όμως, εγώ για το ωραίο αυτό χωριό, αλλά θ’ αφήσω να μιλήσουν οι ιστορικές πηγές, που θα σας τις παραθέσω αυτούσιες, συνδυασμένες με δικές μου φωτογραφίες.


Α) Ξεκινώ το γοητευτικό ταξίδι στην ιστορία του χωριού, με την «Έκθεσιν παλαιογραφικών και φιλολογικών ερερυνών εν Θράκη και Μακεδονία, γενομένων κατά το έτος 1885 δια την Μαυρογορδάτειον Βιβλιοθήκην». Την Έκθεση αυτή υπογράφει ο Δ. Παπαδόπουλος Κεραμεύς και δημοσιεύθηκε στο Παράρτημα του ΙΖ’ τόμου των πρακτικών του «εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού φιλολογικού Συλλόγου», που εκδόθηκε το επόμενο έτος 1886.

Στην Έκθεση, ο συντάκτης της, Δ. Παπαδόπουλος Κεραμεύς περιγράφει ότι έφθασε ως εξής στο Αυδήμι, δια θαλάσσης, ερχόμενος από την Ιερά Μονή Ιωακείμ και Άννης, παρά το Κούμβαο: (Εγώ διατήρησα την γλώσσα και την ορθογραφία του κειμένου, απλώς εφάρμοσα το μονοτονικό σύστημα):

«Εντεύθεν, αντί να επανεύρω την επί του όρους συνήθη οδόν, ήτις διέρχεται τας προς την θάλασσαν αποτομωτάτας κατωφερείας του εν της αρχαιότητι γνωστού Ιερού Όρους, προυτίμησα από της στενής παραλίας της ειρημένης μονής (εννοεί αυτή που προανέφερα), να μεταβώ εις το επίνειον του Αβδίν δια μικρού πλοίου. Τη 1 Οκτωβρίου (ενν. του 1885) κατέλιπον την θέσιν ταύτην και μετά πλουν μιας ώρας έφθασα εις τον όρμον του Αβδίν, καλούμενον Άγιον Γεώργιον, δια την εκείσε υφισταμένην μικράν του αγίου τούτου ενοριακήν μονήν.

Ο Άγιος Γεώργιος είναι ασήμαντον υπό εμπορικήν έποψιν επίνειον, διό προσορμίζονται ενταύθα συνήθως μικρά πλοιάρια παραλαμβάνοντα τους ιχθύς των αλιέων και τους οίνους του Αβδίν. Από της θαλάσσης, ήτοι από της θέσεως του μονυδρίου μέχρις αποστάσεως είκοσι λεπτών, σχηματίζεται φάραγξ αποτελούσα εν τη προς βορράν γωνίαν αυτής ευρύν λάκκον, εν ω κείται ελληνική κωμόπολις, Αβδίν καλουμένη, περιλαμβάνουσα 400 οικογενείας μετά καλώς κατηρτισμένου προπαιδευτικού σχολείου. Εκατέρωθεν της φάραγγος υψούνται βουνοί απότομοι περιέχοντες και τινα δένδρα. Το Αβδίν περικλείει βυζαντινάς μόνον αρχαιότητας, είνε δε πιθανόν ότι και οι αρχαίοι Έλληνες είχον ενταύθα σχηματίσει κατοικίαν τινά. Η φάραγξ του Αβδίν, ως φαίνεται, ήν δασώδης και τούτου ένεκα επί της τουρκοκρατίας εχρησίμευσε, κατά την επιτόπιον παράδοσιν, ως τόπος κυνηγίου, διό και παρέμεινε το όνομα εν τη ομωνύμω κωμοπόλει. Αλλ’ η κυβέρνησις γινώσκει αυτήν υπό το όνομα Ουφτσάκ-ντερέ (έτεροι δε προφέρουσιν Ουτζμάκ-ντερέ). Όπως ποτ’ αν ή, αρχαίον αυτής όνομα δεν γινώσκεται, εκτός αν παραδεχθώμεν ότι ενταύθα έκειτο η Γανίς ή Γανίαι, αφού μετά την Γάνον δεν εύρηται προσφυέστερος εις ασφαλή τοποθεσίαν τόπος. Επειδή δ’ εν τη κωμοπόλει υπάρχουσι πολυάριθμα αγιάσματα και εκκλησίαι παλαιαί, φαίνεται βέβαιον ότι και επί των βυζαντινών χρόνων ίδρυτο ενταύθα πολίχνη, αλλ’ εξαρτωμένη από μεγάλου μοναστηρίου, ου τα ερείπια σώζονται επί βουνού, αριστερόθεν του εκ θαλάσσης εισερχομένου εις την φάραγγα και εν μικρά αποστάσει αυτής. Ενταύθα δύναταί τις να συλλέξη πολλάς βυζαντινάς επιγραφάς. Σπεύδων δε ν’ αναχωρήσω την επιούσαν, ένεκα της μεταβολής του καιρού, ηρκέσθην να σημειώσω τας επομένας:

Εν τη αγορά της κωμοπόλεως υπάρχει ύπαιθρον τετράγωνον περιτείχισμα, τιμώμενον επ’ονόματι της Αγίας Παρασκευής. Την παλαιότητα του ευκτηρίου τούτου μαρτυρούσιν εντετειχισμένα αρχιτεκτονικά τεμάχια, στήλη κτλ. Επί τεμαχίου δε μαρμάρου (μήκ. 0,70), όπερ ην, φαίνεται, άλλοτε εκτισμένον υπέρ την θύραν της εκκλησίας, αναγινώσκομεν την  επομένην βεβαίαν χρονολογίαν, (την οποία ο συντάκτης του κειμένου παραθέτει με βυζαντινή γραφή), αντιστοιχούσαν προς το 1271 χριστιανικόν έτος. Ετέρα δε πλαξ λιθίνη (ύψ. 0,44, μήκ. 0,68) φέρει την επομένην επιγραφήν (κι εδώ ο συγγραφέας παραθέτει το βυζαντινό κείμενο). Η πλαξ αύτη είνε τεμάχιον καταλόγου των συντελεσάντων πιθανώς εις την ίδρυσιν της εκκλησίας, αναγινώσκεται δε ώδε «…..Ηλιού ιερομονάχου….. ο Ζαχαρίας Λέων. Ο Συμεών, ο Μαύρως, η Σοφία του Μάζη, Μανουήλ της Κομνηνής, ο Φελοκαλήγης, η Θεοδώτη του Σιχούη, ο Κοντογύρις του κύρ Γόρι. Ιωάννης ο Βοριανός. Αλέξιος της Βύλας. Ιωάννης ο Βαγγέλης.

Εν τω αυτώ ευκτηρίω υπάρχει έτερον τεμάχιον (ύψ. 0,28, πλ. 0,37) φέρον τα επόμενα (κι εδώ ο συγγραφέας παραθέτει το βυζαντινό κείμενο)

Ξένος ο Τορνίκης.

Θεόδωρος του Κτ…. Της Νικομηδείας….

Εν δε τη εκκλησία του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, (που βρισκόταν εκεί, όπου σήμερα βρίσκεται το μουσουλμανικό τέμενος ), υπάρχει εστρωμένη, έμπροσθεν της μεσαίας πύλης του ιερού βήματος, πλαξ φέρουσα την ακόλουθον επιτύμβιον επιγραφήν (κι εδώ ο συγγραφέας παραθέτει το βυζαντινό κείμενο).

Εκοιμήθη ο δούλος του Θεού

Λουκάς μοναχός και ηγούμενος,

μηνί δεκεμβρίω ιγ’, ινδικτιώνος β’.

Εν τω αυτώ ναώ αξιοσημείωτός εστι μαρμαρίνη βάσις μανουαλίου (κηροστάτου), έχουσα την επομένην κεχαραγμένην επιγραφήν.

+ Κωνσταντή προυσκινιτού

 από επαρχίας Νεν\ωνάτων.

 Έτους ςψπε’, μαρτήου θ’

Το έτος 6785 αντιστοιχεί προς το 1277, άγνωστός μοι δε αλλαχόθεν η εν τη επιγραφή επαρχία.

Άρτιον δε μαρμάρινον μανουάλιον σώζεται εν τω παρεκκλησίω αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, φέρον ταύτην την επιγραφήν.

Μνήστητι Κύριε

Κτίτορος του Παλάση».

 

Β) Ακολουθεί το σύγγραμμα του Ευστρατίου Ι. Δράκου, με τίτλο «ΘΡΑΚΙΚΑ, ΗΤΟΙ ΔΙΑΛΕΞΙΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ ΣΗΛΥΒΡΙΑΣ, ΓΑΝΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΑΣ, ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΘΥΡΩΝ, ΜΥΡΙΟΦΥΤΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΣ, ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ», που εκδόθηκε στην Αθήνα το έτος 1892.

Στο σύγγραμμά του αυτό, ο Ευστράτιος Δράκος περιγράφει το Αυδήμι ως εξής:

«Δ’ Το Αβδήμιον. Οι Αβδημιώται φιλολογούσι περί της πατρίδος αυτών ότι κατά τον σωζόμενον η κώμη αυτών εκαλείτο Εύδημος Πλάτανος και ότι υπήρχεν επί του μεσαίωνος μοναστήριον, τη αγία Κυριακή αφιερωμένον και ότι εδήωσαν (=λεηλάτησαν) κώμην και μονήν οι Σαρακηνοί μετά το Πάνιον. Γράφουσι το όνομα της κώμης αυτών Αυδήμιον, ως εκ της αυδής, ήτοι ηχούς πολλής αυτόθι γενομένης, αλλά το –μιον (δηλ. την κατάληξη) πού θέσωμεν; Άλλοι εξ αυτών θεωρούσιν ως αποικίαν των Αβδήρων το Αβδήμιον, μετατραπέντος του ρ εις μ. Ούτω δε επιγράφουσιν εις επιστολάς «Αβδήμιον Θράκης», προς αντιδιαστολήν του Αβδίμι Ισπανίας, Αυδήμιον δε ορθότερον φιλολογικώς εγκρίνεται. Οι Τούρκοι λέγουσι την κώμην ταύτην Χαρμανζσίζ κιοϊ, ως άνευ αλώνων χωρίον, επισήμως δε Οσμάκ ντερέ. Η τοποθεσία της κώμης ταύτης είναι εις τους πρόποδας τριών πλευρών υψηλών λόφων, ως εκ τούτου κινεί τον χλευασμόν των πέριξ κωμών  και πόλεων, καλουσών αυτήν άλλοτε μεν κοιλάδα του κλαυθμώνος, άλλοτε δε ουράνιον κράτος, το μεν, ως εκ του χάους ένθα κείται, το δε ως εκ του δενδρώδους τόπου, οίον εξ αιγειρών και φιλλυρών, ων τα άνθη περισυλλέγουσιν εν καιρώ ευθέτω και πωλούσιν εις φαρμακοποιούς έως εβδομήκοντα στατήρας. Το Αυδήμιον απαρτίζεται υπό 400 ελληνικών οικογενειών, κοσμείται υπό ναών τιμωμένων επ’ ονόματι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, του Προδρόμου και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ωραιοτέρας και εσχάτως καείσης. Υπάρχει έν σχολείον, εις ο φοιτώσιν αναμίξ άρρενα και θήλεα, εκπαιδευόμενα υπό δύο διδασκάλων, ων η κατ’ έτος χορηγία ανέρχεται υπεράνω των 63 λιρών. Πυρκαϊά φοβερά συνέβη εν αυτώ, την ενάτην Σεπτεμβρίου 18889, καθ’ ην απετεφρώθησαν 104 οικίαι. Εκ τούτου ορμώμενος ο διοικητής Καλλιπόλεως Χακκή βέης, υιός πρωθυπουργού τότε, υπεσχέθη ρητώς ίνα οικοδομήση τας οικίας των καέντων, εάν κατώκουν την ωσεί λεύγαν απέχουσαν της κώμης παραθαλασσίαν, ένθα ναϊδριον άγιος Γεώργιος και δάσος πλατάνων και ύδωρ άφθονον και  υγιεινόν, εάν ωνόμαζον την μελλόκτιστον επ’ ονόματι αυτού, τούθ’ όπερ ιπποτικώς απεποιήθησαν οι Αβδιμιώται. Η φιλεργία τούτων είνε απαράμιλλος, διότι και εις τα ενδότερα θρακικά και βουλγασρικά μέρη ως αγωγιάται ή ως μικρέμποροι εισέρχονται και εις τα απόκρημνα του όρους άλλοι δένονται δια σχοινίου και καλλιεργούσι τας παρακειμένας της κώμης αυτών κλιτύας (= πλαγιές). Αλλά και η μεγαλορρημοσύνη παροιμιώδης, διότι εις τας συναναστροφάς αυτών ακούει τις ίνα σχολιάζωσι πεισματικώς τινες τον λόγον ον εξεφώνησεν ο Βίσμαρκ και ο Γλάδστων, ενώ εις τοιούτου χαρακτήρος μέρη, και μείζονα εισέτι, έχουσιν οι κάτοικοι τας αμοιβαίας κρίσεις και επικρίσδεις ως πρώτην διασκέδασιν».

 

Γ) Στη συνέχεια, παραθέτω την περιγραφή του Αυδημιού στο σύγγραμμα του Μανουήλ Γεδεών με τίτλο «ΜΝΗΜΗ ΓΑΝΟΧΩΡΩΝ», που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 1913. (Κι εδώ διατηρώ την γλώσσα και την ορθογραφία, απλώς χρησιμοποιώ το μονοτονικό σύστημα).

«Εις την παραλίαν καταβάντες θέλομεν ευρεί το του αγίου Γεωργίου μοναστήριον, εν τω μέσω σχεδόν της οδού της αγούσης από της Αγίας Άννης εις τον Γάνον. Το μονύδριον φαίνεται ότι, κατά τους προ της αλώσεως χρόνους ην μετόχιον  ή ναύσταθμος άλλου μεγάλου μοναστηρίου, μακρότερον και ύπερθεν αυτού κειμένου, πολύ δε πιθανώς και υπεράνω του Ευδήμου ή Αυδημίου,. Εκ της τοιαύτης μεγάλης μονής βεβαίως περιεσώθησαν και κοσμούσι τους έν Ευδήμω ναούς επιγραφή τις του ΣΓΨΠΕ' = 1277, ετέρα εις τάφον Κων­σταντίνου τινός, τεμάχιον μαρμάρου φέρον τα στοιχεία ΣΤΨΟΘ’ = 1271, επιγραφή τις διά στοιχείων τής IBεκατονταετηρίδας, δηλούσα τόν τάφον ηγουμένου τι­νός και μοναχού  Λουκά. (Έκτυπα τών επιγραφών και κοσμημάτων εν παραρτήματι τόμου ΙΖ' Έλλην. Φιλολ. Συλλόγου, σελ. 100).

Επί τινος δε παλαιάς πλακός, επιγραφή διά γραμμάτων της IB' ή τής ΙΓ' εκατονταετηρίδος, αναγράφουσα δωρητών βεβαίως ονό­ματα, δεικνύουσι πάντα την υπαρξιν μοναστηρίου, πολλής απολαύοντος τής τών περιοίκων ευλαβείας. Της πολυωνύμου ταύτης επιγραφής έκτυπον παρέχω ως και τεμαχίου επιγραφής επί μαρμάρινης πλακός κεχαραγμένης, ευρεθείσης έν Αγία Κυριακή και σω­ζομένης (μέχρι του 1895) εν τη σχολή του Αυδημίου (εν ιδίω πίνακι).

Υπεράνω του Αυδημίου η θέσις Άγιας Κυριακής, και σχεδόν κάτωθεν αι θέσεις Ζωοδόχου Πηγής και προφήτου Ηλιού, όπου μαρμάρων εγγλύφων υπάρχουσι τεμάχια, δεικνύουσιν ερείπια μετοχίων ή παρεκ­κλησίων, ανηκόντων εις μίαν ή δύο μονάς.

Εις την μικράν μονήν αγίου Γεωργίου, την υπό το Αύδήμιον, αναφέρεται βεβαίως σιγίλλιόν τι του πατρι­άρχου Ιωαννικίου του από Ηρακλείας, ος, διατελέσας έν Γάνω - Χώρα μητροπολίτης, επεδείξατο, γενόμενος οικουμενικός πατριάρχης, στοργήν πολλήν προς τας εν Χώρα και Γάνω μονάς, αναδείξας δύο τούτων πατριαρχικά σταυροπήγια. Επειδή δε το μεν περί αγίου Γεωργίου Ξενίτα σιγίλλιον λαλεί περί μονής υπαρχούσης πλησίον της Χώρας, απολυθέν τω 1655, το δε κατά το 1647 απολελυμένον φαίνεται σαφέστατα καθορίζον μονήν ετέραν, διάφορον του Ξενίτα, Ξυλίνην ή αγίου Γεωργίου Ξυλίνη καλουμένην, αποδίδω τούτο εις την κάτωθι του Ευδήμου ή Ευδημίου μικράν μονήν του αγίου Γεωργίου, ταύτην δε μαρτυρεί παλαιοτέραν των εαυτού χρόνων ο πατριάρχης Ίωαννίκιος. Το σιγίλλιον, κείμενον έν σελίσι 412-413 του Α' και πα­λαιοτέρου κώδηκος του πατριαρχικού γραμματοφυλακείου, ως και έν φύλλω 327α-β της του Δοσιθέου Ιεροσολύμων «Νομικής Συναγωγής» άλλ' εν αμφοτέροις τούτοις τοις κώδηξι κάκιστα γεγραμμένον, έστι τούτο: «ΕΝ ΕΥΔΗΜΙΩ. Προς τά νότια τον Ευδημίου, τέταρτον ώρας απωτέρω του χωρίου, Αγίας Κυριακής αγίασμα «κτίριον άρχαίον, μέσα εις τον περίβολον της κατεδαφισμένης μονής», καθ' α μοι γράφει ο οσιώτατος κτίτωρ του Θεολόγου κ. Διονύσιος», (εννοεί την Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, βόρεια της Χώρας και τον ιδρυτή αυτής, Διονύσιο Καλαφάτη).

 

Δ) Ο υποστράτηγος εν αποστρατεία  ‘Αγγελος Γερμίδης περιγράφει το Αυδήμι ως εξής, στο εξαίρετο πόνημά του, το οποίο εξέδωσε στην Θεσσαλονίκη το 1976, με τίτλο «ΤΑ ΓΑΝΟΧΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ»:

ε. Αυδήμιο.

Το Αυδήμιο ή Ευδήμιο, πιθανόν το Εύδημοπλάτανον των Βυζαντινών, ήταν ένα από τα ωραιότερα χωριά της Εκκλησιαστικής Επαρχίας Γάνου και Χώρας και όλων των Γανοχώρων, φημισμένο συν τοις άλλοις και για τα όμορφα κορίτσια του.

Ήταν κτισμένο στα στενά του Γάνου, περί τα 3 - 4 χιλιόμ. Β.Α. από αυτόν, στην μικρή κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου, ανάμεσα στο δάσος Κουρί και στο ξεροβούνι, πάνω στο οποίο ήταν το εξωκκλήσι του Αγίου Αθανα­σίου. Από το εξωκκλήσι αυτό η βουνορράχη ανέβαινε ως το υψηλότερο ση­μείο του Ιερού Όρους, όπου το εξωκκλήσι του Αγίου Ηλία και όπου στους βυζαντινούς χρόνους υπήρχε το ομώνυμο φρούριο, το οποίο εδέσποζε και πάνω στον Εύδημοπλάτανο και στα στενά του Γάνου.

Η ίδρυση του σημερινού Αυδημίου σκεπάζεται κι αυτή από θρύλους και παραδόσεις. Κατά μιά παράδοση, κτίσθηκε από τούς κατοίκους του βυ­ζαντινού χωριού Ευδημοπλατάνου, που ήταν στην ίδια περιοχή του Γάνου, άγνωστο όμως σε ποιο ακριβώς σημείο και καταστράφηκε από τους Καταλανούς, στους χρόνους των επιδρομών τους στήν Θράκη, γύρω στά 1304 — 1308 μ.Χ. Τότε οι κάτοικοί του κατέφυγαν στην γνωστή τους από τότε ασφαλή τοποθεσία και έκτισαν το καινούργιο χωριό τους, στο οποίο δώσανε βέβαια το παληό του όνομα, Ευδήμου Πλάτανος, ή Ευδημοπλάτανον και το οποίο, με την πάροδο του χρόνου, παρηλλάγη σε Ευδήμιο. Ή παράδοση αυτή φαίνεται να επαληθεύεται και ιστορικά, γιατί οι Βυζαντινοί Ιστορικοί ανα­φέρουν, στα κατοπινά χρόνια, σε διαφόρους πολέμους, μέχρι την οριστική υ­ποδούλωση της Θράκης, το όνομα Εύδημοπλάτανος. Όπως όμως διατηρή­θηκε η παράδοση μέχρι το χαλασμό του 1922 και την ανέφεραν οι γεροντό­τεροι Αυδημιώτες, η καταστροφή δεν προήλθε από τους Καταλανούς, αλλά από Αλγερινούς πειρατές, οι οποίοι, περνώντας με τα καράβια τους κοντά στήν παραλία, ένα απόγευμα γιορτής, κατάλαβαν, από την εμφάνιση των χρυσοστολισμένων γυναικών που χόρευαν, ότι το χωριό ήταν πλούσιο. Και όταν νύκτωσε, αποβιβάσθηκαν στην ξηρά και εισέβαλαν σ' αυτό, το λεηλά­τησαν και το έκαψαν και φεύγοντας πήραν και αρκετούς σκλάβους μαζί τους. Και όσοι κάτοικοι γλύτωσαν από τη φωτιά και τη σφαγή, πήραν την ανηφοριά, προς τον Άγιο Ηλία και από εκεί κατέβηκαν στην ρεματιά, όπου και έκτισαν το καινούργιο χωριό τους. Μερικοί ίσως έφυγαν πέρα από το Δερβένι και έκτισαν το Νεοχώρι. Άγνωστο πότε έγινε η καταστροφή, από τους Αλγερινούς εκείνους πειρατές, θα πρέπει όμως να έγινε ύστερα από την αναφερομένη από τους Καταλανούς καταστροφή, γιατί η πειρατεία αναπτύχθηκε κυρίως στα μετά την άλωση χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Κατά μιά άλλη παράδοση, κτίτορες του σημερινού Αυδημίου ήταν οι κάτοικοι ενός άλλου, μεγάλου χωριού, του Αγίου Βασιλείου, που είχε κτισθή γύρω στα 1500 μ.Χ., δηλαδή περί τά α0 χρόνια μετά την άλωση της Κων­σταντινουπόλεως, από Έλληνες κατοίκους, προερχομένους από διάφορες περιοχές της Θράκης, σε μια τοποθεσία, 2 περίπου χλμ. Β.Α. από το κοντά στον Ι'άνο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Τό χωριό εκείνο ήταν μεγάλο, από τα μεγαλύτερα της περιοχής τότε, αλλά σε χρόνο άγνωστο, Λαζοί πειρατές του επετέθησαν από τη θάλασσα, το λεηλάτησαν και το έκαψαν. Όσοι από τους κατοίκους του γλύτωσαν, αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν και να εγκατασταθούν σε ασφαλέστερο μέρος. Και οι μεν εμπορευόμενοι και γενικά διανοούμενοι, ίδρυσαν, μέσα στην απρόσιτη από τους πειρατές χαράδρα, το Αυδήμιο, οι ασχολούμενοι με την γεωργία,το χωριό Νεοχώρι, περί τα 4-5 χλμ. ΒΑ του Αυδημίου και οι ασχολούμενοι μέ την κτηνοτροφία το χωριό Σχολάριο, στις ΒΑ πλαγιές του Ιερού Όρους, το οποίο εξελίχθηκε, στις αρχές του αιώνα μας, σέ πραγματική κωμόπολη.

Και η παράδοση αυτή του χωριού Αγίου Βασιλείου μάλλον ανταποκρί­νεται προς την πραγματικότητα, όπως φαίνεται από το διασωθέν όνομα της τοποθεσίας «Άγιος Βασίλειος» και από τα ερείπια εκκλησιών και σπιτιών. Ίσως οι δύο αυτές παραδόσεις, οι οποίες ουσιαστικά διαφέρουν μονάχα στο αρχικό τους μέρος (του κτίτορος του χωριού), να αποτελούν μια και την αυτή παράδοση, παραλλαγμένη και διαφοροποιημένη με την πάροδο των αιώνων.

Η τοποθεσία στην οποία κτίσθηκε, κατά την μία ή την άλλη παράδοση, ήταν ασφαλέστερη και από την παληά και από εκείνες των άλλων παραλίων κωμοπόλεων και χωριών των Γανοχώρων, σε απόσταση δύο περίπου χλμ. από την θάλασσα και αόρατη από αυτήν, με δάση και άφθονα νερά.

Το Αυδήμι χωριζόταν από δύο ποταμάκια σε τρεις συνοικίες. Στον πά­νω Μαχαλά, στον κάτω Μαχαλά και στον πέρα Μαχαλά. Το ένα από τα πο­ταμάκια αυτά πήγαζε από τις υπώρειες του Ιερού Όρους (τον Πάτο, όπως λέγανε) και δεχόταν τα νερά από όλες τις πλαγιές, δεξιά και αριστερά και είχε νερό όλο τον χρόνο, άφθονο το χειμώνα, μα και αρκετό το καλο­καίρι, όταν δε, ύστερα από δυνατή βροχή, πλημμύριζε, κατρακυλούσε με ορμή, παρασέρνοντας μικρές και μεγάλες πέτρες, άλλαζε πολλές φορές κοίτη και προκαλούσε αρκετές ζημίες στα σπίτια, που ήταν κτισμένα στις όχθες του

Το άλλο, που κατέβαινε άπό την ορεινή διάβαση του Δερβενίου, ήταν ξηροπόταμος και είχε μονάχα το χειμώνα νερό, το λέγανε δε «Ρεμματάκι».

Τα δύο αυτά ποταμάκια ενώνονταν μπροστά στο νερόμυλο του Λαμπαδάριου και από εκεί, ενωμένα πια κι έχοντας αριστερά τα σπίτια του πέρα Μαχαλά, κατέβαιναν προς την θάλασσα, στην οποία χύνονταν, διασχίζοντας το Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου και του εξωκκλησιού των 'Αγ. Θεοδώ­ρων και ανάμεσα από τό δάσος αιωνόβιων πλατανιών.

Στο μεγάλο ποτάμι, που χώριζε τον Πάνω από τον Πέρα Μαχαλά, βάζανε το χειμώνα, σαν γεφύρια, σανίδες (τάλπες), μια ανάμεσα στο νερόμυλο του Στρατηγάκη Βαχάρογλου και στο σπίτι του Ίωάννη Λαμπαδάριου, μια ανάμεσα στο νερόμυλο του Αργυράκη και στο σπίτι του Πρωτοψάλτη, που ήταν και η κυριώτερη κι εξυπηρετούσε τα σπίτια του Πάνω Μαχαλά, στην παρυφή του οποίου και κοντά στο δάσος ήταν το Σχολείο και άλλη μια μπρο­στά στον νερόμυλο του Λαμπαδάριου, η οποία εξυπηρετούσε τους κατοίκους του Κάτω Μαχαλά. Πολλές φορές, τα αυτοσχέδια εκείνα γεφύρια παρασύρονταν, όταν το μεγάλο ποταμάκι πλημμύριζε ξαφνικά. Το νερό που κατέβαινε στην αρχή της πλημμύρας, με ορμή και βοή, οι Αύδημιώτες το λέγανε «Κε­φάλι» και όταν φούσκωνε και γέμιζε την κοίτη, τότε του δίνανε το όνομα «Ντούμπανος». Το παρατσούκλι αυτό ίσως να προήρχετο άπό τήν παραλλαγή του ονόματος του Δουνάβεως, που ήταν γνωστός σαν ένας από τους μεγαλύ­τερους ποταμούς της Ευρώπης, ή το πιθανότερο, από την παραλλαγή της λέξεως «τύμπανο», που σημαίνει τυμπανιαίο, φουσκωμένο. Οι Αυδημιώτες είχαν ένα δίστιχο, για τους αρραβωνιασμένους, των οποίων τα σπίτια χώριζε το ποταμάκι αυτό:

«Τρέξε να πάρης το φιλί, πριν βρέξη πριν χιονίση,

 πριν κατεβάση ο Τούμπανος και πάρη το γεφύρι».

Το Αυδήμι, το οποίο οι Τούρκοι το λέγαν «Ουτσμάν ντερέ κιοΐ», είχε στα τελευταία χρόνια περί τα 400 σπίτια, τα οποία, στις επίσημες Κυβερνη­τικές Υπηρεσίες, οι Τούρκοι τα λέγανε «Χανέδες», με την λέξη δε αυτή εν­νοούσαν οικογένειες, τις οποίες, στις στατιστικές τους, υπολόγιζαν, κατά μέσο όρο, σε 7 άτομα σε καθεμιά. Η αναλογία αυτή ήταν βέβαια υπερβολική, γιατί ο μέσος δρος κάθε οικογενείας δεν περνούσε τα 6 άτομα, ούτε ο πληθυ­σμός τις 1.800-2.000 ψυχές.

Όλη η περιοχή του Αυδημίου ήταν ορεινή και βραχώδης. Προς τα βόρεια και τα δυτικά του, οι αντηρίδες του Ιερού Όρους σκεπάζονταν από δάση βαλανιδιών και προς τα ανατολικά από χαμόδενδρα. Ανάμεσα στο δρό­μο που, μέσω Δερβενίου, πήγαινε προς το Σχολάριο και την κορυφή του Όρους, «Μπακατζάκ», υπήρχε ένα μεγάλο δάσος από φιλύρες, στα χαμη­λότερα όμως μέρη και στις χαραδρώσεις υπήρχαν πλατάνια και λεύκες. Φη­μισμένο ήταν το παράλιο δάσος πλατανιών, που απλωνόταν ανάμεσα στο Μοναστήρι του Άγ. Γεωργίου κοντά στο Γάνο και τό έξωκκλήσι τών Άγ. Θεοδώρων. Είχε τόση γραφικότητα η τοποθεσία αυτή, ώστε ήταν μοναδική σ' όλη τη Θράκη.

Εκατοντάδες χρόνια αγωνίσθηκαν οι Αύδημιώτες σκληρά, για να με­ταβάλουν την άγονη γή σε καλλιεργήσιμη. Χωράφια για σιτηρά ήταν λίγα, όπως και για λαχανόκηπους κι αυτά σε σχετικά επίπεδα μέρη, ενώ στις πλα­γιές τών βουνών καλλιεργήθηκαν αμπελώνες. Τά λίγα όμως σιταροχώραφα, που δεν μπορούσαν να δώσουν σ' όλους τους κατοίκους ψωμί, μετατράπηκαν σιγά - σιγά, άλλα σε αμπέλια και άλλα σε μωρεώνες, με την φύτευση συκομωρεών (ασκαμνιών), σε τρόπο ώστε η καλλιέργεια σίτου έπαυσε εντελώς κατά το 1886, στο καλοκαίρι του οποίου λειτούργησε το τελευταίο αλώνι στο Αυδήμι. Και παρά τήν αλλαγή, όμως, αυτή, οι Αυδημιώτες δεν μπορούσαν να ζήσουν, λόγω του εξαιρετικά περιορισμένου, γόνιμου, πεδινού κλήρου που είχαν και η ανάγκη της επιβίωσης τους έκανε να ριχτούν κυρίως στο εμπόριο. Έτσι, άλλοι σαν πλανόδιοι έμποροι (γυρολόγοι), οι γνωστοί σ' όλα τα Γανόχωρα με το όνομα «Γιαλετζήδες», δημιούργησαν εμπορικά καταστήματα σε πλεί­στες πόλεις της Θράκης και Ανατ. Ρωμυλίας, όπως στίς Χαριούπολι, Ραι­δεστό, Λουλέ-Βουργάζ, Μπαμπά-Έσκή, Σαράντα Εκκλησίες, Ανδριανούπολι, Στενήμαχο, Αγχίαλο, Πύργο, Μήδεια κ.ά.

Εκκλησίες: Τρεις εκκλησίες είχε το Αυδήμι. Την εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, για τον Κάτω Μαχαλά, την εκκλησία της Παναγίας, για τον Πάνω Μαχαλά και την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, για τον Πέρα Μαχαλά. Τά όρια όμως των εκκλησιαστικών ενοριών δεν ταυ­τίζονταν με τα τοπογραφικά όρια των τριών συνοικιών. Έτσι, η εκκλησία της Μεταμορφώσεως ήταν κτισμένη στη νότια παρυφή του Πάνω Μαχα­λά, από τον οποίο πολλοί ενορίτες εκκλησιάζονταν σ' αυτή και αντίθετα, πολλοί από τούς επισημότερους ενορίτες του Πέρα Μαχαλά, εκκλησιάζονταν στην εκ­κλησία της Παναγίας, που ήταν πιο κοντινή γι' αυτούς. Το 1889 κάηκε η εκκλησία της Παναγίας κι από τότε οι κάτοικοι του βορείου τμήματος του Πάνω Μαχαλά εκκλησιάζονταν στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, οι πιο πολλοί όμως, στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

Από τις τρεις αυτές εκκλησίες, η πιο παληά ήταν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποία είχε κτισθή μαζί σχεδόν με το χωριό, όπως φαινόταν από την θέση και τα υλικά της. Στον Άμβωνά της, κάτω από τις εικόνες των Ευαγγελιστών, υπήρχε μια εικόνα μέσα σε χρυσό πλαίσιο, που είχε ζω­γραφισμένη μια δωδεκάκωπη λέμβο, τήν οποία έλεγαν «Σαντάλα». Με αυτήν, κατά μια παράδοση, είχαν μεταφερθή από τήν Κων/πολι τά χρώματα και ο χρυσός (γιλντλίζι), με τα οποία ζωγράφισαν οι ζωγράφοι τις εικόνες.

Από τις άλλες δύο, που είχαν κτισθή μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877—1878, η εκκλησία της Παναγίας ήταν η νεώτερη και εθεωρείτο, κατά κάποιο τρόπο, και Μητροπολιτικός Ναός, γιατί σ' αυτή ιερουργούσε, όταν ερχόταν στο Αυδήμιο, ο Μητροπολίτης Γάνου και Χώρας. Η εκκλη­σία αυτή γιώρταζε τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων, γιορτή της Συνάξεως της Θεοτόκου. Την ημέρα αυτή γιόρταζαν στο Αυδήμι οι Μαρίες και οί Παναγιώτηδες και όσοι είχαν ονόματα σχετικά με το όνομα της Παναγίας. Η φωτιά που είχε κάψει την εκκλησία αυτή το 1889, μαζί με αρκετά σπί­τια του Πάνω Μαχαλά, προήλθε από εμπρησμό εκδικήσεως εναντίον του τό­τε Μουχτάρη, Βαρυθύμου Χατζή σταύρου.

Μοναστήρια : Εκτος από αυτές τις εκκλησίες, υπήρχε το Μο­ναστήρι του Αγίου Γεωργίου, δύο περίπου χλμ. από το χωριό, προς την πλευρά του Γάνου, επάνω σε μια υψηλή τοποθεσία, κοντά στην ακροθαλασσιά, κατά­φυτη από πλατάνια, με πολλά κρύα νερά και μεγάλο ξενώνα, στα δωμάτια του οποίου έμεναν το καλοκαίρι πολλοί παραθεριστές, με καταβολή σχετικού ενοικίου. Η εκκλησία του Μοναστηριού ήταν κτισμένη κοντά στη θάλασσα και είχε μέσα Αγίασμα με δροσερό και εύγευστο νερό.

Π α ρ ε κ κ λ ή σ ι α — Ε ξ ω κ κ λ ή σ ι α : Το Αυδήμι είχε πολ­λά παρεκκλήσια και εξωκκλήσια, από τα οποία αναφέρω μερικά:

Του Αγίου Αθανασίου, στην ανατολικά του χωριού βουνοπλαγιά, λίγο πιο ψηλά από το σπίτι του Οικονόμου Εύελπι, στο οποίο πηγαίνανε τα παιδιά τις πρώτες δύο ημέρες του Πάσχα και τρώγανε τις κουλούρες και τα κόκκινα αυγά.

Το εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων, δυτικά του Μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου, πάνω στον παραλιακό δρόμο, που ωδηγούσε στο Γάνο. Κοντά του υπήρχε μιιά πηγή, μέ άφθονο και εύγευστο νερό.

Το εξωκκλήσι της Αγίας Κυριακής, ψηλά κι' αυτό σ' ένα βραχώδες πλάτωμα μιας πλαγιάς του Ιερού Όρους, στο μέσο περίπου του δρόμου από το Αύδήμι στον Πλάτανο, κατάφυτο από αιωνόβια πλατάνια, με πηγή νερού και μάνδρα για πρόβατα. Στην πλαγιά του πλατώματος υπήρχε μιά σπηλιά μεγάλη, μέσα στην οποία ζούσε, στον περασμένο αιώνα, ένας ασκητής, που τον συντηρούσαν οι ελεημοσύνες των φιλανθρώπων διαβατών. Πέθανε γύρω στα 1875.

Το εξωκκλήσι των Αγίων Κων/νου και Ελένης, κοντά στο νεκρο­ταφείο.

Το εξωκκλήσι του Αγίου Παντελεήμονος, στην υποτιθεμένη παληά τοποθεσία του Αύδημίου (του Ευδημοπλατάνου).

Το εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία, σε μια πλαγιά του Ιερού Όρους, στα ανατολικά του χωριού.

Το εξωκκλήσι του Αγίου Κηρύκου, βορειότερα από το χωριό.

Όλα αυτά τα εξωκκλήσια, εκτός από του Αγίου Αθανασίου, ήταν ακάλυπτα, μεταβαλλόμενα, άπό τότε ακόμα, σιγά - σιγά σέ ερείπια. Εκτός ό­μως από αυτά, υπήρχαν μέσα στο Αυδήμι και άλλα πέντε παρεκκλήσια, όπως:

Το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος, στα βορειοανατολικά του Πάνω Μαχαλά, στο δρόμο που οδηγούσε προς τα χωράφια - στην περιοχή του υπήρ­χε και μικρό νεκροταφείο.

Το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Παρασκευής, στον Κάτω Μαχαλά, στην πλατεία Αβλαή.

Το παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, στα ανατολικά του Κάτω Μα­χαλά κι αυτό, κοντά στο σπίτι του Ζαφειράκη Οικονόμου.

Στα τελευταία δύο παρεκκλήσια γινόταν πανηγυρική λειτουργία την ημέρα της γιορτής τους από όλους τους ιερείς του χωριού.

Σχολεία: Φιλομαθείς οι Αυδημιώτες, διακρίνονταν για την προς μόρφωση έφεσή τους. Το πρώτο σχολείο, μετά τους σκοτεινούς χρόνους του «Κρυφού Σχολειού», (που, κατά μιά παράδοση, λειτουργούσε σ' ένα δωμάτιο, κοντά στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως, με κύρια μαθήματα το Οκτάηχο «φτωήχι» και τις πράξεις των Αποστόλων), κτίσθηκε γύρω στα 1840-1850, σε μια ωραιότατη τοποθεσία, στη δυτική παρυφή του χωριού, κοντά στο δάσος Κουρί. Περιελάμβανε ευρύτατη αίθουσα διδασκαλίας και τους αναγκαίους, βοηθητικούς χώρους (γραφεία, αποθήκη κλπ.), επί πλέον δε δύο δωμάτια για κατοικία των ξένων διδασκάλων. Μια μεγάλη βρύση στο προαύλιό του, που ήταν δωρεά του παληού άρχοντα Παντελή Λαμπαδάριου, παρείχε στους μα­θητές και μαθήτριες το δροσερό της νερό. Και ένας εκτεταμένος προς το δάσος κήπος, με ένα αιωνόβιο πλατάνι, στη σκιά του οποίου γίνονταν τα μαθή­ματα το καλοκαίρι, αναπλήρωναν τον παιδαγωγικό εξοπλισμό του σχολείου αυτού, το οποίο, μέχρι τέλους σχεδόν του 19ου αιώνα, ήταν Μικτό Δημοτικό.

Άγνωστοι είναι οι πρώτοι δάσκαλοί του. Αργότερα και μέχρι το 1878, δίδαξαν διαδοχικά, ο Ευστράτιος Σεπιτέκαρος, ο Ευστράτιος Καπίδης και ο Ευστράτιος Φιλαλήθης, όλοι τους Αύδημιώτες. Από αυτούς, ο πρώτος έζησε τα τελευταία του χρόνια, γέρος πιά και μέ τό μυαλό σαλευμένο, στο προανα-φερθέν δωμάτιο του «Κρυφού Σχολειού», που το λέγανε «Κελλί τής Εκκλησίας», συντηρούμενος από τις ελεημοσύνες των συμπατριωτών του. Πέθανε το 1884.

Από το 1879 ως το 1884, δίδαξε ο Κεφαλλωνίτης Σπύρος Βασιλάτος και αυτόν τον διεδέχθη ο Αριστείδης Δημητρίου από το Αυδήμι, ο οποίος δίδαξε επί 25 ολόκληρα χρόνια.

Ό Βασιλάτος ήταν έξυπνος, έργατικώτατος και ενθουσιώδης και αγαπούσε με πάθος το επάγγελμά του. Ήταν όμως αυστηρότατος. Το πέρασμά του από το Σχολείο του Αύδημίου άφησε εποχή και για την αποδοτική διδα­σκαλία του και για το πρακτικό του πνεύμα, με το οποίο αντιμετώπιζε τις ανάγκες συντηρήσεως και συμπληρώσεως του σχολείου. Επί πολλά χρόνια οι Αύδημιώτες θυμούνταν τον θαυμάσιο εκείνο διδάσκαλό τους και τα έργα τoυ.

Στους χρόνους εκείνους, οι τάξεις του σχολείου του Αυδημίου δεν είχαν την διαβάθμιση των σημερινών Δημοτικών σχολείων (Α', Β', Γ' κλπ.), Πρώτη τάξις (Α) λεγόταν η τελευταία τάξις των τελειοφοίτων μαθητών. Οι άλλες τάξεις χαρακτηρίζονταν από τα ονόματα των αναγνωστικών βιβλίων, Έτσι η πιο κατώτερη τάξη λεγόταν «Τάξις του Αλφαβηταρίου». Τά αλφα­βητάρια είχαν κατά το τέλος τους και μερικές σελίδες αναγνωστικού με με­γάλα γράμματα. Ακολουθούσε η τάξη «Καλός πατήρ» ή «Πάππος», ή άλ­λου αναγνωστικού, κατά τήν κρίσι του διδασκάλου. Η επόμενη τάξις ήταν η του αναγνωστικού «Γεροστάθης» του Μελά. Το αξέχαστο και ωραίο εκείνο Αναγνωστικό ήταν παιδαγωγικώτατο και πατριωτικώτατο, γι' αυτό και απηγορεύετο αυστηρότατα από την Τουρκική Κυβέρνηση η χρησιμοποίησίς του και όταν ερχόταν στα σχολεία τών Γανοχώρων ο διαβόητος Επιθεωρητής τών Ελληνικών σχολείων, Αβραάμ Βαπορίδης, ο οποίος με ιδιαίτερη μανία κυνηγούσε τον «Γεροστάθη», το Αναγνωστικό αυτό μαζί με άλλα απαγορευ­μένα βιβλία, αν υπήρχαν τοιαύτα, τα έρριχναν σε κρυφά υπόγεια. Παρά τον λυσσαλέο όμως διωγμό του, το Αναγνωστικό εκείνο κυκλοφορούσε επί πολλές δεκαετηρίδες και ενθουσίαζε και διαπαιδαγωγούσε γενιές ολόκληρες των υπο­δούλων Ελλήνων.

Η τάξη του «Γεροστάθη» περιελάμβανε κι άλλα μαθήματα, όπως Αρι­θμητική, Γεωγραφία, Ιερά Ιστορία και Γυμναστική. Όσοι από τους μαθη­τές ή μαθήτριες κρίνονταν ικανοί, προάγονταν στην Α' τάξη, η οποία ήταν και η πιο μεγάλη, το δε πρόγραμμά της ήταν εναλλακτικό, σύμφωνα με τις ικα­νότητες των μαθητών. Μόνιμο βιβλίο ήταν η «Χρηστομάθεια» του Αλ. Ραγ­καβή, με την οποία γινόταν η εισαγωγή στα αρχαία Ελληνικά. Τα μαθή­ματα αρχίζανε με τους «Σχολαστικούς» και συνεχίζονταν με τους «Αισώπιους μύθους», «Λουκιανού ενύπνιον», «Ισοκράτους προς Δημόνικον», «Λυσίου κα­τά Ερατοσθένους», «διαφόρους λόγους των 3 Ιεραρχών», «Ξενοφώντος Κύρου Παιδείαν», καθώς και τα ανάλογα συντακτικά. Η τάξη αυτή διαρκούσε, για τους καλούς μαθητές ή μαθήτριες, δύο και τρία χρόνια, μέχρις ότου αποσύρονταν από τους γονείς τους ή ξενητεύονταν.

Τον Σπύρο Βασιλάτο διαδέχθηκε, όπως προανέφερα, ο διδάσκαλος Α­ριστείδης Δημητρίου, Αύδημιώτης την καταγωγή. Ό Δημητρίου ήταν υπό­τροφος της Μονής Βατοπεδίου στη Ριζάρειο Σχολή, προοριζόμενος για κλη­ρικός. Άγνωστον όμως γιατί, εγκατέλειψε τις ιερατικές σπουδές του και ξαναγύρισε στο χωριό του, φορώντας μάλιστα ακόμα τα ράσα του. Διωρίστηκε από τους προκρίτους διδάσκαλος των ανωτέρων τάξεων, μετά δε την αποχώρηση του Βασιλάτου έβγαλε τα ράσα κι εδίδαξε επί πολλά χρόνια ως Δ/ντής του σχολείου, έχοντας βοηθούς νεωτέρους συναδέλφους του. Δίδαξε επί πολλά χρόνια, εκτός από τα Ελληνικά, Φυσική, Στοιχειώδεις γνώσεις Γαλλικής, Ανώτερα Θρησκευτικά κ.ά. Μετά από αυτόν δίδαξαν άλλοι δάσκα­λοι με ιδέες και συστήματα πολύ νεωτεριστικά, όπως ο Δρυτσάκης, ο Θεοχαρίδης και ιδιαίτερα ο καταγόμενος από το γειτονικό Μηλιό, Ιωάννης Δρόσος, απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής, ο οποίος αργότερα σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έγινε Γενικός Επιθεωρητής Μέσης Εκπαιδεύσεως.

Κατά το τέλος του 19ου αιώνα ιδρύθηκε στο Αυδήμι γυναικείος Σύλλο­γος Κυριών και Δεσποινίδων υπό την επωνυμία «Άμιλλα», ο οποίος σε συ­νεργασία με τις Κοινοτικές Αρχές, κατώρθωσε να κτίση Δημοτικό σχολείο Θηλέων, πάνω στα ερείπια της καμένης εκκλησίας της Παναγίας. Έτσι το μέχρι τότε Μικτό Δημοτικό Σχολείο έγινε μόνον Αρρένων. Στο Παρθενα­γωγείο αυτό διετέλεσε Διευθύντρια η Αργυρώ Άράπογλου, απόφοιτη τής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Επιβατών και από τα Ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου Κυριών και Δεσποινίδων, η Ανθή Οικονομίδου. Η Γιαννούλα Αργυ­ράκη, όλες Αύδημιώτισσες, καθώς και άλλες από άλλα χωριά της Θράκης.

Το πόσο αποδοτικά λειτουργούσαν τα Σχολεία και πόσο φιλομαθείς ή­ταν οι Αυδημιώτες και Αυδημιώτισσες φαίνεται από το γεγονός ότι το χω­ριό αυτό είχε τους λιγώτερους αγράμματους, εν σχέσει με τα άλλα χωριά και ότι πολλοί απόφοιτοί τους διωρίσθηκαν δάσκαλοι σε μικρότερα καμποχώρια της περιοχής, άλλοι έγιναν ιερείς, οι οποίοι εκάλυπτον όχι μονάχα τις ανάγ­κες του Αύδημίου, του οποίου οι παπάδες ήταν πάντοτε ντόπιοι, αλλά υπηρε­τούσαν σαν εφημέριοι και σ' άλλα χωριά της Θράκης.

Β ρ ύ σ ε ς : Άφθονα ήταν τα πόσιμα νερά στο Αύδήμι, με πολλές βρύσες που τρέχανε συνέχεια νύχτα μέρα. Μνημονεύω μερικές από αυτές:

Τη βρύση που ήταν στο βάθος του χωριού προς το βουνό, δίπλα σ' ένα τεράστιο πλατάνι, που είχε το πιο εύγευστο και δροσερό νερό. Τη βρύση αυ­τή την είχαν κτίσει γύρω στά 1875 με δική τους δαπάνη οι αδελφοί Αθανά­σιος και Άνθιμος Σαράκογλου, Αυδημιώτες την καταγωγή, Μητροπολίτες, ο πρώτος Θεσ/νίκης και ο δεύτερος Μετρών και Άθύρων. Εντοιχισμένη στην πρόσοψη τής βρύσης μαρμάρινη επιγραφή, μαρτυρούσε την δωρεά τους.

Τη βρύση του Σαρρή στον Πάνω Μαχαλά, μπροστά στο σπίτι του Ζήση Αργυράκη, που ήταν η μεγαλύτερη του χωριού και υδροδοτούσε με άφθονο και καθαρό νερό, όχι μονάχα τον Πάνω, μα και τον Πέρα Μαχαλά.

Τη βρύση του Αλωνιού, στην ομώνυμη πλατεία, στα νότια του Πάνω Μαχαλά, κατά τι μικρότερη από την προηγούμενη. Οι δυο αυτές βρύσες, πού τα νερά τους δεν στερεύανε ποτέ, τροφοδοτούσαν με νερό όλο τον χρόνο το χωριό.

Τη βρύση του Σχολείου Αρρένων, που έκτισε στηήν αυλή του και έφερε σ' αυτή νερό με δικά του έξοδα ο Άρχοντας Παντελής Λαμπαδάριος. Και στην πρόσοψη αυτής, σε μια εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, ανεγράφετο το ιστορικό της δωρεάς, σε αρχαία ελληνικά.

Τις τρείς βρύσες του Πέρα Μαχαλά, μια κοντά στο σπίτι τυΰ Παπά Μιχαήλ, μια κοντά στο σπίτι τοϋ Πρωτοψάλτη και μια μπροστά στο σπίτι του Αναστασίου Ιωάννου, πάππου του Αναστασίου Γιαννακοπούλου, ο οποίος διετέλεσε επί πολλά έτη μέλος του Δ.Σ. τού Θρακικού Κέντρου Αθη­νών. Στην επιγραφή της προσόψεως της τελευταίας αυτής βρύσης πού την είχε κτίσει ο Αναστάσιος Ιωάννου, ανεγράφετο το εξής επίγραμμα:

«Ή κρήνη αυτή κτήμα εστί εμού, του Αναστασίου Ιωάννου. Σήμερον εμού, αύΰριον ετέρου και ουδέποτε τινός».

Εκτός από τις πρoαvαφερθείσες βρύσες, είχαν πόσιμα νερά και όλα τα οινοπωλεία του χωριού.

Νερόμυλοι: Όπως και στα περισσότερα χωριά των Γανοχώρων, έτσι και στο Αυδήμι, υπήρχαν αρκετοί νερόμυλοι, πέντε τον αριθμόν. Αυτοί ήταν:

Ο νερόμυλος τού Στρατηγάκη Βαχάρογλου, στα βόρεια του χωριού, στην αριστερή πλευρά της ρεμματιάς.

Ο νερόμυλος του Αργυράκη Ζήση, στην ίδια πλευρά της ρεμμα­τιάς και λίγο πιο κάτω, αντίκρυ από τό σπίτι τού Πρωτοψάλτη.

Ο νερόμυλος του Παντελή Λαμπαδάριου, δεξιά στη συμβολή των δύο ποταμίσκων.

Ο νερόμυλος του Αργυρού Δαδάκαρου, στηήν ίδια κι αυτός πλευρά, στο τέλος του Κάτω Μαχαλά.

Ένας ακόμη νερόμυλος έξω από το χωριό, στην τοποθεσία «Σάρα», του ίδιου Δαδάκαρου, που είχε κτισθή τα τελευταία χρόνια.

Όλοι αυτοί οι μύλοι λειτουργούσαν μέχρι τό 1890 και είχαν άφθονη πελατεία, από τα γύρω πεδινά χωριά. Με την έναρξη όμως λειτουργίας των μεγάλων αλευρομύλων στις διάφορες πόλεις της Θράκης, όπως του Χατζή Εξηντάρη στα Μάλγαρα, του Μιμήκου στη Ραιδεστό, του Μπάλτα στο Λουλέ Βουργάζ, του Σταμούλη στή Σηλύβρια κ.ά., η πελατεία των νερόμυλων του Αυύδημίου, όπως άλλως τε και των άλλων κωμοπόλεων των Γανοχώρων, άρχισε να λιγοστεύη και οιί μύλοι να κλείνουν ένας - ένας. Πρώτοι σταμάτησαν την λειτουργία τους οι νερόμυλοι των Στρατηγάκη Βαχάρογλου και Δαδάκαρου και τελευταίος ο μύλος του Παντελή Λαμπαδάριου, ο οποίος δούλεψε ως το 1922 συνέχεια, γιατί είχε νερό συνεχώς, χειμώνα καλοκαίρι.

Οι νερόμυλοι εκείνοι έδιδαν μια ξέχωρη γραφικότητα στην περιοχή της Ρεμματιάς. Τα ποταμάκια - χείμαρροι, που διέσχιζαν το Αυδήμι και κινούσαν τους γραφικούς νερόμυλούς του, πολλές φορές πλημμυρίζανε και προκαλού­σαν σημαντικές καταστροφές, ακόμα και θύματα. Μια τέτοια πλημμύρα έγινε το 1870, ύστερα από κατακλυσμιαίες βροχές σ' όλα σχεδόν τα Γανόχωρα. Στην πλημμύρα εκείνη καταστράφηκαν όλα τα αμπέλια της περιοχής, αρι­στερά από το μεγάλο Ρέμμα, από το Δερβένι ως την άκρη του χωριού, και παρασύρθηκαν στη θάλασσα πολλά ζώα, οικιακά σκεύη και έπιπλα τών ωοντά στίς άκρες των ποταμίσκων σπιτιών. Και από τότε η περιοχή εκείνη των κατεστραμμένων αμπελιών πήρε την ονομασία «Χαλάσματα». Άλλη μια κα­ταστροφική πλημμύρα έγινε το 1873, οπότε πνίγηκε και ένας χωρικός, που τον παρέσυρε το νερό από το σπίτι του και άλλη μια το 1886, οπότε παρα­σύρθηκε και ένα μικρό σπιτάκι κοντά στο σχολείο.

Ακόμα και οι χειμώνες ήταν, πολλές φορές, βαρείς στο Αυδήμι, όπως και στα άλλα ορεινά χωριά των Γανοχώρων, στις εκατέρωθεν πλαγιές του Ιερού Όρους, όπως αναφέρουν μερικά χρονικά. Τον Ιανουάριο του 1866 έκανε τόσο κρύο, πού επάγωνε το ψωμί, στά 1872 χιόνισε τόσο πολύ, ώστε ολόκληρο το χωριό αποκλείσθηκε επί 10 περίπου ήμερες και στά 1885 τόσο κρύο, ώστε ένας χωρικός που ερχόταν από το Νεοχώρι, με το μουλάρι του φορτωμένο σιτάρι και σταμάτησε για μια στιγμή για να ανάψη τσιγάρο, πάγωσε επί τόπου και το μουλάρι πήγε χωρίς αυτόν στο σπίτι του, οπότε οι συγγενείς του βγήκαν σε αναζήτησή του και τον βρήκαν κοκκαλιασμένο κον­τά στο δάσος Κουρί.

Το Αυδήμι είχε μεγάλη εμπορική και επαγγελματική κίνηση, φυσική άλλως τε, μια που υστερούσε σε γεωργική τοιαύτη. Είχε τέσσαρες αγορές (πιάτσες). Δυο εις τον Πάνω Μαχαλά και από μια στον Κάτω και στον Πέρα Μαχαλά. Οι πιάτσες του Πάνω Μαχαλά ήταν, μια στην πλατεία του Αλωνιού, με την προαναφερθείσα βρύση στο μέσο. Στη μια πλευρά ήταν τα σπίτια των Ζήση Αργυράκη, Αντ. Γιαννακοπούλου και Γιαννάκου Στοήλη, όλα με καφεποτοπωλείο στο ισόγειο και τα μαγαζιά των Αθ. Χατζή και Κων. Δαδακαρίδου, παντοπωλείο και υφασματοπωλείο, στην απέ­ναντι πλευρά. Η δεύτερη ήταν στην πλατεία της βρύσης του Σαρρή. Γύρω σ' αυτήν ήταν το καφεπαντοπωλείο και υφασματοπωλείο των αδελφών Αναστασίου και Ζήση Αργυράκη, το σπίτι του πρώτου, βαμμένο με πράσινη λαδομπογιά, το καφενείο του Δημ. Ταυλαρίου, ο φούρνος της Χατζέσας και το κρεοπωλείο του Δίγκα.

Τρίτη πιάτσα ήταν στον Κάτω Μαχαλά, στην πλατεία Αβλαή, στο πάνω μέρος της οποίας ήταν το παρεκκλήσιο της Αγίας Παρασκευής, με δυο μεγάλες τσικουδιές (κακαδιές) στον αυλόγυρό του και στο κάτω μέρος το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου. Στην πλατεία αυτή βρίσκονταν και τα μεγάλα και βαμμένα με έλαιόχρωμα σπίτια τών Γεωρ. 'Αναστασιάδη (γαλά­ζιο), Ζαφειράκη Γιαμά (βαθύ κόκκινο) και Αργυρού Δαδάκαρου (κίτρινο). Και τά απίτια αυτά στα ισόγειά τους είχαν καφεπαντοπωλεία, του δε Ανα­στασιάδη και υφασματοπωλείο.

Η τετάρτη πιάτσα ήταν στον Πέρα Μαχαλά, όπου και το σπίτι του Αθαν. Πρωτοψάλτη, με καφεπαντοπωλείο κι αυτό.

Το Αυδήμι είχε πολλούς κτίστες, ακόμα και καλφάδες (ένα είδος πρα­κτικών αρχιτεκτόνων), οι οποίοι όχι μονάχα τις οικοδομικές ανάγκες του χω­ριού ικανοποιούσαν, αλλά ανελάμβαναν οικοδομικές εργασίες και σ' άλλα γει­τονικά χωριά, ένας δε από αυτούς, ο Χρηστάκης Στοήλης, ο οποίος μετώκησε στην Κων/πολι, εξελίχθηκε σε εργολάβο οικοδομών των Σουλτανικών ανα­κτόρων.

Με την έφεση που είχαν προςJμάθηση οι Αυδημιώτες, την εργατικότητα και το επιχειρηματικό τους πνεύμα, ήταν φυσικό να αναδείξουν έξοχες προ­σωπικότητες, σ' όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητος, Κληρικούς, Επιστήμονες, Καθηγητές, Διδασκάλους, επιχειρηματίες και ε­παγγελματίες, μερικούς από τους οποίους μνημονεύω κατωτέρω στο οικείο κεφάλαιο.

Οι κάτοικοι τού Αυδημίου διέφεραν από τους κατοίκους των άλλων κωμοπόλεων και χωριών των Γανοχώρων και στη γλώσσα, η οποία είχε ένα ιδιότυπο τοπικό ιδίωμα και στα ήθη και έθιμα, τα οποία έμοιαζαν μάλλον με τα ηπειρωτικά και από αυτό είχαν αποκρυσταλλώσει παλαιότερα το συμπέρα­σμα, ότι σε πολύ παληά χρόνια, είχαν έλθει από τήν Ήπειρο στο Αυδήμι πολλές οικογένειες, οι οποίες και απετέλεσαν την καλή να πούμε κοινωνία του χωριού. Το συμπέρασμα αυτό, μεταδιδόμενο από γενιά σε γενιά, έδιδε στους αποίκους εκείνους μια ιδιαίτερη αίγλη και οι απόγονοί τους λέγονταν «Κακο-σουλιώτες». Εργατικοί, οικονόμοι και ευσυνείδητοι, είχαν σχηματίσει μεγά­λες περιουσίες και, συν τω χρόνω, απετέλεσαν την «αρχοντιά» του Αυδημίου.

Το Αύδήμι, όπως στα παληά τα χρόνια και το βορείως του Σιδηροκά­στρου κοντά στο Στρυμόνα Μελένικο, είχε τις τάξεις του. Η πρώτη από αυτές ήταν η τάξη των πλουσίων αρχόντων, οί οι οποίοι σαν απόγονοι μεγάλων ονομάτων και κληρονόμοι μεγάλων περιουσιών και ετοίμων εργασιών, δεν αναγκάζονταν να εκπατρισθούν. Σ' αυτούς άνηκαν τα περισσότερα κτήματα και καταστήματα, υφασματοπωλεία, καφεπαντοπωλεία, ποτοποιεία με τα οποία διεξήγετο το εμπόριο των κρασιών, το εμπόριο εξαγωγής των ανθέων φιλύ­ρας (φλαμούρι), διότι το δάσος προς την κορυφή του Ιερού Όρους, ανήκε στην κυριότητα του Αυδημίου. Από την τάξη αυτή βγαίνανε οι πρόκριτοι και οι προύχοντες του χωριού, οι οποίοι και διαχειρίζονταν τα κοινοτικά του ζητήματα. Κατά το τέλος του 19ου αιώνα είχε καθιερωθή η δια χειροθεσίας του Μητροπολίτου ονομασία των πλέον σημαντικών προυχόντων σε διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα, ενα των οποίων ήταν και το αξίωμα του «Άρχον­τος». Ο τίτλος αυτός προυτάσσετο του ονόματος των τιμηθέντων και όλο το χωριό τους εσέβετο, όταν δε περνούσαν από τους δρόμους, οι γυναίκες, που κάθονταν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών κατά τις γιορτάσιμες ημέρες, ση­κώνονταν με σταυρωμένα τα χέρια, εις ενδειξιν σεβασμού. Τελευταίοι Άρχον­τες ήταν οι Λογοθέτης Κων/νος, Πρωτοψάλτης Αθανάσιος, Λαμπαδάριος ΙΙαντελής ή Παντολέων και Ταυλάριος Ευστράτιος. Απ' αυτούς, ο Άρχον­τας Ταυλάριος ήταν πασίγνωστος, γιατί εξυπηρετούσε αφιλοκερδώς, με τις ιατρικές γνώσεις του, τους άρρωστους του χωριού, το οποίο, μέχρι το 1912, δεν είχε γιατρό. Τις ιατρικές του γνώσεις τις είχε, γιατί όπως λέγανε οι συγ­χωριανοί του, διάβαζε τα γιατροσόφια που είχε στο σπίτι του. Βέβαια δεν έδιδε ποτέ φάρμακα, αλλά μονάχα συμβουλές για το τι να κάμουν. Όταν το 1888 πέθανε ο Άρχοντας αυτός και αυτοσχέδιος γιατρός, τον διαδέχθηκε ο Αντών. Γιαμάς, ο οποίος είχε στο Ισόγειο του σπιτιού του καφεπαντοπωλείο, αλλά και στην αυλή του ένα είδος φαρμακείου μικρού. Ο Γιαμάς, ένας έξυ­πνος τύπος χωρικού, πήγαινε συχνά στην Κων/πολι, όπου αγόραζε φάρμακα από φαρμακεμπόρους, από τους οποίους ενημερωνόταν για τις θεραπευτικές των ιδιότητες. Με τις επαφές αυτές απέκτησε και συστηματοποίησε αρκετές γνώσεις, που τον καθιέρωσαν στο Αυδήμι, σαν ενα γιατρό - φαρμακοποιό, επάγγελμα από το οποίο κέρδιζε περισσότερα από όσα κέρδιζε από το καφε­παντοπωλείο του, γιατί εκτός από το Αυδήμι, είχε πελάτες και τους κατοίκους του γειτονικού Νεοχωρίου, του οποίου τα άρρωστα παιδιά τα πηγαίνανε οι μητέρες τους σ' αυτόν. Το 1892 εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά γιατρός και στο Γάνο, αλλά αυτό δεέν επηρέασε και τόσο πολύ τις ιατροφαρμακευτικές εργασίες τού Γιαμά. Όταν όμως το 1910 εγκαταστάθηκε στο Αυδήμι ο συμπατριώτης του ιατρός Κων/νος Αθανασιάδης, το ιατροφαρμακευτικό στάδιο του Γιαμά έληξε οριστικά.

Ή δεύτερη τάξη ήταν η τάξη των Γιαλελήδων, δηλαδή των πλανεμπόρων, στην οποία ανήκαν όσοι είχαν εγκατεστημένες εργασίες διαφόρων επαγγελμάτων σε πόλεις και κωμοπόλεις του εσωτερικού της Θράκης και της Ανατ. Ρωμυλίας, όσον και εκείνοι, οι οποίοι μετήρχοντο το επάγγελμα του πλανοδίου εμπόρου, του γυρολόγου της σήμερον. Σέ άλλα χωριά, όπως στον Γάνο, Γιαλελήδες λέγονταν μονάχα εκείνοι που ασκούσαν το επάγγελμα του πλανοδίου εμπόρου. Η τάξη των Γιαλελήδων, που ήταν όλοι τους εργατικό­τατοι και πολύ καλοί νοικοκύρηδες, συνεπλήρωνε την οικονομική ευρρωστία του χωριού. Τα σπιτικά τους ζούσαν πολύ καλά και δυο φορές τό χρόνο, χειμώνα και καλοκαίρι, οι ξενητεμένοι έρχονταν στο χωριό, να δουν τις οικο­γένειές τους, να ξεκουραστούν κοντά τους ψυχικά και σωματικά και να τα­κτοποιήσουν ότι εκκρεμή ζητήματα είχαν. Όταν δε γερνούσανε, παρέδιδαν τις εργασίες τους στα παιδιά τους και απόμαχοι πλέον, κάθονταν στο χωριό, για να περάσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.

Η τρίτη τάξη ήταν των ακτημόνων εργατών, οι οποίοι μη έχοντες δικό τους κλήρο, ούτε και οικονομικές δυνατότητες επαγγελματικής σταδιο­δρομίας, εργάζονταν σάν ημερομίσθιοι εργάτες σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, όπως το σκάψιμο, το κλάδεμα και ο τρυγητός των αμπελιών, υπάλ­ληλοι σε διάφορα καταστήματα και σε κάθε είδους αγροτική εργασία.

Το Αυδήμι ήταν ένα από τα ωραιότερα χωριά των Γιανοχώρων και γι' αυτό, όπως και οι Γανιώτες το Γάνο, οι Αυδημιώτες το έλεγαν Μικρό Παρίσι. Με την έκτασή του, στις δύο πλευρές της χαράδρας, δικαιολογούσε την φράση εκείνη, που υλοποιούσε την χωρογραφική διάρθρωση της Μητρο­πόλεως Γάνου και Χώρας, που έλεγε: «Γάνος, Χώρα από το μισό τ' Αυδήμι».

Το Αυδήμι ήταν ονομαστό και για τά όμορφα κορίτσια του. Οι Τούρ­κοι, για να χαρακτηρίσουν ωρισμένα προϊόντα ή ιδιότητες των Γανοχώρων και των γειτονικών με αυτά περιοχών της Ραιδεστού, Σηλυβρίας, Μαλγάρων και Κεσσάνης, έλεγαν: «Σιλιβρίν γιαουρτού, Τεκίρ Νταγίν καρπουζλαρί, Ούτσμάν Ντερέ κιοΐν κιζλαρί, Μυρεφετίν κεραμιτλερί, Ίντζεκιοΐν χαβασί, Μαλγαρανίν χαλβασί», δηλαδή: «Το γιαούρτι της Σηλυβρίας, τα καρπούζια της Ραιδεστού, τα κορίτσια του Αυδημίου, τα κεραμίδια τουϋ Μυριοφύτου, το κλίμα του Ιντζέκιοϊ, ο χαλβάς των Μαλγάρων».

Είχαν όμως και μια αδυναμία οι Αυδημιώτες. Ήταν λίγο καυγατζήδες, οί τόσο εξαιρετικοί κατά ταά άλλα Γανοχωρίτες και με το παραμικρό τρέχανε στα δικαστήρια. Η συχνή δεέ αυτή επαφή τους με τα τεμένη της Θέμιδος τους έδωσε πολλές νομικές γνώσεις, ώστε και οι Τούρκοι υπάλληλοι και οι άλλοι Γανοχωρίτες να τους λένε Δικηγόρους.

Μέ τόσες δραστηριότητες και προσόντα, οι Αυδημιωτες, ήταν φυσικό να αναδείξουν εξέχουσες προσωπικότητες στον επιστημονικό, πνευματικό και επιχειρηματικό τομέα, μερικές από τις όποιες θα αναφέρω πιο κάτω.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, τα κύρια προϊόντα του Αυδημίου ήταν τα αμπελουργικά και τα σηροτροφικά. Η σηροτροφία είχε λάβει μεγάλη εξέλιξη μετά το 1886, οπότε ήλθαν μεταξέμποροι από την Προύσσα και ίδρυσαν εργοστάσια κατεργασίας κουκουλιών και παραγωγής μεταξοσπόρου, σ' όλη την περιοχή των Γανοχώρων, γιατί οι μεταξόσποροι της περιοχής αυτής ήταν φημισμένοι και περιζήτητοι και σ' αυτή την Περσία, με την οποία διεξήγετο κυρίως το εμπόριο αυτό. Τό πρώτο τέτοιο εργοστάσιο στο Αύδήμι το ίδρυσαν οι αδελφοί Πασχαλίδη, οι οποίοι αργότερα μετέφεραν τις εργασίες τους στην Ηρακλείτσα, στο δε Αυδήμι τους διαδέχθηκε ο Αυδημιώτης Χριστοδουλίδης, ο οποίος διετήρησε τις εργασίες του μέχρι τον χαλασμό του 1922. Εν τω μεταξύ όμως πολλοί νέοι Γανοχωρίτες από όλα σχεδόν τα χωριά των Γανοχώρων, εφοίτησαν στην ιδρυθείσα από την Τουρ­κική Κυβέρνηση Αυτοκρατορική Σηροτροφική Σχολή στην Προύσσα, οι οποίοι όταν εγύρισαν, ίδρυσαν δικές τους εργασίες στον κλάδο αυτό, με απο­τέλεσμα η σηροτροφία να γενικευθή και να εξελίχθη σε σπουδαιότατο πλου­τοπαραγωγικό εμπόριο.






















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου